Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

Συνέντευξη με τη Νεσιέ Γιασίν

Η Νεσιέ Γιασίν στην παρουσίαση του βιβλίου της
στη Στοά του Βιβλίου
Συνομίλησα με την Τουρκοκύπρια ποιήτρια Νεσιέ Γιασίν, που ήρθε στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου της Απαγορευμένοι κήποι, μιας ανθολογίας ποιημάτων από διάφορα βιβλία της, μεταφρασμένων στα ελληνικά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γιατί «Απαγορευμένοι κήποι»;

Νεσιέ Γιασίν: Επέλεξα αυτόν τον τίτλο επειδή η ποίησή μου είναι συγχρόνως προσωπική και ποιητική και επειδή η Κύπρος περιέχει πολλούς απαγορευμένους κήπους: η άλλη πλευρά της διχοτομημένης χώρας είναι ένας απαγορευμένος τόπος και επί πολλά χρόνια δεν υπήρχε πρόσβαση σ’ αυτόν. Υπάρχει και ένας προσωπικός λόγος: ο παππούς μου είχε δενδρόκηπους στην Περιστερώνα που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νησιού και έχω αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία εκεί. Μετά το 1974, το μέρος εκείνο έγινε πιο μακρινό κι από τ’ αστέρια για μένα. Δεν υπήρχε πρόσβαση, ήταν ένας κήπος του ονείρου. Πάντοτε σκεφτόμουν αυτόν τον κήπο της παιδικής μου ηλικίας με πολύ πόνο… Και η αγάπη επίσης είναι ένας απαγορευμένος κήπος, έτσι σκέφτηκα πως ο τίτλος «Απαγορευμένοι κήποι» θα εκπροσωπούσε καλά τα ποιήματά μου αφού αποτελεί μια εικόνα τόσο με προσωπικές όσο και με πολιτικές προεκτάσεις.

ΧΛ: Όμως το βιβλίο σας είναι μια ιστορία αγάπης. Μιλά για την αγάπη.

ΝΓ: Το βιβλίο είναι μια επιλογή ποιημάτων από τα πολλά ποιητικά μου βιβλία. Και τα ποιήματα αγάπης μπορεί κανείς να τα διαβάσει σαν πολιτικά ποιήματα. Είναι πολιτικές αλληγορίες. Δεν το είχα σχεδιάσει έτσι ωστόσο: έγραφα ένα ποίημα για την αγάπη και ο κόσμος που το διάβαζε το αντιλαμβανόταν σαν πολιτικό ποίημα. Όταν μου το είπαν, ξαφνιάστηκα, γιατί δεν είχα την πρόθεση να συμβεί κάτι τέτοιο. Όταν όμως ξανακοίταξα τα ποιήματά μου, συνειδητοποίησα ότι όντως έτσι ήταν. Γιατί οτιδήποτε συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, η σχέση των δύο, είναι ένα μοντέλο για τα παγκόσμια ζητήματα. Για παράδειγμα, ο ένας θέλει να κυριαρχήσει, ο άλλος επαναστατεί, υπάρχει ζήλεια, άρνηση, αδικία ανάμεσά τους. Τα ίδια συμβαίνουν ανάμεσα σε εθνικές ομάδες, τα ίδια συμβαίνουν στον κόσμο. Η σχέση των δύο, ο μικρόκοσμος, είναι ένα μοντέλο του μακρόκοσμου. Όπως είπε η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν κάποτε, ο φασισμός ξεκινά μεταξύ δύο ανθρώπων. Πολλά ξεκινούν ανάμεσα στους δύο. Έτσι, καθώς έγραφα για τη σχέση των δύο, έγραφα πολιτικές αλληγορίες για πλειάδα θεμάτων.

ΧΛ: Γιατί όμως αγάπη και όχι μίσος; Θα μπορούσε να ήταν μια ιστορία μίσους…

ΝΓ: Πάντα προσπαθώ να προστατεύσω την αθωότητά μου και αυτή την αθωότητα μπορεί κανείς να τη βρει στην αγάπη, γιατί ο κόσμος είναι υπερβολικά μολυσμένος από το κακό… Θέλω να κρατήσω αυτή την αθωότητα και το κορίτσι-παιδί που έχω μέσα μου, θέλω να τα κρατήσω. Προσπαθώ να μην κρίνω αμέσως. Μπορεί να μην είναι διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες ή να υπάρχει κακή πληροφόρηση. Είναι πολύ δύσκολο να είναι κανείς δίκαιος, όμως διαθέτω αίσθημα δικαίου. Όταν βλέπω μια ξεκάθαρη αδικία, γίνομαι τίγρης. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθώ να αποφύγω το μίσος στη ζωή μου γιατί με το μίσος το θύμα μετατρέπεται σε θύτη πολύ εύκολα. Το σιχαίνομαι να είμαι θύμα, όμως το προτιμώ από τον ρόλο του θύτη. Δεν δέχομαι την ήττα, ωστόσο δεν απαντώ στη βία με βία. Έχω τους δικούς μου, δημιουργικούς δρόμους για να αντιμετωπίζω τέτοιου είδους καταστάσεις. Δεν μιλώ για αφέλεια ή για καθαρή αγάπη. Αγαπάς κάτι με πάθος επειδή μισείς το αντίθετο. Δεν θέλω να περάσω στο πεδίο του τι μισώ.

ΧΛ: Είναι όμως εύκολο να γράψει κανείς ποίηση αγάπης χωρίς να γίνεται χυδαίος; Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τα δύο.

ΝΓ: Χυδαίος ή κιτς… Είναι πολύ, πολύ δύσκολο να γράψει κανείς ένα ποίημα αγάπης… Ακόμη και η ίδια η λέξη «αγάπη» έχει ενσωματωθεί στη λαϊκή αργκό. Και είναι ενδιαφέρον ότι τα πρώτα μου ποιήματα δεν ήταν για την αγάπη. Συνήθως κάποιος, όταν αρχίζει να γράφει ποιήματα, γράφει για την αγάπη, εγώ όμως όχι. Άρχισα να γράφω πολύ νέα όμως μόνο αργότερα έγραψα για την αγάπη… Και έπειτα υπάρχει κι εκείνη η άλλη γραμμή που, αν την περάσεις, γράφεις κλισέ. Μπορεί όμως κανείς να γράψει και πολύ όμορφα ποιήματα αγάπης. Δεν κατασκευάζω ποιήματα. Δεν είμαι «ποιήτρια μηχανικός». Όταν γράφω ένα ποίημα, το γράφω για τον εαυτό μου και μόνο. Δεν είναι τεχνητό, είναι πραγματικό, οργανικό, έρχεται από μέσα. Και έχω γράψει πολλά ποιήματα που δεν κράτησα. Υπάρχει ένας Τούρκος ποιητής που είπε «η ποίηση γράφεται με ψαλίδι», πρέπει δηλαδή πάντα να κόβεις και να μη χρησιμοποιείς όλα όσα γράφεις. Ωστόσο, υπάρχουν φορές που ένα ποίημα είναι τόσο έτοιμο μέσα μου ώστε, όταν το βάζω στο χαρτί, δεν το επεξεργάζομαι καν πολύ. Αυτά είναι τα καλύτερά μου ποιήματα, πιστεύω. Γράφω όμως για την αγάπη επειδή νιώθω ότι θέλω να γράψω γι’ αυτήν. Για μένα η αγάπη είναι επανάσταση. Είναι το μέρος όπου όλες οι ταυτότητες χάνουν το νόημά τους. Η ταξική ταυτότητα, η εθνική ταυτότητα, η φυλή, το γένος κ.λπ. Όλα αυτά είναι ασήμαντα για την αγάπη. Δύο κράτη μπορεί να κηρύξουν πόλεμο όμως δύο εραστές από αυτά τα κράτη θα θέλουν απλά να κάνουν έρωτα.

ΧΛ: Σημειώνεται ραγδαία αλλαγή ύφους στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου και από κει ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι αυτά που προηγήθηκαν ήταν αλληγορία. Αυτό το τελευταίο τμήμα είναι ιδιαίτερα οξύ και σοκαριστικό. Μιλάει για πόλεμο.

ΝΓ: Θα σας πω τι συμβαίνει. Σας είπα ήδη ότι τα πρώτα μου ποιήματα δεν ήταν για την αγάπη. Τα πρώτα μου ποιήματα είναι τα τελευταία του ελληνικού βιβλίου. Έτσι το δόμησα, επειδή δεν ήθελα ο Έλληνας αναγνώστης να ανοίξει το βιβλίο και να δει τα νεανικά μου ποιήματα στην αρχή. Μπορεί να φαίνονται λίγο αφελή, όμως μου αρέσουν, έχουν την αθωότητα των νεανικών μου χρόνων. Απλά τα έβαλα στο τέλος. Τα έγραψα όταν ήμουν 18-19 ετών.

ΧΛ: Επομένως, η σειρά δεν είναι χρονολογική…

ΝΓ: Είναι χρονολογική, αλλά αντίστροφα.

ΧΛ: Ξέρετε, έχω πάρει συνέντευξη και από τον αδερφό σας, τον Μεχμέτ, το 2016. Σε εκείνη τη συνέντευξη μου είπε ότι εκφράζετε την κυπριακή ταυτότητα. Πώς θεωρείτε ότι το κάνετε αυτό;

ΝΓ: Κοιτάξτε, η Κυπριοσύνη δεν είναι εθνική ταυτότητα. Είναι ένα είδος δεσμού με μια γη που έχει φυσικά σύνορα. Τα σύνορα του νησιού είναι η θάλασσα. Η Κυπριοσύνη είναι επίσης ένα είδος υβριδικό. Το να είσαι Κύπριος σημαίνει ότι έχεις κληρονομήσει την κληρονομιά πολλών διαφορετικών πολιτισμών που πέρασαν από την Κύπρο: των Φοινίκων, των Δωριέων, των Βενετών… εμείς κληρονομήσαμε ό,τι άφησαν στο νησί. Αυτό έγινε τμήμα της πολιτιστικής μας ταυτότητας και μαθαίνουμε ιστορικά ψέματα, διαφορετικά πράγματα για το παρελθόν του νησιού… Έτσι για μένα η Κυπριοσύνη είναι ένα είδος δεσμού με έναν γεωγραφικό χώρο που υπήρξε η πατρίδα πολλών πολιτισμών, όχι μια εθνική ταυτότητα. Γιατί οι εθνικές ταυτότητες είναι ταυτότητες που μας τις φορούν σαν στολές. Εξαιτίας των εθνικών ταυτοτήτων, οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, και αυτό είναι κάτι που θέλω να αποφύγω. Για μένα η Κυπριοσύνη είναι υβριδική ταυτότητα και κάτι που απολαμβάνω. Βλέπω το νησί σαν πατρίδα, γιατί η πατρίδα είναι στην πραγματικότητα η παιδική σου ηλικία, οι αναμνήσεις σου και έχω αναμνήσεις εκεί, όμως δεν έχω αυτό το πράγμα, γιατί όταν έχεις μια ταυτότητα, δημιουργείς και μια άλλη. Δεν είμαι έτσι – για μένα, η ταυτότητα δεν είναι ζήτημα διάκρισής μου από τους άλλους, δεν είμαι κομμάτι αυτού του κόσμου… και αυτό είναι σημαντικό. Άλλωστε πιστεύω ότι οι ποιητές είναι ένα άλλο, δικό τους έθνος, όπως και να ‘χει.

ΧΛ: Άλλωστε, είστε «φυγάδα από τη φυλακή των ταυτοτήτων» σύμφωνα με τη συνέντευξή σας στην Κουμχουριέτ Κιτάπ που δημοσιεύεται στο τέλος του βιβλίου.

ΝΓ: Ναι, είμαι δραπέτης από τη φυλακή των ταυτοτήτων.

ΧΛ: Σε εκείνη τη συνέντευξη δηλώσατε επίσης ότι η ποίηση είναι αντρική υπόθεση. Πιστεύετε ότι υπάρχει εσκεμμένος ανδρικός σωβινισμός στην ποίηση;

ΝΓ: Ασφαλώς. Οι άντρες είδαν την ποίηση σαν τσιφλίκι τους και τις γυναίκες σαν μούσες τους, ενώ αυτοί είναι οι ποιητές. Ξέρετε το άρθρο «Ένα δικό της δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ, όπου πηγαίνει στη βιβλιοθήκη και κοιτάζει τα ράφια και είναι τόσο λίγες οι γυναίκες συγγραφείς. Φαντάζεται τότε ότι ο Σαίξπηρ είχε μια αδελφή. Και, αν ο Σαίξπηρ είχε μια αδελφή τόσο έξυπνη και δημιουργική όσο εκείνος, θα γινόταν ποτέ Σαίξπηρ εκείνη; Όχι. Το ίδιο συμβαίνει και στην ποίηση. Υπάρχουν ποιήτριες που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν ψευδώνυμο ή να γράψουν με ανδρικό όνομα για να υπάρξουν. Η Έμιλι Ντίκινσον στη διάρκεια της ζωής της δεν ήταν γνωστή σαν ποιήτρια και μετά η αδερφή της βρήκε στα συρτάρια της όλα εκείνα τα ποιήματα και σήμερα είναι μερικά από τα πιο σημαντικά ποιήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Σαν γυναίκες λοιπόν πρέπει να παλέψουμε για να έχουμε μια θέση στους λογοτεχνικούς κανόνες, γιατί οι γυναίκες εξαιρούνται από αυτούς.

ΧΛ: Υπάρχει μια δυνατή ανδρική φωνή στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνίας όπως και να ’χει.

ΝΓ: Ναι. Είναι το δυτικό μοντέλο. Εννοώ ο άντρας να είναι ο ποιητής και η μούσα του, η γυναίκα.

ΧΛ: Ξεκινήσατε λοιπόν να γράφετε με τη φιλοδοξία να το ανατρέψετε αυτό;

ΝΓ: Επειδή ο πατέρας μου είναι ποιητής και είχε αυτή την ηρωική φωνή και έβαλε την ποίησή του στην υπηρεσία του εθνικισμού, αλλά ήταν και πολύ σεξιστής σε κάποια σημεία, η ποίησή μου ήταν μια επανάσταση στη δική του. Είχα αυτή τη θηλυκή, παιδιάστικη φωνή, αλλά βέβαια ήμουν και πολύ μικρή. Ήμουν παιδί ούτως ή άλλως.

ΧΛ: Αυτή η ηρωική φωνή ήταν ίδιον παλαιότερων γενεών επίσης…

ΝΓ: Και εγώ είχα πολιτικά θέματα κατά νου, όμως τα έλεγα με θηλυκό τρόπο, γιατί οι άντρες στην πολιτική σκέφτονται σε όρους στάτους. «Αυτό πρέπει να φύγει κι εκείνο να μείνει», κάπως έτσι, και δεν μπορούν ποτέ να σφίξουν τα χέρια γιατί εμμένουν σε πολιτικές θέσεις εντελώς αντίθετες μεταξύ τους. Όμως η σκέψη της γυναίκας λειτουργεί αντίθετα: λειτουργούμε στο επίπεδο των αναγκών, των φόβων, των ανησυχιών, των τραυμάτων… Μπορείς να δεις τα πράγματα από αυτή την οπτική και μετά μπορείς να βρεις μια άλλη δημιουργική λύση: να μείνεις, να φύγεις ή να είσαι μαζί.

ΧΛ: Βέβαια, οι γυναίκες συγγραφείς έχουν ταυτιστεί με μια χαμηλής ποιότητας λογοτεχνία με θέμα την αγάπη…

ΝΓ: Πολλές γυναίκες αποφεύγουν να γράψουν από φόβο ότι θα τους βάλουν μια τέτοια ετικέτα. Όμως εμένα δεν με νοιάζει καθόλου. Ποτέ δεν νοιάστηκα να γίνω μέλος του κλαμπ των ανδρών ποιητών και να βρω μια θέση εκεί. Με ένοιαζε να γράψω ποίηση και να το κάνω καλά, αυτό με ένοιαζε. Ήθελα μόνο να είμαι διαφορετική από εκείνους. Και είμαι διαφορετική. Και η ποίησή μου με αντανακλά. Όταν γράφω, δεν γράφω για κάποιον αναγνώστη. Πρώτα απ’ όλα, γράφω για τον εαυτό μου και μετά λέω «α, αυτό είναι καλό» και το βάζω στην άκρη προς δημοσίευση. Ξέρεις πότε ένα ποίημα είναι καλό ή όχι. Μερικές φορές μπορεί να είναι κάτι πολύ προσωπικό και να μπερδεύεσαι, τις περισσότερες όμως φορές, όταν είσαι ποιητής, ξέρεις πότε ένα ποίημα είναι καλό και λες «εντάξει, θα το βάλω στο βιβλίο μου». Πετάω πολλά ποιήματα, ξέρετε. Το να γράφεις για την αγάπη σε βάζει αμέσως σε αυτό το κουτί. Δεν με νοιάζει. Νιώθω πως θέλω να γράψω για την αγάπη και το κάνω. Η ποίησή μου είναι αρκετά ερωτική και γενναία από αυτή την άποψη. Το γεγονός αυτό με κάνει ευάλωτη και στόχο σεξουαλικής παρενόχλησης όμως δεν γίνεται να σταματήσω να γράφω αυτό που θέλω λόγω του φόβου.

ΧΛ: Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας σαν ποιήτρια με λίγες λέξεις;

ΝΓ: Αυθεντική, η ποίησή μου προέρχεται από τις εμπειρίες μου, την καρδιά μου… Είναι πολύ αυθεντική, οργανική.

ΧΛ: Και, σαν άνθρωπος, πιστεύετε ότι είστε αισιόδοξη;

ΝΓ: Θα σας πω. Τα ποιήματά μου είναι λυπητερά. Όταν όμως διαβάζεις ένα ποίημα και είναι πολύ λυπητερό, νιώθεις καλά. Λες, «αυτός ο ποιητής έχει ζήσει ό,τι έζησα, τον πόνο που έζησα», και αυτό σε κάνει χαρούμενο. Τα λυπημένα ποιήματα σε κάνουν χαρούμενο, επειδή βλέπεις ότι ο πόνος είναι εκεί και ότι το να τον βάζεις εκεί είναι ένας τρόπος να απαλλάσσεσαι από αυτόν, να τον θεραπεύεις.

ΧΛ: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Τούρκοι ποιητές;

ΝΓ: Σε όλη τη ζωή μου δεν κατάφερα ποτέ να αποφασίσω ποιον ποιητή προτιμώ. Δεν μπορώ να αποφασίσω ποιος είναι ο αγαπημένος μου. Μπορώ όμως να πω ότι στην παιδική μου ηλικία ήμουν θαυμάστρια του Ναζίμ Χικμέτ. Θέλω να πω ήταν για μένα μια αποκάλυψη ο Χικμέτ τότε, ήταν κάτι μεγάλο μέσα μου. Αργότερα, φυσικά, διάβασα πολλούς ποιητές, αλλά δεν μπορώ να αποφασίσω ποιος είναι ο αγαπημένος μου. Ίσως ο λόγος που δεν μπορώ να αποφασίσω είναι ότι δεν μου αρέσουν οι ιεραρχήσεις γενικά.

ΧΛ: Ο Τανέρ Μπαϊμπάρς είναι συγγενής σας;

ΝΓ: Του Μεχμέτ είναι, γιατί έχουμε διαφορετικές μητέρες. Δικός του συγγενής είναι, όχι δικός μου.

ΧΛ: Α, δεν το είχα συνειδητοποιήσει… Γνωρίζετε κάποιους Έλληνες ποιητές;

ΝΓ: Φυσικά. Μου αρέσει ο Καβάφης πολύ, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος… αλλά για τους σύγχρονους δεν μπορώ να βρω καλές μεταφράσεις. Μερικές φορές βρίσκω τα ποιήματά τους σε αγγλικές ανθολογίες και τα διαβάζω, θα έλεγα όμως ότι και πάλι δεν αποκομίζω άρτια ιδέα, μία στην οποία να μπορώ να βασιστώ για να τους αξιολογήσω, γιατί όταν παίρνεις μια ανθολογία μερικές φορές δεν ξέρεις αν είναι αντιπροσωπευτική… εννοώ, δεν ξέρεις π.χ. εάν ο τάδε είναι φίλος του δείνα και τον έβαλε εκεί, τέτοια πράγματα, είναι λοιπόν κάπως δύσκολο. Ωστόσο παρακολουθώ τους Ελληνοκύπριους ποιητές.

ΧΛ: Είστε χαρούμενη που η δουλειά σας μεταφράστηκε στα ελληνικά;

ΝΓ: Φυσικά! Και είμαι επίσης πολύ χαρούμενη με τη δουλειά της Αγγελικής Δημουλή που έκανε τη μετάφραση… Τέσσερις ή πέντε άλλοι είχαν επίσης μεταφράσει τα ποιήματά μου προς τα ελληνικά στο παρελθόν, όμως πιστεύω πως οι ποιητές πρέπει να μεταφράζουν τους ποιητές. Έδειξα όλες αυτές τις μεταφράσεις σε τρίτους, δοκιμαστικά, να μου πουν ποια θεωρούσαν καλύτερη και όλοι είπαν της Αγγελικής. Αυτό που κάναμε με τη Μαρία Σακαλή, επίσης ποιήτρια που γνωρίζει πολύ καλά τουρκικά και παλιά μου φοιτήτρια, ήταν να ελέγξουμε τα πάντα, στίχο προς στίχο, και όπου υπήρχαν προβλήματα, τα λέγαμε στην Αγγελική και άλλαζε τη μετάφρασή της. Ήταν πολύ συνεργάσιμη και αμέσως δεχόταν τις αλλαγές που προτείναμε. Έτσι προέκυψε αυτό το αποτέλεσμα. Είμαι επίσης χαρούμενη που μετάφρασε τα ποιήματά μου μια νέα γυναίκα. Ήμουν περίπου στην ηλικία της όταν έγραψα τα περισσότερα από αυτά. Διαφορετικά, η μετάφραση των ποιημάτων μου στα ελληνικά είναι κάτι που έπρεπε να είχε γίνει πολύ νωρίτερα.

ΧΛ: Έχετε μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες;

ΝΓ: Ναι, έχω μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, πάνω από τριάντα: σε ανθολογίες ή, όταν συμμετέχω σε φεστιβάλ, υπάρχουν βιβλία ή περιοδικά με ποιήματά μου μέσα. Αλλά, σαν ατομικό βιβλίο, έχουν γίνει μεταφράσεις ποιημάτων μου στα βουλγαρικά, τα εβραϊκά, τα αγγλικά ασφαλώς, όμως -εκτός από τα αγγλικά- αυτά τα βιβλία δεν έχουν εκδοθεί ακόμη. Τους εκδότες ποίησης τους έχει κακομάθει η χρηματοδότηση, γιατί σε όλες τις χώρες υπάρχει χρηματοδότηση των ποιητικών βιβλίων. Και για μένα, υπάρχει πρόβλημα επειδή δεν ξέρω πού ανήκω. Βλέπετε, εκεί που καταβάλεις φόρους, εκεί είναι το Υπουργείο σου, εκεί από όπου πρέπει να πάρεις χρηματοδότηση. Πληρώνω φόρους στο νότιο τμήμα του νησιού, γιατί εργάζομαι στο Πανεπιστήμιο Κύπρου όμως, για να πάρω χρηματοδότηση εκεί, το πρωτογενές κείμενο πρέπει να είναι στα ελληνικά. Έτσι, δεν καλύπτομαι. Και στην άλλη πλευρά του νησιού, εξαιτίας των πολιτικών μου πεποιθήσεων, δεν θα με χρηματοδοτούσαν ποτέ… Αυτό το πράγμα με τις χρηματοδοτήσεις λειτουργεί επομένως και με αρνητικό τρόπο, γιατί οι ποιητές πρέπει να έχουν κοντά τους πολιτιστικούς γραφειοκράτες και ορισμένοι που είναι κοντά τους δεν είναι καν ποιητές…

ΧΛ: Υπάρχει μια εμπορική πλευρά στην ποίηση που οι ποιητές συχνά δεν μπορούν να παρακολουθήσουν. Και ίσως θα έπρεπε να υπάρχουν φορείς που να τους βοηθούν με όλα αυτά τα πρακτικά ζητήματα…

ΝΓ: Ναι, γιατί υπάρχουν και οι πιο ευγενείς ποιητές που το έργο τους δεν μεταφράζεται επειδή δεν ασχολούνται με την αυτοπροβολή, δεν τους απασχολούν αυτά τα πράγματα. Και είναι κρίμα.

ΧΛ: Από πλευράς λογοτεχνικών σχολών, σε ποια ανήκετε;

ΝΓ: Ποιητές σαν εμένα θεωρείται ότι ανήκουν στη «γενιά του 1974» επειδή, όπως και ο αδερφός μου, αρχίσαμε να γράφουμε τα ποιήματά μας και να τα δημοσιεύουμε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όμως αυτό που έγινε το 1974, η διχοτόμηση του νησιού, ήταν κάτι που μας καθόρισε σαν γενιά. Από την άλλη, τα βιβλία μου δημοσιεύονται στην Τουρκία και με περιλαμβάνουν σε ανθολογίες. Επειδή γράφονται πρωτογενώς στα τουρκικά, είναι εντάξει. Όταν όμως μεταφράζονται π.χ. στα βουλγαρικά και ο κόσμος διαβάζει τα ποιήματά μου σε περιοδικά κ.λπ. λέει, «αυτή δεν είναι Τουρκάλα ποιήτρια, είναι Ευρωπαία». Η ποίησή μου είναι λυρική, με ενδιαφέρει η μουσική. Το αφηρημένο και το συγκεκριμένο συναντώνται στα ποιήματά μου με έναν περίεργο τρόπο.

ΧΛ: Θα μας κάνετε ένα τελικό σχόλιο στη θέση του αντίο;

ΝΓ: Πιστεύω ότι με την ποίηση μπορεί κανείς να φτάσει άλλους ανθρώπους, να ανάψει μια φωτιά στην καρδιά τους. Η ποίηση για μένα είναι ζωντανό πλάσμα, σαν ένα παιδί που γεννάς και μετά αυτό το παιδί αρχίζει να έχει τη δική του ή τη δική της ζωή και δεν ξέρεις πού θα ταξιδέψει, ποιους ανθρώπους θα γνωρίσει, τι αλληλεπίδραση θα έχει μαζί τους… Είναι ζωντανό πλάσμα, επίσης σαν… σαν εμένα, τη Νεσιέ, ορισμένοι άνθρωποι λένε "είναι καλός άνθρωπος, μου αρέσει", άλλοι θα πουν "όχι, δεν μου αρέσει"... τα ποιήματα είναι και αυτά κάπως έτσι. Έχουν τις δικές τους ζωές και καθένας έχει μια διαφορετική ερμηνεία τους. Επίσης, η ποίηση πολλαπλασιάζεται. Γράφεις πολλούς στίχους και ο κόσμος τους ερμηνεύει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, έτσι μένει ζωντανή. Είμαι πολύ χαρούμενη που τα ποιήματά μου θα φτάσουν στους Έλληνες αναγνώστες και ελπίζω να έχουν καλή αλληλεπίδραση μαζί τους.-


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου