Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Στη μνήμη της Κικής Δημουλά


Απόσπασμα από ένα εν πολλοίς άγνωστο, μικρό διήγημά της που είχε δημοσιευθεί τον Σεπτέμβριο του 1964 στο περιοδικό των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία εργάστηκε από το 1949 έως το 1974. Το περιοδικό ονομαζόταν Ο Κύκλος:

Sotto voce

Άμπωτις και πλημμυρίς, άμπωτις και πλημμυρίς, άμπωτις και πλημμυρίς... Αυτό είναι η είσοδός μου στο πρωινό, στο πολύ πρωινό, - 5 η ώρα - η καλημέρα μου στο τρεχούμενο φως, μια πηγή είναι ο ουρανός, φουσκωμένα είναι τα νερά, πλημμυρίς, καλημέρα, άμπωτις της καρδιάς, καλημέρα.

"Άμπωτις και πλημμυρίς" λέω και ξαναλέω καθώς σιγοπερπατώ ακρογιαλιά-ακρογιαλιά, βάρκα τη βάρκα, Ζιζέλ και Δόμνα, ονόματα δύσκολα να τα προφέρει τούτο το ψαράδικο κύμα. Νάταν Αργυρώ και Δέσποινα και Ρήνη, μάλιστα. Αλλά Ζιζέλ, πώς να το πει;

Πάω και πάω, πέρα και πέρα, μακριά, και τώρα πια δε φαίνομαι και χάνομαι. Γιατί; Είναι κανείς που προσπαθεί να με διακρίνει; Αλλά είναι ωραία, άμα δεν κρύβεται κανείς από κάποιο λόγο, να κρύβεται χωρίς κανένα λόγο...

Πίσω η Ζιζέλ και η Δόμνα σαν κορίτσια αριστοκρατικά και μοντέρνα που πλήττουν στα ήσυχα νερά. Εδώ που έφτασα, στο Κοχύλι, ακρογιαλιά ίδια με τεράστιο κοχύλι, είναι μια ερημιά που κανείς άλλος δεν τη θέλει, δεν τη διεκδικεί. Και γίνεται δική μου. Ψυχή άλλη καμιά εδώ, παρά μόνο η δική μου, αδύνατη ψυχή, και μικρή για τόση ερημιά, αλλά τι να γίνει; Εγώ λοιπόν, κι ένα καΐκι παραμέσα, έρημο κι' αυτό, αυτό θάρθε και θάφερε την τόση ερημιά. Εγώ λοιπόν κι' ένα καΐκι, κι' αν πιάνεται για παρουσία ό,τι σκέφτεσαι, όποιον σκέφτεσαι, τότε κι' αυτό, κι' αυτός.

Κάθομαι χάμω, και πέτρες στο νερό δε ρίχνω. Βάλθηκα να βρω ένα νέο ορισμό για την ακρογιαλιά. Ακρογιαλια θα πει εσύ, ένα καΐκι άδειο, και αυτό κι' αυτός που σκέφτεσαι.

Ευχαριστημένη από τον ορισμό αυτό, κάτοχος μιας ερημιάς αμέτρητης, μιας θάλασσας ολόκληρης, μιας διάπλατης μοναξιάς, και μιας σκέψης που τρομάζει την ερημιά, φουρτουνιάζει την ήσυχη θάλασσα, βουλιάζει τη γαλήνη και παίρνει μακριά τη μοναξιά, προσέχω, μη και, μέσα σ' αυτή τη στιγμιαία πληρότητα, σ' αυτόν τον ευαίσθητο πλούτο, μη και φανεί εχθρικό πλεούμενο.

Τη μελαγχολία φοβάμαι, που μπορεί να φανεί από στιγμή σε στιγμή με ανοιγμένα όλα της τα πανιά να κουρσέψει το τόσο κοπιώδες ψέμα μου: ότι "επικοινώνησα"...

Σα βαρκάκι που τόπιασε φουρτούνα μεγάλη σε πέλαγος χοροπηδάει μέσα μου τούτος ο φόβος.

Τη φοβάμαι τη μελαγχολία πιο πολύ κι' απ' όσο φοβάμαι το άγριο "τίποτα".

Πήγε κιόλας 6 η ώρα. Στρέφω πλάι μου και λέω: "Καλημέρα".

Σε ποιον;

Και μελαγχολώ.


Κική Δημουλά



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου