Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Φωτογραφία και ποίηση: μια σύντομη ανθολογία

Φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης

Η ακόλουθη σύντομη ανθολογία ποιημάτων που αναφέρονται στην τέχνη της φωτογραφίας βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην Ανθολογία: Ποιήματα και Τραγούδια για τη Φωτογραφία του Δημήτρη Ασιθιανάκη (με εξαίρεση δύο ποιήματα: ένα του Ρίτσου και ένα της Γώγου που προέρχονται από προσωπική έρευνα). Η προαναφερθείσα ανθολογία διανέμεται δωρεάν στους ενδιαφερόμενους από τον ίδιο τον ανθολόγο, τον οποίο μπορείτε να βρείτε στο facebook (www.facebook.com/dimitrios.asithianakis), να τον κάνετε φίλο και να του τη ζητήσετε...


"Λήψη από το ελικόπτερο ΙΙ" - Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου

Φορά το ενδεχόμενο κατάσαρκα και τρέμει.
Μια κάμερα περνώντας τη δεντροστοιχία της φυγής
κινηματογραφεί ζωή και βλεφαρίζει
σκύλο που θάβει κόκαλα στο χώμα



"Φωτογραφίζω" - Δημήτρης Ασιθιανάκης

Κοιτάζω το κόσμο, τον φωτογραφίζω.
Ανάμεσα στις τέσσερις πλευρές
του κάδρου στριφογυρνάω το βλέμμα μου.
Ανατολή, δύση, φωτογραφίζω.
Βορράς, νότος, φωτογραφίζω.
Γυρνάω από δω κι από κει, φωτογραφίζω.
Κοιτάζω και σένα.
Σε κοιτάζω μέσα απ'τη φωτογραφική μου μηχανή,
μπορώ να σε φωτογραφίσω ή όχι,
μπορώ να σε θολώσω,
να σε κουνήσω,
να σε σκοτεινιάσω,
να σε κάψω,
να σε πλαγιάσω...
και γω σ'ερωτεύομαι!



"Το μπλε που σε τυλίγει" - Μιχάλης Γκανάς

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι η στάχτη
του καμένου χρόνου.

Φυσάει ένας αέρας,
φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.
Από τα κάτω χρόνια.
Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,
εδώ σας πήρανε με φλας
φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι το φως
που εκτοπίζει ο θάνατος.
Κανένας δεν το βλέπει.
Κι όμως υπάρχει
και πληθαίνει.



"Η καταγωγή της οικογένειας" - Κατερίνα Γώγου

Σου την έφερα παλιομπάσταρδε.
Κάνω τράκα τσιγαράκι απ’ το πακέτο σου
και μου δίνεις φωτιά.
Φυσάω καρφί το καπνό
στα ξέθωρα απ’ τα γεράματα μάτια σου
και σε ρωτάω κοιτώντας τη φίλη μου
«σου γουστάρει η γκόμενα;»
Βγάζεις απ’ τ’ αρχαίο πορτοφόλι σου
μια φωτογραφία. Είμαι ‘γω 5 χρονών.
Μ’ έναν ηλίθιο φιόγκο στο κεφάλι
πάνω σε μια καρέκλα.
Μου λες με σπασμένη φωνή «Κοίτα πώς ήσουν μικρή…»
κι είσαι έτοιμος να τα μπήξεις
παλιομπάσταρδε δεν θα με ρίξεις.
Έρχεται η κόρη μου.
Της λες ευχαριστώ για το γλυκό
και μασάς αργά ένα βάτραχο.
Φοβάσαι.
Οι φλέβες σου φουσκώσανε
τα μενίγκια σου χτυπάνε
η σοκολάτα που ‘φερες για τη μικρή
έχει λιώσει στην τρύπια τσέπη σου
θα ‘χει κολλήσει στο σώβρακό σου.
Είμαστε ξανά οι δυο μας τώρα.
Εσύ συνταξιούχος μωρό μου.
Κι εγώ ανεβασμένη στην καρέκλα
με τον ίδιο ηλίθιο φιόγκο.
Με τον ίδιο ολόιδιο φόβο.
5 χρονών. 19 χρονών. 20. 30.
Όλη μου η ζωή πατέρα.


"Υποκατάστατο" - Κική Δημουλά

Σκορπίζουν τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ
πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχαὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ.

Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια
ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα
ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ
μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.

Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.

Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ
Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπηἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε
εἶναι ἡ ἀπουσία μας.



"Λόγος περί κάλλους" - Οδυσσέας Ελύτης

Φοβηθείτε
αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου

ή αν όχι τότε μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας
ακινητήσετέ το: αυτό που δίπλα μας
ολοένα μ' απίθανες χειρονομίες δρα:

το Ασύλληπτο!

α' δύο χέρια ωραία γυναίκας (ή και αντρός) που να 'χουν εξοικειωθεί
με τ' αγριοπερίστερα
β' ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να 'ναι από ρεύμα ηλεκτρικό
και ανύποπτα πουλιά
γ' μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
δ' το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης.

Θα 'χετε καταλάβει βέβαια τι εννοώ.



"Ο Φωτοφράχτης" - Ανδρέας Εμπειρίκος

Οι ώρες μέσα απ’ τους ιριδισμούς και τα παιχνίδια ρέουν, όπως ανάμεσα στα πολυτρίχια τα διαυγή νερά. Και ο ρεμβασμός με τα κλειδιά του ανοίγει τους ορίζοντες, που απλώνουν και αδιακόπως μεγαλώνουν, σαν κύκλοι πέτρας που έπεσε σε επιφάνειαν αδιατάρακτη από πράξεις φθαρτές και νόθες.

Όρθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας.

Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα· από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης επιθυμίας.

Γλυφάδα, 10.7.1960



"Foto lux" - Γιώργος Θεοχάρης


Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις.
Υπέρ των ανωνύμων που έγιναν επώνυμοι
μέσα από τα χημικά υγρά στο εμφανιστήριο.
Εδώ με τον πατέρα. Μπροστά στην κομπανία με τα κλαρίνα
Στο κέντρο «Εξοχικόν». Με τα μάτια ορθάνοιχτα
αντίκρυ στη μαγεία του μεγάλου πιάτου με τη λάμπα
και τις αστραπές. Λίγο μετά τον πόλεμο, σ᾽ένα χωριό
πούμαθε τον ηλεκτρισμό μέσ᾽ απ᾽ τα flash του φωτογράφου.
Εκεί στη μονοήμερη εκδρομή. Με μπλε ποδιές. Με τις λευκές
κορδέλες στα μαλλιά. Μαθήτριες που
ανέβαζαν στα μάτια την ψυχή τους και γίνονταν ωραίες
κάθε φορά που αναμέτριοντουσαν στο κλικ της μηχανής.
Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στη θύμηση.
Χαράσσοντας το negative της ύπαρξης,
το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας.
Εκεί λοιπόν επιβιώνει η αλήθεια της ζωής.
Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις.
Σ᾽ εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες
θα υπάρξουμε.
Ίσως γιατί τα κατσαρά δοντάκια τους στο περιθώριο
έχουν τη δύναμη να ροκανίζουν τη φθορά.



"Έτσι" - Κωνσταντίνος Καβάφης

Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.

Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη —
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.



"Φωτογραφία" - Χλόη Κουτσουμπέλη

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«Για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν
από τη φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.



"Περί φωτογραφίας" - Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γνώρισα τον λογοτέχνη
που ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος
πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι,
Ιδιόρρυθμος, και μου είπε κοφτά:
«Έλα στο στούντιο μου, θέλω να φωτογραφίσω
το στήθος σου γυμνό».

Σε αντίθεση, μετά από χρόνια,
ένας επαγγελματίας φωτογράφος γεμάτος λαγγεμένη
αβρότητα μου είπε: «Μέσα από το πρόσωπό σου
θέλω να φωτογραφίσω την ψυχή σου».



"Να το πληρώσει η KODAK" – Γιάννης Πατίλης

Αγαπώ τις φωτογραφίες
Είναι οι μόνες μου αποδείξεις
Πως υπάρχει το φως.



"Βίλα του Ανδριανού" - Τίτος Πατρίκιος

Στην αρχή θυμόμουν καλά το πρόσωπό σου.
Τα στάχυα των μαλλιών, τα φωτεινά σου μάτια...
Ήταν σαν μια φωτογραφία
πάνω από το κρεβάτι ενός φαντάρου.
Και με τις μέρες το χαρτί ξεθώριαζε
ξεφτάγανε οι γύψοι, απόμεινε στον τοίχο
ένα τετράγωνο άσπρο
έπειτα γκρεμίστηκε κι ο τοίχος
χάθηκαν τα σπίτια που δε θα ξαναζήσουμε ποτέ.
Μονάχα ο χώρος μας απόμεινε
όπως αυθαίρετα τον είχαμε ορίσει
ένα σημείο αναφοράς
ετεροειδών πραγμάτων. 



"Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού" - Γιάννης Ρίτσος
(απόσπασμα)

Φωνάξαμε τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον κάμπο.
Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το στρογγυλό τζαμάκι που ‘μοιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας. Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες
και ήλιος.
Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος…



"Το Άλμπουμ" - Γεράσιμος Ρομποτής


Κάποτε θα φύγεις
στάχτη θα γίνεις, που σκορπίζει στο φως

θα μείνει μόνο
το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες
αμέριμνα παιδικά μάτια, παγιδευμένα στην άγνοια
τρυφερό άγγιγμα, χέρι που αγκαλιάζει
έναν ώμο αγαπημένο.

θα μείνει μόνο
το ρίγος της αφής στο κίτρινο χαρτί, το δέρμα
που ανατριχιάζει στη μνήμη.


Φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης

Επιλογή και έρευνα:
Χριστίνα Λιναρδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου