Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

Τροχοί στο σκυροστρωμένο χώμα - Ποιήματα για ταξίδια

Τα ταξίδια είναι σίγουρα αυτό που περισσότερο επιθυμούμε καθώς βρισκόμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας. Η εναλλαγή των εικόνων, το απελευθερωτικό αίσθημα της αλλαγής του περιβάλλοντος, το φρεσκάρισμα του μυαλού, οι καινούριες εμπειρίες συνθέτουν την γοητεία των ταξιδιών που έχει αποτυπωθεί σε πολλά ποιήματα. Ένας ανώνυμος ποιητής έγραψε μια "Προσευχή για τους ταξιδιώτες":

Ας υψωθεί ο δρόμος να σας συναντήσει.
Ας είναι ο άνεμος πάντοτε στην πλάτη σας .
Ας γυαλίζει ο ήλιος ζεστά στο πρόσωπο σας·
Ας πέφτουν μαλακά οι βροχές στα λιβάδια σας .
Κι ώσπου να συναντηθούμε ξανά,
Ας σας κρατά ο Θεός στην παλάμη του χεριού Του.


Τα ταξίδια σήμερα έχουν γίνει για πολλούς τρόπος ζωής, καθώς η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από κοντά περιοχές που παλιότερα δεν μπορούσαμε ούτε να φανταστούμε. Ένας ταξιδιώτης αποτυπώνει τις εμπειρίες του σε κάποιον διαφημιστικό ιστότοπο ενός διεθνούς πρακτορείου:

Καταρράκτες και θερμοπίδακες
Ξωτικά, ελάφια, αλογάκια, παπαγάλοι της θάλασσας
Ήλιος του μεσονυκτίου, Ισλανδία.


Μια γυναίκα μιλά για την εντύπωση ενός πρωινού:

η ανατολή πιο χρυσή απ’ ό,τι είχα δει ποτέ μου,
σα να ξυπνούσε ο κόσμος όλος…


Ταξίδια όμως δεν γίνονται μόνο για λόγους αναψυχής. Σε παλαιότερες εποχές, οι άνθρωποι συνήθως ταξίδευαν από ανάγκη, όπως οι στρατιώτες που συμμετείχαν σε εκστρατείες, οι γραφειοκράτες που έπρεπε να μεταβούν σε κάποια πόλη ή πρεσβεία. Κάτι τέτοιο συνέβαινε στην Κίνα, όπου η μετακίνηση ήταν πολύ δύσκολη, καθώς το ορεινό ανάγλυφο δυσκόλευε αφάνταστα τους ταξιδιώτες. Τα εκπληκτικά έργα που πραγματοποιούνται σήμερα στην Κίνα, συνδέοντας κοιλάδες και οροσειρές με εκατοντάδες τεράστιες γέφυρες προσπαθούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα, όμως για χιλιάδες χρόνια οι συνθήκες ήταν πρωτόγονες, οι άνθρωποι ταξίδευαν με τα κάρα στους ελάχιστους δρόμους που υπήρχαν και φυσικά με τα πόδια, διασχίζοντας εκτάσεις απέραντες. Κατά την δυναστεία των Τανγκ (618-907) ο Χαν Σανγκ, o επονομαζόμενος "Άρχοντας του παγωμένου Βουνού", έγραψε τις παρακάτω στροφές:

Σκέφτομαι όλα τα μέρη όπου έχω ταξιδέψει,
καθώς έτρεχα απ’ τον ένα περίφημο τόπο στον άλλο.
Απολαμβάνοντας τα βουνά, σκαρφάλωσα σε κορφές χιλιόμετρα αψηλές·
αγαπώντας το νερό σαλπάρισα σε χίλια ποτάμια…

Το παγωμένο Βουνό γεμάτο από παράξενα
Όσοι προσπαθούν να το ανεβούν τρομάζουν
Όταν το φεγγάρι γυαλίζει, το νερό λάμπει κι αστράφτει
Όταν ο άνεμος φυσά, το χορτάρι στενάζει και ψιθυρίζει.


Στη νεώτερη εποχή, το βασικό μέσο ταξιδιού ήταν το τρένο που ένωνε τεράστιες αποστάσεις, ειδικά σε χώρες αχανείς όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Έμιλυ Ντίκινσον στο ποίημά της "M' αρέσει να το βλέπω όπως καταπίνει τα χιλιόμετρα" μιλά γα το σιδερένιο θηρίο:

Μ’ αρέσει να το βλέπω όπως καταπίνει τα Χιλιόμετρα-
Γλύφοντας τις Κοιλάδες όπου σκαρφαλώνει-
Σταματώντας για να ταϊστεί στις Δεξαμενές-
Κι ύστερα- με τα εκπληκτικά του βήματα

Γυρνά στους Σωρούς των Βουνών-
Υπεροπτικά κοιτώντας
Τις Σήραγγες- δίπλα στους Δρόμους-
Κι έπειτα κάποιο Λατομείο προβάλλει

Ταιριάζει τις πλευρές του
Σέρνοντας τον όγκο του για να διαβεί
Γκρινιάζοντας όλη την ώρα
Με το απαίσιο -σφυριχτό τραγούδι του-
Κυνηγά τη σκιά του κατηφορίζοντας

Χλιμιντρίζοντας σαν τους Γιους της βροντής-
Κι ύστερα - με ακρίβεια πιο μεγάλη κι από Αστέρι
Σταματά- γαλήνιο και παντοδύναμο
Στην πόρτα του στάβλου του 


Παρόμοια κι η εμπειρία του Θήοντορ Ρόθκε (1908-1963), ενός ποιητή που επηρέασε την σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία:

Νυχτερινό ταξίδι
Τώρα καθώς το τρένο τραβά προς τη δύση,
Ο ρυθμός του τραντάζει τη γη,
Κι απ’ την κουκέτα του βαγονιού μου
Προσέχω τη νύχτα
Ενώ άλλοι ξεκουράζονται.
Γέφυρες από σιδερένια δαντέλα,
Δέντρα προβάλουν αναπάντεχα,
Μια αγκαλιά ομίχλης από το βουνό,
Όλα περνούν μπροστά στα μάτια μου,
Μια λίμνη κάτω απ’ τα γόνατα μου.
Σε κάποια στροφή καθώς το τρένο γέρνει
Νιώθω την πίεση δυνατά στο λαιμό μου·
Οι μύες μου κινούνται με το ατσάλι,
Κάθε νεύρο σ’ εγρήγορση.
Βλέπω κάποιο φανάρι ν’ αλλάζει χρώματα
Απ το πιο σκοτεινό στο εκτυφλωτικό φωτεινό·
Τρέχουμε σαν κεραυνός μες το φαράγγι
Και τις ξεπλυμένες απ’ το φως χαράδρες.
Ύστερα απ’ το πέρασμα του βουνού
Ομίχλη όλο και πιο πυκνή στο γυαλί·
Τρέχουμε μέσα στη βροχή
Που κροταλίζει το διπλό τζάμι.
Οι τροχοί ταρακουνούν το σκυροστρωμένο χώμα,
Οι μηχανές τινάζονται σπρώχνοντας,
Μένω ξάγρυπνος στη μέση της νύχτας
Για να δω την αγαπημένη μου γη.

O Αμερικανός ποιητής Καρλ Σάντμπεργκ (1878-1967) περιγράφει μια παρόμοια εικόνα που έμεινε στο νου του, καθώς ταξίδευε ένα βράδυ με το τρένο:

Παράθυρο
Η νύχτα απ’ το παράθυρο κάποιου βαγονιού
Ωραία, σκοτεινή, απαλή
Κομματιασμένη πέρα μακριά από εγκοπές του φωτός.



Για το τέλος, ένα ποίημα που αποδίδει την αίσθηση ελευθερίας που προκαλεί ένα ταξίδι. Είναι γραμμένο από τον Instapoet Όλιβ Ράννερ:

Ελευθερία
Δος μου τον μακρύ, ίσιο δρόμο μπροστά μου,
Μια κρύα, καθαρή μέρα με τσουχτερό αέρα,
Ψηλά, γυμνά δέντρα να τρέχουν στο πλάι,
Η καρδιά ελαφριά, δίχως σκοτούρες.
Ύστερα άσε με! - Δε με νοιάζει το κρύο που τσακίζει
Τα πόδια θα μ’ οδηγήσουν, επειδή το μυαλό
Θα 'ναι ελεύθερο σα ρυάκι που τρέχει προς το ποτάμι,
Σαν ποτάμι που τρέχει κατά τη θάλασσα.

Απόστολος Σπυράκης

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Μουριά" της Χριστίνας Γεωργιάδου





Μουριά

Θέλω ένα δένδρο, μια μουριά
να ανατέλλουν ήλιοι στα ριζά της
τσαμπιά να κρέμονται τα όνειρά μου
στα κλαριά της
ηδονικά να στάζουν πεθυμιές τα φύλλα της
πάνω στα βλέφαρά μου·
γαλάζιες κορδέλες ν' ασημίζουνε
μες στα φυλλώματά της
και ανεπαίσθητες ακίδες σύμπαντος
να με τσιμπούν στο κάθε άγγιγμά της

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να 'ναι τα πόδια της γερά
να δρασκελούν αγέρωχα το σύμπαν
ν' αδράχνουνε το φως και το σκοτάδι
με περισσή ευκολία
κι όσα μου απόμειναν φτερά
μπηγμένα στην καρδιά της
τον άνεμο αέναα να καβαλούν

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να 'ναι τα μάτια μου οδηγός της·
και κάθε κύτταρό μου να 'ν' δικό της
χειμώνες ν' αψηφά και αγριοτόπια
και κάθε άνοιξη ανυπόταχτη να γνέφει
πως είναι δω, πως ζει, πως αναπνέει
πως τίποτα δεν τη χωρεί,
πάντα θα ταξιδεύει

Χριστίνα Γεωργιάδου
από τη συλλογή της Γόος

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

"Η πανούκλα" του Αλμπέρ Καμί

Εξήντα χρόνια μετά από το θάνατο του Καμί (πέθανε τον Γενάρη του 1960), επιστρέφουμε σε ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1947, μοιάζει όμως σαν να γράφεται αυτή τη στιγμή, σαν να είναι οι σελίδες του νωπές ακόμη από το μελάνι του τυπογραφείου. Ένα μυθιστόρημα με πολλαπλές αναγνώσεις, συμβολικό, προφητικό και σύγχρονο. Παράλογο και ρεαλιστικό μαζί, κάτι ανάλογο με αυτό που βιώνουμε τώρα, σε αυτή την παράταιρη συμπύκνωση εφιαλτικής και ρεαλιστικής διάστασης.

Να λοιπόν που στις μέρες μας μια νέα μορφή πραγματικότητας, μας ξαναφέρνει δίπλα στα βήματα που διάβηκαν συγγραφείς που δεν είναι σύγχρονοί μας και ερχόμαστε πάλι να στοχαστούμε την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Παραμερίζοντας την πολιτική διάσταση του έργου, καθώς είχε γραφτεί με αλληγορικό τρόπο για να αποδώσει τα δεινά του ναζισμού, βρίσκουμε άπειρες γραμμές επικοινωνίας που συνέχουν την πορεία του με το τώρα, καθώς πραγματεύεται ξεκάθαρα τον τρόπο που ενσκύπτει μια παγκόσμια συμφορά στις «αγέλες» των ανθρώπων και την πορεία της πανδημίας στο γήινο κόσμο.

Στη φιλοσοφική βάση του στοχασμού του Καμί βρίσκεται η θεωρία του παραλόγου, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος παραμένει μετέωρος ανάμεσα στον αμετάκλητο κανόνα που οδηγεί νομοτελειακά στο θάνατο και σε μια υψιπετή φύση που γυρεύει να βρει νόημα στον κόσμο. Η πανούκλα πραγματεύεται αυτήν ακριβώς την αντίφαση. Το δρόμο προς το θάνατο και τον παράλληλο δρόμο που αγκιστρώνεται στη ζωή.

Στην πραγματικότητα ο θάνατος ορίζει το πεπερασμένο της ύπαρξής μας. Τι γίνεται όμως όταν απειλεί να διεισδύσει σε ολόκληρες κοινωνίες; Και οι άνθρωποι πώς αντιμετωπίζουν την καθολική συμφορά; Πώς αντιμετωπίζουν αυτήν την αίσθηση του παραλόγου ή αλλιώς αυτήν την πνοή υπερκόσμιας αδικίας, όταν απειλεί να κόψει το νήμα της ζωής τους πρόωρα και μαζικά; Και μάλιστα τι γίνεται όταν η φρικτή σκιά απλώνεται πάνω σε παιδιά που δεν έχουν προλάβει καν να γευτούν την εμπειρία της ζωής; Κι όμως οι άνθρωποι οφείλουν να λειτουργήσουν μέσα σε αυτές τις συνθήκες, να χτίσουν μέσα σε αυτό το περιβάλλον την καθημερινότητά τους. Μπορούν να παλέψουν, να υποκύψουν στο τέλος της πορείας ή να παραδοθούν εξαρχής, να δουν μονάχα τον εαυτό τους ή να δουν και τον άλλο άνθρωπό που στέκει δίπλα τους.

Πώς καταφέρνουν όμως να υψώσουν το ανάστημά τους, να βρουν τρόπους πιο δυνατούς από το θάνατο; Πώς βιώνεται η απώλεια των αγαπημένων προσώπων; O εγκλεισμός; O περιορισμός των ελευθεριών; Η πίστη στον άνθρωπo; Και ποιο είναι το ισχυρότερο όπλο εναντίον του θανάτου; Αυτά κι άλλα πολλά ερωτήματα που αφορούν την ανίσχυρη ανθρώπινη ύπαρξη περνούν από τις σελίδες της πανούκλας, τη στιγμή που η πανδημία εμφανίζεται ορμητική και σαρωτική.

Μα πώς ξεκίνησαν όλα; «Με την πρώτη ματιά το Οράν είναι πραγματικά μια συνηθισμένη πόλη, τίποτα περισσότερο από μια γαλλική επαρχία της αλγερινής ακτής». Σ΄αυτή τη μικρή πόλη λοιπόν στις 16 του Απρίλη του 194… ο γιατρός Ριέ ένα πρωί βγαίνοντας από το διαμέρισμά του σκόνταψε πάνω σε ένα ψόφιο ποντίκι στη μέση του πλατύσκαλου. Παραξενεύτηκε λιγάκι, αλλά δεν έδωσε και μεγάλη σημασία, απλά ειδοποίησε το θυρωρό. Για εκείνον όμως η παρουσία του ψόφιου ποντικού ήταν σκανδαλώδης. Δεν υπήρχαν ποντίκια στο σπίτι. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση. Κάποιος θα το είχε φέρει απ’ έξω. Μάλλον επρόκειτο για φάρσα. Συνεχώς όμως κι άλλα ποντίκια άρχισαν να βγαίνουν στην πόλη από παντού, από τις τρώγλες, τα υπόγεια, τους υπονόμους, τρεκλίζοντας εδώ και εκεί, έτοιμα να ψοφήσουν.

Και οι επόμενες μέρες φανέρωναν ολοένα και πιο πολλά νεκρά ποντίκια, με ένα ρυθμό που αυξανόταν ιλιγγιωδώς. Ήταν ένα απροσδιόριστο φαινόμενο, οι άνθρωποι δεν ήξεραν την προέλευσή του, δεν ήξεραν πώς να το σταματήσουν. Πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά τα απίθανα; Η πόλη είχε αναστατωθεί, είχε χάσει τη γαλήνη της, ερχόταν αντιμέτωπη με μια απειλή που ολοένα πλησίαζε με αλματώδη βήματα. «Αυτή που ήταν τόσο ήσυχη μέχρι τώρα, αναστατώθηκε μέσα σε λίγες μέρες, σαν ένας βολεμένος άνθρωπος, που το ψυχρό του αίμα μπαίνει ξαφνικά σ’ επαναστατικό αναβρασμό».

Τα πρώτα συνταρακτικά σημάδια έδωσαν τη θέση τους στους πρώτους θανάτους και σιγά σιγά η έκπληξη των πρώτων ημερών έδωσε τη θέση της στον πανικό. Η λέξη πανούκλα είχε πλέον προφερθεί. Η πανδημία είχε ενσκύψει αδιακρίτως πάνω από τις ζωές όλων. Οι πρώτοι θάνατοι έδωσαν τη θέση τους σε άλλους και έπειτα σε άλλους αναρίθμητους που αυξάνονταν πια εκθετικά. Η ζωή, η πανάκριβη ζωή, άρχισε να χάνει την αξία της σε μια λαίλαπα θανάτου που πλησίαζε υποχθόνια και ύπουλα έναν κόσμο ανυποψίαστο.

Η σημερινή πραγματικότητα είναι τόσο μα τόσο κοντινή στις περιγραφές του Καμί, σαν να έρχεται το παρελθόν να καθορίσει το τώρα. «Αλλά απ’ τη μια μεριά, ο αποκλεισμός της πόλης και η απαγόρευση να πλησιάζουν το λιμάνι είχαν σαν συνέπεια να σταματήσουν τα μπάνια, ενώ απ’ την άλλη οι κάτοικοι βρέθηκαν σε μια περίεργη πνευματική κατάσταση, όπου χωρίς κατά βάθος να δέχονται τα γεγονότα που τους χτύπησαν ξαφνικά, ένιωθαν ωστόσο έντονα ότι κάτι είχε αλλάξει. Πάντως πολλοί έλπιζαν ακόμα πως η επιδημία θα σταματούσε και ότι τελικά θα γλίτωναν αυτοί και η οικογένειά τους».

«Η θεομηνία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, φαντάζει κάτι εξωπραγματικό, ένας εφιάλτης που θα περάσει». «Γιατί, πώς θα μπορούσαν να σκεφτούν ποτέ την πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις: νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι. Κανένας όμως δεν θα ’ναι ποτέ ελεύθερος όσο θα υπάρχουν θεομηνίες».

Πώς είναι η ζωή στις μέρες της πανούκλας; Σε μια πόλη θλιμμένη, κυριαρχεί παντού o φόβος, η αγωνία, ο ήχος του πόνου που διαχέεται από τα παράθυρα των σπιτιών, η αναμέτρηση με την αρρώστια και τα στατιστικά που τρομάζουν.

Η εκκλησία από τη μεριά της αναλαμβάνει ρόλο, οι αρχές μελετούν τα κατασταλτικά μέτρα, έφιππες φρουρές με τη σειρά τους αναλαμβάνουν την τήρηση της τάξης, οι εφημερίδες ρίχνονται με ζήλο στην ενημέρωση, μάλιστα και μια καινούρια ανάμεσά τους, ο Ταχυδρόμος της Επιδημίας. Τα τραμ, τα μοναδικά μέσα συγκοινωνίας προχωρούν αγκομαχώντας και «όλοι οι επιβάτες γυρίζουν τις πλάτες ο ένας στον άλλον για να αποφύγουν το αμοιβαίο κόλλημα της αρρώστιας». Κι όμως η καμπύλη των στατιστικών ανεβαίνει και ανεβαίνει. Γιατροί από το εξωτερικό έρχονται να τους συνδράμουν, ενώ τα μέσα καταπολέμησης της πανδημίας μοιάζουν να μην επαρκούν.

«Από και πέρα, δεν υπήρχαν πια ατομικά πεπρωμένα, αλλά μόνο μια ιστορία ομαδική: η πανούκλα και τα κοινά σε όλους συναισθήματα». Και οι τελετές γίνονται και αυτές βιαστικά, με απίστευτη ταχύτητα, από το ατομικό περνούν στο ομαδικό, στο γενικό και το απρόσωπο. Και πού έβρισκε διέξοδο ο κόσμος από αυτή τη θλίψη; «Ο μόνος τρόπος για να ξεφύγεις απ΄την αγωνία ήτανε το περπάτημα. Έτσι χιλιάδες άνθρωποι περπατούσαν αδιάκοπα, βδομάδες ολόκληρες που δεν είχαν τελειωμό».

Η πανδημία αφορά όλους τους πολίτες της πόλης. Δεν αφήνει κανέναν έξω από το πεδίο της. Στο ανώνυμο πλήθος όμως ξεχωρίζουν κάποια πρόσωπα που θα εμπλέξουν περισσότερο τη ζωή τους με την πανούκλα, αλλά και θα αποκτήσουν και μεταξύ τους μια σχέση που θα έχει διαρκώς μεγαλύτερη δυναμική. Άνθρωποι που ηττώνται την ίδια στιγμή που νικούν, καθώς οι προσωπικές τους τύχες μπλέκονται με τις ομαδικές και τα αποτελέσματα των επιτυχιών και αποτυχιών μοιράζονται αυθαίρετα σε ένα «παράλογο» παιχνίδι ζωής.

Κεντρική φιγούρα είναι ο γιατρός Ριέ, ακλόνητος και σταθερός στην αίσθηση του καθήκοντος, θα παλέψει μέχρι τέλους με τις ανθρώπινες και όχι υπερφυσικές δυνάμεις του. «Η πόλη έκαιγε στον πυρετό. Κατευθυνόταν στην οδό Φαιντέρμπ όπου θα γινόταν η ανάκριση για την απόπειρα του Κοττάρ». Κι έπειτα είναι και ο Κοττάρ που μοιάζει να ακολουθεί αντίστροφη πορεία δυστυχίας από το σύνολο.

Μαζί με το γιατρό, ο Ταρρού, θα οργανώσει τους εθελοντικούς υγειονομικούς σχηματισμούς, αναμετρώμενος με τις δικές του πικρές μνήμες και τη συνειδητή αγάπη του προς τον άνθρωπο. Στο δικό του προσωπικό πεπρωμένο όμως η αναμέτρηση με την τύχη θα είναι απόλυτα άδικη.

Ο Ραμπέρ, ένας ερωτευμένος δημοσιογράφος που εγκλωβίστηκε στην πόλη λόγω της καραντίνας, ενώ πεισματικά στην αρχή προσπαθούσε να φύγει για να συναντήσει την αγαπημένη του, έπειτα αλλάζοντας γνώμη εντάσσεται και αυτός στην ίδια ομάδα προσφοράς. Ακόμη, ο Γκραν ένας ηλικιωμένος υπάλληλος, που παράλληλα γράφει ένα κείμενο με τις ίδιες και ίδιες λέξεις, τις ίδιες προτάσεις, μονάχα που στο τέλος κλείνει «αγαπημένη μου Ζαν, σήμερα που είναι Χριστούγεννα». Με μια αίσθηση νοσταλγίας… ή με μια διαρκή υπόμνηση αγάπης.

Κι ανάμεσά τους ένα παιδί που δεν εξαιρείται από την κυρίαρχη οδύνη- τι θα απογίνει άραγε;- (στη φιλοσοφία του Καμί η μεγαλύτερη αίσθηση αδικίας ορίζεται με την απώλεια ενός παιδιού), η σύζυγος του γιατρού που ακολουθεί το δικό της μονοπάτι δοκιμασιών, και η μητέρα του, αθόρυβα πάντα κοντά στο γιο της.

Σε όλη τη διάρκεια του χρονικού της πανούκλας, προσδεμένοι θαρρείς, ο πόνος, η αγάπη και ο αγώνας πορεύονται μαζί, στον ίδιο δρόμο, ως αυθεντικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας. Και παράλληλα με όλα αυτά υπάρχει το οδοιπορικό προς τη λύτρωση, όχι όμως για όλους το ίδιο, και όχι για όλους εφικτό.

Η πανούκλα κάποια στιγμή αποδυναμώνεται, αλλού λυσσομανά, κι αλλού χάνει έδαφος. Και τότε επανέρχεται η ελπίδα της κανονικότητας. Κάποια στιγμή ο Κοττάρ ρωτά τον Ταρρού «… μα τι εννοείτε όμως λέγοντας ξαναγύρισμα στην κανονική ζωή;» «Καινούρια φιλμ στους κινηματογράφους, είπε ο Ταρρού χαμογελώντας». Ή αλλιώς επιστροφή στην απλή ζωή.

Και τελικά όπως ήρθε ξαφνικά και απρόσμενα, εξαφανίζεται…

Έχει όμως ήδη διαβεί το μονοπάτι που τη συνδέει με τις ζωές των ανθρώπων. Έχει αφήσει σε όλους το ισχυρό της σημάδι. Άλλους τους άφησε ανέγγιχτους σωματικά, άλλους τους παίδεψε αλλά τους ελευθέρωσε τελικά και σε άλλους λιγότερο τυχερούς στέρησε τη ζωή βασανιστικά. Η πανούκλα ήταν η μάστιγα που με «αποτελεσματική αμεροληψία» εκτέλεσε το καθήκον της.

Και ποια ήταν τα συναισθήματα των ανθρώπων όταν ένιωσαν ότι ελευθερώθηκαν τελικά απ΄ την αδάμαστη ορμή της; Κι εκεί άλλοι ήταν περισσότερο τυχεροί κι άλλοι λιγότερο, μετρούσαν όλοι τις πληγές τους και έκαναν τον προσωπικό τους απολογισμό.

Και πώς αλήθεια απελευθερώνεται η ανθρώπινη ύπαρξη όταν μια θλιβερή σκιά αποχωρεί;

«Ναι, είχαν υποφέρει όλοι μαζί, τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή, από μια δυσάρεστη παύση, από μια εξορία χωρίς γιατρειά κι από μια δίψα παντοτινά ασίγαστη. Ανάμεσα στους σωρούς των νεκρών , τα καμπανάκια των νοσοκομειακών, τις προειδοποιήσεις αυτού που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε πεπρωμένο, το πεισματάρικο ποδοβολητό του φόβου και τη φοβερή εξέγερση της καρδιάς τους, μια απειλητική βουή δεν είχε ποτέ πάψει να διατρέχει και να σημαίνει συναγερμό για όλα αυτά τα τρομοκρατημένα πλάσματα, λέγοντάς τους πως έπρεπε να ξαναβρούν την αληθινή τους πατρίδα. Για όλους αυτούς, η αληθινή πατρίδα βρισκόταν πέρα από τα τείχη αυτής της πνιγμένης πόλης. Βρισκόταν μέσα στους μυρωδάτους θάμνους των λόφων, στη θάλασσα, στις ελεύθερες χώρες και στη δύναμη του έρωτα. Και σ΄αυτήν ακριβώς την πατρίδα, δηλαδή, την ευτυχία, ήταν που ήθελαν να επιστρέψουν, αποφεύγοντας οτιδήποτε άλλο με αποστροφή».

Τελικά ο Καμί καταφέρνει μέσα από την επιβεβλημένη άνωθεν απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, καταφέρνει να αναδείξει τη μυστική συνταγή της αθανασίας που δεν είναι τίποτε άλλο από την αγάπη προς τον άνθρωπο. Και ίσως στα αλήθεια η αγάπη να είναι η μικρή κρυμμένη λεπτομέρεια πίσω από τις κουρτίνες της θλίψης και της αδικίας, που στέλνει μήνυμα νέας ζωής. Αγάπη συντροφική, τρυφερή, ερωτική, αγάπη καθολική προς τον άνθρωπο.


Ήλια Λούτα


Δευτέρα, 20 Απριλίου 2020

Βροχερή Κυριακή - διήγημα του Λουίς Σεπούλβεδα


Βρέχει, κι εσείς στέκεστε όρθιος, στο κατώφλι τής εξώπορτας, περιμένοντας να τελειώσει το τσιγάρο που καπνίζει στα χείλια σας. Αναρωτιέστε πού να πάτε.

Σήμερα είναι Κυριακή, κι οι Κυριακές ευθύνονται για την ερημιά των πεζοδρομίων.

Κρατάτε μια ομπρέλα στο χέρι―μια ομπρέλα μαύρη που όταν διπλωθεί, μοιάζει σαν πουλί της δυστυχίας.

Ανοίγετε την ομπρέλα χωρίς να προσέξετε μη την ταρακουνήσετε πολύ. Οπότε, κανείς άλλος δε σας φταίει για τις αναμνήσεις που σας πέφτουν στο κεφάλι.

Αρχίζετε να βαδίζετε κάτω απ’ την ομπρέλα, κι αντιλαμβάνεστε πως είναι πολύ μεγάλη για σας. Έχετε το ίδιο συναίσθημα εγκατάλειψης όπως κι όταν αντικρίζετε το άδειο κάθισμα του αυτοκινήτου ή το αδειανό μισό του ανώφελα μεγάλου κρεβατιού. Είναι αυτή η ερημιά των κρεβατιών όπου ξεφυτρώνουν τα μανιτάρια της λήθης. Έξω απ΄την ομπρέλα βρέχει, αλλά κάτω απ΄την ομπρέλα βρέχει τις υγρές μνήμες των ημερών που είναι αδύνατον να τις θυμηθεί κανείς και να μη νιώσει ένοχος για το ότι δε φρόντισε να πάρει τα μέτρα του.

Συνεχίζετε να βαδίζετε κάτω απ’ την ομπρέλα. Αλλάζετε χέρι, κάνετε όλα αυτά τα άχρηστα κόλπα που κάνει κάθε μοναχικός άνθρωπος ένα πρωινό Κυριακής, προσπαθείτε να πείσετε τον εαυτό σας πως εσείς, μόνος σας, καταλαμβάνετε όλο το χώρο, πως δε λείπει τίποτα, κανένας, κάτω από το μαύρο ύφασμα. Οι πονηριές σας, όμως, δεν καταφέρνουν παρά να εντείνουν τη μοναξιά σας του κυριακάτικου περιπατητή.

Και τότε συνειδητοποιείτε τον απόηχο των βημάτων σας· αυτόν το ρυθμό που υπαγορεύει τις αναγκαστικές πορείες: μαστίγιο στη γαλέρα ή τυμπανισμοί σε τσίγκινα μικρά ταμπούρλα που συνοδεύουν το φασουλή στην γκιλοτίνα. Τότε σας έρχεται μια ακαταμάχητη επιθυμία να βάλετε τα κλάματα. Οπότε, φυσικά, βάζετε τα κλάματα.

Δε θα χρειαστεί παρά να κατεβάσετε την ομπρέλα, ώσπου η γυαλιστερή προοπτική του δρόμου να εξαφανιστεί πίσω απ΄το μαύρο ύφασμα πάνω στο οποίο θα συντριβεί το βλέμμα σας, για να μη βλέπετε πια παρά αυτό το ασημένιο πλέγμα που είναι σαν σκελετός πρωινής νυχτερίδας, κι αν φοβάστε μήπως σας δει κανείς, αρκεί να κλείσετε διακριτικά την ομπρέλα και να χώσετε το κεφάλι σας ανάμεσα στις μπαλένες, τάχα σαν να θέλατε να επαληθεύσετε την τελειότητα του μηχανισμού, ενόσω η βροχή θα πέφτει στους ώμους σας που κάπου κάπου θ’ αναριγούν, και τα δάκρυά σας θα γίνονται ένα με την υγρασία του υφάσματος.




* Από το βιβλίο Αν δεν έχεις πού να κλάψεις, του Λουίς Σεπούλβεδα, εκδόσεις Opera 1998, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

Πέντε ελληνικά ποιήματα για το Πάσχα



Τάσος Λειβαδίτης, «Έξοδος»
(από τη συλλογή Ποίηση. Τόμος δεύτερος, 1987)

Η τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ’ είχαν ξεκρεμάσει απ’ το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, μα οι πληγές φάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητούσε ν’ αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να μείνω αγνός από θαύματα, και κρυβόμουν πίσω απ’ τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας τα φύλλα από παλιά ημερολόγια, το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ’ τις μπουκάλες, βγήκα στο δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί το ‘κανες;» με ρωτούσε ο Θεός, είναι ο καιρός της βασιλείας μου, Κύριε, πώς ν’ αρνηθώ;» και τότε ο θεός μου ‘βαλε στο χέρι αυτό το κλειδί, έτσι μπορώ τώρα ν’ ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσω απ’ τον τοίχο, αθέατος μέσα σε όποια θεία εικόνα.

Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γάβγισαν στο δρόμο ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό.

Πηγή: snhell.gr (Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)



Ντίνου Χριστιανόπουλου, «Μαγδαληνή»
(από τη συλλογή Η εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950)

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα ταχτική στα κηρύγματά του·
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες·
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι από την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλαβάστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.
Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του·
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ’ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν ότι ηγάπησαν πολύ.

Πηγή: digitalschool.minedu.gov.gr


Κική Δημουλά, «Μεγάλη Πέμπτη»
(από τη συλλογή Ήχος Απομακρύνσεων, 2001)

Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι
για την Ανάστασή σου.

Την πιστεύω αλλά με θλίβει
όπως μάς θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που
επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.

Να αναστηθείς βεβαίως
ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος.
Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας.

Όσα μάς έταξες το είδες
δε γίνονται εκεί πάνω
εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.

Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα
πετρώδη ακανθόσπαρτη
γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις -Συ είπας-
όσα χάσαμε επ’ αυτής.

Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μία βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ
η ζωή και ο θάνατος.

Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.

Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς

ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.

Πηγή: andro.gr



Γιάννης Βαρβέρης, «Εσπερινός της Αγάπης» (από τη Συλλογή Ο άνθρωπος μόνος, 2009)

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

Πηγή: pemptousia.gr



Μιχάλης Γκανάς, «Χριστός ανέστη»
(από τη συλλογή Μαύρα λιθάρια, 1980)

Είχαμε πάρει το μονοπάτι για το σπίτι
θάλασσα ολούθε μπαμπακιά ο Απρίλης
κι όσο χωνόμαστε μες στα πλατάνια
τόσο σωπαίναν δε φυσούσε
μόνο που με κοιτάζαν από μέσα μου
νωπά τα μάτια της απ’ τα κεριά
και σφύριζα θυμάμαι το Χριστός Ανέστη.Ο ουρανός που λίγο πριν αστροφορούσε
σ’ άσπρο σεντόνι γύριζε και σε βρεγμένο.Δυο βήματα απ’ τη βρύση ο αδερφός της,
έσταζε το βρακί και το παγούρι του
―Χριστός Ανέστη, πώς περνάς, τι να περνούσε
κόντευε χρόνο πεθαμένος.
Γύρισε να μας δει κι έφεξε ο τόπος
σαν κάποιος να μας φωτογράφιζε τη νύχτα.

Πηγή: antonispetrides.wordpress.com



Καλό Πάσχα σε όλους!



Δευτέρα, 13 Απριλίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Το ψωμί της μάνας μου" του Κώστα Κρεμμύδα



Το ψωμί της μάνας μου

στον Χρήστο Χαρτοματσίδη

Λύγιζε κάθε τόσο η μάνα μου
σκυμμένη πάνω απ' την πλαστική λεκάνη
με το ένα χέρι σταθερό και το
δεξί ανάπηρο πρησμένο
Και πόσο κόκκινο -φωτιά θεέ μου
ανάμεσα στο ολόλευκο αλεύρι

Λιώνει η μαγιά λύνονται διάφανοι μικροί λεπτοί οι κόμποι
Βροχή γλυκάνισο, το κύμινο, τ' αλάτι
Εγώ από δίπλα αργά αργά ρίχνω αλεύρι
σαν να χιονίζει μέσα στην κουζίνα
Και πάνω που ετοίμαζα νερό στη σόμπα
γιατί χλιαρό, λένε, το θέλουνε στο ζύμωμα
βλέπω να πέφτουν αχνιστά τα δάκρυα στη λεκάνη
με αναλογία σταθερή ίσα για να τα πιει το αλεύρι
εκείνα τρέχουν
Η μάνα να ζυμώνει να ζυμώνει να ζυμώνει
Εγώ ρίχνω αλεύρι χιονισμένο στη χιονισμένη κάμαρη
Οι κόμποι λύνονται μαζί με την ψυχή της

Μετά από χρόνια την ξαναβρήκα στην ίδια θέση
Να ζυμώνει να ζυμώνει να ζυμώνει
Να κλαίει να κλαίει να κλαίει
Ένας σκελετός που φέγγιζε στ' άδειο δωμάτιο
Μόνο το χέρι της έμενε κόκκινο Μια κατακόκκινη
φωτιά που ζέσταινε τα δάκρυά της
Σταγόνα τη σταγόνα να κυλά
σιγά σιγά στην πλαστική λεκάνη

Και κάπως έτσι έγινε άρτος ζωής αιώνιας
το σώμα της το άγιο

Κώστας Κρεμμύδας
από τη συλλογή του Κάπα όπως μακάβριο

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020

Το εμφύλιο ρήγμα

Ο Εγγονόπουλος γνωρίζει τι ακριβώς κάνει η γενιά του ’30, με την οποία οι διαφορές του είναι πάμπολλες, αλλά και χαώδεις, όπως είναι πρώτα απ’ όλα οι αισθητικές διαφορές. Να σημειώσω ότι έχει ήδη συμμετάσχει στον συλλογικό τόμο Υπερρεαλισμός Α΄ (1938), έναν τόμο σχεδόν προγραμματικό, που εκδίδεται στον αριστερό εκδοτικό οίκο του «Γκοβόστη», ενώ μέχρι τότε ο υπερρεαλισμός αντιμετωπίζεται είτε κατεδαφιστικά, είτε απλώς αρνητικά από Τα Νέα Γράμματα. Έτσι, ο Εγγονόπουλος δεν συνεργάζεται στις σελίδες αυτού του περιοδικού, όπως σημειώνει ο Ελύτης, ενώ έχει ήδη πραγματοποιήσει και την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής, στο σπίτι τού επίσης «ακραίου», για τους συντηρητικούς των Νέων Γραμμάτων, μοντερνιστή/υπερρεαλιστή και αριστερού, Νικολάου Κάλας, εν ολίγοις έχει επιλέξει έναν τελείως διαφορετικό δρόμο.

Με τέτοιες αφετηρίες και αντιπαλότητες ο Εγγονόπουλος φτάνει στο 1942-΄43, και αντιμετωπίζει την εθνική αφήγηση της γενιάς του ’30, που αρχίζει να φτιάχνεται με σύμβολό της τον Μακρυγιάννη. Ο Εγγονόπουλος θα αντιτάξει το σύμβολο Μπολιβάρ, ένα σύμβολο-αντίποδα: είναι ήδη «διαφωττισμένο», έχοντας ιδρύσει, διά των επαναστάσεών του, πολιτικά έθνη (στην Γαλλία, στην Λατινική Αμερική, στην Ελλάδα), είναι παγκόσμιο και (μόνο έτσι είναι και ελληνικό), είναι προδήλως αντιφασιστικό, είναι πολιτικά και αισθητικά επαναστατικό, αποτελεί πρόταγμα για τη λαϊκή χειραφέτηση.

Αυτή η διαφορά του Εγγονόπουλου με τον Σεφέρη είναι αγεφύρωτη, αφού πρόκειται για διαφορά ιστορικής αντίληψης, για διαφορά κοσμοειδώλου. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε, και δεν μπορεί να «επιλυθεί», με ετούτα ή εκείνα τα επιχειρήματα. Έτσι συμβαίνει άλλωστε με όλες, αυτού του είδους τις διαφορές, οι οποίες δεν επιλύονται ούτε ακόμα και με έναν εμφύλιο, όπως βλέπουμε κοιτώντας στη δεκαετία του 1820, με τα σημαντικότατα, έστω και πρωτόλεια στη διατύπωσή τους διακυβεύματα, ή όπως βλέπουμε, κυρίως, κοιτώντας στη δεκαετία του 1940, αλλά και στον ισπανικό εμφύλιο που όταν γράφεται ο Μπολιβάρ είναι πρόσφατος.

[…] Το εμφύλιο ρήγμα, και η συνακόλουθη αντίληψη της ιστορίας, ενυπάρχει ήδη στη βίωση της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής από τον Εγγονόπουλο, για τον οποίο άλλωστε οι κατοχικές εμφύλιες πολώσεις και διαφαινόμενες συγκρούσεις είναι αναμενόμενες. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή του μετώπου στον ιταλοελληνικό πόλεμο, συνελήφθη αιχμάλωτος από τα γερμανικά στρατεύματα στην Μακεδονία και εγκλείστηκε σε στρατόπεδο εργασίας, απ’ όπου δραπέτευσε και επέστρεψε με τα πόδια στην Αθήνα, με μύριες κακουχίες, εξαθλιωμένος, σχεδόν τυφλός.

Επέστρεψε δε, όπως και οι περισσότεροι συμπολεμιστές του (μας το έχει αποδείξει αυτό η ιστοριογραφία) έξαλλος με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που ήδη, είτε είχε αναλάβει τη δοτή κατοχική διακυβέρνηση, είτε είχε φύγει στο Κάιρο (εδώ, οι συνειρμοί με τη φυγή του Κουντουριώτη είναι αναπόφευκτοι…). Αυτή η μεγάλη και δυναμικότερη κοινωνική κατηγορία, που πολέμησε στην Αλβανία και ήδη οργανώνει την Αντίσταση και πολεμά στα ελληνικά βουνά, κυριαρχείται από την απόφαση και την ελπίδα ότι, αυτή η ίδια, θα φτιάξει μια τελείως διαφορετική Ελλάδα, μέσα από τον πόλεμο και μετά από τον πόλεμο (και αυτό το έχει αποδείξει η ιστοριογραφία).

Τους πρώτους μήνες του 1943, λοιπόν, που ο Εγγονόπουλος τελειώνει τον Μπολιβάρ και ο Σεφέρης επανέρχεται στον Μακρυγιάννη με τη διάλεξή του στην Αλεξάνδρεια, είναι η στιγμή που διαφαίνονται και οργανώνονται δύο διαφορετικές προοπτικές: από τη μια το κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ που υποφέρει και αντιστέκεται, ακόμη και ένοπλα, σε όλη τη χώρα, και από την άλλη ό,τι είναι ταυτισμένο με το παλαιό, στρατιωτικό και κοινωνικό κατεστημένο, είτε βρίσκεται στην Αθήνα είτε βρίσκεται στο Κάιρο. Πρόκειται για μια διαφορά αγεφύρωτη, όπως μας έχει δείξει επισταμένως η ιστοριογραφία της δεκαετίας του ’40 […].


Κώστας Βούλγαρης 
Απόσπασμα από το πρόσφατο βιβλίο του 
Ο Κολοκοτρώνης ωραίος σαν Μπολιβάρ
το οποίο προτείνει μια ριζοσπαστική 
ερμηνεία του έργου του Ν. Εγγονόπουλου


Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

"Η μονωδία της έρημος" του Ζ. Δ. Αϊναλή

Η μονωδία της έρημος, η έβδομη ποιητική συλλογή του Ζ. Δ. Αϊναλή, είναι ένα παραμύθι αλληγορικό που ισορροπεί μεταξύ θρησκευτικού και παγανιστικού, μια μελωδία μονοφωνική που ανεβαίνει άλλοτε με τις οκτάβες της χαράς και άλλοτε με τους αναβαθμούς της απελπισίας. Ανάμεσα στα διάκενα, στη σιωπή είναι κρυμμένη η αλήθεια, το όνειρο ενός κόσμου που χάθηκε ακόμα και από τη θέασή μας· μια γη της επαγγελίας που κάποτε θα μπορούσαμε να είχαμε κατακτήσει και τώρα αναζητούμε μάταια πάλι. Αυτόν τον κόσμο επιχειρεί να αναστήσει ο ποιητής για να μπορέσουμε να πάρουμε μια γεύση αυτού που θα μπορούσε να είναι η ευτυχία. Είναι ταυτόχρονα και η ευωχία του «μαζί», του ενός ανθρώπου που βρίσκει τον άλλον, εκείνον που η ύπαρξή του νοηματοδοτεί τη ζωή του, η επαναμάγευση του κόσμου με τα δεσμά της αγάπης.

Η αγάπη για τον άλλον, αυτή είναι η κρυμμένη αλήθεια που έψαχνε να βρει ο Μέγας Αντώνιος (τα πάθη του οποίου παραλληλίζει ο ποιητής με τα δικά του πάθη) όταν αυτοεξόριστος στην έρημο πάλευε με τους δικούς του δαίμονες. Αυτή είναι η αλήθεια που φανερώθηκε στον ποιητή που περιφερόταν μόνος αναζητώντας τους άλλους μέσα στη σύγχρονη έρημο, μέσα στο βουητό του πλήθους. Να ακούς τους άλλους και να μην μπορείς να τους φτάσεις… Ο Αντώνιος τη βρήκε γιατί αγάπησε το θεό με αγάπη αγνή. Ο ποιητής τη βρήκε στο πρόσωπο της νεογέννητης κόρης του που τον έκανε να νιώσει τη μαγεία της αγνής αγάπης και μέσα του αναπάντεχα μια όαση εμφανίστηκε από το πουθενά.

Καμιά φορά σταματάς μες στη λευκόχροη έκταση. Οι λόφοι πασπαλισμένοι με την άμμο του χρόνου και το φεγγάρι να θρύβεται. Η επιθυμία εκτείνεται στον ορίζοντα αποδεκατισμένη, κατάλοιπα θλιβερά στρατού ηττημένου, πτώματα αμέτρητα σκουλήκια τσακάλια σκυλιά – ο Ερμάνουβις με τον Αϊ-Χριστόφορο αλυχτάν κατ’ απ’ το δακτυλίδι μιας δαγκωμένης πανσέληνου που διακλαδώνεται δυσοίωνα στο στερέωμα. Και τότε τα μάγια σου σταματάνε τον χρόνο και τον τέμνουνε κάθετα.

Μια όαση που δεν το ξέρεις αν ειν’ οφθαλμαπάτη αναφαίνεται από το πουθενά. Δέντρα ψηλά καθάρια νερά χλόη πουλιά κρυμμένα μυστικά. Έχει στα χείλη κάτι χιλιαστικό κι ανασαίνει αχόρταγα έναν παλιό Θεό. Γυρίζω να σε δω. Η επιθυμία γεννιέται ξανά, ανοίγουν οι ουρανοί και τ’ όραμα κυβερνά. Ανδρίζου και πρόσμενε. Σε πιάνω απ’ το χέρι και βαδίζω μπροστά.

Πατέρας και κόρη, δεμένοι με τα δεσμά της αγνής αγάπης, εποικίζουν την όαση σαν ένα παράδοξο αρχετυπικό ζευγάρι, θαρρείς βγαλμένο από κείμενο της αγίας γραφής. Στην εντύπωση αυτή συνδράμει και η ποιητική γλώσσα που εμπλουτίζεται με αποχρώσεις της γλώσσας του Ευαγγελίου, αριστοτεχνικά από τον ποιητή. Αλλά ποια είναι η καταγωγική αρχή αυτού του ζευγαριού;

Είναι γνωστή η ικανότητα του Ζ. Δ. Αϊναλή να καμπυλώνει στην ποίησή του τον χρόνο, να φέρνει στο φως θραύσματα από ξεχασμένα μελανά σημεία της ιστορίας και να τα συνδέει με τις δυστοπίες της σύγχρονης πραγματικότητας· τους χαμένους κόσμους, τους λαούς που εξοντώθηκαν στο διάβα των αιώνων από τους ισχυρούς της γης, κάποτε στο όνομα μιας θρησκείας της αγάπης.

Ο ποιητής φαίνεται να ακολουθεί εδώ το ματωμένο χνάρι που άφησαν οι αποικιοκράτες κατακτητές σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής που πήρε το όνομά του από τον Χριστόφορο Κολόμβο που έφτασε πρώτος εκεί. Λίγο αργότερα, ακολούθησαν οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες και οι ιθαγενείς που ζούσαν εκεί εξοντώθηκαν ή πουλήθηκαν σαν σκλάβοι. Το νησί έγινε μια ακόμα αποικία του Δυτικού κόσμου. Ο νεκρός αυτός κόσμος που έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης χωρίς να έχει αφήσει κανένα σημάδι ότι κάποτε υπήρξε, ζητάει ακόμα δικαίωση μέσα στην καρδιά του ποιητή. Ίσως εκεί λοιπόν βρίσκεται η όαση που το ζευγάρι εποικίζει για να κτίσει μια νέα γη της επαγγελίας· ένας τόπος χαμένος στο χωροχρόνο, ένας ου-τόπος.

Μέσα στην όαση θα φυτέψω μια πόλη μονάχα για σένα, αγάπη μου. Θ’ αναστήσω οπωροφόρα δέντρα κηπευτικά και το πάθος μονάχα για σένα αγάπη μου. Θ’ αρδέψω έναν κάμπο εσπεριδοειδή μυριστικά και θ’ ανθίσει το γέλιο σου ευωδιάζοντας. Θα μεγαλύνει και θα μπολιάσει η ψυχή μου το δάκρυ σου. Θα βλαστήσω έναν ελαιώνα ελπίδας και θ’ ασημίζει το βλέμμα σου παιχνιδίζοντας. Θ’ απαριθμούμε ένα ένα τ’ αστέρια και θα ζεσταίνουμε τις ψυχές μας γύρω από τη φωτιά ο ένας στου άλλου την αγκαλιά και θ’ αποκαρδιώνονται τα μαυροφτέρουγα πουλιά όρνια θανατερά και θα πετάν μακριά…

Εκεί, πάνω σε μια γριά ροδακινιά, στον ίσκιο της πιο ψηλής χουρμαδιάς, θέλει να κτίσει το πρώτο σπιτάκι τους και αργότερα κι άλλα πολλά, για να καταλύουν αμέριμνα τα διαβατάρικα πουλιά, να ’ρχονται τα καραβάνια ν’ ακούγονται τις νύχτες ιστορίες για τελώνια λαγγεμένα τραγούδια παθητικά…

…Το χρέος μου η σωτηρία μου εσύ. Θα τρέξω, θα παλέψω, θα μοχθήσω, θα κοπιάσω. Με τα δυο μου χέρια θα σπάσω τη αλυσίδα του χρόνου και θα σου δείξω το γίγνεσθαι. Με τα δυο μου χέρια θα ξεκρεμάσω τ’ αστέρια να σ’ τα περάσω στον λαιμό περιδέραια φυλαχτά...

Ο ποιητής της φανερώνει πολυπρισματικά τον κόσμο.Της διδάσκει την ιερότητα του καθημερινού μόχθου, τον σεβασμό και την αγάπη στη γη που προσφέρει τα αγαθά, στα ζώα: θα σου δείξω με τον δείκτη το βουβάλι να οργώνει αργά… Θα σε πάρω στη λίμνη μπροστά. Και θ’ απλώσω ένα ένα τα δίχτυα που ο πατέρας μού κληροδότησε και θα σε μάθω έναν έναν τους κόμπους ψηλαφιστά…. Θ’ απλώσουμε μαζί στη λίμνη τα δίχτυα και θα δοξάσουμε στον ιχθύ τον άρτο τον επιούσιο, μια καινούργια ζωή… Τα δίχτυα κι εσύ –να τιμήσω τη σωτηρία μου, να τιμήσω την ιστορία μου...

Εκεί θα της μιλήσει για το Γκόλεμ και για τα άλλα δεινά. Θα της μάθει να ξεκρίνει τους κινδύνους με το μάτι του λύγκα από μίλια μακριά… Θα της διδάξει να μην φοβάται, να πολεμάει τον φόβο: Ο φόβος είναι μια αρρώστια που τρωγαλίζει την καρδιά. Μην πάρεις τούτο τον δρόμο –φέρνει σε μέρη απάνθρωπα, σκληρά. Φώναξε, ούρλιαξε, με νύχια γυμνά χίμα και χτύπα, δάγκωσε το χτήνος στ’ αχαμνά.

Η ποίησή του συλλαμβάνει όλο το μυστήριο και τη μαγεία της στιγμής που εμφανίζεται κάθε φορά που ένα παιδί προφέρει την πρώτη του λέξη, σχηματίζει το πρώτο γράμμα· θαρρείς και ξαναγράφεται η ιστορία του κόσμου. Φανερώνεται η βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τον άλλον, το μυστικό της δημιουργίας του πολιτισμού μας. Κάτω απ’ τον ήλιο στο φως, θα σου διδάξω το Άλεφ και θα δώσω στον Άνταμ μιλιά…

Θα της εξιστορήσει την καταγωγή της και θα θρηνήσουν μαζί τον νεκρό κόσμο: Ίσως και να δεις τότε την πόλη που για σένα ονειρεύτηκα να συνθλίβει την αθλιότητα, τους μισθοφόρους νομάδες που εφορμούσανε κατά κύματα πάνω μας έφιπποι για χιλιάδες χρόνια πολλά, την έρημο τα όρνια, τις ύαινες και τα άλλα πτωματοφάγα κτηνά. Και αλλού: Με τη φωτιά θα παλέψουμε με τη φωτιά θα περάσουμε στην αντιπέρα πλευρά με τη φωτιά. Θα πληρωθούνε οι προφητείες στο τέλος και το αίμα των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών μας μέσα σε χίλιες χιλιάδες χρόνια θα γίνει το μωσαϊκό του μεγάλου ναού όπου θα κλίνουμε το κεφάλι ευλαβικά…

Και δεν θα ζήσουν μόνοι στην όαση, σιγά σιγά θα ενωθούν και άλλοι μαζί τους, πολλοί: Τότε θα καταλάβεις που κι άλλοι θα μιμηθούν το παράδειγμά μας και θ’ ακολουθήσουνε στανικά τα ίχνη απ’ τ’ αβέβαια βήματά μας στην ερημιά. Θα πολίσουμε πρώτοι την έρημο και θα μετρηθούμε με τα δαιμόνια σκληρά, Έναν έναν τους τύμβους, σπηλιές, φρεάτια σκοτεινά. Σκαλί το σκαλί με κέντρο την όαση θα εκδιώξουμε απ’ της άμμος την επικράτεια τους δαίμονες τα τσακάλια σκυλιά. Εκεί θα μας χτίσω την πόλη μας, εκεί οι πεινασμένες καρδιές. Τα τραγούδια μας λιγοστά στην αρχή και αμήχανα θα γίνουν αίνος που θ΄άδουμε όλοι μαζί στον ουρανό μια φωνή –θυσία και προσφορά.

Ο ποιητής δεν γράφει για να ξεφύγει από την πραγματικότητα, γράφει για να την αλλάξει. Και η αλλαγή αυτή επιβάλλει μια αλλαγή συνείδησης, μια μετατόπιση του ανθρώπου από το Εγώ στο Εμείς. Η συλλογή χωρίζεται άτυπα σε δυο μέρη. Στο δεύτερο μέρος που προλογίζεται με τη φράση «Έρεβος πάνω η απόσταση απ' το εγώ στο πλήθος», ακολουθεί μια εκ βαθέων εξομολόγηση, η αποδόμηση του ονείρου, η παραδοχή της αποτυχίας του να αλλάξει τον κόσμο. Ο ποιητής σχίζει το πέπλο που τους χωρίζει από την πραγματικότητα, το ταξίδι στο χρόνο έχει τελειώσει, ο σκοπός του έχει ολοκληρωθεί.

Της φανερώνει τα οδυνηρά ελλείμματα της πραγματικότητας, της εξομολογείται τους φόβους του, της δείχνει τα απολιθώματα του ονείρου του, την επιούσια φυσιολογία της φρίκης, πώς αδρανοποιεί τον άνθρωπο, πώς κόβει τα φτερά του: Εγώ τα ονομάτιζα· έλεγα άνοιξη σκαραβαίος φως λαμπρίας. Σου έδειχνα τα έλυτρα, τους κέρκους, τις κεραίες. Εσύ τα μνημόνευες δοξολογώντας και θρηνούσες. Το άνοιγμα των χεριών μου η στενωπός των δακρύων σου –φαντάσματα στο στέρνο…

Ο ποιητής ψηλαφεί τη ρίζα του κακού, τον αρχικό σπόρο που το έκανε να ανθίσει. Το αντιμετωπίζει σαν ασθένεια κολλητική που κουβαλάει και ο ίδιος μέσα του, την ασθένεια της έρημος, τον εγωισμό. Αναλογίζεται τις φορές εκείνες που δεν μπόρεσε να βάλει στην άκρη τον εαυτό του και τις δικές του ανάγκες για χάρη της. 

Ήθελα να είμαι υπόδειγμα πατρός, της γράφει, αλλά δεν μπόρεσα να αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου …Πόσο με άλλαξες βαθιά, χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ’ όσα είχα για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Και πώς να εξιλεωθώ; Και πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι αποφάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα. Ανοίγω στα χέρια μου την καρδιά μου και ψάχνω το σκουλήκι που ψευτίζει το μέσα μου. Άχρηστα λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

Ο ποιητής εκφράζει μια ολόκληρη γενιά, τη δική του, όταν της ομολογεί την αποτυχία του, τη συντριβή που νιώθει γιατί δεν μπόρεσε να φτιάξει για κείνη έναν καλύτερο κόσμο, παραδίδει στα χέρια της την καρδιά του, της εμπιστεύεται τη συνέχιση του οράματός του: Μόχθησα μάταια να τρέψω ένα εγώ σε χιλιάδες εμείς, με τον τρόπο μου,  με τον τρόπο μου μόχθησα μάταια να μισανοίξω για σένα την πόρτα σ’ έναν λειμώνα ολάνθιστο, με τον τρόπο μου,  μόχθησα μάταια να κάμψω για σένα την έρημο, με τον τρόπο μου, μόχθησα μάταια…

…Εσύ μου δείχνεις με το χέρι ένα ένα όσα σκαλίσαμε μ’ υπομονή και κόπο κηπευτικά τα δέντρα κανάλια αρδευτικά ημερεμένα ζώα οικόσιτα, όλα νεκρά, κι εγώ βγάζω και σου εμπιστεύομαι ζεστή στο χέρι την καρδιά κι εσύ κοιτώντας μ΄απορία σου λέω «προχώρα παρακάτω –πήγαινε σκάψε φύτεψε απ’ το μηδέν τον σπόρο μου σε χώματα δικά σου».

Η μονωδία της έρημος είναι ένα παραβολικό παραμύθι με αρχαίες ρίζες που έχει τη μορφή μαθητείας και ταυτόχρονα μια εκ βαθέων εξομολόγηση αγάπης που έχει τη χροιά μιας ευχής, μιας επιθυμίας που κρέμεται μετέωρη. Ένα σχέδιο οράματος στα χαρτιά που ο ποιητής αφήνει παρακαταθήκη στη νέα γενιά.

                                                                                              Κατερίνα Τσιτσεκλή



Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Φωτογραφία" του Μιχάλη Κλεάνθη



Φωτογραφία 

Η ζωή έχει λιγότερη αξία 
από μια σφαίρα 
Το παιδί 
στενάζει από φόβο 
Από ψηλά εκρήγνυται 
ο τρίτος Παγκόσμιος Θρήνος

Μιχάλης Κλεάνθης
(αδημοσίευτο)

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Ο μεταπολεμικός κόσμος του Μανὀλη Αναγνωστάκη

Πηγή φωτογραφίας: sansimera.gr.
Το περιθώριο, μια σειρά επιγραμματικών φράσεων και ποιητικών αφηγήσεων, είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά βιβλία του Μανόλη Αναγνωστάκη, όπου γίνεται απολογισμός της μέχρι τότε πορείας του. Όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογο, όλα τα κείμενα γράφτηκαν τους τελευταίους μήνες του 1968 και τους πρώτους μήνες του 1969, για να κυκλοφορήσουν ανάμεσα σε πολύ λίγους φίλους του σε περιορισμένα, δακτυλογραφημένα αντίγραφα. Στο σύνολό τους, απηχούν τις αναμνήσεις, τις ενοχές, τους εφιάλτες από τα σκοτεινά χρόνια που ήταν ενταγμένος στην ένοπλη αριστερά, τις ανησυχίες του, τις παρατηρήσεις για την εξέλιξη των ανθρώπων και τις αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του στη μεταπολεμική Ελλάδα. Σε μια από τις πιο συγκλονιστικές περιγραφές της κατοχικής ατμόσφαιρας μιλά για μια προσωπική του εμπειρία από κάποια εκτέλεση προδοτών:

Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζωρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. "Απλή δουλειά", είπε. Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τους βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. "Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ". "Πάρε το περίστροφο", είπα, "δεν έχω πού να το ακουμπήσω απόψε". Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. "Σε καταλαβαίνω", είπε. "Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα". "Είναι κι αυτό", είπα.

Οι εκτελέσεις βέβαια αφορούσαν και τις δυο πλευρές:
Είχαμε ραντεβού με τον Βαμβακά, στις εννιά παρά είκοσι, στην οδό Κωνσταντίνου Μελενίκου – αυτός θ’ ανηφόριζε. Στις οχτώ και πέντε τον σκοτώσανε στη Μισραχή, την ώρα που έτρεχε να προλάβει το τραμ. Την άλλη μέρα, είδα τη φωτογραφία του στην εφημερίδα. Τότε τον είδα για πρώτη φορά και έμαθα πως αυτός που περίμενα και δεν ήρθε ήταν ο Βαμβακάς.

Μετά την ήττα της αριστεράς άρχισαν οι εκκαθαρίσεις:
Μπήκανε στα γραφεία του Κόμματος, σπάσανε τις ντουλάπες και τα συρτάρια, σκίσαν τις φωτογραφίες, αναποδογυρίσαν τα έπιπλα, βρίζοντας και βλαστημώντας.
Σε δυο κάρα στοιβάξαν ως απάνω τα χαρτιά και τα βιβλία και τα πήρανε.

Όπως οι ρόδες τραντάζονταν από τις λακκούβες, στην οδό Κατούνη, γλυστρούσανε εδώ κι εκεί από το ξεχειλισμένο φορτίο, στο δρόμο το λασπωμένο, λογιστικά τετράδια και κομματικές ταυτότητες.

Στη γωνιά του πρακτορείου Μπέρου αντάμωσα την Ουρανία που έσφιγγε το μαντήλι στο στόμα της κι έκλαιγε με λυγμούς.

Ύστερα από είκοσι χρόνια, ο ποιητής ανακαλύπτει πληροφορίες και λεπτομέρειες για πρόσωπα που έπαιξαν το παιχνίδι τους εκείνη τη σκοτεινή εποχή, με το αζημίωτο βέβαια:
Ο δικηγόρος του Σακκά πήρε 200 λίρες στο χέρι, με την υπόσχεση να κατεβεί αμέσως στην Αθήνα να στείλει την εκτέλεση. Την άλλη μέρα ο Σακκάς εκτελέστηκε. Ο δικηγόρος το ήξερε αυτό από τα πριν, τον είχανε είχαν εκτελέσει και τον ενημερώσανε για την απόρριψη της αίτησης για χάρη. "Έκανα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν", είπε. "Μου πήρανε τα λεφτά και με γελάσανε κοτζάμ υπουργοί…".
Γιατί να μου τα ξαναθυμίσει πάλι ο Γιώργος όλα αυτά χτες, όταν μας συστήσανε σ’ ένα σπίτι την κόρη του δικηγόρου κυρία Τάδε σήμερα, με άντρα γιατρό, συνάδελφο, και με μια βίλα προικώα, στη Χαλκιδική.

Την περίοδο 1951-54 ο Μανόλης Αναγνωστάκης βρίσκεται κλεισμένος στην φυλακή του Γεντί Κουλέ, καταδικασμένος από το στρατοδικείο δις εις θάνατον επειδή κρίθηκε επικίνδυνος και αρνήθηκε να αποκηρύξει την ιδεολογία του. Εκεί τον επισκέπτονται η αδερφή του Λούλα Αναγνωστάκη κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος,  που τον κράτα ενήμερο για τις εξελίξεις στο χώρο της λεπτοτεχνίας.

Η οικογένειά του προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον σώσει, πληρώνοντας μεγάλα ποσά, μετέτρεψε δυο φορές την ποινή του και τελικά κατάφερε να τον αποφυλακίσει το 1954. Αφού υπηρέτησε την θητεία του,  έφυγε αμέσως στη Σουηδία για ιατρικές σπουδές,  όμως οι αναμνήσεις των φρικτών στιγμών που πέρασε τον ακολουθούσαν σ’ όλη τη ζωή του:
Όταν ήμουν με τυφοειδή πυρετό στο Αναρρωτήριο, κάθε πρωί στις πέντε, περνούσαν κάτω από τα παράθυρα οι φάλαγγες των μελλοθανάτων κι εμείς στα κρεβάτια μας ακούγαμε τα τραγούδια, τις ζητωκραυγές, τις βλαστήμιες.
Εκείνο το πρωί νόμισα πως ξεχώρισα τη φωνή το Φαρμάκη, ένα τόνο πιο πάνω από τις άλλες – ύστερα κατάλαβα πως ήτανε για μένα τον άρρωστο, ένα τελευταίο μήνυμά του, ο αποχαιρετισμός.

Οι άνθρωποι με τους οποίους έζησε τα δύσκολα χρόνια δε φεύγουν ποτέ απ’ το μυαλό του:
Τα βράδια, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν σε μια γωνιά του πάρκου, πλάι στο ερειπωμένο και ακατοίκητο περίπτερο που, άγνωστο γιατί, το λέγαμε "στους τροπικούς". (Σήμερα είναι εκεί το λούνα παρκ και το σκοπευτήριο.) Ο Χάρης σκοτώθηκε το ΄44, ο Ξενοφών είναι γιατρός στη Μόσχα, η Ισμήνη σκοτώθηκε το ΄47, ο Μέρτζος εκτελέστηκε το ΄48, ο Αργύρης είναι καθηγητής στο Πίτσμπουργκ, ο Τάκης υπάλληλος του ΙΚΑ Σερρών. Εγώ γράφω.

Όταν εκτελέστηκε ο Ζάνος, ήτανε 27 χρονώ. Εμείς κλείναμε τα 23. Τώρα είμαστε στα 45.

Παρά τη στράτευσή του στην αριστερή ιδεολογία, είχε πάντα τις αμφιβολίες του για τις επιλογές των υψηλά ισταμένων του κόμματος και πάντα ήθελε να εντοπίζει τις ευθύνες τους:
Χρόνια και χρόνια μας μιλούσανε (και μιλούσαμε κι εμείς με τη σειρά μας) για τον Μ.Σ. σαν τον πιο επικίνδυνο, ύπουλο και σατανικό χαφιέ. Μέσα στη ζοφερή βίβλο της προδοσίας, ο Μ.Σ. ιδιαίτερο κεφάλαιο, πέρασε από την προηγούμενη γενιά στη δική μας, για να παραδοθεί, σκυτάλη μισητή, στην επόμενη. Γνώρισα πρόπερσι για πρώτη φορά τον Μ.Σ. στο σπίτι του, στο Μοσχάτο. Η αμφιβολία σφηνώθηκε μέσα μου από τη πρώτη στιγμή. Πήγα και ρώτησα ανθρώπους, ψηλά, για την περίπτωση. Δυο, σκεφτικοί, μου είπαν πως από καιρό δεν είναι πια τόσο βέβαιοι όπως άλλοτε. Ένας τρίτος δεν είχε πια σοβαρές αμφιβολίες για την αλήθεια. Γιατί δε βγαίνουμε να τα πούμε αυτά στον κόσμο μας, τους είπα. Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς γι’ αυτή την υπόθεση, μου είπαν. Πέρασαν χρόνια από τότε… Ρώτησα τον Μ.Σ. τον ίδιο. Γιατί σιωπάς ακόμα; Γιατί δε μιλάς; Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς για την υπόθεση, μου είπε. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε… Τώρα που γράφω και μια διαδήλωση νέων αμέριμνων παιδιών περνά κάτω από το παράθυρό μου, τραγουδώντας εύθυμα και φωνάζοντας το ένα-ένα-τέσσερα, σκέφτομαι κι εγώ πως ναι, αλήθεια, όλοι έχουν δίκιο. Δεν ενδιαφέρεται πια κανείς γι’ αυτή την υπόθεση Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε...

Οι νέοι της εποχής κι οι σχέσεις τους με τη δική του γενιά βρίσκονταν πάντα στο επίκεντρο της προσοχής του:
Ο Γ.Χ. το πλουσιόπαιδο, που παντρεύτηκε φοιτητής τη Βάσω  ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια στην Κέρκυρα και στο Ιτζεδίν  ζει τώρα στα Σεπόλια, με κίρρωση του ήπατος, σάκχαρο δύο και ογδόντα πέντε και σπονδυλωτή σπονδυλαρθρίτιδα. Ο γιος του λείπει εργάτης στη Γερμανία, η κόρη του συζεί μ’ έναν αξιωματικό της αεροπορίας στη Θεσσαλονίκη. Η Βάσω πέθανε. Τα παιδιά της γειτονιάς, όταν τ’ απογεύματα βγάζει την καρέκλα του και κάθεται στο δρόμο μπροστά στην πόρτα του, τον χαιρετούν και τον φωνάζουν μπάρμπα.
Γυρίζοντας ο Κ.Λ. από την Ικαριά, βρήκε το γιο του, παλληκάρι πια σε μια σχολή κινηματογράφου, με τις σπουδές του σταματημένες στη Γ΄ Γυμνασίου. Πούλησε κάτι παλιά βιβλία, του αγόρασε καινούριο κοστούμι, του 'βαλε ένα γνωστό καθηγητή να τον προγυμνάσει στα μαθηματικά. Το πέμπτο βράδυ, σ’ ένα καυγά στο σπίτι, το παλληκάρι σήκωσε τη γροθιά και του την έφερε στο πρόσωπο, βρίζοντας τον χαμένο κορμί και κερατά.

Με κάθε αφορμή οι αναμνήσεις και οι εφιάλτες επιστρέφουν:
Πρόσκληση γραπτή να συναντηθούν οι παλιοί συμμαθητές – "μετά είκοσι πέντε έτη", να πιούμε ένα κρασί, να θυμηθούμε τα παλιά. Υπήρχε και μια φωτογραφία αποφοίτων, χαμογελαστοί όλοι, με το τσιγαράκι στο χέρι, στην παραλία, στα μπλόκια. Ο Γρηγορίου που χάθηκαν τα ίχνη του γύρω στο ΄48. Ο Σταθάτος, επιχειρηματίας νυν στον Πειραιά, πρώην χαφιές. Ο Μιχόπουλος, ο επιλεγόμενος Μιράντα. Ο εκτελωνιστής Τζουβάρας. Ο Χρήστος ο Λαβίδας, που τον έπιασα με την Τίνα, στα χαλάσματα του εβραίικου νεκροταφείου, στις οχτώμιση το βράδυ, την Παρασκευή 6 Απριλίου 1945.

Κι άλλοι πολλοί.

Καμιά φορά πάλι, το παρελθόν εμφανίζεται ζωντανό μπροστά στα μάτια του:
Κι η κόρη της Τίνας, της Τίνας που την κούρεψαν οι χίτες το ΄45, είκοσι τώρα χρονώ, σαν και τη μάνα της τότε, το ίδιο όμορφη, χόρευε χτες στο κλαμπ με κοντά- κοντά κομμένα αγορίστικα της μόδας τα μαλλιά.

Επιλογή και σχόλιο:
Απόστολος Σπυράκης


Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

"Σεροτονίνη" του Μισέλ Ουελμπέκ

Τι είναι αλήθεια η σεροτονίνη; Είναι το όνομα μιας ορμόνης που προκαλεί ευφορία. Ο Ουελμπέκ; Είναι ένας Γάλλος συγγραφέας που δημιουργεί παροξυσμό με τα βιβλία του, διχάζει κοινό και κριτική, μια αμφιλεγόμενη, ισχυρή, εκκεντρική προσωπικότητα, βλάσφημος και εκμαυλιστής μαζί, με μια γραφή που σε συνεπαίρνει, έτσι καθώς κινείται φυσικά και άνετα μέσα στους σκοτεινούς υπαρκτούς λαβύρινθους του σύγχρονου κόσμου, που συχνά μοιάζουν να προμηνύουν τα νέα αδιέξοδα που συνεχώς γεννά η εποχή μας.

Και τι είναι το Captorix; «Είναι ένα μικρό λευκό χάπι, οβάλ, με μια εγκοπή στη μέση», ένα χάπι που δεν προσφέρει ευτυχία, αλλά βοηθά τους ανθρώπους απλά να αντέχουν τη ζωή, ένα χάπι που αυξάνει την έκκριση σεροτονίνης.

Και πώς ορίζεται αλήθεια η ευτυχία στο δυτικό κόσμο; Μοιάζει να είναι ένα κράμα κομφορμισμού και πληθώρας εμπειριών, ενώ ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου μπορεί να είναι πολλές φορές κενός, ανεκμετάλλευτος, κλειστός, αδιαπέραστος. Μονάχα ο έρωτας ελάχιστες φορές σπάει τον κλοιό της συμπαγούς αυτοπροστασίας και απομόνωσης και διεισδύει ατόφιος, ηδονικός και καταστροφικός ενίοτε στον ενδότερο κόσμο της ύπαρξης για να ταράξει τα αδιαπέραστα σκοτεινά βάθη γεμίζοντάς τα με άπλετο φως. Και πώς όλα αυτά ενώνονται μεταξύ τους; Σε μια λογοτεχνική αρχειοθέτηση ζωής, καθώς ο ήρωας καταβυθίζεται σε μια υπαρξιακή αναζήτηση, ανατρέχοντας στις αναμνήσεις του, με φόντο την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Νορμανδία. Και πίσω απ’ όλα αυτά ξεπροβάλλει μεγαλοπρεπώς ένα διευρυμένο περίγραμμα του υλιστικού χαρακτήρα του δυτικού κόσμου που με εξαιρετική επιδεξιότητα δημιουργεί ταυτόχρονα ανέσεις και αδιέξοδα, επικοινωνία και μοναξιά.

Η ιστορία αναφέρεται σε έναν μεσήλικα, τον Φλοράν - Κλωντ Λαμπρούστ, όχι πολύ μεγάλο ηλικιακά για τα δεδομένα της εποχής, κάτω από τα πενήντα, αρκετά όμως και μάλλον αθεράπευτα γερασμένο, που ανατρέχει στις εμπειρίες του και κινείται ανάμεσα στις μνήμες του παρελθόντος, τη στενότητα του παρόντος και τα αδιέξοδα του μέλλοντος . Η υπόθεση ξεκινά στην Ισπανία, αρχές καλοκαιριού, τέλη της δεκαετίας του 2010, και ο Φλοράν – Κλωντ βρίσκεται σε διακοπές με τη Μερσεντές του, την G350 TD 4 x4 παρκαρισμένη σε ένα βενζινάδικο, περιμένοντας τη Γιαπωνέζα φίλη του. « Την είχα μόλις φουλάρει με ντίζελ κι έπινα αργά μια Κόκα Zero, ακουμπισμένος στο αμάξωμα, η δυσφορία μου μεγάλωνε στη σκέψη πως η Γιούζου θα ερχόταν την επομένη… ». Και οι διακοπές αρχίζουν με τον ερχομό της Γιούζου με τα πολύ σικ μπαγκάζια και τα ακριβά γούστα. Και εδώ εντάσσει στην αφήγηση μια αναδρομή από το παρελθόν, πολύ σημαντική για την πορεία της υπόθεσης, αλλά και για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το χρόνο ο συγγραφέας, στα ίδια μέρη, το ίδιο σπίτι, είχε πάει κάποτε με την Καμίγ, το μεγάλο έρωτα, το τελευταίο καλοκαίρι πριν το χωρισμό τους.

Τελειώνουν όμως πρόωρα οι διακοπές του τωρινού καλοκαιριού ή συρρικνωμένα με σκόπιμη τροποποίηση του αρχικού προγραμματισμού και σε λίγο απότομα τελειώνει και η σχέση του με τη Γιούζου. Την εγκαταλείπει σύξυλη, οργανώνοντας τη ζωή του και δραπετεύοντας από το σπίτι. Αφήνει πίσω του την άνετη ζωή και αναζητά την ελευθερία του, την απελευθέρωση από τις άσκοπες κοινωνικές συναναστροφές. «Μπορούσα να είμαι ευτυχισμένος μόνος μου; Δεν το πίστευα. Μπορούσα να είμαι ευτυχισμένος γενικότερα; Το είδος των ερωτήσεων, νομίζω, που κάλλιο να αποφεύγεις να κάνεις». Τηλεφωνεί σε μια παλιά αγαπημένη του, την Κλαιρ, και το κουβάρι των αναμνήσεων αρχίζει να ξετυλίγεται… Ο φίλος του ο Αιμερίκ, αγαπημένος από τις κοινές σπουδές τους στη Γεωπονική, η συνάντησή τους. «Έφυγα την επομένη μετά το μεσημεριανό, κάτω από έναν λαμπερό ήλιο που ερχόταν σε τρανταχτή αντίθεση με τη διογκούμενη θλίψη μου. Μου φαίνεται άξιον απορίας σήμερα που θυμάμαι τη θλίψη μου ενόσω οδηγούσα αργά στις έρημες επαρχιακές οδούς της Μάγχης. Θα ‘θελες να υπήρχαν οιωνοί ή σημάδια, αλλά συνήθως δεν υπάρχουν, και τίποτα εκείνο το ηλιόλουστο και νεκρό απόγευμα δεν μου προμήνυε πως την άλλη μέρα το πρωί θα γνώριζα την Καμίγ και πως εκείνο το δευτεριάτικο πρωινό θα ήταν η αρχή των ωραιότερων χρόνων της ζωής μου».

Με ένα σχήμα πρωθύστερου ο ήρωας κινείται στη ζωή του με ένα χρόνο συναισθηματικό που άλλοτε επιστρέφει κι άλλοτε απομακρύνεται από το παρόν του, ταξιδεύει στις αναμνήσεις του και στους έρωτές του με ρυθμούς αναπόλησης και όχι ρεαλιστικού χρόνου, με βασική εστίαση, στο μεγάλο έρωτα της ζωής του, την Καμίγ.

Ο κυκλικός χρόνος σφραγίζεται και υποδηλώνεται με τη χρήση του ψυχοτρόπου χαπιού, που προλογίζει θαρρείς, αλλά και κλείνει το τέλος της ιστορίας.

Ακροβατεί ανάμεσα στις παλιές σχέσεις και στο τέλος της νιότης που έρχεται με ταχύτητα, καθώς μπαίνει σε ένα δρόμο που όλα τελειώνουν, χωρίς να ΄χουν προοπτική να ξαναρχίσουν. Η λίμπιντο που χάνεται συμπαρασύροντας μαζί της στέρεες ψυχικές ισορροπίες που κάποτε έμοιαζαν αταλάντευτες. Ματαιωμένες προσδοκίες, έρωτες, απολαύσεις, σχέσεις. Όχι πως το παρελθόν ήταν εκ προοιμίου τέλειο. Λάθη και διαψεύσεις το χαρακτήριζαν εν πολλοίς. Απλώς το μέλλον προδιαγράφεται σαν χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου, και όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο χώρας και Ευρώπης. Μοιάζει ο δυτικός πολιτισμός να χάνεται στην άβυσσο των ψεύτικων ανέσεων, σχέσεων και αναγκών, σε ένα περιβάλλον που όλα γύρω δυσκολεύουν. Και ο ήρωας παραμένει αβοήθητος, ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό και ίσως κυρίως από αυτόν.

Μαζί με την προσωπική τοποθέτηση των προβλημάτων ενός καταθλιπτικού ήρωα που χάνει τη διάθεσή του για ζωή τη στιγμή που βιώνει κόπωση και εσωτερική ερημιά, αποκαλύπτονται σταδιακά και οι διαψεύσεις των πολιτικών οραμάτων της Γαλλίας με τους αγροτο- κτηνοτρόφους να οργίζονται με τις απαιτητικές ευρωπαϊκές προδιαγραφές και την παγκοσμιοποιημένη ελεύθερη αγορά που συρρικνώνει τις επαγγελματικές τους δυνατότητες, με κάποιους μάλιστα να οδηγούνται στην αυτοκτονία, λόγω απελπισίας.

Σε γενικές γραμμές ο συγγραφέας παρακολουθεί το χτίσιμο των αδιεξόδων του δυτικού κόσμου, που φτιάχνονται εξαίρετα από διαφορετικά υλικά, από γκρεμισμένους έρωτες, αβαθείς σχέσεις ή οικονομικές καταστροφές και πλανώνται αθόρυβα στο σύμπαν της πλασματικής ευρωπαϊκής ευφορίας.

Και ο κόσμος μας είναι τόσο απογοητευτικός; Ίσως και να΄ναι. Όμως ο συγγραφέας μέσα από την διαρκώς αναδυόμενη θλίψη, αυτοεγκατάλειψη και έλλειψη οράματος, αλλάζει στο τέλος τους κανόνες του παιχνιδιού, αφήνοντας απρόσμενα χώρο στην ελπίδα ή μάλλον σε μια μικρή συναισθηματική φλόγα που εμφανίζεται από το πουθενά. Ο συγγραφέας δίνει εντέλει πέρα από τις απογοητεύσεις και την αίσθηση μιας άλλης προοπτικής πιο αισθαντικής, πιο εσωτερικής, πιο συναισθηματικής.

«Ο Θεός ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα, μας σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, και μας δίνει οδηγίες εξαιρετικά ακριβείς, μερικές φορές. Αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα, αυτές οι στιγμές φώτισης, αυτές οι στιγμές έκστασης, οι ανεξήγητες βάσει της βιολογικής μας φύσης ως απλών πρωτευόντων, είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια».

Και ποιος ξέρει! Ίσως ακόμα και σε έναν στέρεα υλιστικά χτισμένο κόσμο να μπορεί κάποιος να αγκιστρωθεί σε μια μικρή στιγμή γνήσιας συναισθηματικής ευφορίας και να την ζήσει, αρκεί να μην τη θεωρήσει δεδομένη και αυτονόητη.

Ήλια Λούτα