Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020

Το εμφύλιο ρήγμα

Ο Εγγονόπουλος γνωρίζει τι ακριβώς κάνει η γενιά του ’30, με την οποία οι διαφορές του είναι πάμπολλες, αλλά και χαώδεις, όπως είναι πρώτα απ’ όλα οι αισθητικές διαφορές. Να σημειώσω ότι έχει ήδη συμμετάσχει στον συλλογικό τόμο Υπερρεαλισμός Α΄ (1938), έναν τόμο σχεδόν προγραμματικό, που εκδίδεται στον αριστερό εκδοτικό οίκο του «Γκοβόστη», ενώ μέχρι τότε ο υπερρεαλισμός αντιμετωπίζεται είτε κατεδαφιστικά, είτε απλώς αρνητικά από Τα Νέα Γράμματα. Έτσι, ο Εγγονόπουλος δεν συνεργάζεται στις σελίδες αυτού του περιοδικού, όπως σημειώνει ο Ελύτης, ενώ έχει ήδη πραγματοποιήσει και την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής, στο σπίτι τού επίσης «ακραίου», για τους συντηρητικούς των Νέων Γραμμάτων, μοντερνιστή/υπερρεαλιστή και αριστερού, Νικολάου Κάλας, εν ολίγοις έχει επιλέξει έναν τελείως διαφορετικό δρόμο.

Με τέτοιες αφετηρίες και αντιπαλότητες ο Εγγονόπουλος φτάνει στο 1942-΄43, και αντιμετωπίζει την εθνική αφήγηση της γενιάς του ’30, που αρχίζει να φτιάχνεται με σύμβολό της τον Μακρυγιάννη. Ο Εγγονόπουλος θα αντιτάξει το σύμβολο Μπολιβάρ, ένα σύμβολο-αντίποδα: είναι ήδη «διαφωττισμένο», έχοντας ιδρύσει, διά των επαναστάσεών του, πολιτικά έθνη (στην Γαλλία, στην Λατινική Αμερική, στην Ελλάδα), είναι παγκόσμιο και (μόνο έτσι είναι και ελληνικό), είναι προδήλως αντιφασιστικό, είναι πολιτικά και αισθητικά επαναστατικό, αποτελεί πρόταγμα για τη λαϊκή χειραφέτηση.

Αυτή η διαφορά του Εγγονόπουλου με τον Σεφέρη είναι αγεφύρωτη, αφού πρόκειται για διαφορά ιστορικής αντίληψης, για διαφορά κοσμοειδώλου. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε, και δεν μπορεί να «επιλυθεί», με ετούτα ή εκείνα τα επιχειρήματα. Έτσι συμβαίνει άλλωστε με όλες, αυτού του είδους τις διαφορές, οι οποίες δεν επιλύονται ούτε ακόμα και με έναν εμφύλιο, όπως βλέπουμε κοιτώντας στη δεκαετία του 1820, με τα σημαντικότατα, έστω και πρωτόλεια στη διατύπωσή τους διακυβεύματα, ή όπως βλέπουμε, κυρίως, κοιτώντας στη δεκαετία του 1940, αλλά και στον ισπανικό εμφύλιο που όταν γράφεται ο Μπολιβάρ είναι πρόσφατος.

[…] Το εμφύλιο ρήγμα, και η συνακόλουθη αντίληψη της ιστορίας, ενυπάρχει ήδη στη βίωση της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής από τον Εγγονόπουλο, για τον οποίο άλλωστε οι κατοχικές εμφύλιες πολώσεις και διαφαινόμενες συγκρούσεις είναι αναμενόμενες. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή του μετώπου στον ιταλοελληνικό πόλεμο, συνελήφθη αιχμάλωτος από τα γερμανικά στρατεύματα στην Μακεδονία και εγκλείστηκε σε στρατόπεδο εργασίας, απ’ όπου δραπέτευσε και επέστρεψε με τα πόδια στην Αθήνα, με μύριες κακουχίες, εξαθλιωμένος, σχεδόν τυφλός.

Επέστρεψε δε, όπως και οι περισσότεροι συμπολεμιστές του (μας το έχει αποδείξει αυτό η ιστοριογραφία) έξαλλος με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που ήδη, είτε είχε αναλάβει τη δοτή κατοχική διακυβέρνηση, είτε είχε φύγει στο Κάιρο (εδώ, οι συνειρμοί με τη φυγή του Κουντουριώτη είναι αναπόφευκτοι…). Αυτή η μεγάλη και δυναμικότερη κοινωνική κατηγορία, που πολέμησε στην Αλβανία και ήδη οργανώνει την Αντίσταση και πολεμά στα ελληνικά βουνά, κυριαρχείται από την απόφαση και την ελπίδα ότι, αυτή η ίδια, θα φτιάξει μια τελείως διαφορετική Ελλάδα, μέσα από τον πόλεμο και μετά από τον πόλεμο (και αυτό το έχει αποδείξει η ιστοριογραφία).

Τους πρώτους μήνες του 1943, λοιπόν, που ο Εγγονόπουλος τελειώνει τον Μπολιβάρ και ο Σεφέρης επανέρχεται στον Μακρυγιάννη με τη διάλεξή του στην Αλεξάνδρεια, είναι η στιγμή που διαφαίνονται και οργανώνονται δύο διαφορετικές προοπτικές: από τη μια το κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ που υποφέρει και αντιστέκεται, ακόμη και ένοπλα, σε όλη τη χώρα, και από την άλλη ό,τι είναι ταυτισμένο με το παλαιό, στρατιωτικό και κοινωνικό κατεστημένο, είτε βρίσκεται στην Αθήνα είτε βρίσκεται στο Κάιρο. Πρόκειται για μια διαφορά αγεφύρωτη, όπως μας έχει δείξει επισταμένως η ιστοριογραφία της δεκαετίας του ’40 […].


Κώστας Βούλγαρης 
Απόσπασμα από το πρόσφατο βιβλίο του 
Ο Κολοκοτρώνης ωραίος σαν Μπολιβάρ
το οποίο προτείνει μια ριζοσπαστική 
ερμηνεία του έργου του Ν. Εγγονόπουλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου