Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Εικόνες επιδημίας από το παρελθόν

Οι επιδημίες στην ελληνική χερσόνησο δεν είναι κάτι καινούριο. Από τον καιρό του Ιπποκράτη κι ακόμα παλιότερα, οι κάτοικοι αυτού του τόπου είχαν να αντιμετωπίσουν ασθένειες μεταδοτικές. Ο γνωστός Ιστορικός Κώστας Κωστής στο βιβλίο του Τον καιρό της Πανώλης- Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου 14ος- 19ος αιώνας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) μελετά το φαινόμενο των επιδημιών της πανώλης, βασισμένος σε βιβλία, μαρτυρίες, χρονικά και παρατηρήσεις γιατρών που έζησαν σε μια εποχή εντελώς διαφορετική. Η προέλευση και η πρόβλεψη της ασθένειας αποτελούσαν μυστήριο για τους ανθρώπους που ζούσαν πριν από 500 χρόνια και μια μέθοδος πρόβλεψης ήταν η αστρολογία. Σύμφωνα μάλιστα με όσους παρατηρούσαν τα αστέρια,  αναμενόταν έξαρση της επιδημίας τότε, επειδή η σύνοδος του Δία με τον Άρη και τον Κρόνο στον αστερισμό του Υδροχόου θα συνέβαινε στις 20 Μαρτίου 1345. Αφού έκανε τον καταστροφικό της κύκλο επί αιώνες, τελικά γύρω στο 1830 η πανώλη  εξαφανίστηκε από τα Βαλκάνια και την Ελλάδα με τρόπο μυστήριο όπως εμφανίστηκε κατά τον 12ο αιώνα.

Οι αντιδράσεις όσων πλήττονταν ήταν ποικίλες, κατά τον ιστορικό του βυζαντίου Κριτόβουλο (1467): "τισίν μεν αναισθησίαν ενειργάζετο και ύπνον βαρύν και καταφοράν, τισί δε τουναντίον φρενίτιν και παραπληξίαν και αγρυπνίαν επεφερεν." Ο μεταγενέστερος γιατρός Πετράκης Ηπίτης στην Λοιμολογία του (1816) παραθέτει και κάποια άλλα συμπτώματα: "Οι πανωλισμένοι ομοιάζουν εις την αρχήν του κακού μάλλον με περιπατούντες μεθυσμένους· η αϋπνία, στεναχωρία και αδημονία των φθάνει εις τον έσχατον βαθμόν. Η απάθεια και αδιαφορία των δεν είναι τόσον μεγάλη, μ’ όλον ότι ποτέ δεν λείπει. Αι εσωτερικαί αισθήσεις των ακονίζονται περισσότερον, βλέπουν φαντάσματα φρικτότατα· φόβος και τρόμος έρχεται επ’ αυτοίς, όστις σύγκαιρα τους κρημνίζει εις τον τάφον."

Μια αιτία μετάδοσης της πανώλης κατά τους περιηγητές ήταν η αφαίρεση των ρούχων από τους νεκρούς και η χρήση τους εκ νέου, καθώς και η συνήθεια των νησιωτών του Αιγαίου να τους αποχαιρετούν φιλώντας τους στο στόμα. Άλλη αιτία ήταν οι ναυτικοί που ερχόταν από μακρινές χώρες, γι' αυτό και, όταν αποκτήθηκε κάποια εμπειρία διαχείρισης, τούς απέκλειαν σε καραντίνα στα λοιμοκαθαρτήρια που είχε κάθε μεγάλο λιμάνι. Αυτό συνέβαινε βέβαια εφόσον είχαν καταφέρει να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο βυζαντινός λόγιος Δημήτριος Κυδώνης (1324-1397) περιγράφει εντυπωσιακά περιστατικά καραβιών που έπλεαν ακυβέρνητα,  καθώς είχε αποδεκατιστεί το πλήρωμά τους.

Μπροστά στον κίνδυνο, οι αρχές κάθε τόπου προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν το κακό όπως μπορούσαν. Στην Ρόδο. ο Μεγάλος Μάγιστρος των Ιπποτών του θα διατάξει το χτίσιμο των στενών που οδηγούν στη συνοικία απ' όπου ξεκίνησε η πανώλη (1498-1499). Σε άλλες περιπτώσεις, οι πανωλόβλητοι περιορίζονται έξω από τους οικισμούς σε κάποιο εγκαταλειμμένο μοναστήρι ή άλλο κτίσμα που διαμορφώνεται ειδικά για τον σκοπό αυτό. Το 1676 στη Νάξο,  οι ασθενείς θα περιοριστούν στο παλιό μοναστήρι των Καπουκίνων του νησιού,  ενώ οι κάτοικοι της Χώρας εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για να εγκατασταθούν στη συνοικία του Αγίου Ηλία του Μπούργκου. 

Κατά τη μεγάλη επιδημία του Ηρακλείου, στα 1592-1594, οι βενετικές αρχές της πόλης περιορίζουν τους ασθενείς στο Ακρωτήριο και την ίδια στιγμή κλείνουν τις οδούς επικοινωνίας της πόλης με την ύπαιθρο, όπου το θανατικό δρούσε με ιδιαίτερη βιαιότητα. Αλλού πάλι,   οι άρρωστοι απλά εξορίζονταν στην ύπαιθρο κι αφήνονται στην τύχη τους. Σε μερικές περιοχές, τα μέτρα ήταν πολύ σκληρότερα. Στην Κέρκυρα του 1815-1816,  η επιδημία φαίνεται ότι έφτασε από κάποιο λαθρέμπορο σε μια εποχή που τέτοιες δραστηριότητες ανθούσαν και οι αγγλικές αρχές ανάγκασαν τους κατοίκους ενός χωριού, του Μαραθιά, απ’ όπου θεώρησαν ότι ξεκίνησε η επιδημία, να το εγκαταλείψουν για να βάλουν φωτιά στα σπίτια στη συνέχεια. Για την απολύμανση σπιτιών στην πόλη της Κέρκυρας έφεραν καταδίκους από τη Μάλτα, στους οποίους έδωσαν ελευθερία ως ανταμοιβή. Από τους 64 επέζησαν για να τη χαρούν μόνο οι 14. 

Το 1702 οι κάτοικοι της κεντρικής Ελλάδας, οι Αρτινοί το 1760 και οι Σιατιστινοί το 1814, κλείνονται στα χωριά και τις πόλεις τους, διώχνοντας τους δυστυχείς αρρώστους μέχρις ότου καταλαγιάσει το κακό, παραβιάζοντας κάθε έννοια χριστιανικής ηθικής. Στα 1820, η επιδημία στα Ιωάννινα θα οδηγήσει στο κλείσιμο όλων των χανιών,  οινοπωλείων και φούρνων,  προκαλώντας προβλήματα στον ανεφοδιασμό του πληθυσμού. Οι συντεχνίες θα ανοίξουν και πάλι τα μαγαζιά τους μόνο κατόπιν εντολής του Αλή Πασά. Στην Σύρο, οι αρχές τονίζουν την ανάγκη να σκαφθούν τάφοι βαθιοί γιατί καραδοκούν τα σκυλιά. Πανηγύρια περίφημα, όπως αυτό της Ελασσόνας και της Δόλιανης,  ματαιώνονται ύστερα από πληροφορίες για εξάπλωση της επιδημίας, που σκόπιμα διαδίδονται από ανταγωνιστικές συντεχνίες άλλων πόλεων. 

Στην Θεσσαλονίκη του 1801, οι πόρτες παραμένουν σφραγισμένες κατά την ακμή της επιδημίας και οι προμήθειες μπαίνουν πάνω από τα τείχη με τη βοήθεια περιστρεφόμενων μηχανών σαν αυτές που χρησιμοποιούν στα μοναστήρια. Το ίδιο συμβαίνει και με την πόλη του Χάνδακα ( Ηράκλειο), δύο και περισσότερους αιώνες νωρίτερα όπως αφηγείται ο χρονογράφος: "Τον φόρον είχασιν έξω στην πόρτα του Χριστού του Φωτοδότη κεκλεισμένον με τράβες, να παίρνουν οι άνθρωποι της χώρας τα φαγία, να μην εγγίζη τινάς των ανθρώπων όπου εστέκασιν έξω."  

Το επικίνδυνο έργο της ταφής το αναλαμβάνουν σε πολλές πόλεις οι λεγόμενοι "μόρτηδες"-άνθρωποι που πέρασαν την αρρώστια κι απόκτησαν ανοσία- αμειβόμενοι αδρά. Στη Λευκάδα του 1744, καθώς οι χωρικοί που εκτελούσαν αυτό το έργο μέχρι τότε αρνούνται "έστω και αν επληρώνοντο με τόσο χρυσάφι", προσλαμβάνονται ειδικοί από την Άρτα που βρίσκουν 40 άταφα πτώματα και μέχρι το τέλος της επιδημίας θα θάψουν άλλους 800. Αφού ξεκαθαρίσει η κατάσταση,  ο Γενικός Προβλέπτης της Θάλασσας θα τους υποβάλει σε ανακρίσεις και βασανισμούς, κατηγορώντας τους για κλοπές, γεγονός ύποπτο ασφαλώς. Η ταφή των νεκρών σε περιόδους επιδημίας είναι έργο θεάρεστο, όπως αναφέρει ο Παπασυναδινός, ένας οξυδερκής ιερέας που μας άφησε Το χρονικό των Σερρών (πρώτο ήμισυ του 17ου αι.): "διότι το να θάφτη κανείς τους νεκρούς πολύ συγχώριον κάμει και όποιος κάμει αυτό το καλόν, πολύ συγχώριον ακούει." Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες που επικρατούσαν τότε, το σώμα κάποιου άταφου Χριστιανού που θα ταφεί σε τάφους ομαδικούς "άψαλτος ωσάν τους κύνας" διακινδύνευε την τύχη του στη μέλλουσα ζωή και μπορούσε να οδηγήσει στο βρικολάκιασμά του. Γι' αυτό και μια ταπεινή μοναχή από ένα μοναστήρι της Σκύρου, που πέθανε το 1706, είχε αφήσει εντολή στη διαθήκη της, το σπίτι της να παραχωρηθεί σ’ εκείνους που θα φροντίσουν τα έξοδα για την ταφή της.

Οι αριθμοί των θυμάτων που παρατίθενται από τους χρονογράφους έχουν μια χροιά μυστικισμού. Για παράδειγμα, στην επιδημία που χτύπησε τα Τρίκαλα το 1814 αναφέρονται 7.777 νεκροί. Στη σύγχυση που επικράτησε, κανείς δεν ήταν βέβαιος για το πού θα χτυπούσε το κακό. Σε μια περίπτωση του 1592-1594 στο Ηράκλειο αναφέρεται: "Η συμφορά αυτή έγινε εις το Κάστρον και εις καμπίσια χωριά. Τα Χανία και το Ρέθεμνος έμεινα άγευστα του κακού τούτου." Τις πιο πολλές φορές όμως η πανώλη δεν κάνει διακρίσεις. 

Στο Χρονικόν του Γαλαξειδίου (1054), ο ιερομόναχος Ευθύμιος σημειώνει: "ύστερα από κάμποσα χρόνια, μια λοιμική ασθένεια, πανούκλα διαβολική, ερημάζοντας πολλές πολιτείες, έποικε εξολόθρεμα και κατά μέρη Σαλόνου, Λιδορίκι, και Έπαχτου και Γαλαξείδι. και με πολλές μετάνοιες, παρακλήσεις και ταξίματα έδιωξε ο θεός αυτήν την πανούκλα, που πολύν κόσμο εξολόθρεψε." Ο Παπασυναδινός, σημειώνει μ’ ένα τρόπο στερεότυπο για τις αφηγήσεις αυτού του είδους: "Τω αυτώ χρόνω από τον Σεπτέμβριον μήναν και όλον τον χειμώνα και όλον το καλοκαίρι τόσον μεγάλον θανατικόν εγίνη εις τους ανθρώπους εις όλον τον κόσμον… και δεν αφήκε ούτε κάστρη, ούτε χώρες αβλάβους ούτε σπίτι και δεν το εθυμήθην κανείς από τους γέροντες εις τον καιρόν τους να διεδράμη τόσον τόπον… και τόσον κακή ήταν η πανούκλα ότι όποιος την έβγαζε πλέον γλυτωμόν δεν είχεν…"

Η καλύτερη λύση είναι πάντα η φυγή και ο Παπασυναδινός συμβουλεύει σχετικά: "να πάρης την γυναίκα σου και τα παιδιά σου, να φύγης εις άλλον μακρινόν τόπον και πλέον να μην ανεκατώνεσαι και φυλάγου από εκείνο το σπίτι το μολεμένον, να μην πάρης τίποτες, ούτε κρυφά ούτε φανερά, διότι εκείνο το παραμικρόν είναι ωσάν μία σκαντζηλήτρια στία και ανάφτει και καίει ένα ορμάνι και ένα κάστρον." 

Στην Τριπολιτσά του 19ου αιώνα οι εύποροι φεύγουν για τα περίχωρα της Καρύταινας που θεωρούνταν εξαιρετικά υγιεινή τοποθεσία. Στα 1592- 1594 στο Ηράκλειο και τα περίχωρα του: "οι άρχοντες έμειναν αθώοι του κακού τούτου διότι έφυγαν από την Χώραν και εκρύπτοντο εις τα χωρία τους με καλαίς βιγίλαις να μη σιμόση τινάς εκεί όπου εβρίσκοντο." Η φυγή δεν είναι εύκολη για όλους, οι πλούσιοι έχουν πάντα το πλεονέκτημα να επιλέξουν, έχοντας αποθέματα τροφίμων μπορούν να ακολουθήσουν την αντίθετη τακτική, μένοντας στα σπίτι τους το κρίσιμο διάστημα. Ο Γάλλος πρόξενος στην Άρτα Julien, στη διάρκεια της επιδημίας του 1764-1765, μένει περιορισμένος στην οικία του για δέκα ολόκληρους μήνες, διάστημα κατά το οποίο πεθαίνει το ένα τρίτο των κατοίκων της πόλης και οι επτά συγκάτοικοι του προξενείου του. Άλλοι πάλι γλυτώνουν το κακό, λόγω των συνθηκών διαβίωσης, όπως σημειώνει ο γιατρός Πετράκης Ηπίτης το 1816: "Διά καθαριότητος και λούσεως του σώματος προφυλάττονται κάλλιστα από την πανώλην· διά τούτο κολλά πολύ σπανιότερα τους πλουσίους παρά τους πτωχούς." Το 1828, όταν η επιδημία πλήττει την Αίγινα, σε μια σημείωση σε κάποιο έγγραφο παρατηρείται: "Είναι όμως επιδημία φολοαρχοντική, διότι μέχρι τώρα κανένας δεν απέθανεν από τους όσοι έχουν τα μέσα να περιποιώνται , και μόνον οι δυστυχείς των καλυβών."

Οι άνθρωποι μπροστά στον κίνδυνο στρέφονται φυσικά προς τον Θεό, την Παναγία και τα μοναστήρια, ζητώντας διαμεσολάβηση για να σωθούν. Τούτο συμβαίνει στην Γορτυνία του 1688 : ‘’ Ιδών ο Κυρ Κανέλος Καράκαλλος τον φοβερόν θάνατον της πικροτάτηςη πανούκλας, επικαλέσθηκεν την υπέραγνον Θεοτόκο του μοναστηριού των Αιμυαλών, "ίνα βοηθήση αυτόν της πικροτάτης αυτής ασθενείας και αφιέρωσε εις το αυτό μοναστήριον τα χωράφια, όπου είχεν…" Στις Σέρρες πάλι, το 1641-1642 μας λέει ο Παπασυναδινός: "Και πολλοί τίνες από τους ιερείς και τους κοσμικούς ενήστευσαν και τριήμερα ευχέλαια έψαλλαν και ελεημοσύνη έδωσαν εις φυλακήν, εις χήρες, εις αστενείς εις αδυνάτους, εις στενοχωρημένους και εις επτωχούς, και εξομολογήθηκαν και σαρανταλείτουργα έκαμαν και άλλα πολλά έκαμαν κρυφά διά να γένη ίλεως ο πανάγαθος θεός εις το πλάσμα του."

Απόστολος Σπυράκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου