Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

"Η μονωδία της έρημος" του Ζ. Δ. Αϊναλή

Η μονωδία της έρημος, η έβδομη ποιητική συλλογή του Ζ. Δ. Αϊναλή, είναι ένα παραμύθι αλληγορικό που ισορροπεί μεταξύ θρησκευτικού και παγανιστικού, μια μελωδία μονοφωνική που ανεβαίνει άλλοτε με τις οκτάβες της χαράς και άλλοτε με τους αναβαθμούς της απελπισίας. Ανάμεσα στα διάκενα, στη σιωπή είναι κρυμμένη η αλήθεια, το όνειρο ενός κόσμου που χάθηκε ακόμα και από τη θέασή μας· μια γη της επαγγελίας που κάποτε θα μπορούσαμε να είχαμε κατακτήσει και τώρα αναζητούμε μάταια πάλι. Αυτόν τον κόσμο επιχειρεί να αναστήσει ο ποιητής για να μπορέσουμε να πάρουμε μια γεύση αυτού που θα μπορούσε να είναι η ευτυχία. Είναι ταυτόχρονα και η ευωχία του «μαζί», του ενός ανθρώπου που βρίσκει τον άλλον, εκείνον που η ύπαρξή του νοηματοδοτεί τη ζωή του, η επαναμάγευση του κόσμου με τα δεσμά της αγάπης.

Η αγάπη για τον άλλον, αυτή είναι η κρυμμένη αλήθεια που έψαχνε να βρει ο Μέγας Αντώνιος (τα πάθη του οποίου παραλληλίζει ο ποιητής με τα δικά του πάθη) όταν αυτοεξόριστος στην έρημο πάλευε με τους δικούς του δαίμονες. Αυτή είναι η αλήθεια που φανερώθηκε στον ποιητή που περιφερόταν μόνος αναζητώντας τους άλλους μέσα στη σύγχρονη έρημο, μέσα στο βουητό του πλήθους. Να ακούς τους άλλους και να μην μπορείς να τους φτάσεις… Ο Αντώνιος τη βρήκε γιατί αγάπησε το θεό με αγάπη αγνή. Ο ποιητής τη βρήκε στο πρόσωπο της νεογέννητης κόρης του που τον έκανε να νιώσει τη μαγεία της αγνής αγάπης και μέσα του αναπάντεχα μια όαση εμφανίστηκε από το πουθενά.

Καμιά φορά σταματάς μες στη λευκόχροη έκταση. Οι λόφοι πασπαλισμένοι με την άμμο του χρόνου και το φεγγάρι να θρύβεται. Η επιθυμία εκτείνεται στον ορίζοντα αποδεκατισμένη, κατάλοιπα θλιβερά στρατού ηττημένου, πτώματα αμέτρητα σκουλήκια τσακάλια σκυλιά – ο Ερμάνουβις με τον Αϊ-Χριστόφορο αλυχτάν κατ’ απ’ το δακτυλίδι μιας δαγκωμένης πανσέληνου που διακλαδώνεται δυσοίωνα στο στερέωμα. Και τότε τα μάγια σου σταματάνε τον χρόνο και τον τέμνουνε κάθετα.

Μια όαση που δεν το ξέρεις αν ειν’ οφθαλμαπάτη αναφαίνεται από το πουθενά. Δέντρα ψηλά καθάρια νερά χλόη πουλιά κρυμμένα μυστικά. Έχει στα χείλη κάτι χιλιαστικό κι ανασαίνει αχόρταγα έναν παλιό Θεό. Γυρίζω να σε δω. Η επιθυμία γεννιέται ξανά, ανοίγουν οι ουρανοί και τ’ όραμα κυβερνά. Ανδρίζου και πρόσμενε. Σε πιάνω απ’ το χέρι και βαδίζω μπροστά.

Πατέρας και κόρη, δεμένοι με τα δεσμά της αγνής αγάπης, εποικίζουν την όαση σαν ένα παράδοξο αρχετυπικό ζευγάρι, θαρρείς βγαλμένο από κείμενο της αγίας γραφής. Στην εντύπωση αυτή συνδράμει και η ποιητική γλώσσα που εμπλουτίζεται με αποχρώσεις της γλώσσας του Ευαγγελίου, αριστοτεχνικά από τον ποιητή. Αλλά ποια είναι η καταγωγική αρχή αυτού του ζευγαριού;

Είναι γνωστή η ικανότητα του Ζ. Δ. Αϊναλή να καμπυλώνει στην ποίησή του τον χρόνο, να φέρνει στο φως θραύσματα από ξεχασμένα μελανά σημεία της ιστορίας και να τα συνδέει με τις δυστοπίες της σύγχρονης πραγματικότητας· τους χαμένους κόσμους, τους λαούς που εξοντώθηκαν στο διάβα των αιώνων από τους ισχυρούς της γης, κάποτε στο όνομα μιας θρησκείας της αγάπης.

Ο ποιητής φαίνεται να ακολουθεί εδώ το ματωμένο χνάρι που άφησαν οι αποικιοκράτες κατακτητές σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής που πήρε το όνομά του από τον Χριστόφορο Κολόμβο που έφτασε πρώτος εκεί. Λίγο αργότερα, ακολούθησαν οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες και οι ιθαγενείς που ζούσαν εκεί εξοντώθηκαν ή πουλήθηκαν σαν σκλάβοι. Το νησί έγινε μια ακόμα αποικία του Δυτικού κόσμου. Ο νεκρός αυτός κόσμος που έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης χωρίς να έχει αφήσει κανένα σημάδι ότι κάποτε υπήρξε, ζητάει ακόμα δικαίωση μέσα στην καρδιά του ποιητή. Ίσως εκεί λοιπόν βρίσκεται η όαση που το ζευγάρι εποικίζει για να κτίσει μια νέα γη της επαγγελίας· ένας τόπος χαμένος στο χωροχρόνο, ένας ου-τόπος.

Μέσα στην όαση θα φυτέψω μια πόλη μονάχα για σένα, αγάπη μου. Θ’ αναστήσω οπωροφόρα δέντρα κηπευτικά και το πάθος μονάχα για σένα αγάπη μου. Θ’ αρδέψω έναν κάμπο εσπεριδοειδή μυριστικά και θ’ ανθίσει το γέλιο σου ευωδιάζοντας. Θα μεγαλύνει και θα μπολιάσει η ψυχή μου το δάκρυ σου. Θα βλαστήσω έναν ελαιώνα ελπίδας και θ’ ασημίζει το βλέμμα σου παιχνιδίζοντας. Θ’ απαριθμούμε ένα ένα τ’ αστέρια και θα ζεσταίνουμε τις ψυχές μας γύρω από τη φωτιά ο ένας στου άλλου την αγκαλιά και θ’ αποκαρδιώνονται τα μαυροφτέρουγα πουλιά όρνια θανατερά και θα πετάν μακριά…

Εκεί, πάνω σε μια γριά ροδακινιά, στον ίσκιο της πιο ψηλής χουρμαδιάς, θέλει να κτίσει το πρώτο σπιτάκι τους και αργότερα κι άλλα πολλά, για να καταλύουν αμέριμνα τα διαβατάρικα πουλιά, να ’ρχονται τα καραβάνια ν’ ακούγονται τις νύχτες ιστορίες για τελώνια λαγγεμένα τραγούδια παθητικά…

…Το χρέος μου η σωτηρία μου εσύ. Θα τρέξω, θα παλέψω, θα μοχθήσω, θα κοπιάσω. Με τα δυο μου χέρια θα σπάσω τη αλυσίδα του χρόνου και θα σου δείξω το γίγνεσθαι. Με τα δυο μου χέρια θα ξεκρεμάσω τ’ αστέρια να σ’ τα περάσω στον λαιμό περιδέραια φυλαχτά...

Ο ποιητής της φανερώνει πολυπρισματικά τον κόσμο.Της διδάσκει την ιερότητα του καθημερινού μόχθου, τον σεβασμό και την αγάπη στη γη που προσφέρει τα αγαθά, στα ζώα: θα σου δείξω με τον δείκτη το βουβάλι να οργώνει αργά… Θα σε πάρω στη λίμνη μπροστά. Και θ’ απλώσω ένα ένα τα δίχτυα που ο πατέρας μού κληροδότησε και θα σε μάθω έναν έναν τους κόμπους ψηλαφιστά…. Θ’ απλώσουμε μαζί στη λίμνη τα δίχτυα και θα δοξάσουμε στον ιχθύ τον άρτο τον επιούσιο, μια καινούργια ζωή… Τα δίχτυα κι εσύ –να τιμήσω τη σωτηρία μου, να τιμήσω την ιστορία μου...

Εκεί θα της μιλήσει για το Γκόλεμ και για τα άλλα δεινά. Θα της μάθει να ξεκρίνει τους κινδύνους με το μάτι του λύγκα από μίλια μακριά… Θα της διδάξει να μην φοβάται, να πολεμάει τον φόβο: Ο φόβος είναι μια αρρώστια που τρωγαλίζει την καρδιά. Μην πάρεις τούτο τον δρόμο –φέρνει σε μέρη απάνθρωπα, σκληρά. Φώναξε, ούρλιαξε, με νύχια γυμνά χίμα και χτύπα, δάγκωσε το χτήνος στ’ αχαμνά.

Η ποίησή του συλλαμβάνει όλο το μυστήριο και τη μαγεία της στιγμής που εμφανίζεται κάθε φορά που ένα παιδί προφέρει την πρώτη του λέξη, σχηματίζει το πρώτο γράμμα· θαρρείς και ξαναγράφεται η ιστορία του κόσμου. Φανερώνεται η βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τον άλλον, το μυστικό της δημιουργίας του πολιτισμού μας. Κάτω απ’ τον ήλιο στο φως, θα σου διδάξω το Άλεφ και θα δώσω στον Άνταμ μιλιά…

Θα της εξιστορήσει την καταγωγή της και θα θρηνήσουν μαζί τον νεκρό κόσμο: Ίσως και να δεις τότε την πόλη που για σένα ονειρεύτηκα να συνθλίβει την αθλιότητα, τους μισθοφόρους νομάδες που εφορμούσανε κατά κύματα πάνω μας έφιπποι για χιλιάδες χρόνια πολλά, την έρημο τα όρνια, τις ύαινες και τα άλλα πτωματοφάγα κτηνά. Και αλλού: Με τη φωτιά θα παλέψουμε με τη φωτιά θα περάσουμε στην αντιπέρα πλευρά με τη φωτιά. Θα πληρωθούνε οι προφητείες στο τέλος και το αίμα των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών μας μέσα σε χίλιες χιλιάδες χρόνια θα γίνει το μωσαϊκό του μεγάλου ναού όπου θα κλίνουμε το κεφάλι ευλαβικά…

Και δεν θα ζήσουν μόνοι στην όαση, σιγά σιγά θα ενωθούν και άλλοι μαζί τους, πολλοί: Τότε θα καταλάβεις που κι άλλοι θα μιμηθούν το παράδειγμά μας και θ’ ακολουθήσουνε στανικά τα ίχνη απ’ τ’ αβέβαια βήματά μας στην ερημιά. Θα πολίσουμε πρώτοι την έρημο και θα μετρηθούμε με τα δαιμόνια σκληρά, Έναν έναν τους τύμβους, σπηλιές, φρεάτια σκοτεινά. Σκαλί το σκαλί με κέντρο την όαση θα εκδιώξουμε απ’ της άμμος την επικράτεια τους δαίμονες τα τσακάλια σκυλιά. Εκεί θα μας χτίσω την πόλη μας, εκεί οι πεινασμένες καρδιές. Τα τραγούδια μας λιγοστά στην αρχή και αμήχανα θα γίνουν αίνος που θ΄άδουμε όλοι μαζί στον ουρανό μια φωνή –θυσία και προσφορά.

Ο ποιητής δεν γράφει για να ξεφύγει από την πραγματικότητα, γράφει για να την αλλάξει. Και η αλλαγή αυτή επιβάλλει μια αλλαγή συνείδησης, μια μετατόπιση του ανθρώπου από το Εγώ στο Εμείς. Η συλλογή χωρίζεται άτυπα σε δυο μέρη. Στο δεύτερο μέρος που προλογίζεται με τη φράση «Έρεβος πάνω η απόσταση απ' το εγώ στο πλήθος», ακολουθεί μια εκ βαθέων εξομολόγηση, η αποδόμηση του ονείρου, η παραδοχή της αποτυχίας του να αλλάξει τον κόσμο. Ο ποιητής σχίζει το πέπλο που τους χωρίζει από την πραγματικότητα, το ταξίδι στο χρόνο έχει τελειώσει, ο σκοπός του έχει ολοκληρωθεί.

Της φανερώνει τα οδυνηρά ελλείμματα της πραγματικότητας, της εξομολογείται τους φόβους του, της δείχνει τα απολιθώματα του ονείρου του, την επιούσια φυσιολογία της φρίκης, πώς αδρανοποιεί τον άνθρωπο, πώς κόβει τα φτερά του: Εγώ τα ονομάτιζα· έλεγα άνοιξη σκαραβαίος φως λαμπρίας. Σου έδειχνα τα έλυτρα, τους κέρκους, τις κεραίες. Εσύ τα μνημόνευες δοξολογώντας και θρηνούσες. Το άνοιγμα των χεριών μου η στενωπός των δακρύων σου –φαντάσματα στο στέρνο…

Ο ποιητής ψηλαφεί τη ρίζα του κακού, τον αρχικό σπόρο που το έκανε να ανθίσει. Το αντιμετωπίζει σαν ασθένεια κολλητική που κουβαλάει και ο ίδιος μέσα του, την ασθένεια της έρημος, τον εγωισμό. Αναλογίζεται τις φορές εκείνες που δεν μπόρεσε να βάλει στην άκρη τον εαυτό του και τις δικές του ανάγκες για χάρη της. 

Ήθελα να είμαι υπόδειγμα πατρός, της γράφει, αλλά δεν μπόρεσα να αρθώ, καρδιά μου, ως το ύψος σου …Πόσο με άλλαξες βαθιά, χαρά μου, ως τον πυρήνα του εγώ μου κι εγώ τι σου ’χω πράγματι προσφέρει; Τι απ’ όσα είχα για σένα στο μυαλό μου έχω κάνει πράξη; Και πώς να εξιλεωθώ; Και πώς να με συγχωρέσεις; Όλες οι αποφάσεις μου λάθος και τα όνειρά μου σακάτικα. Ανοίγω στα χέρια μου την καρδιά μου και ψάχνω το σκουλήκι που ψευτίζει το μέσα μου. Άχρηστα λόγια να τα πετάξεις στον τάφο μου.

Ο ποιητής εκφράζει μια ολόκληρη γενιά, τη δική του, όταν της ομολογεί την αποτυχία του, τη συντριβή που νιώθει γιατί δεν μπόρεσε να φτιάξει για κείνη έναν καλύτερο κόσμο, παραδίδει στα χέρια της την καρδιά του, της εμπιστεύεται τη συνέχιση του οράματός του: Μόχθησα μάταια να τρέψω ένα εγώ σε χιλιάδες εμείς, με τον τρόπο μου,  με τον τρόπο μου μόχθησα μάταια να μισανοίξω για σένα την πόρτα σ’ έναν λειμώνα ολάνθιστο, με τον τρόπο μου,  μόχθησα μάταια να κάμψω για σένα την έρημο, με τον τρόπο μου, μόχθησα μάταια…

…Εσύ μου δείχνεις με το χέρι ένα ένα όσα σκαλίσαμε μ’ υπομονή και κόπο κηπευτικά τα δέντρα κανάλια αρδευτικά ημερεμένα ζώα οικόσιτα, όλα νεκρά, κι εγώ βγάζω και σου εμπιστεύομαι ζεστή στο χέρι την καρδιά κι εσύ κοιτώντας μ΄απορία σου λέω «προχώρα παρακάτω –πήγαινε σκάψε φύτεψε απ’ το μηδέν τον σπόρο μου σε χώματα δικά σου».

Η μονωδία της έρημος είναι ένα παραβολικό παραμύθι με αρχαίες ρίζες που έχει τη μορφή μαθητείας και ταυτόχρονα μια εκ βαθέων εξομολόγηση αγάπης που έχει τη χροιά μιας ευχής, μιας επιθυμίας που κρέμεται μετέωρη. Ένα σχέδιο οράματος στα χαρτιά που ο ποιητής αφήνει παρακαταθήκη στη νέα γενιά.

                                                                                              Κατερίνα Τσιτσεκλή



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου