Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020

"Σκοτεινά δωμάτια" του Βαγγέλη Παπαδιόχου

Τα Σκοτεινά δωμάτια είναι μια σειρά από έξι διηγήματα, διαφορετικά μεταξύ τους με σταθερό ιστό σύνδεσης τον κόσμο του φανταστικού. Αν και η λογοτεχνία του φανταστικού περιλαμβάνει μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ο 'Οργουελ, ο Χάξλει, ο Μπόρχες ή ο Τόλκιν, που έχουν δημιουργήσει ένα δικό τους σύμπαν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπου διεισδύει κανείς αποκρυπτογραφώντας τα σύμβολά τους, στην Ελλάδα δεν αποτελεί διευρυμένο και τόσο γνωστό λογοτεχνικό ρεύμα. Στις μέρες μας όμως η γκάμα του φανταστικού μοιάζει να διευρύνεται, αναζητώντας τα δικά της σύμβολα και αλληγορίες που σηματοδοτούν το πέρασμα σε ένα νέο τρόπο γραφής που απομακρύνεται αρκετά από τα ελληνικά λογοτεχνικά στερεότυπα.

Εξάλλου αυτή η γνωστή ανορθολογική διάταξη του κόσμου των παραμυθιών, εκεί που οι καλοί ήρωες αναμετρώνται με δράκους, μάγισσες και τέρατα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου μέσα από τα μάτια της φαντασίας, όπου τα μηνύματα βγαίνουν σχεδόν άκοπα μέσα από τις συγκρούσεις ρεαλιστικών και φανταστικών όντων. Άλλωστε και η ίδια η ελληνική μυθολογία δεν ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από τα δικά της σύμβολα και τους δικούς της κανόνες;

Ας έρθουμε όμως στον κόσμο των σκοτεινών δωματίων κι ας προσπαθήσουμε να εντρυφήσουμε στο αποκρυφιστικό υλικό των ασφυκτικών και δεσμευτικών χώρων τους που συχνά παγιδεύουν τους ήρωες.

Εδώ, ο συγγραφέας δημιουργεί ένα δικό του κλειστοφοβικό σύμπαν με μια απροσδιόριστη αλληλοεπικάλυψη δύο πραγματικοτήτων, έτσι καθώς οι ήρωες μεταβαίνουν με ευκολία από το νοητό και αισθητό στο αφανέρωτο και εφιαλτικό. Η συγκόλληση της φασματικής φιγούρας πάνω στην αυθεντική είναι τόσο συμπαγής που μοιάζει αυτό το τρομερό δίδυμο φαντασίωσης και πραγματικότητας να δημιουργεί ένα επέκεινα, όπου οι δύο κόσμοι συχνά αφομοιώνονται.

Στο «Κτήνος», θύτης και θύμα δημιουργούν ένα ισχυρό σύμπλεγμα που η αποκόλλησή του σηματοδοτεί επαναφορά στην πραγματικότητα. “Είσαι καλά; Σε χτύπησε; Δεσποινίς μ΄ακούς; Είσαι καλά; άκουσε μια ανήσυχη φωνή κοντά της”.

Στο «Σκοτεινό δωμάτιο», το εφιαλτικό σκηνικό διεισδύει στον κόσμο του πραγματικού για να δράσει με μια διαισθητική προσέγγιση λυτρωτικά για την πραγματικότητα. “Αν δεν ήσουν εσύ... του ψιθύρισε κοιτώντας τον με έκφραση ευγνωμοσύνης”.

Στο διήγημα «Πέρα απ’ το φράγμα του πόνου», πράξεις του παρελθόντος, τύψεις και απωθημένα μοιάζουν να στοιχειώνουν τον ήρωα, ανατρέποντας τη σταθερή δομή της πραγματικότητάς του, και έτσι καθώς σωματοποιούνται εισβάλλουν ως τιμωροί στο παρόν του, δημιουργώντας φρίκη.

«Μια μεγάλη σιδερένια μάζα προσέκρουσε με αστραπιαία ταχύτητα στο κάτω μέρος του σώματός του και τον υποχρέωσε να σωριαστεί στην άσφαλτο. Μπερδεμένες υπόκωφες φωνές έφτασαν τότε στ’ αυτιά του και καθώς έβγαζε σιγοτρέμοντας πνιχτές κραυγές κρατώντας τη ματωμένη κοιλιακή του χώρα, θα ορκιζόταν ότι κάποια στιγμή του φάνηκε σαν να είδε, μέσα από τα μισανοιγμένα του βλέφαρα, κάποιον που έμοιαζε καταπληκτικά με τον νεαρό εαυτό του να ανοίγει την πόρτα και να στέκεται από πάνω του χαμογελώντας σαρδόνια με κάτι αιχμηρό στο χέρι του».

Το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και στην «Πείνα», όπου ο εγκλεισμός στο ασανσέρ ενεργοποιεί ξεχασμένους εφιάλτες από το παρελθόν που έρχονται με δριμύτητα. Οι καταγεγραμμένες εμπειρίες του υποσυνείδητου ορθώνουν το ανάστημά τους, ζωντανεύουν, ισχυροποιούνται και τελικά επιβάλλονται και ταυτίζονται με την πραγματικότητα. «Σώμα καθηγητή σε μερική αποσύνθεση κι αυτός από πάνω του. Επίμονο γουργούρισμα κοιλιάς. Πείνα, αφόρητη πείνα». Ωστόσο κάποιες φράσεις ολικής αλλαγής επιπέδου κάνουν πιο ξεκάθαρη τη διάκριση των δύο κόσμων : “Παρακαλώ την ηρεμιστική ένεση, πρόσταξε ο λευκοντυμένος άντρας. Ο καθηγητής είδε μια παρόμοια λευκοντυμένη γυναίκα να του αρπάζει ξαφνικά το μπράτσο και να βυθίζει μια μυτερή βελόνα στο δέρμα του. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ένιωσε κάτι σαν χοντρά σχοινιά να τον συγκρατούν κάτω”.

Ποια είναι όμως τα σύμβολα που σηματοδοτούν το άνοιγμα στο χώρο του φανταστικού; Τανάλιες, ξυράφια, μαστίγια, ρομπότ, σπασμένα κρύσταλλα, διονυσιακά alter ego, είδωλα που ατικατοπτρίζονται σε καθρέπτες, τζάμια ή οθόνες υπολογιστών, όλα μαζί ως ολότητα και το καθένα χωριστά στις επιμέρους αφηγηματικές ενότητες δημιουργούν το κλειδί εισόδου στο σκοτεινό σύμπαν που διασπά τη συνειδητή αντίληψη, εμφανίζοντας τα βαθύτερα πεδία της που κατά κανόνα εδώ είναι πνιγηρά.

Συχνά το ξυράφι που βυθίζεται αιχμηρό σηματοδοτεί το στοιχείο του τρόμου που δεν φοβίζει βέβαια, απλά πίσω από την πραγματική χρήση του υποδηλώνει το πέρασμα στον κόσμο των επικρεμάμενων απειλών, φόβων ή τραυμάτων. «Μετά από μια βαθιά ξυραφιά, είδε μια κηλίδα αίματος να ξεπροβάλλει πάνω στο πηγούνι του και να κατηφορίζει γρήγορα προς το λαιμό του. Άφησε κάτω το ξυράφι και παρατήρησε για λίγο το ελαφρώς τρεμάμενο χέρι του».

Ή αλλού: «Ένα ξυραφάκι πέρασε τότε βιαστικά, ξανά και ξανά, πάνω απ’ τα άτριχα πόδια της, αφήνοντας πίσω του όλο και μεγαλύτερες ερυθρές αμυχές που σύντομα κατέληξαν σε μακρόστενα αιμάτινα ρυάκια».

Στο «Χορό των μαινάδων», οι ερωτικές φαντασιώσεις γίνονται πολύ δελεαστικές και επικίνδυνες, καθώς παίρνουν μια πλασματική μορφή που αντανακλάται στον κόσμο του πραγματικού δημιουργώντας απόλυτη σύγχυση στον ήρωα, βάζοντάς τον σε μια ανεξερεύνητη, άγνωστη διονυσιακή αναζήτηση. “ Ήταν ίδια, όπως την είχε δει, με εκείνο το κατακόκκινο αρχαίο φόρεμα και το στεφάνι από φύλλα στο κεφάλι της- αυτή ήταν, δεν μπορούσε να κάνει λάθος. Στάθηκε για μια στιγμή κοιτώντας την αντανάκλασή της, σαν να ήθελε να παγιδεύσει τη μορφή της στη νοητή φωτογραφική του μνήμη, κι έπειτα γύρισε απότομα πίσω του. Ήταν πλέον άφαντη. Το μόνο που υπήρχε στη θέση της ήταν ένα λευκό μαντήλι που αιωρήθηκε για λίγο πριν αναπαυθεί αργά στο έδαφος”.

Στα συγκεκριμένα διηγήματα ο τρόμος είναι η ρευστή ουσία που διαχέεται στις ιστορίες, παρά τις εμφανείς αποκλίσεις στην αφηγηματική πορεία. Για κανέναν δεν είναι εύκολες οι συνθήκες ζωής τους, καθώς εσωτερικές φωνές τούς υποδεικνύουν διαρκώς κινήσεις, βυθίζοντάς τους σε ένα προσωπικό κόσμο. Εντυπωμένες στο υποσυνείδητο μορφές που δεν υποχωρούν, αντιθέτως ολοένα ενδυναμώνουν διεκδικώντας το μερίδιό τους στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα η σύγχυση του προφανούς και του άδηλου να είναι αυτή που εντέλει σηματοδοτεί τη νέα πραγματικότητα, καθώς είναι απτή η παρείσφρυση του ενός κόσμου στον άλλο. Η ζωή των ηρώων εξελίσσεται κινηματογραφικά, σαν σπασμωδικές σκηνές ταινίας που συνθέτουν μία αλλοπρόσαλλη ολότητα καμωμένη από υλικά του εφιάλτη και του υποσυνειδήτου. Καταδικασμένοι μέσα στα σύνορα του προσωπικού τους εγκλεισμού, που τους υποβάλλει και τους βυθίζει στη δική του υπερπραγματικότητα.

Σαφείς εικονοποιητικές αφηγήσεις που καταγράφουν τα σκοτεινά έγκατα της ανθρώπινης ψυχής. Μια καταβύθιση στα ασυνείδητα υποστρώματα της ύπαρξης, εκεί που φωλιάζουν οι εσωτερικές ανησυχίες, οι φόβοι, οι ερωτικές φαντασιώσεις, τα τραύματα, οι ενοχές. Οι ήρωες βιώνουν τις πραγματικές καταστάσεις μέσα από το διογκωτικό φακό της φαντασίας τους. Οι μυστικές φωνές ολοένα και δυναμώνουν και σταδιακά μοιάζουν να αποκτούν υλική οντότητα, επιβάλλοντας ηχηρά την παρουσία τους. Και τότε, οι αυθεντικές υπάρξεις μοιάζουν να γίνονται έρμαια των ζοφερών, απόκρυφων, θαμμένων ψυχικών απωθημένων. Περίεργοι συνειρμοί χωρίς φανερή συνοχή συγκρούονται ανά πάσα στιγμή, αποδομώντας τα στεγανά του πραγματικού κόσμου.

Τι γίνεται τελικά όταν ο εφιάλτης εισχωρεί στην πραγματικότητα; Πώς εξελίσσεται η νοητική διεργασία όταν βάλλεται από παλιά τραύματα, σκοτεινές στιγμές και απροσδιόριστους φόβους; Πώς λειτουργεί η ψυχή όταν καταβυθίζεται σε ατελεύτητα έγκατα; Και πώς λειτουργεί η σκέψη στις κρυφές της στιγμές; Αυτά είναι μάλλον σκοτεινά δωμάτια... της ύπαρξης.

Άραγε, η ελληνική λογοτεχνία έχει στις φλέβες της νέο υλικό που τροφοδοτεί το αειθαλές σώμα της; Την εποχή της προσομοίωσης και της digital art φαίνεται ότι ο κόσμος ως ολότητα διευρύνεται τροποποιώντας τα ήδη κατακτημένα υπερρεαλιστικά μονοπάτια με πιο σύγχρονες μορφές απεικόνισης ή βίωσης του φανταστικού. Και απ’ ό,τι φαίνεται, στις μέρες μας η ελληνική λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να βρίσκει νέους τρόπους έκφρασης και να εμπλουτίζεται με νέες τάσεις.

Ήλια Λούτα


Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

Στη μνήμη της Κικής Δημουλά


Απόσπασμα από ένα εν πολλοίς άγνωστο, μικρό διήγημά της που είχε δημοσιευθεί τον Σεπτέμβριο του 1964 στο περιοδικό των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία εργάστηκε από το 1949 έως το 1974. Το περιοδικό ονομαζόταν Ο Κύκλος:

Sotto voce

Άμπωτις και πλημμυρίς, άμπωτις και πλημμυρίς, άμπωτις και πλημμυρίς... Αυτό είναι η είσοδός μου στο πρωινό, στο πολύ πρωινό, - 5 η ώρα - η καλημέρα μου στο τρεχούμενο φως, μια πηγή είναι ο ουρανός, φουσκωμένα είναι τα νερά, πλημμυρίς, καλημέρα, άμπωτις της καρδιάς, καλημέρα.

"Άμπωτις και πλημμυρίς" λέω και ξαναλέω καθώς σιγοπερπατώ ακρογιαλιά-ακρογιαλιά, βάρκα τη βάρκα, Ζιζέλ και Δόμνα, ονόματα δύσκολα να τα προφέρει τούτο το ψαράδικο κύμα. Νάταν Αργυρώ και Δέσποινα και Ρήνη, μάλιστα. Αλλά Ζιζέλ, πώς να το πει;

Πάω και πάω, πέρα και πέρα, μακριά, και τώρα πια δε φαίνομαι και χάνομαι. Γιατί; Είναι κανείς που προσπαθεί να με διακρίνει; Αλλά είναι ωραία, άμα δεν κρύβεται κανείς από κάποιο λόγο, να κρύβεται χωρίς κανένα λόγο...

Πίσω η Ζιζέλ και η Δόμνα σαν κορίτσια αριστοκρατικά και μοντέρνα που πλήττουν στα ήσυχα νερά. Εδώ που έφτασα, στο Κοχύλι, ακρογιαλιά ίδια με τεράστιο κοχύλι, είναι μια ερημιά που κανείς άλλος δεν τη θέλει, δεν τη διεκδικεί. Και γίνεται δική μου. Ψυχή άλλη καμιά εδώ, παρά μόνο η δική μου, αδύνατη ψυχή, και μικρή για τόση ερημιά, αλλά τι να γίνει; Εγώ λοιπόν, κι ένα καΐκι παραμέσα, έρημο κι' αυτό, αυτό θάρθε και θάφερε την τόση ερημιά. Εγώ λοιπόν κι' ένα καΐκι, κι' αν πιάνεται για παρουσία ό,τι σκέφτεσαι, όποιον σκέφτεσαι, τότε κι' αυτό, κι' αυτός.

Κάθομαι χάμω, και πέτρες στο νερό δε ρίχνω. Βάλθηκα να βρω ένα νέο ορισμό για την ακρογιαλιά. Ακρογιαλια θα πει εσύ, ένα καΐκι άδειο, και αυτό κι' αυτός που σκέφτεσαι.

Ευχαριστημένη από τον ορισμό αυτό, κάτοχος μιας ερημιάς αμέτρητης, μιας θάλασσας ολόκληρης, μιας διάπλατης μοναξιάς, και μιας σκέψης που τρομάζει την ερημιά, φουρτουνιάζει την ήσυχη θάλασσα, βουλιάζει τη γαλήνη και παίρνει μακριά τη μοναξιά, προσέχω, μη και, μέσα σ' αυτή τη στιγμιαία πληρότητα, σ' αυτόν τον ευαίσθητο πλούτο, μη και φανεί εχθρικό πλεούμενο.

Τη μελαγχολία φοβάμαι, που μπορεί να φανεί από στιγμή σε στιγμή με ανοιγμένα όλα της τα πανιά να κουρσέψει το τόσο κοπιώδες ψέμα μου: ότι "επικοινώνησα"...

Σα βαρκάκι που τόπιασε φουρτούνα μεγάλη σε πέλαγος χοροπηδάει μέσα μου τούτος ο φόβος.

Τη φοβάμαι τη μελαγχολία πιο πολύ κι' απ' όσο φοβάμαι το άγριο "τίποτα".

Πήγε κιόλας 6 η ώρα. Στρέφω πλάι μου και λέω: "Καλημέρα".

Σε ποιον;

Και μελαγχολώ.


Κική Δημουλά



Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Η λογοτεχνία στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης – «Άντα» του Αντουάν Μπελλό

Το συγκεκριμένο βιβλίο το διάβασα μετά από ένα άλλο, αριστοτεχνικό βιβλίο μελλοντικής δυστοπίας και προβληματισμού, το Zero K του Ντον ντεΛίλλο. Αναπόφευκτα, λοιπόν, το βρήκα λιγότερο ενδιαφέρον από πλευράς πλοκής. Τα θέματα που πραγματεύεται είναι βεβαίως σημαντικά, είτε αφορούν τη λογοτεχνία είτε την τεχνητή νοημοσύνη. Για παράδειγμα, είναι η λογοτεχνία προϊόν ταλέντου ή προϊόν μιας προσεκτικά σχεδιασμένης διαδικασίας; Η ροζ λογοτεχνία πόσο λογοτεχνία μπορεί να είναι και τι σημαίνει η εισβολή της μαζικής κουλτούρας για την έννοια της λογοτεχνίας ως μορφής τέχνης; Τα χαϊκού είναι μια υψηλή μορφή ποίησης ή ένα ευκολότερο πεδίο πειραματισμού με τις μόλις 17 συλλαβές τους; Τι αξία έχουν τα λογοτεχνικά βραβεία;

Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη, μερικά ερωτήματα είναι: τι σημαίνει το να έχει κανείς συνείδηση και πότε κρίνεται ότι κάποιος έχει; Γιατί τεκμαίρουμε ότι κάποιος δεν έχει συναισθήματα, όταν μπορεί να χρωματίζει τη φωνή του ανάλογα με την περίσταση, κάνει παύσεις, σιωπά και γενικά μετέρχεται σωστά όλους τους τρόπους της εξωγλωσσικής επικοινωνίας; Και ακόμη, τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο ανθρώπινο; Μήπως η ανθρωπιά δεν είναι, σε μεγάλο βαθμό, κοινωνική κατασκευή; Γιατί ένας άνθρωπος που έχει σκοτώσει/βιάσει/εγκληματήσει αξίζει να λέγεται άνθρωπος περισσότερο από μια τεχνητή νοημοσύνη που εξυπηρετεί ευγενείς σκοπούς και βοηθά τους ανθρώπους;

Τέτοια ερωτήματα εκφράζονται ρητά ή προκύπτουν ως προβληματισμοί στον αναγνώστη της Άντας του γαλλικής καταγωγής Αμερικανού Αντουάν Μπελλό. «Άντα» είναι το όνομα της τεχνητής νοημοσύνης που μια εταιρία της Σίλικον Βάλεϊ έχει κατασκευάσει με αποστολή να γράψει ένα ροζ μυθιστόρημα το οποίο θα πουλήσει πάνω από 100.000 αντίτυπα και θα γίνει μπεστ σέλερ. Μόνο που η Άντα εξαφανίζεται από το εργαστήριο και η υπόθεση ανατίθεται στην αστυνομία. Η αστυνομία με τη σειρά της επιφορτίζει με αυτήν έναν συμβατικό και παλαιάς κοπής επιθεωρητή ο οποίος διαπνέεται από σοσιαλιστικά φρονήματα για το γενικό καλό και την ευημερία των φτωχών και των αδυνάτων. Και που προσπαθεί να εμφυσήσει αντίστοιχα ιδεώδη και στην Άντα, έχοντας την αφέλεια ότι μπορεί να τα καταφέρει.

Πιστεύω πως η δόμηση της Άντας ως αστυνομικού μυθιστορήματος ήταν ένας λανθασμένος τρόπος διαπραγμάτευσης που έβλαψε την κεντρική ιδέα. Ο Μπελλό αναγκάστηκε να παραγεμίσει την ιστορία με άσχετες πληροφορίες (ειδικά οι εκτενείς αναφορές στο αμερικανικό μπέιζμπολ είναι αρκετά κουραστικές), χωρίς να δώσει βάθος στους κεντρικούς ήρωες, οι οποίοι αναγκαστικά εμφανίζονται τελικά σαν αστείες καρικατούρες που παίρνουν στα σοβαρά τους εαυτούς τους. Ενδεχομένως, βέβαια, αυτή του η διαπραγμάτευση να είναι στην πραγματικότητα ένα ειρωνικό σχόλιο για τα όσα εκπροσωπούν και πρεσβεύουν αυτοί οι κεντρικοί ήρωες, για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, για την προσήλωση στον κομμουνισμό και για τη λογοτεχνία. Σε αυτήν την περίπτωση, το βιβλίο θα πρέπει να κριθεί καλό, αν και πάλι θα ήταν καλύτερο, νομίζω, όλα αυτά να γίνονταν λιγότερο υπαινικτικά και περισσότερο εμφανώς.

Το υλικό της αφήγησης, με όλους τους προβληματισμούς που θέτει το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης από μόνο του, θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι καθηλωτικό. Ο παραγκωνισμός του ανθρώπου και ορισμένων ιδιοτήτων του όπως η φαντασία ή η έμπνευση, η στιγμή που τα μηχανήματα «θα επιχειρήσουν να μας κάνουν ευτυχισμένους παρά τη θέλησή μας», η επαπειλούμενη απώλεια θέσεων εργασίας, όλα αυτά τα ζητήματα δεν μπορεί να προκύπτουν απλά ως το μέρος μιας αστυνομικής έρευνας από κάποιον άσχετο αισθηματία. Θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να έχουν έρθει στο προσκήνιο πιο δυναμικά: έτσι θα έδιναν ένα αποτέλεσμα που θα συγκλόνιζε. Κάτι που δεν έγινε στην Άντα, η οποία κατά τη γνώμη μου κάπως έτσι έχασε το μεγάλο στοίχημα.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Ούτε ίχνος" της Μαρίας Παυλίδου
















ούτε ίχνος

Αυτή λοιπόν είναι
η παλιά μου συνοικία.
Νόμιζα πως βουλιάζει
μες στη λήθη
αλλά βρίσκω ξανά
το δρόμο για
τα πέτρινα,
η δυσωδία
απ’ τα βυρσοδεψεία
που δεν ξέχασα
με πάει
ίσα στη γειτονιά μου·
και οι φωνές του έγκλειστου
που σαν ανήμερα στοιχειά
με τάραζαν
ξεπήδησαν επάνω.

Και να τώρα
που φτάνω σπίτι
και ζούνε άλλοι
που ονειρεύονται άλλα
κι ούτε ίχνος από μένα.


Μαρία Παυλίδου
(αδημοσίευτο)

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

"REM" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου


Ένα λευκό κρεββάτι
κάτασπρα σεντόνια
μπαλκόνι με αναρριχώμενες αγάπες
σκαρφαλώνει αθόρυβα
ένα βιβλίο μίσχος
ακουμπά τα φύλλα του στα δάχτυλα
(λίγο πριν το όνειρο είναι πάντα άνοιξη)
δυο κουπιά αγριοπερίστερο στα μάτια
και ένα σάλτο στο μυαλό
για ουρανό που πέφτοντας
γκρεμίζει μου τα κάγκελα

«Όπως θα έπρεπε να είναι»


Η νέα ποιητική συλλογή της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου κινείται με τον ρυθμό και την ανάσα του ονείρου, τα ποιήματά της είναι φτιαγμένα από το υλικό του, εκπέμπουν τη συγκινησιακή του φόρτιση. Είναι ο τρόπος που επιλέγει η ποιήτρια για να μιλήσει για τους εφιάλτες που γεννάει η σημερινή πραγματικότητα, τα τείχη που κτίζει γύρω από τον άνθρωπο·αποπειράται να τα γκρεμίσει. Η ποίησή της είναι γραμμένη σε πρώτο ενικό, ωστόσο μέσα της κυοφορείται το «εμείς».

Σε μια εποχή που θέλει τους ανθρώπους ομοιόμορφους, απρόσωπους, εκείνη ανοίγει πάλι τον ασκό των ονείρων, θέλει να αποκαταστήσει τη θέση τους στη ζωή του ανθρώπου, πιστεύει στην παντοδυναμία τους, όπως είχαν κάνει πριν από περίπου έναν αιώνα, οι πρώτοι υπερρεαλιστές. Η συγκινησιακή τους φόρτιση σπάει τον πάγο που δημιουργεί μέσα στον άνθρωπο η ερημιά της πραγματικότητας, τον κάνει να νοσταλγήσει όσα αγαπάει, να θυμηθεί όσα του λείπουν και είναι για τη ζωή του πολύτιμα, του δίνουν κίνητρο για να αλλάξει το μέλλον. Γράφει η ποιήτρια: αν ξυπνήσω σχεδόν αμέσως μετά το όνειρο/ κουβαλάω στην πλάτη το τσεκούρι που μου φύτεψε/ κόβομαι όλη τη μέρα σε φλούδες/ μια δέσμη άγραφο χαρτί/ τόσο σκοτάδι από μέσα/ μα πήρε κιόλας μεσημέρι/ κι αυτή η αίσθηση, φερμένη απ’ του ύπνου τα σαγόνια/ ορίζει πως κάτι ακόμα της μέρας πρέπει πικρά να φαγωθεί…

Γιατί σε κάποια καμπή του δρόμου, κάπως έγινε, κάπως έτσι προέκυψε και ο άνθρωπος έχασε το τιμόνι της ζωής από τα χέρια του και βρέθηκε μπροστά σε μια πραγματικότητα χαοτική, που του επιβάλλεται, χωρίς να μπορεί να την ελέγξει: Δεν ήθελα, όχι δεν το προσπάθησα/ μια δύναμη άλλη ήταν που κυριάρχησε στα χέρια/ αφαίρεσε τα δαχτυλίδια της εξουσίας μου/ στην επερχόμενη μέρα/ ξύπνησα με κλειστό βλέμμα/ έβλεπα μόνο όσα είχαν μέσα μου κρυφτεί/ ο δρόμος αντανακλούσε graffiti από θυμωμένη ζωή/ η νύχτα πίνακες του Magritte/ φιλιά με δεμένα μάτια/ αποσκευές με λάθος εισιτήριο/ πουλιά που έφτιαχναν φωλιές σε δέντρα του χειμώνα/ σπίτια που φυγάδευαν το φως απ΄τα παράθυρα…

Ωστόσο, πώς κερδίζεται η μάχη, αν ο πόλεμος έχει πια τελειώσει; Αναρωτιέται η ποιήτρια. Για να πάρει πάλι ο άνθρωπος τη ζωή στα χέρια του, χρειάζεται να έρθει σε επαφή με τον βαθύτερο εαυτό του, να εμβαθύνει στους συμβολισμούς των ονείρων του, να ερμηνεύσει ο ίδιος τα όνειρά του, να θυμηθεί όλα όσα αγαπάει. Η ερμηνεία των ονείρων από τους ειδήμονες είναι ένα ακόμα περιτείχισμα που τον αδρανοποιεί, του αφαιρεί το δικαίωμα να συνειδητοποιήσει μόνος του τι κρύβεται μέσα στην ψυχή του πολύτιμο: διαβάζω τους ειδήμονες/ όσο περνούν οι νύχτες και αθροίζονται/ δεν κατανοώ/ δεν αποδέχομαι τις ερμηνείες/ κουβαλούν το δικό τους περιτείχισμα/… Πρέπει να ξυπνήσεις Φρόυντ/ πρέπει να σηκωθείς από τον αιώνιο ύπνο σου/ ημιτελή τα λόγια σου οδηγούν σε ατέλειες της σκέψης μου/ τίποτα πια δεν ταιριάζει/ σ΄ αυτά που υποψιάστηκες/ γράψε για μένα απ΄την αρχή την ερμηνεία των ονείρων…

Η συμβολική μορφή του Ιωσήφ, του ανθρώπου που ήξερε να ερμηνεύει τα όνειρα με τρόπο που να αλλάζει λυτρωτικά τη μοίρα και σε αλλοτινούς καιρούς έσωσε τον λαό του και τον λαό της Αιγύπτου από την πείνα, κατοικεί στη σκέψη της. Η ιστορία του περιθάλπει τις ελπίδες της για το μέλλον. Γράφει η ποιήτρια: Ώρες πολλές ο Ιωσήφ κατοικεί μες στο σκοτάδι μου… Ιωσήφ με κοιτάζεις/ όπως κοίταξες τον μεγάλο σεφ του παλατιού/ γνωρίζοντας το μαύρο ένδυμα της μοίρας/ αν θα ερμηνεύσεις το όνειρο/ θα πρέπει πρώτα να έχεις ζήσει τον εφιάλτη, λες/ να έχεις σκύψει πάνω από το σώμα ενός πουλιού που έμαθε να πετά χωρίς φτερά./ Πάλεψε, διάβασε τα σπλάχνα της πείνας/ τα κόκαλα της δίψας/ σήκωσε ύστερα τα μάτια προς το άπειρο/ δες αν πετούν οι άνθρωποι/ όταν δεν έχουν πια ουρανό./ Από τα χείλη της μοίρας σου κρέμομαι…

Ο δικός της εφιάλτης αναβιώνει κάθε φορά που βλέπει στο όνειρο της να περνάει από μπροστά από το δρόμο της, ως σύμβολο εξουσίας, μια μαύρη λιμουζίνα. Ανασύρει μέσα της μνήμες, ξυπνάει τον εφιάλτη της εισβολής που έζησε στα παιδικά της χρόνια, τότε που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μαζί με τους δικούς της και τους συμπατριώτες της, την Αμμόχωστο: …Είμαι παιδί/ ο πατέρας έχει ακόμα το Ford Cortina/ και ξαφνικά πέφτω σαν μετεωρίτης στο παρόν/ μια ενήλικη κουκκίδα/ μεταμόρφωση μάγισσας νύχτας/ χωράω παντού/ και στον πιο ανεπαίσθητο φόβο/ την ώρα που περνάει η μαύρη λιμουζίνα/ με τα αδιάφανα τζάμια/ και τα διαφανή σώματα/ τόσο όσο να αποκαλύπτεται/ η δυσλειτουργία της καρδιάς/ προλαβαίνω/ να κλειδωθώ στο Ford Cortina/ μην είναι πάλι εισβολή;/ και μήπως καίγονται ξανά οι πορτοκαλιές/ που έχτιζαν ευωδιαστά/ τα τείχη γύρω από το σπίτι μας;

Εκείνο που δεν έχει ειπωθεί αναδύεται σαν αίσθηση μέσα από την ποίησή της. Τα διεθνή συμφέροντα που κυβερνούν τον κόσμο, τα σύννεφα του πολέμου που αιωρούνται πάνω από περιοχές της γης, η απατηλότητα της ασφάλειας, η εξαιρετική ευθραυστότητα των θεμελίων του κόσμου μας…
Η ποιήτρια μας μιλάει για τη δική της αμμόχωστη περιπλάνηση που δίχασε τη ζωή της και άλλαξε το μέλλον της. Και μιλώντας έτσι εξομολογητικά για τον εαυτό της και τους αγαπημένους της, ρίχνει ένα φως αλληλέγγυο στην ψυχολογία των προσφύγων που φτάνουν σήμερα ανέλπιδοι στις ακτές της Μεσογείου: …τόσος αγέρας να στριφογυρνάει στη μνήμη/ και να ’ναι Ιούλης μήνας και ώρες της ραστώνης/ πρώτα σηκώθη το σανδάλι της μάνας/ γαντζώθηκε στο τελευταίο σκαλοπάτι/ ώρες που μας τύλιξε σε ένα σύννεφο αγωνίας/ παρακαλώντας κατακαλόκαιρα να γίνουμε βροχή/ να στάξουμε σε άλλη πίστη/ ύστερα χάθηκε η οικογενειακή φωτογραφία στο σαλόνι… το στερνό γκρέμισμα ήτανε/ από το παντζούρι στο παράθυρό μου/ με τις κούκλες απλωμένες στον ήλιο/ την αμμόχωστη περιπλάνηση στο κάλεσμα οριζόντων/ ανάποδα μπαίνει πια ο ήλιος/ πισωπατά μέχρι να σκοντάψει στα ίχνη της αγάπης/ προχωρημένη πλέον η ζωή…

Δεν περνά απαρατήρητη μια νότα πικρής ειρωνείας στην ερώτηση που απευθύνει στον καθρέφτη της, καθώς αφουγκράζεται το χρόνο να περνά: «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου/ ποια είναι η ομορφότερη;/ η ζωή που μου έζησαν ή/ μήπως η άλλη που γκρεμίστηκε από τις παρυφές του πόθου;»…Ούτε περνά απαρατήρητη η αλληγορία από το χάραγμα του καθρέφτη που υπαινίσσεται ένα τραύμα που δεν επουλώνεται και κάθε φορά αιμορραγεί εκ νέου. …Ο καθρέφτης δεν παραμυθιάζεται/ χαράζεται από την αγωνία της ερώτησης/ χαράζει με τη γωνία της απάντησης/ οξεία σε σπασμένες μοίρες…

Το ποίημα της «Dress code μεταμεσονύχτιο» γίνεται μαρτυρία των συναισθημάτων, που κρύβουν από τη θέα των άλλων, οι άνθρωποι που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους. Η φράση «η προσγείωσή μας σε έναν άγνωστο πλανήτη» που υπάρχει μέσα στο περιεχόμενο του ποιήματος, προβάλλει ξεκάθαρα το συναίσθημα της απελπισίας εκείνων που νιώθουν ότι δεν ανήκουν πουθενά. Η έλλειψη κάθε ελπίδας που τους χαράσσει κρύβεται στην αρχή και φανερώνεται στο τέλος του ποιήματος: …είναι και το μεταμεσονύχτιο δείπνο/ φοράμε τις νυχτικιές ανάποδα/ να φαίνεται η ετικέτα μιας νέας πραγματικότητας/ χαλαροί/ δήθεν ξέγνοιστοι/… για να καταλήξει: …ως το πρωί/ όλο το πρόσωπό μας κρέμεται ανάποδα/ να φαίνεται η ετικέτα/ των νέων μας νεκρών…

Η ποίησή της αφήνει αιχμές και για την πολιτική ζωή, τις διαφωνίες και τις διχόνοιες των πολιτικών που ξεχνούν την ιερότητα του σκοπού, το καλό του τόπου, για τα κομματικά τους συμφέροντα. Αίφνης, τα κόμματα, από σημεία στίξης που διαχωρίζουν τις λέξεις, μεταβάλλονται σε αλληγορία για τις διαφωνίες των πολιτικών. Τα διαφορετικά χρώματα του ουράνιου τόξου αντανακλούν τα διαφορετικά χρώματα και τις ιδεολογικές διαφορές των πολιτικών κομμάτων. Γράφει η ποιήτρια:…Ο πόλεμος δεν χαρίζεται/ παρά μόνο σε αρτιμέλειες/…Από αρχαιοτάτων πόνων/ ο ουρανός για να γράφεται ουρανός/ γεννιέται με όλο το γαλάζιο του/ και τώρα πια/ μετά από τόσα χαμένα ουράνια τόξα/ ποίηση είναι να πεις το κόκκινο/ με άλλο χρώμα…

Χρειάζεται μια αλλαγή συνείδησης για να ανατρέψει αυτή την ανεπάρκεια της εποχής μας να συντηρήσει των ανθρώπων τα όνειρα, να βάλει φρένο στη μεγάλη ικανότητά της να γεννάει εφιάλτες. Έχει σημασία γράφει η ποιήτρια, τη μέρα να γίνεται ο άνθρωπος ρήμα ενεργητικό. Χρειάζεται περισσότερη δράση και λιγότερη νοσταλγία για να κτίσει τον δρόμο που οδηγεί στα όνειρα του: να υγραίνεται η ζωή από ιδρώτα/ λιγότερο από δάκρυα/ όσο το αλάτι μπορεί να καθορίζει/ την επιθυμητή γεύση των θαυμάτων…

Πυλώνες στήριξης για την διασφάλιση της ακέραιης μονάδας της ύπαρξης, ο έρωτας που σπάει τα τείχη του εγώ, για να συναντήσει τον άλλον, η αγάπη που μέσα της αποκτά μια ιερότητα η συνήθεια, το δώρο της φιλίας, ο έρωτας για τη γνώση. Για κείνη ο έρωτας θυμίζει κάτι από το όνειρο για τον παράδεισο του Μπόρχες: …βιβλιοθήκη με ασημένια βροχή να στάζει/ από τις σχισμές των λόγων σου/ λίπανση του δέντρου της γνώσης/ του καλού και του καλύτερου/… αιώνων καταγεγραμμένη αγάπη/ πάπυροι και δερματόδετα φιλιά/ εσύ ανάμεσά τους/ σπάνια έκδοση του έρωτα…

Οι παιδικοί φίλοι είναι καλό να μην χάνονται, να κρατούν επαφή. Δεν είναι σίγουρο ότι σε δεύτερο χρόνο η απόσταση μπορεί να γεφυρωθεί: Δεν σου ’στειλα το μήλο και σ’ έχασα από φίλο»/ μα μ’ ένα πορτοκάλι/ θα σε κερδίσω πάλι»;...  Στα όνειρα ο θάνατος και ο χρόνος αναιρείται. Εκεί συναντάμε τους αγαπημένους μας νεκρούς για να πούμε όσα δεν είχαμε την ευκαιρία να πούμε στη ζωή.

Στο βάθος της ψυχής της απλώνεται σαν υδατογραφία η γενέθλια πόλη, το σπίτι το πατρικό, οι αγαπημένοι που έφυγαν: …Οι χρωματιστές κουρτίνες/ με τα τεράστια ηλιοτρόπια/ όλα κρατάνε μια υπόσχεση/ κάτω από το χριστουγεννιάτικό μας δέντρο/ γι’ αυτό το έχουμε στημένο στην αυλή/ με το φρεσκοβαμμένο χρόνο/ αναβοσβήνει το χαμόγελο/ αναβοσβήνει αντίστοιχα και η θλίψη/ η πόρτα μονίμως ανοικτή/ προσμένει μουσαφίρηδες/ που αγαπούν όπως εμείς/ μια βόλτα στην έναστρή μας γη/ Θέλει αρετή/ πολλή αρετή/ η ελευθερία μας...

Η ποίησή της είναι κεφάλαια ζωής που αποτυπώνουν μέσα τους ένα ατομικό και ένα συλλογικό πένθος. Το τραύμα είναι διάσπαρτο σε φράσεις, σε συμβολικές εικόνες που γεννάει ο νους και καταγράφονται στην ποίησή της σαν ένα σχέδιο αυτογνωσίας που τραβάει το χαλί κάτω από βεβαιότητες, ακυρώνει παλιά πρότυπα ζωής που δεν είχαν στέρεες βάσεις. Τα ποιήματά της είναι όνειρα μπολιασμένα με πραγματικότητα ώστε να ανθίσει κάτι καινούργιο, κάτι ομοιογενές, να εφευρεθεί ένα νέο χρώμα, να ανθίσει στα μάτια του ανθρώπου το μέλλον σαν μια υπόσχεση.

                                                                                                           Κατερίνα Τσιτσεκλή

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Ο κόσμος του βιβλίου και η ελληνική ζωή

Πηγή φωτογραφίας: clickatlife.gr
Ο άνθρωπος που περνάει πολλές ώρες σε μια έκθεση βιβλίου, είτε μιλάει σε παρουσιάσεις και συμμετέχει στις συζητήσεις είτε απλώς περιδιαβάζει (κι εδώ το ρήμα αποκτά όλη του τη σημασία), αποκόβεται από τον έξω κόσμο. Αν η έκθεση διαρκεί κάποιες μέρες και αυτός τύχει να βρίσκεται εκεί αρκετές ώρες καθημερινά, αρχίζει μάλλον να πιστεύει πως ό,τι ζει εκεί είναι μια εμπειρία σημαντική και για άλλους, όσους κυκλοφορούν έξω.

Η στοιχειώδης, όμως, επαφή και τα πρώτα λόγια που θα ανταλλάξει βγαίνοντας από το κουκούλι τον επαναφέρουν στην τάξη. Συνέρχεται βιαίως. Ο ήλιος, τα πρόσωπα στον δρόμο, η ανοιξιάτικη πλημμυρίδα στα καφέ, επιβεβαιώνουν ότι ο «έγκλειστος» έζησε ένα τεχνητό μικροκλίμα, μια εναλλακτική πραγματικότητα. Αλλά ακόμα και αν έχει πλήρη συνείδηση για τον συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στη μεγάλη κοινωνία και στη μικροκοινωνία στην οποία βυθίστηκε, του προκαλούν πάντοτε εντύπωση όσοι δεν πήραν καν είδηση το γεγονός. Μα πώς δεν έμαθαν το αυτονόητο; Έτσι σκέφτεται, έτσι νιώθουμε για λίγο όλοι οι αποσβολωμένοι.

Επιστρέφει έτσι το αιώνιο πρόβλημα της απόστασης ανάμεσα σε θεωρητικώς καταξιωμένους, αλλά μειοψηφικούς προσανατολισμούς και σε αυτό που υπάρχει από την άλλη πλευρά. Ας το πούμε δίχως περιφράσεις: η ελληνική ατμόσφαιρα δεν είναι καθόλου βιβλιόφιλη.

Υπάρχουν μερικές χιλιάδες άνθρωποι που διαβάζουν με συνέπεια, τρέχουν στις εκδηλώσεις, κάθονται όρθιοι με τις ώρες να ακούσουν τον Ερίκ Βυϊγιάρ ή τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, χιλιάδες γυναίκες και άνδρες που έχουν εντάξει στη ζωή τους αυτή την ιδιαίτερη «εξάρτηση». Η ελληνική ζωή, όμως, δεν αποπνέει κάτι πνευματικό: ένα μεγάλο κοινωνικό σώμα έχει μάθει να ζει και να γεμίζει τη ζωή του πέρα και έξω από το βιβλίο, τους συγγραφείς, τα θέματά τους.

Θα πει κανείς, παντού συμβαίνει αυτό. Όχι όμως, δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό αυτό το «παντού» και πάντως όχι σε πολλές χώρες της βόρειας και ανατολικής Ευρώπης. Στην ελληνική ζωή διακρίνει κανείς μια ξεχωριστή δόση επιθετικής άγνοιας και νωθρής αυταρέσκειας. Τι εννοώ; Ο πολίτης μπορεί να αισθάνεται πως δεν του λείπει τίποτα, αγνοώντας ένα ολόκληρο «σύμπαν». Δεν το έχει ανάγκη ούτε πιστεύει πως χάνει κάτι σημαντικό αν δεν τα ξέρει αυτά.

Συχνά, μάλιστα, δοκιμάζει το έτοιμο ρούχο του αντιδιανοουμενισμού που του έχει πλέξει η ελληνική ιδεολογία, για παράδειγμα, όταν του έχουν υποβάλει την ιδέα ότι οι συγγραφείς είναι κάτι περίεργοι εθνομηδενιστές ή, από τα αριστερά, ότι η «ελίτ» δεν καταλαβαίνει τις πραγματικές ανάγκες των «από κάτω». Πολλοί, λοιπόν, δανείζονται οτιδήποτε τους αθωώνει, τους δικαιολογεί, τους ελαφρύνει τη συνείδηση ή απλώς κολακεύει την άγνοιά τους.

Ξανά: το ελληνικό «έξω», τα τραπεζάκια έξω, η υπαίθρια ή ημιυπαίθρια κατοίκηση δεν περιέχουν τον κόσμο του βιβλίου. Εδώ πρέπει, πιστεύω, να διακρίνουμε τις αναγνώσεις από τον κόσμο του βιβλίου: οι σύγχρονοι διαβάζουν και γράφουν μαζικά, διαρκώς, σε συνεχή ροή. Συνεννοούνται, διαπληκτίζονται, ανταλλάζουν tweets και μικρά άρθρα ή «μιμίδια» και άλλα υλικά που φυσικά είναι φτιαγμένα από λέξεις.

Είμαστε εγγράμματη κοινωνία και μάλιστα, αν πάρουν σάρκα και οστά οι εκπαιδευτικές αλλαγές που προωθεί η παρούσα κυβέρνηση, θα είμαστε και μια κοινωνία καθολικής σχεδόν πανεπιστημοσύνης. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα στον κόσμο του βιβλίου και τη ζωή μεγαλώνει.

Νικόλας Σεβαστάκης

Σημ.: Απόσπασμα από το ομότιτλο κείμενο που πρωτοδημοσιεύθηκε στη Lifo.

Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020

Μικρή ανθολογία για τους πρόσφυγες IV


Σε συνέχεια της πρώτης, της δεύτερης και της τρίτης μικρής ανθολογίας που έχουμε δημοσιεύσει στο παρελθόν, παρουσιάζουμε άλλη μία, την τελευταία, με το θέμα των προσφύγων στην ποίηση.


ΝΙΚΗ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
(από τη συλλογή Ο μωβ άνθρωπος, εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)

ΜΕΡΕΣ ΠΟΡΕΙΑΣ
Λικνίσου λικνίσου βαρκούλα
τίποτα δεν είναι αληθινό ούτως ή άλλως.
Ο θάνατος στις μέρες μας
είναι μια φανταστική κοπέλα,
η αδερφή μας στην ακτή
που γεννάει το άλφα και το ωμέγα
μήπως και μιλήσουμε
ποτέ ξανά.

Λικνίσου λικνίσου βαρκούλα
τίποτα δεν είναι αληθινό ούτως ή άλλως.
Μικρή η αυλή
που ζεσταίνει ο ήλιος,
έλα και κρύψου.
Έλα και κρύψου,
λικνίσου και κρύψου βαρκούλα.

Είσαι κατά πολύ μικρότερη
από μια κουκκίδα στο σύμπαν.


ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
(από τη συλλογή Ήχος από νερό, εκδ. Ενδυμίων, 2010)

ΝΑΥΑΓΟΙ
Ξεβράστηκαν
στη στεριά της μέρας
κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
και άλλοι θάλασσα
όσοι γλύτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
οι άλλοι νεκροί ακόμη
μα προπαντός πλυμένοι
στέγνωναν στις πέτρες
ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
και αυτοί πού σώθηκαν
και οι άλλοι άφησαν πίσω
τις κομμένες τους ουρές.


(από τη συλλογή Χάρτης Ναυαγίων, εκδ. Μετρονόμος, 2017) 

ΜΙΚΡΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ
Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω;
Μη ρωτάς. Ρίζες βαθιά θα ρίξουμε στο χώμα
θα σκάψουμε θα χωρέσουμε

Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω;
Δείξε μου το χωράφι με τις νάρκες
–είναι οι δικές μου πεταλούδες– κι εκείνους τους σταθμούς χτισμένους
με γκρεμισμένες λέξεις και πυρετό χλωμών παιδιών

Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω;
Τίποτα δεν ξέρω. Βλέπω δρόμο μόνο δρόμο
και μια γη επίπεδη που έγινε σκοτάδι από πέτρες

Ποιος έφυγε; Ποιος μένει πίσω;
Χώμα γυμνό και φωτιά

Τίποτα δε γνωρίζω που να μην είναι θάνατος
τίποτα που να μην είναι σπόρος


(από τη συλλογή Έρημος όπως Έρωτας, εκδ. Μετρονόμος, 2015)

ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ
Κι αν ο τοίχος
είναι κάτι περισσότερο;

Ας πούμε
ένα τοπίο απέραντο
έρημος ή ναρκοπέδιο
που διασχίζεις
σαν δραπέτης συμβάντων
δραπέτης ζωής
συχνά με την πλάτη σύρριζα
κι άλλες
έχοντας κατά νου τον πυροβολισμό
η μια έκρηξη ακαριαία
έτσι
χιλιοστό χιλιοστό
μέχρι το μαύρο δάσος
με τα πανύψηλα ρολόγια
και τα άφωνα πουλιά στους λεπτοδείχτες
τα άφωνα πουλιά
του φόβου.


ΝΤΕΜΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
(από τη συλλογή Στίχοι για υγρούς θανάτους, αυτοέκδοση, διαθέσιμη από την Ανοικτή Βιβλιοθήκη)

ΓΙΑ ΑΥΤΟΧΘΟΝΕΣ
Προνόμιό του
φέρει το ανάθεμα
πάντοτ' ο ξένος.

Εμβόλιό του,
η κακία του κόσμου
ενδοφλεβίως.

Του ευαυτούλη
η φοβερή κατάντια,
επιδημία.

Την αφεντιά μας μόνο,
χρυσοκέντητη:
Καπιταλισμός!



ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ
(από τη συλλογή Εν δυνάμει πραγματικότητα, εκδ. Μανδραγόρας 2016)

ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΙΔΙΑ
Μικρούλης έπαιζες στο πάρκο της γειτονιάς
κι εγώ σε χάζευα,
το πέταγμα ενός μόνο χελιδονιού
ανάμεσα στ’ άλλα,
στο ίδιο πάρκο
τιτιβίζεις τώρα με τον πρώτο σου έρωτα
γυμνασιόπαιδο κι έφηβος πια

την ίδια ώρα

ο συνομήλικος σου Αμάρ
πίσω απ’ το οδόφραγμα στη Νταράγια
αφήνει κάτω τ’ όπλο του
για να χαϊδέψει τον Γκομέισα
το νεογέννητο κουτάβι

ο εντεκάχρονος Γιονούς
στον καταυλισμό στη Λέσβο
παίζει μπάλα χαρούμενος
γιατί φορά τη φανέλα του Μέσι

η Τζαμίλ στην ουρά για το συσσίτιο
στο φυλάκιο της Ειδομένης
κάνει τη ρεπόρτερ με ένα αυτοσχέδιο μικρόφωνο
και η Αλζίνα με τη Μελέκ πνίγουν τα γέλια τους
πίσω απ’ τις πολύχρωμες μαντίλες

Τα παιδιά είναι όλα ίδια




ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ
(από τη συλλογή Αποκαΐδια ηθικής, εκδ. Βακχικόν, 2017)

ΡΙΤΣΩΝΑ CAMP
Δρόμοι αλληλέγγυοι κονβόι
πολυτελών αυτοκινήτων με πραμάτεια
φορτωμένοι κωλόχαρτο σερβιέτες αντιψειρικά φρούτα λαχανικά
στης Ριτσώνας τις στροφές αγωνιζόμαστε
σε ταχύτητα ποιος στον καταυλισμό
των ψυχών καταγραφεί επιδείξει μαρτυρήσει στο φλας
των Ιουδαίων.
Και όταν αυτά χάσουν το ενδιαφέρον
της αποκλειστικότητας και στραφούν
αλλού, να κατηφορίσουμε και μεις
σε πνεύμα αγαλλίασης θαλπωρής
πως χρέος κάναμε και απόψε.

Και οχυρωμένοι πια στα μικροαστικά μας σαλονάκια παραγγέλνοντας καφέ λάτε
κάνουμε ζάπινγκ ή γκουγκλάρουμε ή ποστάρουμε
σε ποια περιοχή
μπορούμε πόνο ανθρώπινο
αύριο να καμουφλάρουμε.

Η ελπίδα ωστόσο σάπισε.
Σάπισε το πορτμπαγκάζ.


ΕΙΔΟΜΕΝΗ
Πολύχρωμη μυρμηγκοφωλιά η Ειδομένη
Πολύβουο μελίσσι
Προορισμός δημοφιλής για τον προσφυγικό τουρισμό.
Το πακέτο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων περιηγήσεις
στις φυσικές ομορφιές του τόπου
σε συρματοπλέγματα ηλεκτρόπληκτα
σε αγρούς λιοπύρινους
σε βάλτους και ποτάμια ανθρωποφάγα.
Επίσης συμπεριλαμβάνει
έναστρες διανυκτερεύσεις
αναζωογονητικά λασπόλουτρα
συμμετοχή στο παιχνίδι της χαμένης πατρίδας
συναναστροφή με γηγενείς κοσμοκράτορες
επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας
και άλλα πολλά…
(που δεν αναφέρονται εδώ, λόγω οικονομίας Ιστορίας).

Εμπειρία μοναδική.
Θα μείνει σε σας και στους απογόνους σας αξέχαστη.

Τιμή ευκαιρίας.
Στις δύο ψυχές η τρίτη δώρο.

Υ.Σ. Η φωτογράφιση και βιντεοσκόπηση απαγορεύονται ρητώς. Μεριμνεί το πρακτορείο ψυχών για τη διάνθιση των αναμνήσεών σας στα συγγράμματα της σύγχρονης Ιστορίας.



ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΜΕΝΔΡΙΝΟΥ
(από τη συλλογή Σύννεφα στο νερό, εκδ. Μελάνι, 2018)

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
Έχω επιζήσει, είμαι πια ασφαλής,
έχω δύο μερίδες φαγητού την ημέρα,
ένα στρώμα, μια κουβέρτα,
ένα ζευγάρι παπούτσια χαρισμένα·

τις νύχτες, τα όνειρά μου, είναι γεμάτα νεκρούς,
φίλους μου, συνομηλίκους μου,
δεν αποστρέφουν το πρόσωπο,
όπως κάνουν συνήθως οι νεκροί,
μα με κοιτούν γελώντας και με πειράζουν
- Τι έμεινες να κάνεις εκεί; ρωτούν
κι εγώ κάνω να πλησιάσω
μα έρχεται η μάνα (νεκρή κι αυτή) και με μαλώνει
- Πάλι μαζί τους ήσουν;
Μείνε, σου είπα, μακριά
και με σπρώχνει αποφασιστικά
σε ένα συρματόπλεγμα πρωινό,
που με κρατάει στον αριθμό των διασωθέντων,
των ζωντανών·

έχω επιζήσει , είμαι πια ασφαλής,
έχω δύο μερίδες φαγητού την ημέρα,
ένα στρώμα, μία κουβέρτα,
ένα ζευγάρι παπούτσια χαρισμένα,
άπειρες μνήμες
απ’ τις οποίες αποστρέφω
καθημερινά
το πρόσωπό μου.


ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ
(από τη συλλογή Κυτίο κρυφών ονείρων, εκδ. Ενδυμίων, 2015)

ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟ
Ξεκινούν τα καραβάνια
ατέλειωτοι άνθρωποι
απέραντη φρίκη
διασχίζουν ερήμους
περνάνε ποταμούς
κουβαλούν τον πόνο τους
πρόσωπα αυλακωμένα
από τις σφαίρες
και τη μοναξιά
μία ουτοπία στο μυαλό
τους κινεί μπροστά
εικόνες παραδεισένιες
η κόλαση είναι πίσω
γεμίζουνε καράβια
άλλοι πνίγονται
άλλοι επιβιώνουν
κι αφού συρθούνε στη στεριά
τους περιμένει καθαρτήριο
μία άλλη κόλαση
χωρίς καμιά υπόσχεση
γι’ αυτό που ψάχνουν.



ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ
(από τη συλλογή Silver alert, εκδ. Κέδρος, 2016)

ΑΝΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
για τον Θοδωρή μου

«Θέλω ένα “ραγδοφωνάκι”», είπε
ενώ οι μάγοι εσαεί προσέφεραν
στη χάρη Του σμύρνα, λιβάνι και χρυσό.
Το ‘βαλε στα βραχέα, στα μακρά και στα FM.
Ανάμεσα σε ροκ, σε ραπ και γιορτινούς
ήχους χαρμόσυνους, παράταιρη
ξεπήδησε η είδηση, πως:
«…ανάμεσά τους είκοσι τέσσερα παιδιά
στην πάλη με τα κύματα χάθηκαν στο Αιγαίο».
Γύρω μου η θάλασσα, που ‘χε εισβάλει ξαφνικά
μες στο δωμάτιο, αρχίζει να ξερνά μικρά κουφάρια
στους τοίχους, στα ταβάνια, στα πατώματα.
Ο Τζεμάλ, θα πρέπει να ‘ναι συνομήλικος
του Θοδωρή μας, απλώνει ικετευτικά
τα μελαμψά χεράκια του σ’ εμένα,
μα πνίγεται κι αυτός μπροστά στα μάτια μου.
Στο μεταξύ τ΄ άλλα παιδιά,
τελείως ξεκομμένα απ’ τη σκηνή, ανοίγουν δώρα,
παίζουν, γελούν, χορεύουνε
γύρω απ’ το πεθαμένο έλατο
με τις αστραφτερές, εύθραυστες μπάλες.

Τέλειωσε η γιορτή,
η θάλασσα αποτραβήχτηκε μεμιάς
στα όριά της, κι ο Θοδωρής
αποκοιμήθηκε με το «ραγδοφωνάκι» του
αγκαλιά. Η μάνα του τον
απιθώνει τρυφερά
στην ιδιωτική, μικρή του φάτνη.

«Χριστέ μου, φύλαγέ τον!»


ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΥ
(από τη συλλογή Χρώμα αύριο, εκδ. Λαμιακός Τύπος, 2015)

ΔΕΛΤΙΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ
Βρέχει θανατηφόρες παιδικές χαρές.
Η Μεσόγειος ξερνάει μετανάστες.
Δυο φίλοι αποχωρίζονται στην άσφαλτο
με πορφυρό μαντήλι στην καρδιά τους.

Στο χάρτη ολοκαυτώματα ψυχές
καθώς του ήλιου οι καταδότες παρελαύνουν.
Χέρια που αλλάζουνε χαρτονομίσματα νεκρά.
Σκάφη που αναζητούν χαρτιά αξιοπλοΐας.

Κάνει πολλούς βαθμούς ντροπή.
Κι η άνοιξη πεσμένη καταγής
να την κλωτσούν διάττοντες αστέρες.
Άνοιξη καρφωμένη στο σταυρό
μες στο θλιμμένο πίνακα του Ελ Γκρέκο


Ανθολόγηση:
Χριστίνα Λιναρδάκη

  • για το στίγμαΛόγου

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Νανούρισμα" της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου


Νανούρισμα

Άμμος ψιλή σας σκέπασε ρούχα μου ρημαγμένα
η αρμύρα σε κανάκεψε βλέμμα μου σφαλιστό
παραταγμένα άναρχα κι απ' τ' όνειρο κλεμμένα
τα φύκια σε παγώσανε κορμάκι μου ζεστό.
Να "τα φυλάξεις", γιόκα μου, να μην κρυφοκυτάξεις
τον νου σου να τον ακουμπάς στο μέρος της καρδιάς
κι όταν σωθεί το μέτρημα να βγεις να ξαναψάξεις
καλοσυνάτα πρόσωπα χαμόγελα ανθρωπιάς
είπα, μα 'συ ξεμάκραινες κι ούτε που με κοιτούσες
νόμισα πως αντρείεψες που πάτησες στεριά
κι ας μην την καταλάβαινα τη γλώσσα που μιλούσες
μου φάνηκε πως άκουσα το "φτου ξελευτεριά".


Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
(αδημοσίευτο)




Σημ.: Η αγαπητή μας Κατερίνα Παναγιωτοπούλου μάς έστειλε το ποίημα ανταποκρινόμενη στο κάλεσμά μας για τη μικρή ανθολογία για τους πρόσφυγες και την ευχαριστούμε πολύ. Επειδή όμως είναι αδημοσίευτο, το μεταφέραμε στο "ποίημα της Δευτέρας".