Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

"Σεροτονίνη" του Μισέλ Ουελμπέκ

Τι είναι αλήθεια η σεροτονίνη; Είναι το όνομα μιας ορμόνης που προκαλεί ευφορία. Ο Ουελμπέκ; Είναι ένας Γάλλος συγγραφέας που δημιουργεί παροξυσμό με τα βιβλία του, διχάζει κοινό και κριτική, μια αμφιλεγόμενη, ισχυρή, εκκεντρική προσωπικότητα, βλάσφημος και εκμαυλιστής μαζί, με μια γραφή που σε συνεπαίρνει, έτσι καθώς κινείται φυσικά και άνετα μέσα στους σκοτεινούς υπαρκτούς λαβύρινθους του σύγχρονου κόσμου, που συχνά μοιάζουν να προμηνύουν τα νέα αδιέξοδα που συνεχώς γεννά η εποχή μας.

Και τι είναι το Captorix; «Είναι ένα μικρό λευκό χάπι, οβάλ, με μια εγκοπή στη μέση», ένα χάπι που δεν προσφέρει ευτυχία, αλλά βοηθά τους ανθρώπους απλά να αντέχουν τη ζωή, ένα χάπι που αυξάνει την έκκριση σεροτονίνης.

Και πώς ορίζεται αλήθεια η ευτυχία στο δυτικό κόσμο; Μοιάζει να είναι ένα κράμα κομφορμισμού και πληθώρας εμπειριών, ενώ ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου μπορεί να είναι πολλές φορές κενός, ανεκμετάλλευτος, κλειστός, αδιαπέραστος. Μονάχα ο έρωτας ελάχιστες φορές σπάει τον κλοιό της συμπαγούς αυτοπροστασίας και απομόνωσης και διεισδύει ατόφιος, ηδονικός και καταστροφικός ενίοτε στον ενδότερο κόσμο της ύπαρξης για να ταράξει τα αδιαπέραστα σκοτεινά βάθη γεμίζοντάς τα με άπλετο φως. Και πώς όλα αυτά ενώνονται μεταξύ τους; Σε μια λογοτεχνική αρχειοθέτηση ζωής, καθώς ο ήρωας καταβυθίζεται σε μια υπαρξιακή αναζήτηση, ανατρέχοντας στις αναμνήσεις του, με φόντο την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Νορμανδία. Και πίσω απ’ όλα αυτά ξεπροβάλλει μεγαλοπρεπώς ένα διευρυμένο περίγραμμα του υλιστικού χαρακτήρα του δυτικού κόσμου που με εξαιρετική επιδεξιότητα δημιουργεί ταυτόχρονα ανέσεις και αδιέξοδα, επικοινωνία και μοναξιά.

Η ιστορία αναφέρεται σε έναν μεσήλικα, τον Φλοράν - Κλωντ Λαμπρούστ, όχι πολύ μεγάλο ηλικιακά για τα δεδομένα της εποχής, κάτω από τα πενήντα, αρκετά όμως και μάλλον αθεράπευτα γερασμένο, που ανατρέχει στις εμπειρίες του και κινείται ανάμεσα στις μνήμες του παρελθόντος, τη στενότητα του παρόντος και τα αδιέξοδα του μέλλοντος . Η υπόθεση ξεκινά στην Ισπανία, αρχές καλοκαιριού, τέλη της δεκαετίας του 2010, και ο Φλοράν – Κλωντ βρίσκεται σε διακοπές με τη Μερσεντές του, την G350 TD 4 x4 παρκαρισμένη σε ένα βενζινάδικο, περιμένοντας τη Γιαπωνέζα φίλη του. « Την είχα μόλις φουλάρει με ντίζελ κι έπινα αργά μια Κόκα Zero, ακουμπισμένος στο αμάξωμα, η δυσφορία μου μεγάλωνε στη σκέψη πως η Γιούζου θα ερχόταν την επομένη… ». Και οι διακοπές αρχίζουν με τον ερχομό της Γιούζου με τα πολύ σικ μπαγκάζια και τα ακριβά γούστα. Και εδώ εντάσσει στην αφήγηση μια αναδρομή από το παρελθόν, πολύ σημαντική για την πορεία της υπόθεσης, αλλά και για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το χρόνο ο συγγραφέας, στα ίδια μέρη, το ίδιο σπίτι, είχε πάει κάποτε με την Καμίγ, το μεγάλο έρωτα, το τελευταίο καλοκαίρι πριν το χωρισμό τους.

Τελειώνουν όμως πρόωρα οι διακοπές του τωρινού καλοκαιριού ή συρρικνωμένα με σκόπιμη τροποποίηση του αρχικού προγραμματισμού και σε λίγο απότομα τελειώνει και η σχέση του με τη Γιούζου. Την εγκαταλείπει σύξυλη, οργανώνοντας τη ζωή του και δραπετεύοντας από το σπίτι. Αφήνει πίσω του την άνετη ζωή και αναζητά την ελευθερία του, την απελευθέρωση από τις άσκοπες κοινωνικές συναναστροφές. «Μπορούσα να είμαι ευτυχισμένος μόνος μου; Δεν το πίστευα. Μπορούσα να είμαι ευτυχισμένος γενικότερα; Το είδος των ερωτήσεων, νομίζω, που κάλλιο να αποφεύγεις να κάνεις». Τηλεφωνεί σε μια παλιά αγαπημένη του, την Κλαιρ, και το κουβάρι των αναμνήσεων αρχίζει να ξετυλίγεται… Ο φίλος του ο Αιμερίκ, αγαπημένος από τις κοινές σπουδές τους στη Γεωπονική, η συνάντησή τους. «Έφυγα την επομένη μετά το μεσημεριανό, κάτω από έναν λαμπερό ήλιο που ερχόταν σε τρανταχτή αντίθεση με τη διογκούμενη θλίψη μου. Μου φαίνεται άξιον απορίας σήμερα που θυμάμαι τη θλίψη μου ενόσω οδηγούσα αργά στις έρημες επαρχιακές οδούς της Μάγχης. Θα ‘θελες να υπήρχαν οιωνοί ή σημάδια, αλλά συνήθως δεν υπάρχουν, και τίποτα εκείνο το ηλιόλουστο και νεκρό απόγευμα δεν μου προμήνυε πως την άλλη μέρα το πρωί θα γνώριζα την Καμίγ και πως εκείνο το δευτεριάτικο πρωινό θα ήταν η αρχή των ωραιότερων χρόνων της ζωής μου».

Με ένα σχήμα πρωθύστερου ο ήρωας κινείται στη ζωή του με ένα χρόνο συναισθηματικό που άλλοτε επιστρέφει κι άλλοτε απομακρύνεται από το παρόν του, ταξιδεύει στις αναμνήσεις του και στους έρωτές του με ρυθμούς αναπόλησης και όχι ρεαλιστικού χρόνου, με βασική εστίαση, στο μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Καμίγ.

Ο κυκλικός χρόνος σφραγίζεται και υποδηλώνεται με τη χρήση του ψυχοτρόπου χαπιού, που προλογίζει θαρρείς, αλλά και κλείνει το τέλος της ιστορίας.

Ακροβατεί ανάμεσα στις παλιές σχέσεις και στο τέλος της νιότης που έρχεται με ταχύτητα, καθώς μπαίνει σε ένα δρόμο που όλα τελειώνουν, χωρίς να ΄χουν προοπτική να ξαναρχίσουν. Η λίμπιντο που χάνεται συμπαρασύροντας μαζί της στέρεες ψυχικές ισορροπίες που κάποτε έμοιαζαν αταλάντευτες. Ματαιωμένες προσδοκίες, έρωτες, απολαύσεις, σχέσεις. Όχι πως το παρελθόν ήταν εκ προοιμίου τέλειο. Λάθη και διαψεύσεις το χαρακτήριζαν εν πολλοίς. Απλώς το μέλλον προδιαγράφεται σαν χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου, και όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο χώρας και Ευρώπης. Μοιάζει ο δυτικός πολιτισμός να χάνεται στην άβυσσο των ψεύτικων ανέσεων, σχέσεων και αναγκών, σε ένα περιβάλλον που όλα γύρω δυσκολεύουν. Και ο ήρωας παραμένει αβοήθητος, ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό και ίσως κυρίως από αυτόν.

Μαζί με την προσωπική τοποθέτηση των προβλημάτων ενός καταθλιπτικού ήρωα που χάνει τη διάθεσή του για ζωή τη στιγμή που βιώνει κόπωση και εσωτερική ερημιά, αποκαλύπτονται σταδιακά και οι διαψεύσεις των πολιτικών οραμάτων της Γαλλίας με τους αγροτο- κτηνοτρόφους να οργίζονται με τις απαιτητικές ευρωπαϊκές προδιαγραφές και την παγκοσμιοποιημένη ελεύθερη αγορά που συρρικνώνει τις επαγγελματικές τους δυνατότητες, με κάποιους μάλιστα να οδηγούνται στην αυτοκτονία, λόγω απελπισίας.

Σε γενικές γραμμές ο συγγραφέας παρακολουθεί το χτίσιμο των αδιεξόδων του δυτικού κόσμου, που φτιάχνονται εξαίρετα από διαφορετικά υλικά, από γκρεμισμένους έρωτες, αβαθείς σχέσεις ή οικονομικές καταστροφές και πλανώνται αθόρυβα στο σύμπαν της πλασματικής ευρωπαϊκής ευφορίας.

Και ο κόσμος μας είναι τόσο απογοητευτικός; Ίσως και να΄ναι. Όμως ο συγγραφέας μέσα από την διαρκώς αναδυόμενη θλίψη, αυτοεγκατάλειψη και έλλειψη οράματος, αλλάζει στο τέλος τους κανόνες του παιχνιδιού, αφήνοντας απρόσμενα χώρο στην ελπίδα ή μάλλον σε μια μικρή συναισθηματική φλόγα που εμφανίζεται από το πουθενά. Ο συγγραφέας δίνει εντέλει πέρα από τις απογοητεύσεις και την αίσθηση μιας άλλης προοπτικής πιο αισθαντικής, πιο εσωτερικής, πιο συναισθηματικής.

«Ο Θεός ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα, μας σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, και μας δίνει οδηγίες εξαιρετικά ακριβείς, μερικές φορές. Αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα, αυτές οι στιγμές φώτισης, αυτές οι στιγμές έκστασης, οι ανεξήγητες βάσει της βιολογικής μας φύσης ως απλών πρωτευόντων, είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια».

Και ποιος ξέρει! Ίσως ακόμα και σε έναν στέρεα υλιστικά χτισμένο κόσμο να μπορεί κάποιος να αγκιστρωθεί σε μια μικρή στιγμή γνήσιας συναισθηματικής ευφορίας και να την ζήσει, αρκεί να μην τη θεωρήσει δεδομένη και αυτονόητη.

Ήλια Λούτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου