Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Ο προηγούμενος θεός" του Ντίνου Σιώτη



Ο προηγούμενος θεός.

ο προηγούμενος θεός δεν θα έλεγα ότι ήταν ο πιο.
κατάλληλος γι’ αυτό θα συνιστούσα να παίρνετε έναν
απογευματινό υπνάκο βοηθά. τη σκέψη ξεκουράζει

σώμα και μυαλό καθαρίζει το νου κι όταν σηκώνεστε
απ’ τον καναπέ ή το κρεβάτι είναι σαν. να ξεκινάτε μια
καινούργια μέρα κι ας είναι απόγευμα άλλωστε στις έξη

είναι οι ειδήσεις που σας περιμένουν να συγκρουστείτε
μαζί τους σύντομα. η κατάσταση θα είναι εκτός ελέγχου
και οι γιατροί δεν θα επαρκούν για να. βάλουν φρένο στην

τραγωδία και οι νεκροθάφτες δεν θα είναι αρκετοί για να
θάβουν τους νεκρούς βρείτε. τρόπο να φέρετε αλλαγές
σε παλιές συνήθειες με νέα μέθοδο αργά. χαλαρά και

προσεκτικά αφήστε τους τίτλους τέλους του κορωνοϊού
να πέσουν στο δάπεδο, δεν θα το πάρει χαμπάρι κανείς
δεν θα. το καταλάβει ότι έχετε αρχίσει ξανά το έργο

Ντίνος Σιώτης
Τήνος, 20 Μαρτίου 2020
(αδημοσίευτο)

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

"Πικρά σταφύλια" της Όλγας Πατσούρα-Λένη

Συμβαίνει σπανίως, αλλά όποτε συμβαίνει συνεπάγεται για μένα ανανέωση της πίστης στη δύναμη της λογοτεχνίας: από τα δεκάδες βιβλία που λαβαίνω ή αγοράζω, περίπου τα μισά ή και λιγότερα είναι καλά. Όσο για τα πολύ καλά είναι πραγματικά μετρημένα στα δάχτυλα. Ένα τέτοιο πολύ καλό βιβλίο είναι τα Πικρά σταφύλια της Όλγας Πατσούρα-Λένη.

Το βιβλίο απαρτίζεται από 24 μικρά ή πολύ μικρά διηγήματα που διαδραματίζονται ανεξαιρέτως τα χρόνια γύρω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η φτώχεια, η πείνα, τα δεινά ξεχειλίζουν ανάγλυφα από τις ιστορίες, την πρώτη ύλη για τις οποίες αποτελούν κατά κύριο λόγο διηγήσεις τρίτων. Άλλες φορές, οι ιστορίες είναι αποτέλεσμα συγγραφικής επινόησης, αποδοσμένης όμως με το ίδιο φυσικό, αν όχι προφορικό, ύφος που τις καθιστά δυσδιάκριτες από εκείνες που προέρχονται από διηγήσεις.

Η συγγραφέας εκθέτει τις ιστορίες της στη μικρή φόρμα που διάλεξε, άρτιες και πλήρεις, χωρίς να αναγκάζεται να παραλείψει τίποτα και χωρίς να γίνονται «κοιλιές». Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς όπως οι χαρακτήρες που κατασκευάζει: ευθύ και ξεκάθαρο σε όλα όσα το αφορούν. Διαγράφεται με σαφήνεια και κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη ιστορία.

Πολύ συχνά, αφηγητής στις ιστορίες είναι ένα παιδί. Το παιδί που βιώνει μια άδικη κατάσταση είναι ένας πολύ ισχυρός αφηγητής. Η ματιά του των πραγμάτων μπορεί να καθηλώσει. Και πραγματικά καθηλώνει, έτσι όπως αναμετράται με τον πραγματικό κόσμο και τις ελλείψεις του, τις οποίες αδυνατεί να καλύψει η φαντασία. Ωστόσο, και οι άλλοι αφηγητές που περνούν από τις ιστορίες, άντρες ή γυναίκες, είναι όλοι ισχυροί και περιγράφουν στιγμιότυπα που χαράσσονται στον νου του αναγνώστη με ακρίβεια, σαν με λεπίδι. Το ίδιο συμβαίνει και όταν η ίδια η συγγραφέας περιγράφει με τη φωνή αφηγητή που δεν κατονομάζεται ούτε προσδιορίζεται.

Ορισμένα από τα θέματα με τα οποία ασχολείται το βιβλίο είναι οι οικογενειακοί δεσμοί, η μητρότητα, η υποταγή της γυναίκας και η πίστη στον Θεό. Το θέμα των προσωπικών ορίων είναι και αυτό ένα από τα επανερχόμενα θέματα, είτε αφορά τα συναισθήματα όπως στο διήγημα «Η δουλειά» είτε το ίδιο το σώμα όπως στη «Φωτεινή» είτε το σπίτι όπως στον «Ερνέστο».

Η αφήγηση γίνεται συχνά στο πρώτο πρόσωπο και ο λόγος της Πατσούρα-Λένη είναι απέριττος και απλός, έτσι ακριβώς όπως θα μας μιλούσαν οι ήρωες, αν τους συναντούσαμε διά ζώσης. Το γεγονός αυτό προσδίδει στο βιβλίο τη διάσταση του πραγματικού και το καθιστά, αν όχι μαρτυρία, τότε σίγουρα κοινωνική ακτινογραφία της εποχής που περιγράφει.

Χριστίνα Λιναρδάκη 


Παραθέτω το, ομότιτλο με το βιβλίο, πρώτο διήγημα:

ΠΙΚΡΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Ήταν Σεπτέμβριος. Είχαν ακούσει πως οι Γερμανοί έκαιγαν διπλανά χωριά. Στερεωμένα στα βράχια τα σπίτια, δεν φαίνονταν από τον δρόμο. Έλπιζαν να τους ξεφύγουν.

Ο μικρός έπαιζε με μια γάτα στην αυλή. Τα μεγαλύτερα παιδιά ήταν στο σχολείο. Η μάνα έπλενε τα χόρτα για το φαΐ. Την είδε να σταυροκοπιέται. Τον τράβηξε μέσα. Στάθηκαν πίσω από την πόρτα και εκείνη κοιτούσε από μια χαραμάδα. Αυτοί μπήκαν στην αυλή με βηματισμό. Είδαν τα τσαμπιά. Που κρέμονταν στην κρεβατίνα. Κόκκινα κόκκινα. Άρχισαν να τα μαζεύουν. Η μάνα χλόμιασε. Ο μικρός δεν καταλάβαινε τι γινόταν. Κόλλησαν τα πρόσωπα στα παράθυρα οι γείτονες. Παγωμένοι, συλλογιόνταν τι τους περίμενε. Οι γυναίκες έτρεξαν να κρύψουν τα τρόφιμα στα κατώγια. Δεν μιλούσε κανείς.

Οι Γερμανοί γέμισαν τα σακιά κι έφυγαν. Όπως είχαν έρθει. Οι γείτονες περίμεναν δυο λεπτά και μετά όρμησαν στην αυλή. Η μάνα έφερε όσες καρέκλες υπήρχαν στο σπίτι. Ανέβηκαν κι έκοψαν τα τσαμπιά που ήταν ψηλά και δεν τα είχαν φτάσει. Τα μοιράστηκαν όλοι. Προτού τους τα πάρουν κι αυτά. Ο μικρός ήταν χαρούμενος. Τα σταφύλια ήταν γλυκά.-


Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Ο κορονοϊός και το στίγμαΛόγου


Το ερώτημα είναι ερώτημα αρχής: Τι μπορεί να κάνει ένα blog σαν το στίγμαΛόγου σε μια συγκλονιστική συγκυρία σαν αυτή που βιώνουμε τώρα; Να προσπαθήσει να την καθρεφτίσει, να συνεχίσει κανονικά με το πρόγραμμα αναρτήσεών του σαν να μην συνέβαινε τίποτε συνταρακτικό ή να προχωρήσει σε lockdown? Ποιο μπορεί να είναι τελικά το στίγμα του στίγμαΛόγου;

Η απάντηση κρύβεται, πιστεύω, στην ιστορία του. Το στίγμαΛόγου ανέκαθεν δεν τα πήγαινε πολύ καλά με τις χρονικότητες. Δεν παρακολουθούσε φανατικά τις επετείους γέννησης και θανάτου ποιητών, συγγραφέων κ.λπ. ούτε τις παγκόσμιες ημέρες, όπως η πρόσφατη παγκόσμια ημέρα ποίησης. Ζούσε σε έναν δικό του, κάπως κλειστό ομολογουμένως, κόσμο, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της έλλειψης πόρων: δεν διαθέτει αρκετούς συντάκτες ώστε να μπορεί να εξυπηρετήσει τη σωρεία εορτών, επετείων κ.λπ. χρονικοτήτων που έχουν επινοηθεί.

Παράλληλα, το στίγμαΛόγου επέζησε της αποχώρησης βασικών συντακτών του, της προσθήκης νέων, της διαρκούς προσδοκίας για κάτι καλύτερο στο οποίο δεν μπορεί (όχι ακόμη, τουλάχιστον) να μεταμορφωθεί... Επιμένει λοιπόν να υπάρχει, σε πείσμα των όποιων δυσκολιών. Εκ του χαρακτήρα και της σύστασής του επομένως δεν μπορεί ούτε τη συγκυρία να καθρεφτίσει ούτε να κάνει lockdown.

Αυτό που του μένει λοιπόν να κάνει, είναι να παραμείνει ειλικρινές. Στις ώρες αγωνίας που ζούμε, είναι καλό να υπάρχουν εναλλακτικές ως προς το τι μπορεί κάποιος να διαβάσει ανά πάσα στιγμή. Είναι καλό επίσης να υπάρχουν κείμενα που δεν αντανακλούν τις τρέχουσες συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, τα οποία να λειτουργούν και ως υπενθυμίσεις της ομαλότητας, στην οποία – δεν μπορεί – θα ξαναγυρίσουμε κάποια στιγμή. Επομένως, το στίγμαΛόγου θα συνεχίσει με το κανονικό πρόγραμμα των αναρτήσεών του, εντάσσοντας πού και πού αναρτήσεις που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα του έξω κόσμου. Με ειλικρίνεια.

Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε.

Χριστίνα Λιναρδάκη 
για το στίγμαΛόγου

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Εικόνες επιδημίας από το παρελθόν

Οι επιδημίες στην ελληνική χερσόνησο δεν είναι κάτι καινούριο. Από τον καιρό του Ιπποκράτη κι ακόμα παλιότερα, οι κάτοικοι αυτού του τόπου είχαν να αντιμετωπίσουν ασθένειες μεταδοτικές. Ο γνωστός Ιστορικός Κώστας Κωστής στο βιβλίο του Τον καιρό της Πανώλης- Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου 14ος- 19ος αιώνας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) μελετά το φαινόμενο των επιδημιών της πανώλης, βασισμένος σε βιβλία, μαρτυρίες, χρονικά και παρατηρήσεις γιατρών που έζησαν σε μια εποχή εντελώς διαφορετική. Η προέλευση και η πρόβλεψη της ασθένειας αποτελούσαν μυστήριο για τους ανθρώπους που ζούσαν πριν από 500 χρόνια και μια μέθοδος πρόβλεψης ήταν η αστρολογία. Σύμφωνα μάλιστα με όσους παρατηρούσαν τα αστέρια,  αναμενόταν έξαρση της επιδημίας τότε, επειδή η σύνοδος του Δία με τον Άρη και τον Κρόνο στον αστερισμό του Υδροχόου θα συνέβαινε στις 20 Μαρτίου 1345. Αφού έκανε τον καταστροφικό της κύκλο επί αιώνες, τελικά γύρω στο 1830 η πανώλη  εξαφανίστηκε από τα Βαλκάνια και την Ελλάδα με τρόπο μυστήριο όπως εμφανίστηκε κατά τον 12ο αιώνα.

Οι αντιδράσεις όσων πλήττονταν ήταν ποικίλες, κατά τον ιστορικό του βυζαντίου Κριτόβουλο (1467): "τισίν μεν αναισθησίαν ενειργάζετο και ύπνον βαρύν και καταφοράν, τισί δε τουναντίον φρενίτιν και παραπληξίαν και αγρυπνίαν επεφερεν." Ο μεταγενέστερος γιατρός Πετράκης Ηπίτης στην Λοιμολογία του (1816) παραθέτει και κάποια άλλα συμπτώματα: "Οι πανωλισμένοι ομοιάζουν εις την αρχήν του κακού μάλλον με περιπατούντες μεθυσμένους· η αϋπνία, στεναχωρία και αδημονία των φθάνει εις τον έσχατον βαθμόν. Η απάθεια και αδιαφορία των δεν είναι τόσον μεγάλη, μ’ όλον ότι ποτέ δεν λείπει. Αι εσωτερικαί αισθήσεις των ακονίζονται περισσότερον, βλέπουν φαντάσματα φρικτότατα· φόβος και τρόμος έρχεται επ’ αυτοίς, όστις σύγκαιρα τους κρημνίζει εις τον τάφον."

Μια αιτία μετάδοσης της πανώλης κατά τους περιηγητές ήταν η αφαίρεση των ρούχων από τους νεκρούς και η χρήση τους εκ νέου, καθώς και η συνήθεια των νησιωτών του Αιγαίου να τους αποχαιρετούν φιλώντας τους στο στόμα. Άλλη αιτία ήταν οι ναυτικοί που ερχόταν από μακρινές χώρες, γι' αυτό και, όταν αποκτήθηκε κάποια εμπειρία διαχείρισης, τούς απέκλειαν σε καραντίνα στα λοιμοκαθαρτήρια που είχε κάθε μεγάλο λιμάνι. Αυτό συνέβαινε βέβαια εφόσον είχαν καταφέρει να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο βυζαντινός λόγιος Δημήτριος Κυδώνης (1324-1397) περιγράφει εντυπωσιακά περιστατικά καραβιών που έπλεαν ακυβέρνητα,  καθώς είχε αποδεκατιστεί το πλήρωμά τους.

Μπροστά στον κίνδυνο, οι αρχές κάθε τόπου προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν το κακό όπως μπορούσαν. Στην Ρόδο. ο Μεγάλος Μάγιστρος των Ιπποτών του θα διατάξει το χτίσιμο των στενών που οδηγούν στη συνοικία απ' όπου ξεκίνησε η πανώλη (1498-1499). Σε άλλες περιπτώσεις, οι πανωλόβλητοι περιορίζονται έξω από τους οικισμούς σε κάποιο εγκαταλειμμένο μοναστήρι ή άλλο κτίσμα που διαμορφώνεται ειδικά για τον σκοπό αυτό. Το 1676 στη Νάξο,  οι ασθενείς θα περιοριστούν στο παλιό μοναστήρι των Καπουκίνων του νησιού,  ενώ οι κάτοικοι της Χώρας εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για να εγκατασταθούν στη συνοικία του Αγίου Ηλία του Μπούργκου. 

Κατά τη μεγάλη επιδημία του Ηρακλείου, στα 1592-1594, οι βενετικές αρχές της πόλης περιορίζουν τους ασθενείς στο Ακρωτήριο και την ίδια στιγμή κλείνουν τις οδούς επικοινωνίας της πόλης με την ύπαιθρο, όπου το θανατικό δρούσε με ιδιαίτερη βιαιότητα. Αλλού πάλι,   οι άρρωστοι απλά εξορίζονταν στην ύπαιθρο κι αφήνονται στην τύχη τους. Σε μερικές περιοχές, τα μέτρα ήταν πολύ σκληρότερα. Στην Κέρκυρα του 1815-1816,  η επιδημία φαίνεται ότι έφτασε από κάποιο λαθρέμπορο σε μια εποχή που τέτοιες δραστηριότητες ανθούσαν και οι αγγλικές αρχές ανάγκασαν τους κατοίκους ενός χωριού, του Μαραθιά, απ’ όπου θεώρησαν ότι ξεκίνησε η επιδημία, να το εγκαταλείψουν για να βάλουν φωτιά στα σπίτια στη συνέχεια. Για την απολύμανση σπιτιών στην πόλη της Κέρκυρας έφεραν καταδίκους από τη Μάλτα, στους οποίους έδωσαν ελευθερία ως ανταμοιβή. Από τους 64 επέζησαν για να τη χαρούν μόνο οι 14. 

Το 1702 οι κάτοικοι της κεντρικής Ελλάδας, οι Αρτινοί το 1760 και οι Σιατιστινοί το 1814, κλείνονται στα χωριά και τις πόλεις τους, διώχνοντας τους δυστυχείς αρρώστους μέχρις ότου καταλαγιάσει το κακό, παραβιάζοντας κάθε έννοια χριστιανικής ηθικής. Στα 1820, η επιδημία στα Ιωάννινα θα οδηγήσει στο κλείσιμο όλων των χανιών,  οινοπωλείων και φούρνων,  προκαλώντας προβλήματα στον ανεφοδιασμό του πληθυσμού. Οι συντεχνίες θα ανοίξουν και πάλι τα μαγαζιά τους μόνο κατόπιν εντολής του Αλή Πασά. Στην Σύρο, οι αρχές τονίζουν την ανάγκη να σκαφθούν τάφοι βαθιοί γιατί καραδοκούν τα σκυλιά. Πανηγύρια περίφημα, όπως αυτό της Ελασσόνας και της Δόλιανης,  ματαιώνονται ύστερα από πληροφορίες για εξάπλωση της επιδημίας, που σκόπιμα διαδίδονται από ανταγωνιστικές συντεχνίες άλλων πόλεων. 

Στην Θεσσαλονίκη του 1801, οι πόρτες παραμένουν σφραγισμένες κατά την ακμή της επιδημίας και οι προμήθειες μπαίνουν πάνω από τα τείχη με τη βοήθεια περιστρεφόμενων μηχανών σαν αυτές που χρησιμοποιούν στα μοναστήρια. Το ίδιο συμβαίνει και με την πόλη του Χάνδακα ( Ηράκλειο), δύο και περισσότερους αιώνες νωρίτερα όπως αφηγείται ο χρονογράφος: "Τον φόρον είχασιν έξω στην πόρτα του Χριστού του Φωτοδότη κεκλεισμένον με τράβες, να παίρνουν οι άνθρωποι της χώρας τα φαγία, να μην εγγίζη τινάς των ανθρώπων όπου εστέκασιν έξω."  

Το επικίνδυνο έργο της ταφής το αναλαμβάνουν σε πολλές πόλεις οι λεγόμενοι "μόρτηδες"-άνθρωποι που πέρασαν την αρρώστια κι απόκτησαν ανοσία- αμειβόμενοι αδρά. Στη Λευκάδα του 1744, καθώς οι χωρικοί που εκτελούσαν αυτό το έργο μέχρι τότε αρνούνται "έστω και αν επληρώνοντο με τόσο χρυσάφι", προσλαμβάνονται ειδικοί από την Άρτα που βρίσκουν 40 άταφα πτώματα και μέχρι το τέλος της επιδημίας θα θάψουν άλλους 800. Αφού ξεκαθαρίσει η κατάσταση,  ο Γενικός Προβλέπτης της Θάλασσας θα τους υποβάλει σε ανακρίσεις και βασανισμούς, κατηγορώντας τους για κλοπές, γεγονός ύποπτο ασφαλώς. Η ταφή των νεκρών σε περιόδους επιδημίας είναι έργο θεάρεστο, όπως αναφέρει ο Παπασυναδινός, ένας οξυδερκής ιερέας που μας άφησε Το χρονικό των Σερρών (πρώτο ήμισυ του 17ου αι.): "διότι το να θάφτη κανείς τους νεκρούς πολύ συγχώριον κάμει και όποιος κάμει αυτό το καλόν, πολύ συγχώριον ακούει." Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες που επικρατούσαν τότε, το σώμα κάποιου άταφου Χριστιανού που θα ταφεί σε τάφους ομαδικούς "άψαλτος ωσάν τους κύνας" διακινδύνευε την τύχη του στη μέλλουσα ζωή και μπορούσε να οδηγήσει στο βρικολάκιασμά του. Γι' αυτό και μια ταπεινή μοναχή από ένα μοναστήρι της Σκύρου, που πέθανε το 1706, είχε αφήσει εντολή στη διαθήκη της, το σπίτι της να παραχωρηθεί σ’ εκείνους που θα φροντίσουν τα έξοδα για την ταφή της.

Οι αριθμοί των θυμάτων που παρατίθενται από τους χρονογράφους έχουν μια χροιά μυστικισμού. Για παράδειγμα, στην επιδημία που χτύπησε τα Τρίκαλα το 1814 αναφέρονται 7.777 νεκροί. Στη σύγχυση που επικράτησε, κανείς δεν ήταν βέβαιος για το πού θα χτυπούσε το κακό. Σε μια περίπτωση του 1592-1594 στο Ηράκλειο αναφέρεται: "Η συμφορά αυτή έγινε εις το Κάστρον και εις καμπίσια χωριά. Τα Χανία και το Ρέθεμνος έμεινα άγευστα του κακού τούτου." Τις πιο πολλές φορές όμως η πανώλη δεν κάνει διακρίσεις. 

Στο Χρονικόν του Γαλαξειδίου (1054), ο ιερομόναχος Ευθύμιος σημειώνει: "ύστερα από κάμποσα χρόνια, μια λοιμική ασθένεια, πανούκλα διαβολική, ερημάζοντας πολλές πολιτείες, έποικε εξολόθρεμα και κατά μέρη Σαλόνου, Λιδορίκι, και Έπαχτου και Γαλαξείδι. και με πολλές μετάνοιες, παρακλήσεις και ταξίματα έδιωξε ο θεός αυτήν την πανούκλα, που πολύν κόσμο εξολόθρεψε." Ο Παπασυναδινός, σημειώνει μ’ ένα τρόπο στερεότυπο για τις αφηγήσεις αυτού του είδους: "Τω αυτώ χρόνω από τον Σεπτέμβριον μήναν και όλον τον χειμώνα και όλον το καλοκαίρι τόσον μεγάλον θανατικόν εγίνη εις τους ανθρώπους εις όλον τον κόσμον… και δεν αφήκε ούτε κάστρη, ούτε χώρες αβλάβους ούτε σπίτι και δεν το εθυμήθην κανείς από τους γέροντες εις τον καιρόν τους να διεδράμη τόσον τόπον… και τόσον κακή ήταν η πανούκλα ότι όποιος την έβγαζε πλέον γλυτωμόν δεν είχεν…"

Η καλύτερη λύση είναι πάντα η φυγή και ο Παπασυναδινός συμβουλεύει σχετικά: "να πάρης την γυναίκα σου και τα παιδιά σου, να φύγης εις άλλον μακρινόν τόπον και πλέον να μην ανεκατώνεσαι και φυλάγου από εκείνο το σπίτι το μολεμένον, να μην πάρης τίποτες, ούτε κρυφά ούτε φανερά, διότι εκείνο το παραμικρόν είναι ωσάν μία σκαντζηλήτρια στία και ανάφτει και καίει ένα ορμάνι και ένα κάστρον." 

Στην Τριπολιτσά του 19ου αιώνα οι εύποροι φεύγουν για τα περίχωρα της Καρύταινας που θεωρούνταν εξαιρετικά υγιεινή τοποθεσία. Στα 1592- 1594 στο Ηράκλειο και τα περίχωρα του: "οι άρχοντες έμειναν αθώοι του κακού τούτου διότι έφυγαν από την Χώραν και εκρύπτοντο εις τα χωρία τους με καλαίς βιγίλαις να μη σιμόση τινάς εκεί όπου εβρίσκοντο." Η φυγή δεν είναι εύκολη για όλους, οι πλούσιοι έχουν πάντα το πλεονέκτημα να επιλέξουν, έχοντας αποθέματα τροφίμων μπορούν να ακολουθήσουν την αντίθετη τακτική, μένοντας στα σπίτι τους το κρίσιμο διάστημα. Ο Γάλλος πρόξενος στην Άρτα Julien, στη διάρκεια της επιδημίας του 1764-1765, μένει περιορισμένος στην οικία του για δέκα ολόκληρους μήνες, διάστημα κατά το οποίο πεθαίνει το ένα τρίτο των κατοίκων της πόλης και οι επτά συγκάτοικοι του προξενείου του. Άλλοι πάλι γλυτώνουν το κακό, λόγω των συνθηκών διαβίωσης, όπως σημειώνει ο γιατρός Πετράκης Ηπίτης το 1816: "Διά καθαριότητος και λούσεως του σώματος προφυλάττονται κάλλιστα από την πανώλην· διά τούτο κολλά πολύ σπανιότερα τους πλουσίους παρά τους πτωχούς." Το 1828, όταν η επιδημία πλήττει την Αίγινα, σε μια σημείωση σε κάποιο έγγραφο παρατηρείται: "Είναι όμως επιδημία φολοαρχοντική, διότι μέχρι τώρα κανένας δεν απέθανεν από τους όσοι έχουν τα μέσα να περιποιώνται , και μόνον οι δυστυχείς των καλυβών."

Οι άνθρωποι μπροστά στον κίνδυνο στρέφονται φυσικά προς τον Θεό, την Παναγία και τα μοναστήρια, ζητώντας διαμεσολάβηση για να σωθούν. Τούτο συμβαίνει στην Γορτυνία του 1688 : ‘’ Ιδών ο Κυρ Κανέλος Καράκαλλος τον φοβερόν θάνατον της πικροτάτηςη πανούκλας, επικαλέσθηκεν την υπέραγνον Θεοτόκο του μοναστηριού των Αιμυαλών, "ίνα βοηθήση αυτόν της πικροτάτης αυτής ασθενείας και αφιέρωσε εις το αυτό μοναστήριον τα χωράφια, όπου είχεν…" Στις Σέρρες πάλι, το 1641-1642 μας λέει ο Παπασυναδινός: "Και πολλοί τίνες από τους ιερείς και τους κοσμικούς ενήστευσαν και τριήμερα ευχέλαια έψαλλαν και ελεημοσύνη έδωσαν εις φυλακήν, εις χήρες, εις αστενείς εις αδυνάτους, εις στενοχωρημένους και εις επτωχούς, και εξομολογήθηκαν και σαρανταλείτουργα έκαμαν και άλλα πολλά έκαμαν κρυφά διά να γένη ίλεως ο πανάγαθος θεός εις το πλάσμα του."

Απόστολος Σπυράκης


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Εκδοχές μιας λυπημένης άνοιξης"



Εκδοχές μιας λυπημένης άνοιξης

Εξέγερση της βιασμένης φύσης;
Προϊόν εργαστηρίου;
Εσκεμμένη διασπορά,
για να αφανιστούν οι ανεπιθύμητοι που περισσεύουν;
Οι ίδιοι πάντα αναλώσιμοι...
Χωρίς πολέμους.
Τι να σου κάνουν και οι πόλεμοι;
Χρήσιμοι. Και οι έμποροι όπλων τρίβουν τα χέρια τους.
Αλλά πόσους πια να αφανίσουν;
Παραγίναμε πολλοί.
Μια εκκαθάριση πού και πού είναι τελείως αναγκαία.
Λάθος σε πειράματα βιολογικού πολέμου;
Τι αγροίκος ο ιός... Αδιάκριτος.
Αδιακρίτως ξεκίνησε να ξεπαστρεύει.
Χοντρό το αστείο του.
Ξεγελά τους υπολογισμούς.
Παραβιάζει σύνορα διαμορφωμένα
από χιλιάδες παλιά αίματα,
σύνορα παγιωμένα από μυριάδες αρχαίες πληγές.
Περνά και θερίζει.
Αθώους.
Και πειραματόζωα.
Και τους πειραματιζόμενους πάνω στο θάνατο
των άλλων

Τούτη τη λυπημένη άνοιξη
φυλάξου...
Μην αγγίξεις.
Μη χαιρετήσεις.
Μη βήξεις.
Μη φταρνιστείς.
Μην πας στο θέατρο, στο σινεμά
στο γήπεδο, στη συναυλία, στη δουλειά
(για εκείνη την παρουσίαση βιβλίου βρήκες καλή δικαιολογία).
Μην αγκαλιάζεις.
Μη φιλάς.
Μην αγαπάς πολύ. Μη δένεσαι με κανέναν.
Φύλαξε. Προφύλαξε. Διαφύλαξε. Τον εαυτό σου.
Βάλε μάσκα.
Όλα τα χρόνια σου
αόρατες, αθόρυβες φορούσες
και τριγυρνούσες.
Ήσουν και τότε δημόσιος κίνδυνος.
Μα δεν το ήξερε κανείς.
Βάλε τώρα μια ορατή και κραυγαλέα μάσκα
αποδεκτή απ' όλους

Θέτουμε υποψηφιότητα για νεκροί.
Ο θάνατος ετοιμάζει αυτόγραφα και επισκεπτήρια.
Στο άνθος της ηλικίας μας.
Στο άνθος των εκκρεμοτήτων μας.
Στο άνθος της ευτυχίας.
Ίσως και της απελπισίας

Παραλύουν τα πάντα.
Η πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο νοσηρή φαντασία.
Λιγοστές οι Εντατικές.
Εκτοξευόμαστε στα τρομακτικά.
Κάθε στιγμή αστάθμητη, ασύμμετρη,
εκτροχιάζει τις μελέτες του ολέθρου.
Επιβάλλονται αποκλεισμοί και προγραφές.
Αυξάνεται κατακόρυφα η καχυποψία.
Σημειώνονται κρούσματα εικονικών σχέσεων,
μέσω οθόνης.
Η αφή ανακηρύχθηκε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Η βόλτα όμως ακόμα όχι...
Ούτε ο καφές στο χάρτινο ποτήρι...
Έλα. Μας περιμένει ένα παγκάκι.
Κανείς δεν θα μας καταδώσει.
Στη μια του άκρη εσύ, στην άλλη εγώ.
Μόνον δύο.
Τι όμορφα που απαγορεύτηκε ο συνωστισμός...
Μη φοβάσαι για μας.
Υπάρχουν και τα μάτια.
Υπάρχει και η εύγλωττη σιωπή.
Ας δούμε τώρα
πόσο περίεργα
και νικητήρια
θα ζήσουμε τον έρωτα
στα χρόνια τούτου του απρόβλεπτου λοιμού

Άννα Ε. Πετράκη
11/3/2020, αδημοσίευτο

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Φωτογραφία και ποίηση: μια σύντομη ανθολογία

Φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης

Η ακόλουθη σύντομη ανθολογία ποιημάτων που αναφέρονται στην τέχνη της φωτογραφίας βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην Ανθολογία: Ποιήματα και Τραγούδια για τη Φωτογραφία του Δημήτρη Ασιθιανάκη (με εξαίρεση δύο ποιήματα: ένα του Ρίτσου και ένα της Γώγου που προέρχονται από προσωπική έρευνα). Η προαναφερθείσα ανθολογία διανέμεται δωρεάν στους ενδιαφερόμενους από τον ίδιο τον ανθολόγο, τον οποίο μπορείτε να βρείτε στο facebook (www.facebook.com/dimitrios.asithianakis), να τον κάνετε φίλο και να του τη ζητήσετε...


"Λήψη από το ελικόπτερο ΙΙ" - Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου

Φορά το ενδεχόμενο κατάσαρκα και τρέμει.
Μια κάμερα περνώντας τη δεντροστοιχία της φυγής
κινηματογραφεί ζωή και βλεφαρίζει
σκύλο που θάβει κόκαλα στο χώμα



"Φωτογραφίζω" - Δημήτρης Ασιθιανάκης

Κοιτάζω το κόσμο, τον φωτογραφίζω.
Ανάμεσα στις τέσσερις πλευρές
του κάδρου στριφογυρνάω το βλέμμα μου.
Ανατολή, δύση, φωτογραφίζω.
Βορράς, νότος, φωτογραφίζω.
Γυρνάω από δω κι από κει, φωτογραφίζω.
Κοιτάζω και σένα.
Σε κοιτάζω μέσα απ'τη φωτογραφική μου μηχανή,
μπορώ να σε φωτογραφίσω ή όχι,
μπορώ να σε θολώσω,
να σε κουνήσω,
να σε σκοτεινιάσω,
να σε κάψω,
να σε πλαγιάσω...
και γω σ'ερωτεύομαι!



"Το μπλε που σε τυλίγει" - Μιχάλης Γκανάς

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι η στάχτη
του καμένου χρόνου.

Φυσάει ένας αέρας,
φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.
Από τα κάτω χρόνια.
Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,
εδώ σας πήρανε με φλας
φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι το φως
που εκτοπίζει ο θάνατος.
Κανένας δεν το βλέπει.
Κι όμως υπάρχει
και πληθαίνει.



"Η καταγωγή της οικογένειας" - Κατερίνα Γώγου

Σου την έφερα παλιομπάσταρδε.
Κάνω τράκα τσιγαράκι απ’ το πακέτο σου
και μου δίνεις φωτιά.
Φυσάω καρφί το καπνό
στα ξέθωρα απ’ τα γεράματα μάτια σου
και σε ρωτάω κοιτώντας τη φίλη μου
«σου γουστάρει η γκόμενα;»
Βγάζεις απ’ τ’ αρχαίο πορτοφόλι σου
μια φωτογραφία. Είμαι ‘γω 5 χρονών.
Μ’ έναν ηλίθιο φιόγκο στο κεφάλι
πάνω σε μια καρέκλα.
Μου λες με σπασμένη φωνή «Κοίτα πώς ήσουν μικρή…»
κι είσαι έτοιμος να τα μπήξεις
παλιομπάσταρδε δεν θα με ρίξεις.
Έρχεται η κόρη μου.
Της λες ευχαριστώ για το γλυκό
και μασάς αργά ένα βάτραχο.
Φοβάσαι.
Οι φλέβες σου φουσκώσανε
τα μενίγκια σου χτυπάνε
η σοκολάτα που ‘φερες για τη μικρή
έχει λιώσει στην τρύπια τσέπη σου
θα ‘χει κολλήσει στο σώβρακό σου.
Είμαστε ξανά οι δυο μας τώρα.
Εσύ συνταξιούχος μωρό μου.
Κι εγώ ανεβασμένη στην καρέκλα
με τον ίδιο ηλίθιο φιόγκο.
Με τον ίδιο ολόιδιο φόβο.
5 χρονών. 19 χρονών. 20. 30.
Όλη μου η ζωή πατέρα.


"Υποκατάστατο" - Κική Δημουλά

Σκορπίζουν τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ
πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχαὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ.

Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια
ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα
ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ
μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.

Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.

Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ
Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπηἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε
εἶναι ἡ ἀπουσία μας.



"Λόγος περί κάλλους" - Οδυσσέας Ελύτης

Φοβηθείτε
αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου

ή αν όχι τότε μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας
ακινητήσετέ το: αυτό που δίπλα μας
ολοένα μ' απίθανες χειρονομίες δρα:

το Ασύλληπτο!

α' δύο χέρια ωραία γυναίκας (ή και αντρός) που να 'χουν εξοικειωθεί
με τ' αγριοπερίστερα
β' ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να 'ναι από ρεύμα ηλεκτρικό
και ανύποπτα πουλιά
γ' μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
δ' το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης.

Θα 'χετε καταλάβει βέβαια τι εννοώ.



"Ο Φωτοφράχτης" - Ανδρέας Εμπειρίκος

Οι ώρες μέσα απ’ τους ιριδισμούς και τα παιχνίδια ρέουν, όπως ανάμεσα στα πολυτρίχια τα διαυγή νερά. Και ο ρεμβασμός με τα κλειδιά του ανοίγει τους ορίζοντες, που απλώνουν και αδιακόπως μεγαλώνουν, σαν κύκλοι πέτρας που έπεσε σε επιφάνειαν αδιατάρακτη από πράξεις φθαρτές και νόθες.

Όρθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας.

Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα· από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης επιθυμίας.

Γλυφάδα, 10.7.1960



"Foto lux" - Γιώργος Θεοχάρης


Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις.
Υπέρ των ανωνύμων που έγιναν επώνυμοι
μέσα από τα χημικά υγρά στο εμφανιστήριο.
Εδώ με τον πατέρα. Μπροστά στην κομπανία με τα κλαρίνα
Στο κέντρο «Εξοχικόν». Με τα μάτια ορθάνοιχτα
αντίκρυ στη μαγεία του μεγάλου πιάτου με τη λάμπα
και τις αστραπές. Λίγο μετά τον πόλεμο, σ᾽ένα χωριό
πούμαθε τον ηλεκτρισμό μέσ᾽ απ᾽ τα flash του φωτογράφου.
Εκεί στη μονοήμερη εκδρομή. Με μπλε ποδιές. Με τις λευκές
κορδέλες στα μαλλιά. Μαθήτριες που
ανέβαζαν στα μάτια την ψυχή τους και γίνονταν ωραίες
κάθε φορά που αναμέτριοντουσαν στο κλικ της μηχανής.
Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στη θύμηση.
Χαράσσοντας το negative της ύπαρξης,
το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας.
Εκεί λοιπόν επιβιώνει η αλήθεια της ζωής.
Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις.
Σ᾽ εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες
θα υπάρξουμε.
Ίσως γιατί τα κατσαρά δοντάκια τους στο περιθώριο
έχουν τη δύναμη να ροκανίζουν τη φθορά.



"Έτσι" - Κωνσταντίνος Καβάφης

Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.

Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη —
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.



"Φωτογραφία" - Χλόη Κουτσουμπέλη

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«Για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν
από τη φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.



"Περί φωτογραφίας" - Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γνώρισα τον λογοτέχνη
που ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος
πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι,
Ιδιόρρυθμος, και μου είπε κοφτά:
«Έλα στο στούντιο μου, θέλω να φωτογραφίσω
το στήθος σου γυμνό».

Σε αντίθεση, μετά από χρόνια,
ένας επαγγελματίας φωτογράφος γεμάτος λαγγεμένη
αβρότητα μου είπε: «Μέσα από το πρόσωπό σου
θέλω να φωτογραφίσω την ψυχή σου».



"Να το πληρώσει η KODAK" – Γιάννης Πατίλης

Αγαπώ τις φωτογραφίες
Είναι οι μόνες μου αποδείξεις
Πως υπάρχει το φως.



"Βίλα του Ανδριανού" - Τίτος Πατρίκιος

Στην αρχή θυμόμουν καλά το πρόσωπό σου.
Τα στάχυα των μαλλιών, τα φωτεινά σου μάτια...
Ήταν σαν μια φωτογραφία
πάνω από το κρεβάτι ενός φαντάρου.
Και με τις μέρες το χαρτί ξεθώριαζε
ξεφτάγανε οι γύψοι, απόμεινε στον τοίχο
ένα τετράγωνο άσπρο
έπειτα γκρεμίστηκε κι ο τοίχος
χάθηκαν τα σπίτια που δε θα ξαναζήσουμε ποτέ.
Μονάχα ο χώρος μας απόμεινε
όπως αυθαίρετα τον είχαμε ορίσει
ένα σημείο αναφοράς
ετεροειδών πραγμάτων. 



"Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού" - Γιάννης Ρίτσος
(απόσπασμα)

Φωνάξαμε τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον κάμπο.
Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το στρογγυλό τζαμάκι που ‘μοιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας. Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες
και ήλιος.
Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος…



"Το Άλμπουμ" - Γεράσιμος Ρομποτής


Κάποτε θα φύγεις
στάχτη θα γίνεις, που σκορπίζει στο φως

θα μείνει μόνο
το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες
αμέριμνα παιδικά μάτια, παγιδευμένα στην άγνοια
τρυφερό άγγιγμα, χέρι που αγκαλιάζει
έναν ώμο αγαπημένο.

θα μείνει μόνο
το ρίγος της αφής στο κίτρινο χαρτί, το δέρμα
που ανατριχιάζει στη μνήμη.


Φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης

Επιλογή και έρευνα:
Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Αλτ, τις ει;" του Σωτήρη Νούσια



Αλτ τις ει;

Ο παππούς αναγνώριζε
τον εχθρό
από τις μπότες
την οσμή της πείνας
Ο πατέρας
από τις ερπύστριες
Κάθε μέρα
Φιγούρες
Ασπρισμένες σαν πανιά
Κοινό υπνωτισμένο με βαρβιτουρικά
Σε θέαμα οπερέτας
έξω από στρατόπεδα πολυκατοικιών
παραταγμένοι
καθένας ένα καθρεφτάκι
Αλτ, τις ει;
Ρωτούν
προς αναγνώριση
στα δικά τους
Νεκροτομεία


Σωτήρης Νούσιας
Από τη συλλογή Μακριά απ' την Ιθάκη, αυτοέκδοση

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2020

"Στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι" του Νίκου Γαλάνη

Σπάνια συμβαίνει να φτάνει στα χέρια μου κάποιο βιβλίο που να είναι άρτιο τόσο από πλευράς περιεχομένου όσο και από πλευράς εμφάνισης, ενώ πρόκειται για αυτοέκδοση. Η ποιητική συλλογή του Νίκου Γαλάνη όμως είναι ένα τέτοιο άρτιο βιβλίο - είτε θέλουμε να μιλήσουμε γι' αυτό ως κείμενο είτε ως αντικείμενο.

Σε μόλις δύο 16σέλιδα και μόλις δέκα ποιήματα (συν δύο μικρότερα που λειτουργούν ως εισαγωγή και κατακλείδα), ο Γαλάνης καταφέρνει να αποδείξει έμπρακτα το "ουκ εν τω πολλώ το ευ" και επιτυγχάνει αυτό που για πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές παραμένει όνειρο φευγαλέο: να δημιουργήσει κλίμα.

Ι.
(απόσπασμα)
Βλέπετε πώς κατεβαίνει δρασκελώντας
τα πεζοδρόμια της Μόσχας
Κι απ' την πλατεία με το όνομά του
πηγαίνει προς το μέλλον
Εκεί που κλείνουνε τα μουσεία οι τσάροι
γιατί τρέμουνε στα οράματά του
Κι ακόμη πιο πέρα στη θάλασσα των κεραυνών.

Δείτε παιδιά 
Θαυμάστε τον τόν κύριο αυτόν
Είναι ποιητής
Να τον προσέχετε
Θα πεθάνει για εσάς
Γιατί δε διστάζει σε κανένα φόβο
Αγαπά τη ζωή του ο ποιητής γι' αυτό τη χάνει.



Τόσο τα ποιήματα όσο και οι φωτογραφίες βρίσκονται σε έντονο διάλογο μεταξύ τους, έτσι που το ένα να συμπληρώνει το άλλο και σχεδόν να μη νοούνται ξέχωρα. Το βλέμμα του Μαγιακόφσκι βγαίνει μέσα από τις φωτογραφίες, διαπερνά τις σελίδες του βιβλίου και τρυπά την καρδιά του αναγνώστη. Μαζί με τα λόγια των ποιημάτων, το βλέμμα δημιουργεί υποβλητική εντύπωση που καθηλώνει. Υπογραμμίζει δε τον θαυμασμό του Γαλάνη για τον μέγιστο Μαγιακόφσκι.


IV. 
Έι Μαγιακόφσκι
Περιμένουμε στα λευκά φύλλα του ουρανού
Να κεραυνοβολήσεις λέξεις
Φτύνοντας και κοροϊδεύοντας τους χοντρούς
και τους λεπτούς τούς τρόπους
Όλους εμάς που αγάπησες να υμνήσεις ξανά.
Η Άνοιξη απλώνει στίχους στην απλώστρα της,
τ' αεράκι χαϊδεύει τα χέρια και γίνεται καλοκαίρι
Μετουσιώνονται χυμοί
απάνω στο λιναρένιο φιτίλι-στόμα σου
Καταραμένε Μάγια - κοφσκι
Μας δίνεις τροφή ακόμη.
Και σκύβει ο εικοστός πρώτος αιώνας
Και φιλάει το σώμα σου
Ακέραιο αμετάβλητο
Μόλις στα δεκαεννιά του πρώτα χρόνια
Βλαδίμηρε
Πώς να μετριάσεις τη μοναξιά;
Έτσι που νιώθουμε τους δικούς μας δρόμους
Το κουφάρι του καιρού μυρίζει κίτρινα.
Την συγκομιδή ποιος να αρχίσει;

Όσον αφορά το βιβλίο ως αντικείμενο, θαύμασα το χαρτί τόσο του εξωφύλλου όσο και του σώματος που αποτελούν εξαιρετικές επιλογές (το πρώτο είναι λιτό κοτλέ και το δεύτερο υποκίτρινο σαμουά), καθώς και το γεγονός ότι το βιβλίο έχει αυτιά (που, όσο να'ναι, του προσδίδουν μεγαλύτερη υπόσταση αλλά είναι δυσκολότερα στον σχεδιασμό, καθώς χρειάζεται να υπολογιστεί και η πίκμανση). Εντυπωσιάστηκα επίσης με τον αναλυτικό υπομνηματισμό για τις φωτογραφίες, με λεπτομερείς πηγές.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας ενός και μόνο ανθρώπου, θα συμφωνήσει μαζί μου ότι είναι αξιέπαινο και συναγωνίζεται (αν όχι ξεπερνά) αντίστοιχα αποτελέσματα πολλών εκδοτικών οίκων. Καθρεφτίζει δε με τον καλύτερο τρόπο τι θα πει "μεράκι" και αποδεικνύει ότι, όταν πραγματικά θέλουμε κάτι, μπορούμε να το πετύχουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο...

Χριστίνα Λιναρδάκη

Αντί επιλόγου, ένα ακόμη ποίημα από τη συλλογή:

V.
Εδώ στη Μόσχα τα περιστέρια
Σταμάτησαν να περπατούν
Τα παιδιά σταμάτησαν να μεγαλώνουν
Οι φανοστάτες μείνανε γυμνοί
Κι οι περαστικοί πηγαίνουνε
πότε δεξιά και πότε αριστερά
Παραδέρνοντας
Σα να τους χτύπησε η προαιώνια
οκνηρία κατακέφαλα
Γιατί τους λείπεις
Λείπεις από τους δρόμους
Απ' τις εξέδρες και τις νυχτιές
Απ' το νερό και τη φωτιά
Απ' τ' απογεύματα
Απ' την κομματική δουλειά
Απ' όλα τα πρωινά
Βλαδίμηρε λείπεις

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2020

Η μελαγχολία του δρόμου - Ιστορίες με (και για) μηχανές

Το 2010 ο Ηλίας Μπαρμπίκας και ο Κώστας Ζαχαρόπουλος συγκέντρωσαν ιστορίες από εκατό περίπου μηχανόβιους κάθε ηλικίας με τους οποίας μίλησαν μαγνητοφωνώντας τις συνεντεύξεις. Το βιβλίο τους Οι μηχανόβιοι, εκδόσεις Καστανιώτη (2η έκδοση) είναι από τα καλύτερα του είδους και παρουσιάζει κάποιες πολύ γοητευτικές και μη καταγεγραμμένες πτυχές της μεταπολιτευτικής ελληνικής κοινωνίας σε μια εποχή όπου οι νέοι ήταν πολύ περισσότερο κινητικοί και δραστήριοι από τους σημερινούς που έχουν εγκλωβιστεί σε κινητά και υπολογιστές.

Ενδιαφέρον είναι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι μοτοσικλετιστές, όπως ο Γιώργος Πιεράκος, έμπορος μοτοσικλετών από τον Άλιμο, που έχει στα χέρια του μια παλιά BSA (εκείνη την μοτοσυκλέτα με το καλάθι στο πλάι) την οποία είχαν φέρει στη Ελλάδα οι Άγγλοι κατά τη διάρκεια του πολέμου:
Πρόσεξε με, είναι χωρίς χιλιόμετρα το μηχανάκι, καινούριο, είναι κούτα. Είναι τόσο ορίτζιναλ, που ακόμα κι η λάμπα του είναι λούκας, η σέλα του είναι δερμάτινη βίντσι, η πλεξούδα του είναι καλωδιωμένη με πανί, οι φλάντζες από φελλό, τα λάστιχα του καουτσούκ από την Ινδία, η τσιμούχα στον άξονα της μανιβέλας από καννάβι!
Ο ίδιος μοτοσικλετιστής μιλά για τους αγώνες που λάμβαναν χώρα παλιότερα:
Αγωνιστικό επίπεδο στην Ελλάδα το 1986. Κρήτη, Τυμπάκι, έχω και φωτογραφίες να σου δείξω, μοτοσικλέτα σκελετός: ο κινητήρας από Σουζούκι που το κλαίει κάποιος τουρίστας, το μπροστινό από Μότο Γκούζι, πίσω δισκόπλακα από Μίνι Κούπερ φτιαγμένη στον τόρνο, οι ρόδες δε θυμάμαι από τι και ούτω καθεξής. Έτσι φτιαχνόταν μια αγωνιστική μοτοσυκλέτα τότε.
Σε μια τρίτη ιστορία, ο Γιώργος Πιεράκος μιλά για μια Χόντα CB 750 KO του 1966, που ανήκε σε κάποιο νεαρό ο οποίος είχε φύγει στην Αμερική, όπου πέθανε. Η μηχανή έμεινε για δεκαετίες στον δεύτερο όροφο κάποιου γκαράζ:
Ξέρεις, έχει ξηρό κάρτερ και έχει ακόμα το λάδι του 1966, το συντήρησης Χόντα. Αυτό το λάδι το έχω για άρωμα, ξεβιδώνω το κάρτερ και κάνω μια έτσι και ευωδιάζει. Το πετάς αυτό το λάδι τώρα; Έχει τα Μπρίτζεστον τα λάστιχα , τα οποία δεν είχανε ξεφουσκώσει! Δηλαδή, φαντάσου, αν πάρουμε ένα μετρητή Γκάιγκερ και μετρήσουμε τον αέρα στα λάστιχα, κάτι θα βρούμε από ραδιενέργεια. Από το 1966 σου μιλάω, τότε υπήρχε ακόμα στον γιαπωνέζικο αέρα κάτι πυρηνικό, Χιροσίμα κι έτσι, δεν τον χαλώ εγώ τον αέρα αυτόν…
Ο Γιάννης Ντρενογιάννης, δημοσιογράφος από την Αθήνα, εξηγεί πώς πείραζαν τις μηχανές:
Πάω λοιπόν, ξεκαλουπώνουμε το μπροστινό, βγάζουμε τις μπουκάλες και τις ανοίγει ο Μήτσος με διάφορους εξολκείς. Πετάγονται τα λάδια έξω , φωνάζει, "Τι λάδι είναι αυτό ; Τριαμισάρι; Αυτό ούτε για εντριβή δεν κάνει". Τέλος πάντων, βρίσκει δυο παλιά ελατήρια σκουριασμένα, που μοιάζανε σε μήκος και διατομή με τις Μπάντιτ. Επειδή λοιπόν ο Μήτσος ήθελε να πάει εκδρομή με την γκόμενα, δουλέψαμε όλο το βράδυ, τα ξεσκουριάσαμε, τα περάσαμε στις μπουκάλες, ρίξαμε λάδι οχταμισάρι…
Θυμάμαι για το λάδι επειδή και οι δύο, κι εγώ κι ο Μήτσος, είμαστε ντουκατίστι. Άμα έχεις Ντουκάτι, πρέπει να μάθεις να φτιάχνεις τη μοτοσικλέτα μόνος σου. Γιατί αυτές δε δουλεύουν ποτέ. Για να ρυθμίσουμε τις βαλβίδες με τα φιλεράκια, μπορεί και να μας έπαιρνε τρεις μέρες και στο τέλος ήτανε και αρρύθμιστες. Μόνο όταν αποφασίσανε στην Ντουκάτι να βάλουν γιαπωνέζικα καρμπιρατέρ, μόνο τότε ήρθανε τα μηχανάκια αυτά και δουλεύανε μαζί οι κύλινδροι τους σε αγαστή συνεργασία… Επειδή λοιπόν τα είχαμε περάσει, ξέραμε και να λύνουμε και να δένουμε. Τελειώνουμε την πατέντα στα αμορτισέρ της μπαντίτ, ξαναμοντάρουμε το μπροστινό, δοκιμάζουμε και είναι αστέρι…
Μια εικόνα από αυτόν τον περίεργο κόσμο που θυμίζει ταινία δίνει ο Άρης Γκούμας, ιδιωτικός υπάλληλος από την Αθήνα, του οποίου είχαν κλέψει το μηχανάκι και χάλασε τον κόσμο για να το βρει:
Ένας φίλος της αδερφής μου, που ήταν κυκλωμένος στην Καλλιθέα, ήρθε και με πήρε ένα βράδυ και πήγαμε σ’ ένα κρυφό μπαρ, δεν είχε ούτε ταμπέλα απ’ έξω. Κατά τη μία τα μεσάνυχτα έσκασαν δυο τύποι, με σύστησε και τους είπα το πρόβλημα. Είπαν πως θα ρωτήσουν να μάθουνε και μου δώσανε ραντεβού για το επόμενο βράδυ. Ξαναπήγα και τους βρήκα, είχανε μαζί τους έναν τρίτο, έναν ινδιάνο με μακρύ ίσιο μαλλί και μαύρο δερμάτινο μπουφάν. Ο ινδιάνος με πήρε παράμερα και μου είπε πως βρέθηκε η μηχανή μου, πως είναι εντάξει  αλλά αυτοί που την έχουν θέλουν τριάντα χιλιάδες δραχμές για να τη δώσουν πίσω. Δόθηκαν εγγυήσεις ότι δεν θα ανακατευτεί η αστυνομία και συμφωνήσαμε η ανταλλαγή να γίνει το Σάββατο, σε καφετέρια στο Μπραχάμι. Πήρα τον αδερφό μου και το παπάκι του και πήγαμε στο Μπραχάμι. Ο ινδιάνος άργησε σχεδόν μια ώρα και ήρθε τελικά πάνω σ’ ένα στριτ χωρίς πινακίδες. Τον ακολουθήσαμε στην Ηλιούπολη, σε μια άλλη καφετέρια, που ήτανε σε όροφο. Εκεί μας είπε πως έπρεπε να πάρει κι αυτός τρία χιλιάρικα για τη μεσολάβηση. Σε δέκα λεπτά είδα τη μοτοσικλέτα μου να περνάει στο δρόμο από κάτω. Την κουβαλούσαν δυο πιτσιρικάδες, ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών. Σε λίγο ξαναπέρασαν από την καφετέρια και σταμάτησαν λίγο παραπέρα. Ο ινδιάνος μού έκανε ένα νόημα του στυλ "φέρ’τα", ξεχώρισε τρία χιλιάρικα, τα έβαλε στην τσέπη και βγήκε έξω. Έδωσε τα λεφτά στους πιτσιρικάδες, αυτοί κατέβηκαν από τη μηχανή και χάθηκαν…


Εντυπωσιακές είναι οι περιγραφές διαδρομών από μοτοσυκλετιστές:
Πέρσι το Πάσχα ήθελα να κατέβω Ελαφόνησο. Ήμουνα αγριεμένος, με βασάνιζε και μια γκόμενα και αποφάσισα να κατέβω κάτω με το μηχανάκι. Μου λένε οι φίλοι "Άστο, να κατέβουμε μαζί με το αυτοκίνητο". Σκέφτομαι, τι θα κάνω εκεί πέρα χωρίς τη μηχανή, θα κάθομαι μόνος στη παραλία; Άσε θα πάω με τη μηχανή. Αυτό θα ήτανε το πρώτο μου ταξίδι μετά τα Χριστούγεννα που είχα σπάσει σε χύμα (πτώση) τα χέρια. Σαββατοκύριακο έδινε βροχές, χαμός και τέτοια. Λέω θα κάνω Πάσχα στην Αθήνα και θα φύγω Δευτέρα του Αϊ Γιωργιού. Ξυπνάω Δευτέρα πρωί, λιακάδα. Φορτώνω τα πράγματα στη μηχανή, ξεκινάω, με το που περνάω Αρτεμίσιο, μαυρίλα, βροχή. Σταματώ, πίνω ένα καφεδάκι, βάζω ό,τι είχα πάνω μου, ξεκινάω, πολλή βροχή έφαγα. Και να μη βλέπω και φως, παντού μαυρίλα. Ευτυχώς δεν είχε κρύο. Εκεί που αρχίζω να κατεβαίνω για Σπάρτη, είδα πέρα τον κόλπο και είχε λίγο ήλιο. Λέω εντάξει, ανοίγει ο καιρός. Φτάνω Σπάρτη, παρκάρω, μπαίνω σ΄ ένα καφενείο , παραγγέλνω ένα εσπρέσο, απλώνω την πραμάτεια να στεγνώσει..
(Νίκος Έξαρχος, ηχολήπτης, Εξάρχεια)

Τέλος πάντων, πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Από Σάρτη η Θεσσαλονίκη δεν είναι μακριά, αλλά τότε εντάξει, πρώτο ταξίδι, μου φαινόταν δρόμος, ήταν και νύχτα… Έχουμε ξεκινήσει κατά τις έντεκα και μισή το βράδυ και κάποια στιγμή σβήνω για γούστο τα φώτα. Διαπιστώνω ότι μπορώ άνετα να οδηγήσω, γιατί έχει πανσέληνο. Και αρχίζω να πηγαίνω μόνο με το φως του φεγγαριού. Αυτή τη διαδρομή δε θα την ξεχάσω ποτέ.
(Πέτρος Σταμάτης, βιβλιοπώλης, Θεσσαλονίκη)

Όταν έγινε ο σεισμός του 2002 στην Ηλεία διαβάζω ότι οι ιαματικές πηγές στο Κουνουπέλι, που ήταν τριάντα χρόνια στεγνές, ξαναβγάλανε νερό. Ξεκινάω λοιπόν με το Καβασάκι το KLR το εξίμιση να δω από κοντά το φαινόμενο. Φτάνω εκεί, βρίσκω τις εγκαταστάσεις των λουτρών καθαρισμένες,  με εμφανή σημάδια ότι χρησιμοποιούνται. Νερό όμως πουθενά. Ρωτάω και μαθαίνω ότι το ιαματικό νερό ξαναχάθηκε μόλις την προηγούμενη μέρα, ύστερα από έναν μετασεισμό... Απογοητευμένος,ξεκινάω να γυρίσω Αθήνα.
(Ηλίας Μπαρμπίκας, δημοσιογράφος, Κυψέλη)

Αυτή η διαδρομή μου έχει τυπωθεί στο μυαλό. Γιατί το καλοκαίρι που είχε περάσει είχα δει τον Οιδίποδα, και είχε κολλήσει στο μυαλό μου ότι από δω που περνάω είχε περάσει τυφλός ο Οιδίποδας. Φοβερό τώρα! Εκεί είχανε γίνει μάχες μεγάλες, και έβλεπα τα χωράφια να είναι χρυσαφί, τον ήλιο να πέφτει, έβλεπα πλατάνια, τους σταθμούς του τρένου, τις γραμμές, τα ποτιστικά, αυτή τη μελαγχολία του δρόμου. Και προσπεράσεις, συνεχείς προσπεράσεις.
(Άρης Γαβριελατος, κοσμηματοπώλης, Περιστέρι)

Ο μοτοσυκλετιστές δεν σταματούν φυσικά εντός των συνόρων, το μέσο που διαθέτουν τούς επιτρέπει να ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο:
Έχω πάει με τον ΕΟΣ Αχαρνών ανάβαση στο Κιλιμάντζαρο, το 1991, και έχω πάθει πλάκα με την Τανζανία…
...ένα πρωί ξεκινάμε από Αρούσα, μπροστά τα 4x4 με τους τουρίστες, πίσω εγώ με τη μηχανή και από κάτι φοβερούς λασπόδρομους φτάνουμε λέικ Μανιάρα. Σημειωτέον ότι εκεί οι οδικές αρτηρίες δεν διασταυρώνονται. Υπάρχει ένας δρόμος που πάει από την Αρούσα στη Μανιάρα, από κει άλλος για Ν’γκόρο Ν’γκόρο φερ ειπείν αλλά αυτοί δεν διασταυρώνονται. Αν κάνεις λάθος, απλά γυρνάς πίσω και ξαναδοκιμάζεις. Κατασκηνώνουμε στη Μανιάρα και το πρωί αυτοί θα συνέχιζαν γι’ αλλού, εγώ ξεκίνησα να επιστρέψω Αρούσα. Φεύγω, και αφού έχω οδηγήσει τρεις ώρες ξαφνικά στην ερημιά συνειδητοποιώ ότι έχω πάρει λάθος δρόμο. Το χειρότερο πως έχει ανάψει το λαμπάκι των λαδιών. Τελείως κόκκινο. Κάνω έτσι σ’ ένα λοφάκι και βλέπω μπροστά μου ένα χωριό. Μικρό, το ένα τρίτο της Αρούσας. Λεγόταν Ν’μπίλι. Και φυσικά δεν είχε ούτε βενζινάδικο ούτε συνεργείο. Είμαι λοιπόν σταματημένος στο χωριό, με τριγυρίζουν οι μαύροι, προσπαθώ να τους εξηγήσω πως έμεινα από λάδια, τέλος πάντων με πάνε σε μια καλύβα όπου γνωρίζω τον Μπρόνσον . Ήταν ένας αράπης χωρίς πόδια, περπάταγε με τα χέρια, ήτανε μηχανικός! Του εξηγώ το πρόβλημα μου και μου λέει "Άι γουίλ φιξ ιτ. Ιτ ις στρέιντζ μπατ άι γουίλ φίξ ιτ". Παίρνει λοιπόν ένα μπολ, βάζει μέσα κάτι σαν αλεύρι και ρίχνει κι ένα αναψυκτικό, την τοπική κόκα κόλα, από ένα μικρό σκούρο μπουκαλάκι. Ωχ, σκέφτομαι, βουντού θα κάνει. Αρχίζει ν’ ανακατεύει το μείγμα κι αυτό γίνεται ένα παχύρρευστο πράγμα στο χρώμα του χουρμά. Λέω, αυτό το πράγμα μοιάζει με λιπαντικό, άρα δεν σκοπεύουν να με φάνε και τώρα φτιάχνουν τη σάλτσα... Το ετοιμάζει ο Μπρόνσον το υγρό, τσουκ τσουκ το ρίχνει στο κάρτερ και μου λέει, "Δις γουίλ τέικ γιου του Αρούσα"... ιτ τοοκ μι του Αρούσα! 
(Γιάννης Σταυρόπουλος, μουσικός, Παγκράτι)

Ήτανε το πρώτο μου ταξίδι εκτός Ελλάδος και υπήρχε το σχετικό τρέμουλο. Τελικά με το που πάτησα το πόδι στην Τεργέστη, διαπίστωσα ότι τα πράγματα ήταν πιο εύκολα έξω απ’ ό,τι μέσα. Υπήρχε προσοχή στον μοτοσικλετιστή. Το πρώτο σοκ ήτανε οι οτοστράντες, δρόμοι απίστευτοι, ευθείες, καλή άσφαλτος. Κάνα-δυο φορές που βρήκαμε μποτιλιάρισμα, πήγαμε να περάσουμε από τη βοηθητική λωρίδα κι αρχίσαμε να ακούμε φωνές μέσα από τα αυτοκίνητα, κορναρίσματα σα να μας τη λένε… σιγά-σιγά αρχίσαμε να μπαίνουμε στο πνεύμα, να σταματάμε στις λωρίδες διάβασης πεζών, να δίνουμε προτεραιότητα, κάποια πράγματα που ειλικρινά δεν είχα συνηθίσει στην Ελλάδα. Στην Ιταλία έχουμε παρκάρει σε μια πόλη, δίπλα σ’ ένα ποτάμι, λιώνει η άσφαλτος από τη ζέστη και βουλιάζει το σταντ μιας από τις μηχανές, πέφτει κάτω, λύνεται η βαλίτσα, ανοίγει, χύνονται τα ρούχα όλα στο ποτάμι… Αργότερα την ίδια μέρα, οδηγούσαμε σ’ έναν επαρχιακό δρόμο, βλέπουμε τα αυτοκίνητα σταματημένα. Ελληνάρες εμείς, οδηγώντας σιγά-σιγά από δεξιά, φτάνουμε μπροστά εκεί που σταματάγανε τα αυτοκίνητα. Βλέπουμε αστυνομία, μας βάζουν το σχετικό χέρι για την παρανομία, και όπως αριστερά ήταν γκρεμός, ακούμε θόρυβο και βλέπουμε να εμφανίζεται από τον γκρεμό ένα ελικόπτερο και να σηκώνει ένα φορείο κρεμασμένο με συρματόσκοινα. Ένα ασθενοφόρο που περίμενε παραλαμβάνει το φορείο και φεύγει αέρα. Το ελικόπτερο ξαναβουτάει κάτω στον γκρεμό και μετά από δέκα λεπτά εμφανίζεται, σηκώνοντας ένα GPR Χόντα, τσακισμένο... Όταν βλέπαμε μηχανές από την απέναντι πλευρά ν’ αναβοσβήνουν τα φώτα, ξέραμε πως ήταν Έλληνες. Οι Ευρωπαίοι αναβοσβήνανε φώτα μόνο όταν υπήρχε πρόβλημα, χαιρετάγανε με το χέρι. Οι Γερμανοί σηκώνανε το πόδι. Στην Ελβετία περάσαμε ένα τούνελ το οποίο ήτανε δωδεκάμισι χιλιόμετρα, βαρέθηκα να οδηγάω σε κλειστό χώρο. Ήταν το τούνελ όπου έγινε μετά το μεγάλο δυστύχημα με την νταλίκα. Μόλις βγήκαμε, βρεθήκαμε σε φρέσκο χιόνι! 6 Αυγούστου! 
(Γιάννης Ξενάκης, ιδιωτικός υπάλληλος, Αθήνα). 

Απόστολος Σπυράκης