Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2020

Η μελαγχολία του δρόμου - Ιστορίες με (και για) μηχανές

Το 2010 ο Ηλίας Μπαρμπίκας και ο Κώστας Ζαχαρόπουλος συγκέντρωσαν ιστορίες από εκατό περίπου μηχανόβιους κάθε ηλικίας με τους οποίας μίλησαν μαγνητοφωνώντας τις συνεντεύξεις. Το βιβλίο τους Οι μηχανόβιοι, εκδόσεις Καστανιώτη (2η έκδοση) είναι από τα καλύτερα του είδους και παρουσιάζει κάποιες πολύ γοητευτικές και μη καταγεγραμμένες πτυχές της μεταπολιτευτικής ελληνικής κοινωνίας σε μια εποχή όπου οι νέοι ήταν πολύ περισσότερο κινητικοί και δραστήριοι από τους σημερινούς που έχουν εγκλωβιστεί σε κινητά και υπολογιστές.

Ενδιαφέρον είναι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι μοτοσικλετιστές, όπως ο Γιώργος Πιεράκος, έμπορος μοτοσικλετών από τον Άλιμο, που έχει στα χέρια του μια παλιά BSA (εκείνη την μοτοσυκλέτα με το καλάθι στο πλάι) την οποία είχαν φέρει στη Ελλάδα οι Άγγλοι κατά τη διάρκεια του πολέμου:
Πρόσεξε με, είναι χωρίς χιλιόμετρα το μηχανάκι, καινούριο, είναι κούτα. Είναι τόσο ορίτζιναλ, που ακόμα κι η λάμπα του είναι λούκας, η σέλα του είναι δερμάτινη βίντσι, η πλεξούδα του είναι καλωδιωμένη με πανί, οι φλάντζες από φελλό, τα λάστιχα του καουτσούκ από την Ινδία, η τσιμούχα στον άξονα της μανιβέλας από καννάβι!
Ο ίδιος μοτοσικλετιστής μιλά για τους αγώνες που λάμβαναν χώρα παλιότερα:
Αγωνιστικό επίπεδο στην Ελλάδα το 1986. Κρήτη, Τυμπάκι, έχω και φωτογραφίες να σου δείξω, μοτοσικλέτα σκελετός: ο κινητήρας από Σουζούκι που το κλαίει κάποιος τουρίστας, το μπροστινό από Μότο Γκούζι, πίσω δισκόπλακα από Μίνι Κούπερ φτιαγμένη στον τόρνο, οι ρόδες δε θυμάμαι από τι και ούτω καθεξής. Έτσι φτιαχνόταν μια αγωνιστική μοτοσυκλέτα τότε.
Σε μια τρίτη ιστορία, ο Γιώργος Πιεράκος μιλά για μια Χόντα CB 750 KO του 1966, που ανήκε σε κάποιο νεαρό ο οποίος είχε φύγει στην Αμερική, όπου πέθανε. Η μηχανή έμεινε για δεκαετίες στον δεύτερο όροφο κάποιου γκαράζ:
Ξέρεις, έχει ξηρό κάρτερ και έχει ακόμα το λάδι του 1966, το συντήρησης Χόντα. Αυτό το λάδι το έχω για άρωμα, ξεβιδώνω το κάρτερ και κάνω μια έτσι και ευωδιάζει. Το πετάς αυτό το λάδι τώρα; Έχει τα Μπρίτζεστον τα λάστιχα , τα οποία δεν είχανε ξεφουσκώσει! Δηλαδή, φαντάσου, αν πάρουμε ένα μετρητή Γκάιγκερ και μετρήσουμε τον αέρα στα λάστιχα, κάτι θα βρούμε από ραδιενέργεια. Από το 1966 σου μιλάω, τότε υπήρχε ακόμα στον γιαπωνέζικο αέρα κάτι πυρηνικό, Χιροσίμα κι έτσι, δεν τον χαλώ εγώ τον αέρα αυτόν…
Ο Γιάννης Ντρενογιάννης, δημοσιογράφος από την Αθήνα, εξηγεί πώς πείραζαν τις μηχανές:
Πάω λοιπόν, ξεκαλουπώνουμε το μπροστινό, βγάζουμε τις μπουκάλες και τις ανοίγει ο Μήτσος με διάφορους εξολκείς. Πετάγονται τα λάδια έξω , φωνάζει, "Τι λάδι είναι αυτό ; Τριαμισάρι; Αυτό ούτε για εντριβή δεν κάνει". Τέλος πάντων, βρίσκει δυο παλιά ελατήρια σκουριασμένα, που μοιάζανε σε μήκος και διατομή με τις Μπάντιτ. Επειδή λοιπόν ο Μήτσος ήθελε να πάει εκδρομή με την γκόμενα, δουλέψαμε όλο το βράδυ, τα ξεσκουριάσαμε, τα περάσαμε στις μπουκάλες, ρίξαμε λάδι οχταμισάρι…
Θυμάμαι για το λάδι επειδή και οι δύο, κι εγώ κι ο Μήτσος, είμαστε ντουκατίστι. Άμα έχεις Ντουκάτι, πρέπει να μάθεις να φτιάχνεις τη μοτοσικλέτα μόνος σου. Γιατί αυτές δε δουλεύουν ποτέ. Για να ρυθμίσουμε τις βαλβίδες με τα φιλεράκια, μπορεί και να μας έπαιρνε τρεις μέρες και στο τέλος ήτανε και αρρύθμιστες. Μόνο όταν αποφασίσανε στην Ντουκάτι να βάλουν γιαπωνέζικα καρμπιρατέρ, μόνο τότε ήρθανε τα μηχανάκια αυτά και δουλεύανε μαζί οι κύλινδροι τους σε αγαστή συνεργασία… Επειδή λοιπόν τα είχαμε περάσει, ξέραμε και να λύνουμε και να δένουμε. Τελειώνουμε την πατέντα στα αμορτισέρ της μπαντίτ, ξαναμοντάρουμε το μπροστινό, δοκιμάζουμε και είναι αστέρι…
Μια εικόνα από αυτόν τον περίεργο κόσμο που θυμίζει ταινία δίνει ο Άρης Γκούμας, ιδιωτικός υπάλληλος από την Αθήνα, του οποίου είχαν κλέψει το μηχανάκι και χάλασε τον κόσμο για να το βρει:
Ένας φίλος της αδερφής μου, που ήταν κυκλωμένος στην Καλλιθέα, ήρθε και με πήρε ένα βράδυ και πήγαμε σ’ ένα κρυφό μπαρ, δεν είχε ούτε ταμπέλα απ’ έξω. Κατά τη μία τα μεσάνυχτα έσκασαν δυο τύποι, με σύστησε και τους είπα το πρόβλημα. Είπαν πως θα ρωτήσουν να μάθουνε και μου δώσανε ραντεβού για το επόμενο βράδυ. Ξαναπήγα και τους βρήκα, είχανε μαζί τους έναν τρίτο, έναν ινδιάνο με μακρύ ίσιο μαλλί και μαύρο δερμάτινο μπουφάν. Ο ινδιάνος με πήρε παράμερα και μου είπε πως βρέθηκε η μηχανή μου, πως είναι εντάξει  αλλά αυτοί που την έχουν θέλουν τριάντα χιλιάδες δραχμές για να τη δώσουν πίσω. Δόθηκαν εγγυήσεις ότι δεν θα ανακατευτεί η αστυνομία και συμφωνήσαμε η ανταλλαγή να γίνει το Σάββατο, σε καφετέρια στο Μπραχάμι. Πήρα τον αδερφό μου και το παπάκι του και πήγαμε στο Μπραχάμι. Ο ινδιάνος άργησε σχεδόν μια ώρα και ήρθε τελικά πάνω σ’ ένα στριτ χωρίς πινακίδες. Τον ακολουθήσαμε στην Ηλιούπολη, σε μια άλλη καφετέρια, που ήτανε σε όροφο. Εκεί μας είπε πως έπρεπε να πάρει κι αυτός τρία χιλιάρικα για τη μεσολάβηση. Σε δέκα λεπτά είδα τη μοτοσικλέτα μου να περνάει στο δρόμο από κάτω. Την κουβαλούσαν δυο πιτσιρικάδες, ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών. Σε λίγο ξαναπέρασαν από την καφετέρια και σταμάτησαν λίγο παραπέρα. Ο ινδιάνος μού έκανε ένα νόημα του στυλ "φέρ’τα", ξεχώρισε τρία χιλιάρικα, τα έβαλε στην τσέπη και βγήκε έξω. Έδωσε τα λεφτά στους πιτσιρικάδες, αυτοί κατέβηκαν από τη μηχανή και χάθηκαν…


Εντυπωσιακές είναι οι περιγραφές διαδρομών από μοτοσυκλετιστές:
Πέρσι το Πάσχα ήθελα να κατέβω Ελαφόνησο. Ήμουνα αγριεμένος, με βασάνιζε και μια γκόμενα και αποφάσισα να κατέβω κάτω με το μηχανάκι. Μου λένε οι φίλοι "Άστο, να κατέβουμε μαζί με το αυτοκίνητο". Σκέφτομαι, τι θα κάνω εκεί πέρα χωρίς τη μηχανή, θα κάθομαι μόνος στη παραλία; Άσε θα πάω με τη μηχανή. Αυτό θα ήτανε το πρώτο μου ταξίδι μετά τα Χριστούγεννα που είχα σπάσει σε χύμα (πτώση) τα χέρια. Σαββατοκύριακο έδινε βροχές, χαμός και τέτοια. Λέω θα κάνω Πάσχα στην Αθήνα και θα φύγω Δευτέρα του Αϊ Γιωργιού. Ξυπνάω Δευτέρα πρωί, λιακάδα. Φορτώνω τα πράγματα στη μηχανή, ξεκινάω, με το που περνάω Αρτεμίσιο, μαυρίλα, βροχή. Σταματώ, πίνω ένα καφεδάκι, βάζω ό,τι είχα πάνω μου, ξεκινάω, πολλή βροχή έφαγα. Και να μη βλέπω και φως, παντού μαυρίλα. Ευτυχώς δεν είχε κρύο. Εκεί που αρχίζω να κατεβαίνω για Σπάρτη, είδα πέρα τον κόλπο και είχε λίγο ήλιο. Λέω εντάξει, ανοίγει ο καιρός. Φτάνω Σπάρτη, παρκάρω, μπαίνω σ΄ ένα καφενείο , παραγγέλνω ένα εσπρέσο, απλώνω την πραμάτεια να στεγνώσει..
(Νίκος Έξαρχος, ηχολήπτης, Εξάρχεια)

Τέλος πάντων, πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Από Σάρτη η Θεσσαλονίκη δεν είναι μακριά, αλλά τότε εντάξει, πρώτο ταξίδι, μου φαινόταν δρόμος, ήταν και νύχτα… Έχουμε ξεκινήσει κατά τις έντεκα και μισή το βράδυ και κάποια στιγμή σβήνω για γούστο τα φώτα. Διαπιστώνω ότι μπορώ άνετα να οδηγήσω, γιατί έχει πανσέληνο. Και αρχίζω να πηγαίνω μόνο με το φως του φεγγαριού. Αυτή τη διαδρομή δε θα την ξεχάσω ποτέ.
(Πέτρος Σταμάτης, βιβλιοπώλης, Θεσσαλονίκη)

Όταν έγινε ο σεισμός του 2002 στην Ηλεία διαβάζω ότι οι ιαματικές πηγές στο Κουνουπέλι, που ήταν τριάντα χρόνια στεγνές, ξαναβγάλανε νερό. Ξεκινάω λοιπόν με το Καβασάκι το KLR το εξίμιση να δω από κοντά το φαινόμενο. Φτάνω εκεί, βρίσκω τις εγκαταστάσεις των λουτρών καθαρισμένες,  με εμφανή σημάδια ότι χρησιμοποιούνται. Νερό όμως πουθενά. Ρωτάω και μαθαίνω ότι το ιαματικό νερό ξαναχάθηκε μόλις την προηγούμενη μέρα, ύστερα από έναν μετασεισμό... Απογοητευμένος,ξεκινάω να γυρίσω Αθήνα.
(Ηλίας Μπαρμπίκας, δημοσιογράφος, Κυψέλη)

Αυτή η διαδρομή μου έχει τυπωθεί στο μυαλό. Γιατί το καλοκαίρι που είχε περάσει είχα δει τον Οιδίποδα, και είχε κολλήσει στο μυαλό μου ότι από δω που περνάω είχε περάσει τυφλός ο Οιδίποδας. Φοβερό τώρα! Εκεί είχανε γίνει μάχες μεγάλες, και έβλεπα τα χωράφια να είναι χρυσαφί, τον ήλιο να πέφτει, έβλεπα πλατάνια, τους σταθμούς του τρένου, τις γραμμές, τα ποτιστικά, αυτή τη μελαγχολία του δρόμου. Και προσπεράσεις, συνεχείς προσπεράσεις.
(Άρης Γαβριελατος, κοσμηματοπώλης, Περιστέρι)

Ο μοτοσυκλετιστές δεν σταματούν φυσικά εντός των συνόρων, το μέσο που διαθέτουν τούς επιτρέπει να ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο:
Έχω πάει με τον ΕΟΣ Αχαρνών ανάβαση στο Κιλιμάντζαρο, το 1991, και έχω πάθει πλάκα με την Τανζανία…
...ένα πρωί ξεκινάμε από Αρούσα, μπροστά τα 4x4 με τους τουρίστες, πίσω εγώ με τη μηχανή και από κάτι φοβερούς λασπόδρομους φτάνουμε λέικ Μανιάρα. Σημειωτέον ότι εκεί οι οδικές αρτηρίες δεν διασταυρώνονται. Υπάρχει ένας δρόμος που πάει από την Αρούσα στη Μανιάρα, από κει άλλος για Ν’γκόρο Ν’γκόρο φερ ειπείν αλλά αυτοί δεν διασταυρώνονται. Αν κάνεις λάθος, απλά γυρνάς πίσω και ξαναδοκιμάζεις. Κατασκηνώνουμε στη Μανιάρα και το πρωί αυτοί θα συνέχιζαν γι’ αλλού, εγώ ξεκίνησα να επιστρέψω Αρούσα. Φεύγω, και αφού έχω οδηγήσει τρεις ώρες ξαφνικά στην ερημιά συνειδητοποιώ ότι έχω πάρει λάθος δρόμο. Το χειρότερο πως έχει ανάψει το λαμπάκι των λαδιών. Τελείως κόκκινο. Κάνω έτσι σ’ ένα λοφάκι και βλέπω μπροστά μου ένα χωριό. Μικρό, το ένα τρίτο της Αρούσας. Λεγόταν Ν’μπίλι. Και φυσικά δεν είχε ούτε βενζινάδικο ούτε συνεργείο. Είμαι λοιπόν σταματημένος στο χωριό, με τριγυρίζουν οι μαύροι, προσπαθώ να τους εξηγήσω πως έμεινα από λάδια, τέλος πάντων με πάνε σε μια καλύβα όπου γνωρίζω τον Μπρόνσον . Ήταν ένας αράπης χωρίς πόδια, περπάταγε με τα χέρια, ήτανε μηχανικός! Του εξηγώ το πρόβλημα μου και μου λέει "Άι γουίλ φιξ ιτ. Ιτ ις στρέιντζ μπατ άι γουίλ φίξ ιτ". Παίρνει λοιπόν ένα μπολ, βάζει μέσα κάτι σαν αλεύρι και ρίχνει κι ένα αναψυκτικό, την τοπική κόκα κόλα, από ένα μικρό σκούρο μπουκαλάκι. Ωχ, σκέφτομαι, βουντού θα κάνει. Αρχίζει ν’ ανακατεύει το μείγμα κι αυτό γίνεται ένα παχύρρευστο πράγμα στο χρώμα του χουρμά. Λέω, αυτό το πράγμα μοιάζει με λιπαντικό, άρα δεν σκοπεύουν να με φάνε και τώρα φτιάχνουν τη σάλτσα... Το ετοιμάζει ο Μπρόνσον το υγρό, τσουκ τσουκ το ρίχνει στο κάρτερ και μου λέει, "Δις γουίλ τέικ γιου του Αρούσα"... ιτ τοοκ μι του Αρούσα! 
(Γιάννης Σταυρόπουλος, μουσικός, Παγκράτι)

Ήτανε το πρώτο μου ταξίδι εκτός Ελλάδος και υπήρχε το σχετικό τρέμουλο. Τελικά με το που πάτησα το πόδι στην Τεργέστη, διαπίστωσα ότι τα πράγματα ήταν πιο εύκολα έξω απ’ ό,τι μέσα. Υπήρχε προσοχή στον μοτοσικλετιστή. Το πρώτο σοκ ήτανε οι οτοστράντες, δρόμοι απίστευτοι, ευθείες, καλή άσφαλτος. Κάνα-δυο φορές που βρήκαμε μποτιλιάρισμα, πήγαμε να περάσουμε από τη βοηθητική λωρίδα κι αρχίσαμε να ακούμε φωνές μέσα από τα αυτοκίνητα, κορναρίσματα σα να μας τη λένε… σιγά-σιγά αρχίσαμε να μπαίνουμε στο πνεύμα, να σταματάμε στις λωρίδες διάβασης πεζών, να δίνουμε προτεραιότητα, κάποια πράγματα που ειλικρινά δεν είχα συνηθίσει στην Ελλάδα. Στην Ιταλία έχουμε παρκάρει σε μια πόλη, δίπλα σ’ ένα ποτάμι, λιώνει η άσφαλτος από τη ζέστη και βουλιάζει το σταντ μιας από τις μηχανές, πέφτει κάτω, λύνεται η βαλίτσα, ανοίγει, χύνονται τα ρούχα όλα στο ποτάμι… Αργότερα την ίδια μέρα, οδηγούσαμε σ’ έναν επαρχιακό δρόμο, βλέπουμε τα αυτοκίνητα σταματημένα. Ελληνάρες εμείς, οδηγώντας σιγά-σιγά από δεξιά, φτάνουμε μπροστά εκεί που σταματάγανε τα αυτοκίνητα. Βλέπουμε αστυνομία, μας βάζουν το σχετικό χέρι για την παρανομία, και όπως αριστερά ήταν γκρεμός, ακούμε θόρυβο και βλέπουμε να εμφανίζεται από τον γκρεμό ένα ελικόπτερο και να σηκώνει ένα φορείο κρεμασμένο με συρματόσκοινα. Ένα ασθενοφόρο που περίμενε παραλαμβάνει το φορείο και φεύγει αέρα. Το ελικόπτερο ξαναβουτάει κάτω στον γκρεμό και μετά από δέκα λεπτά εμφανίζεται, σηκώνοντας ένα GPR Χόντα, τσακισμένο... Όταν βλέπαμε μηχανές από την απέναντι πλευρά ν’ αναβοσβήνουν τα φώτα, ξέραμε πως ήταν Έλληνες. Οι Ευρωπαίοι αναβοσβήνανε φώτα μόνο όταν υπήρχε πρόβλημα, χαιρετάγανε με το χέρι. Οι Γερμανοί σηκώνανε το πόδι. Στην Ελβετία περάσαμε ένα τούνελ το οποίο ήτανε δωδεκάμισι χιλιόμετρα, βαρέθηκα να οδηγάω σε κλειστό χώρο. Ήταν το τούνελ όπου έγινε μετά το μεγάλο δυστύχημα με την νταλίκα. Μόλις βγήκαμε, βρεθήκαμε σε φρέσκο χιόνι! 6 Αυγούστου! 
(Γιάννης Ξενάκης, ιδιωτικός υπάλληλος, Αθήνα). 

Απόστολος Σπυράκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου