Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

"Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα" του Νταβίντ Ντιοπ

Ο Νταβίντ Ντιοπ είναι συγγραφέας σενεγαλέζικης καταγωγής, γεννημένος στο Παρίσι το 1966. Με αφορμή μια όχι τόσο γνωστή πτυχή της ιστορίας του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, τη στρατολόγηση Δυτικοαφρικανών στον πόλεμο, που έγιναν γνωστοί ως «Σενεγαλέζοι», ο Νταβίντ Ντιοπ δημιουργεί ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα για να εκφράσει τον παραλογισμό του πολέμου, τις εσωτερικές διαδικασίες μεταμόρφωσης της προσωπικότητας μέσα σε καθεστώς βίας και απώλειας, αλλά και την ατομική γέννηση της λογικής του παραλόγου.

Μετά τις πρώτες μάχες του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου οι στρατιώτες της Γαλλίας και της Γερμανίας οδηγήθηκαν στον πόλεμο θέσεων, στη δημιουργία χαρακωμάτων, όπου οι ανθρώπινες απώλειες ήταν βαρύτατες και για τις δύο πλευρές. Οι συνθήκες ήταν άθλιες, οι ποντικοί, η λάσπη, η βιαιότητα των συγκρούσεων είχαν στήσει ένα σκηνικό θανάτου. Επίσης η Γαλλία εκμεταλλεύθηκε σε αυτόν τον πόλεμο τους άνδρες από τις αποικίες της, τη στιγμή που στην Ευρώπη κυριαρχούσαν φήμες περί βαρβαρότητας των Αφρικανών. Ο συγγραφέας έχοντας ως βάση αυτό το ιστορικό πλαίσιο και εκμεταλλευόμενος μυθοπλαστικά αυτές τις φήμες δημιουργεί τη δική του ιστορία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με μια σύγχρονη δυναμική που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του ιστορικού μυθιστορήματος.

Ένα πρωί, μέσα από τα χαρακώματα ο λοχαγός Αρμάν δίνει το σύνθημα της επίθεσης εναντίον των Γερμανών. Ανάμεσα στους στρατιώτες που εφορμούν είναι δύο αδερφικοί φίλοι Σενεγαλέζοι που μάχονται στο πλευρό της «μητέρας πατρίδας», της Γαλλίας. Δυστυχώς ο ένας από τους δύο, ο Μαντέμπα, πληγώνεται θανάσιμα. Μέχρι να εκπνεύσει, όμως, η πορεία είναι αργή και επώδυνη, και γι’ αυτό παρακαλεί το φίλο του Αλφά να τον απελευθερώσει από τους αφόρητους πόνους στερώντας του τη ζωή.

«Ήταν δύσκολο, πολύ δύσκολο, δεν έλεγε να τελειώσει, από τα άγρια χαράματα μέχρι το βράδυ, με τα έντερα έξω, το μέσα έξω, σαν πρόβατο κομματιασμένο τελετουργικά μετά τη θυσία. Εκείνος, ο Μαντέμπα, ήταν ακόμα ζωντανός κι ας ήταν τα σωθικά του έξω από το σώμα».

Και ο Αλφά, βέβαια, διστάζει να «κόψει το αγκαθωτό σύρμα της οδύνης». Η συνείδησή του, πιστή ακόμα στην καθιερωμένη επιβεβλημένη λογική συνείδηση, αρνείται πεισματικά να κάνει το αποτρόπαιο αλλά και λυτρωτικό διάβημα στο φίλο του. Κι έτσι τον αφήνει μονάχο του να ολοκληρώσει τα επώδυνα, τελευταία βήματα. Όταν τελικά πεθαίνει ο αδελφικός φίλος, τον σηκώνει στα χέρια και τον πηγαίνει στο χαράκωμα με ένα σεβασμό που φέρνει στο νου τους ομηρικούς ήρωες.

«Σε σήκωσα στα χέρια σαν παιδί, εσένα που σε είχα πάνω και από αδελφό, φίλε μου, και περπατούσα στη λάσπη, στα ρήγματα που είχαν σκάψει οι οβίδες, γεμάτα νερό λερωμένα από το αίμα, αναστατώνοντας τα ποντίκια που είχαν βγει από τις τρύπες τους για να φάνε ανθρώπινη σάρκα».

Μονάχα που η απώλεια μέσα σε αυτές τις ζοφερές συνθήκες και ο βαθύς πόνος που ακολουθεί βυθίζουν στην τρέλα τον Αλφά, που διαπερνά τα στεγανά όρια καλού - κακού και λογικού - παραλόγου. Οι τύψεις που δεν τόλμησε να λυτρώσει από τον πόνο τον παιδικό του φίλο τον κάνουν να αμφισβητήσει τις παραδεδομένες αξίες και τον συντονίζουν σε έναν άλλο, τελείως προσωπικό κόσμο αξιών. Πολεμά με σφοδρότητα, ατρόμητα και εμμονικά και αρχίζει να φέρνει κατά την επιστροφή του στο στρατόπεδο ένα εχθρικό τουφέκι και μαζί το χέρι που το κρατούσε κομμένο. Και όταν επιστρέφει με τα τρόπαιά του, μέχρι και το τρίτο χέρι, έχει ευμενή και ενθουσιώδη αντιμετώπιση από τους στρατιώτες στα χαρακώματα.

«Ήταν τόσο χαρούμενοι που γύριζα επειδή μ΄ αγαπούσαν πολύ. Είχα γίνει το τοτέμ τους. Τα χέρια μου τους διαβεβαίωναν ότι ήταν ζωντανοί μια μέρα ακόμα. Δεν με ρωτούσαν τι έκανα το υπόλοιπο σώμα. Δεν τους ενδιέφερε πώς είχα πιάσει τον εχθρό. Ούτε πώς είχα κόψει το χέρι. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν το αποτέλεσμα, η κτηνωδία. Και γελούσαμε όλοι μαζί με τη σκέψη ότι εδώ και καιρό οι εχθροί από απέναντι πρέπει να φοβούνταν πολύ, πάρα πολύ, μη βρεθούν με κομμένο χέρι».

Ο Αλφά δημιουργεί ένα δικό του σύμπαν δικαιοσύνης και μέσα σε αυτή τη φρενίτιδα χάνει ολοένα και πιο πολύ τη συνοχή του εαυτού του και γίνεται μια μηχανή θανάτου… και η μυρωδιά του, μυρωδιά θανάτου και αυτή. Και έπειτα η μανία του μετατρέπεται σε μια ιδιαίτερη προσωπική εμμονή και λατρεία στα κομμένα χέρια και αρχίζει να τρομάζει τους άλλους.

«Αλλά τελικά έπιασα κάτι ψιθύρους και κατάλαβα ότι ο παράξενος είχε γίνει ο τρελός, μετά ότι ο τρελός είχε γίνει ο μάγος. Στρατιώτης μάγος».

Και ο αρχικός θαυμασμός των συμπολεμιστών που «έκανε το μανιασμένο άγριο αντί γι΄αυτούς» γίνεται φόβος συγκαλυμμένος «ένα τρομοκρατημένο πρόσωπο με χαμογελαστή μάσκα». Και καθώς μοιάζει πλέον φρικιαστικός τον στέλνουν για ανάπαυση στα μετόπισθεν.

Και εκεί ο Αλφά μπαίνει ολοένα και πιο πολύ στο μονοπάτι του παραλόγου. Αυτή η μυστική μαγική φωνή ακούγεται έντονα και φέρνει τα δικά της κελεύσματα, χτισμένα στέρεα και αυτά σε έναν κόσμο αξιών που είναι αισθητός και πιο ισχυρός από τον πραγματικό. Και πώς να αντιδράσει ο Αλφά, σε αυτό το εσωτερικό κάλεσμα που έχει πάντα αγνά κίνητρα, άσχετα με το αν καταλήγει σε αποτελέσματα απίθανα ή φρικαλέα!. Αλήθεια πώς καταλήγει πάλι έτσι αυτή η σύγκρουση με την πραγματικότητα;

Και ολοένα χάνεται μέσα στις αναμνήσεις της ζωής του στην Αφρική. Εικόνες από τον πατέρα και τη μητέρα αναδύονται αυθόρμητα, εικόνες γλυκές και πικρές, όμως εικόνες ζωής, αληθινής, αγνής ζωής. Τότε που ο Αλφά δεν είχε γευτεί ακόμα την παγωμένη μυρωδιά του πολέμου. Η πατρική γη, τα παιδικά χρόνια, τα πρώτα τραύματα της παιδικής του ψυχής, η πρώτη και σημαδιακή αδελφική φιλία, το πρώτο σκίρτημα του έρωτα και το όνειρο μιας καλύτερης ζωής εμφανίζονται όλα διαδοχικά το ένα μετά το άλλο. Και νάτοι πάλι ολοζώντανοι οι δυο παιδικοί φίλοι που ήθελαν να αλλάξουν ζωή, που έβλεπαν τη στρατολόγηση σαν όχημα για να ξεφύγουν από την αδυσώπητη φτώχεια και αφάνεια. Και περίμεναν, σαν ευκαιρία ζωής το κάλεσμα του ευρωπαϊκού κόσμου… Και πίστευαν πως θα επέστρεφαν σώοι και αβλαβείς ως Γάλλοι πολίτες με νέες δυνατότητες, με νέες προοπτικές ζωής…

Με ένα εκρηκτικό μείγμα αφήγησης, ποιητικότητας και ωμού ρεαλισμού μαζί, ο συγγραφέας συλλαμβάνει τη γέννηση της ατομικής βίας και της παράνοιας στις πρωτεϊκές της διαστάσεις ως αποτέλεσμα της πίεσης από το εξωτερικό περιβάλλον. Το μυθιστόρημα απεικονίζει πρώτα απ’ όλα τον παραλογισμό μιας πραγματικότητας που επιβάλλεται στον άνθρωπο και τον καλεί να την υπακούσει, μιας πραγματικότητας που στενεύει τα όριά του, επιβάλλει τους κανόνες της και περιμένει δράση σύμφωνη με αυτούς. Κι έπειτα συλλαμβάνει όλες αυτές τις λεπτές εσωτερικές διεργασίες που μεταμορφώνουν και ενδεχομένως μεταλλάσσουν την ανθρώπινη υπόσταση, όταν το εχθρικό άγγιγμα μιας σκληρής πραγματικότητας απλώνεται ύπουλα στο σώμα και στο νου και διαβρώνει το γόνιμο έδαφος μιας αγνής ψυχής.

Και ποιος είναι άραγε ο αληθινός Αλφά; Είναι ο πιστός φίλος, ο σφοδρός πολεμιστής, ένα άγουρο αγόρι, μια μηχανή πολέμου, ένας δαίμονας; Μήπως είναι μια ακατέργαστη δύναμη που την ωθεί άγριος άνεμος; Ή μήπως είναι μονάχα ένας άνθρωπος που αιωρείται μετέωρος και ασταθής ανάμεσα σε δύο πόλους αντιθέτων, έτσι καθώς ο απτός κόσμος γύρω του γκρεμίζεται και η σκιά του νεκρού φίλου στέκεται ακριβώς πλάι του;

«…Είμαι ο φυλακισμένος και ο δεσμοφύλακας. Είμαι το δέντρο και ο σπόρος που το γέννησε. Είμαι ο πατέρας και ο γιος. Είμαι ο δολοφόνος και ο δικαστής. Είμαι η σπορά και η σοδειά. Είμαι η μητέρα και η κόρη. Είμαι η νύχτα και η μέρα. Είμαι η φωτιά και το ξύλο που το κατακαίει. Είμαι ο αθώος και ο ένοχος. Είμαι η αρχή και το τέλος. Είμαι ο δημιουργός και ο καταστροφέας. Είμαι δισυπόστατος».


Ήλια Λούτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου