Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2020

«Μια αλλαξιά ηπείρους στη νάιλον σακούλα» - Αναπαραστάσεις των μεταναστών στην ελληνική λογοτεχνία

Η αντίληψη ότι οι πρόσφυγες είναι εχθρικοί εισβολείς και όχι φορείς απαραβίαστων δικαιωμάτων στο διεθνές δίκαιο δεν έτυχε γενικής αποδοχής από την Πολιτεία τα χρόνια της προσφυγικής κρίσης. Το ζήτημα της κοινωνικής προστασίας των προσφύγων και των αιτούντων ασύλου συνεχίζει να αποτελεί κύριο θέμα συζήτησης. Η ισότιμη μεταχείρισή τους και η οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωσή τους στον κοινωνικό ιστό δεν έχει προχωρήσει σε θεσμικό επίπεδο.

Η άφιξη περίπου 900 000 προσφύγων[1] την περίοδο της έκρηξης των μεταναστευτικών ροών το καλοκαίρι 2013-2015, λόγω της πολέμου στη Συρία αλλά και των υπόλοιπων συγκρούσεων που ήταν σε εξέλιξη (Ιράν, Ιράκ, Αφγανιστάν), ανέδειξε τις επιπτώσεις που έχει η ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική στη ζωή εκατοντάδων προσφύγων που χάθηκαν στα νερά του Αιγαίου. Μοναδικός τρόπος εισόδου στο έδαφος της Ευρώπης, το πέρασμα με φουσκωτά από τις ακτές της Τουρκίας στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου.

Οι άνθρωποι αυτοί με όλα τα μέσα, πληρώνοντας διακινητές/δουλέμπορους και νόμιμους μεταφορείς (οδηγούς πούλμαν και ταξί) διέσχισαν την ελληνική επικράτεια και έφθασαν σε διάφορους προορισμούς στην Ευρώπη, όσο τα σύνορα ήταν ανοικτά. Όταν οι δρόμοι έκλεισαν, εγκλωβίστηκαν στην Ελλάδα περίπου 60.000 πρόσφυγες. Η αλληλεγγύη των νησιωτών στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους ήταν μεγαλειώδης και ανακούφιζε συναισθηματικά όλους όσους δεν μπορούσαν να βρίσκονται εκεί να βοηθήσουν. Οι κραυγές μίσους από ΜΜΕ και διάφορους πολιτικούς εκπροσώπους ήταν επίσης πολλές. Αυτές οι ανθρώπινες συμπεριφορές αποτυπώνονται και σε λογοτεχνικά κείμενα που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια.

Στη λογοτεχνία, οι γενικεύσεις που παράγονται από τον συγγραφέα μπορεί να λειτουργούν όχι απλώς «ως βεβαιωτικοί ισχυρισμοί με αξιώσεις αλήθειας επί του εξωκειμενικού κόσμου»,[2] αλλά να αποτελούν και αντανάκλασή του. Μπορεί ακόμη να φιλοδοξούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο νουθεσίας. Είναι ενδιαφέρον να εξεταστεί αυτός ο ρόλος, αλλά και οι τρόποι με τους οποίους παρουσιάζονται όχι μόνο οι ίδιοι οι μετανάστες, αλλά και οι διακινητές τους και εκείνοι που τους υποδέχονται, δηλαδή η ελληνική κοινωνία, μέσα στο λογοτεχνικό σώμα που συγκεντρώσαμε.

Το εν λόγω λογοτεχνικό σώμα συναπαρτίζουν τέσσερα βιβλία πεζογραφίας (Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Το πέρασμα, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2016· Γιάννη Μακριδάκη, Όλα για καλό, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2017· συλλογικό, Λαθρόψυχοι–Μικρές ιστορίες για τους πρόσφυγες και τα όνειρά τους, εκδ. 24γράμματα, Αθήνα 2018· Χακάν Γκιουντάι, Κι άλλο, μτφρ. Σ. Βρετού, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2016) και 47 ποιητικές συλλογές που περιέχουν ποιήματα για τους μετανάστες (περισσότερα από 150 συνολικά) ή είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένες σε αυτούς.[3]

Προς τον σκοπό της ανάλυσής του, εντοπίσαμε τα κατάλληλα ερευνητικά εργαλεία στην ποιοτική κριτική ανάλυση λόγου (critical discourse analysis – CDA), αλλά και στη θεωρία των αναπαραστάσεων που εμπίπτει στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας. Η κριτική ανάλυση λόγου εστιάζει, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις εξουσίας, κυριαρχίας και ανισότητας μεταξύ κοινωνικών ομάδων και στους τρόπους με τους οποίους αυτές οι σχέσεις αναπαρίστανται στον λόγο τους.[4] Η θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων, πάλι, εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους η πραγματικότητα κατασκευάζεται και ανακατασκευάζεται μέσα στον λόγο των κοινωνικών ομάδων,[5] εστιάζοντας ενίοτε στη δύναμη της ιστορικά εγκαθιδρυμένης καχυποψίας απέναντι σε όσους θεωρούνται «άλλοι».[6]

Στον πεζό λόγο

Οι μετανάστες, στα βιβλία του Τζαμιώτη και του Μακριδάκη, παρουσιάζονται σαν άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και κινδύνευσαν μέχρι να φθάσουν στη χώρα μας. Συγχρόνως όμως εμφανίζονται και σαν όχλος, ένα ασύντακτο πλήθος που κινείται σαν συλλογικότητα και είναι απρόβλεπτο, αν και δικαιολογημένο κατά κανόνα στις αντιδράσεις του: «Μάταια ο Ισμαήλ με τον τηλεβόα προσπαθούσε, ακολουθώντας τις εντολές που έπαιρνε από τον αξιωματικό του Λιμενικού, να τους πείσει πως έπρεπε να μείνουν στις θέσεις τους και κακώς συνωστίζονταν στην προβλήτα. Εκείνοι, λες και φοβόντουσαν πως δεν υπήρχε αρκετός χώρος για όλους στο καράβι, συνέχιζαν να σπρώχνονται για να είναι από τους πρώτους, αδιαφορώντας αν όσοι βρίσκονταν στις μπροστινές γραμμές κινδύνευαν να βρεθούν στο νερό» (Το πέρασμα, σελ. 247). Και μόνο η διαχείριση των μεταναστών ως όχλου από τον Τζαμιώτη βέβαια, αντανακλά τη βαθιά ριζωμένη δυτική πεποίθηση ότι «υπάρχουν λόγοι που κάποιες κοινωνίες ευημερούν σε αντίθεση με άλλες που βουλιάζουν στη δυστυχία» (Το πέρασμα, σελ. 101) και τον σνομπισμό που προκύπτει από αυτήν.

Μετρημένες στα δάχτυλα είναι οι εξαιρέσεις και ίσως το πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι ο γιατρός Ρασίντ στο Πέρασμα, ο οποίος σπούδασε στην Ελλάδα, μιλάει απταίστως ελληνικά και ζει στη Γαλλία (επέστρεψε στη Συρία για να πάρει τον γιο του, ο οποίος όμως μάλλον πνίγηκε): αυτός ενσαρκώνει τη φωνή της λογικής για λογαριασμό και των δύο κοινωνικών ομάδων, δηλαδή και των μεταναστών και των ντόπιων.

Όσον αφορά τους τελευταίους, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι και οι δύο συγγραφείς (Τζαμιώτης και Μακριδάκης) αποφεύγουν να κάνουν μια δοξογραφία της ελληνικής κοινωνίας. Αντιθέτως, δεν αποφεύγουν να παρουσιάσουν τα μελανά της σημεία, τις στερεοτυπικές δηλαδή θέσεις που συντείνουν στην πολωμένη θέση αρκετών. Βλέπουμε, για παράδειγμα, στο βιβλίο του Μακριδάκη τον παπά να λέει στον καπετάν-Φώτη που βοηθάει τους μετανάστες: «βοηθάς λαθρομετανάστες να μπαίνουνε μέσα στη χώρα μας και να μας κάνουνε όλους ισλαμιστές, να αλώσουνε τη θρησκεία μας και το έθνος μας, να μας πάρουνε και την πατρίδα μας στο τέλος» (σελ. 108). Ή σε έναν διάλογο του δημάρχου με έναν ανθυπολοχαγό του στρατού, στο βιβλίο του Τζαμιώτη, βλέπουμε τη διελκυστίνδα των σκέψεων ανάμεσα σε εκείνους που δεν βλέπουν με καλό μάτι τους μετανάστες και εκείνους που τους κατανοούν και τους προστρέχουν: «-Επιμένετε να τους βλέπετε ως αθώα θύματα, ενώ στην πλειονότητά τους πρόκειται απλώς για μερικές εκατοντάδες ακόμα λαθρομετανάστες που βρίσκονται παράνομα στη χώρα μας. -Ντροπή σας, ανθυπολοχαγέ. Ως αξιωματικός, θα έπρεπε να γνωρίζετε πως η ιδιότητα του πρόσφυγα είναι ιερή σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο» (σελ. 168). Αλλού, στο ίδιο βιβλίο, παρέχεται η αιτιολόγηση συμπεριφορών σαν του ανθυπολοχαγού μέσα από τα λόγια της δασκάλας: «ο πατέρας μου έπαψε να βλέπει με συμπάθεια αυτούς [ΣΣ: τους μετανάστες] που έκλεβαν. Για την ακρίβεια, έμαθε να τους μισεί. Αλλά, επειδή δεν ήξερε ποιοι ήταν, άρχισε να μισεί τους πάντες» (σελ. 94).

Δεν λείπουν και περιγραφές ανθρώπων που επωφελούνται από το δράμα των μεταναστών προς ίδιον όφελος και κλέβουν είτε τις μηχανές από τις βάρκες που τους φέρνουν (Μακριδάκης, σελ. 41-43) είτε τους ίδιους, εάν έχουν πνιγεί (Τζαμιώτης, σελ. 133· επίσης, Μακριδάκης, σελ. 44 κ.ε., αν και εκεί περιγράφεται η ληστεία του νεκρού με σκοπό την αξιοποίηση των χρημάτων που είχε πάνω του για την αρωγή των υπολοίπων προσφύγων).

Στο βιβλίο του Γκιουντάι, Κι άλλο, περιγράφεται με κυνισμό ο κόσμος των διακινητών μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, του γιου του διακινητή, του οποίου η εμπλοκή στη διακίνηση των προσφύγων του αφαιρεί σταδιακά κάθε παιδικότητα και ευαισθησία. Οι άνθρωποι, οι «λαθραίοι», μετατρέπονται σε απλό εμπόρευμα που έχει μια τιμή: «…δεν είναι παρά μόνο ζωές που δεν γίνονται μυθιστόρημα όταν μιλάς γι’ αυτές. Το πολύ-πολύ να γίνουν εκθέσεις νεκροψίας» (σελ. 39). Μεταφέρονται με φορτηγά από την ενδοχώρα και στοιβάζονται σε μια δεξαμενή νερού που κατασκευάστηκε για αυτόν τον σκοπό στο οικόπεδο του διακινητή. Εκεί, μέσα σε άθλιες συνθήκες, αναμένουν τη μεταφορά τους στα παράλια: «Βία, δυνατή σαν τον ήλιο, ήταν το πρώτο που έβλεπες όταν παρατηρούσες τις τεχνικές διακίνησης παρανόμων» (σελ. 103). Στην ερώτηση του μικρού, αν μπορούν και εκείνοι να φύγουν με αυτούς που αναζητούν κάτι καλύτερο, ο πατέρας απαντά: «Δουλειά μας είναι […] να προωθούμε όσους θέλουν να φύγουν. Όχι να φύγουμε κι εμείς! Σαν να έλεγε, δουλειά μας είναι να σκοτώνουμε όχι να σκοτωθούμε» (σελ. 87).

Στην ποίηση

Η ποίηση αποτελεί ειδική συνθήκη, επειδή ο λόγος της είναι ελλειπτικός και όσα υπονοούνται είναι συνήθως περισσότερα από όσα δηλώνονται. Και στα ποιητικά βιβλία ωστόσο υπάρχουν οι δύο άξονες που διακρίναμε στα μυθιστορήματα, δηλαδή η παρουσίαση των ίδιων των μεταναστών και η περιγραφή της στάσης της κοινωνίας υποδοχής. Σε αντίθεση όμως με όσα είδαμε να συμβαίνουν στον πεζό λόγο, οι μετανάστες στην ποίηση αγιοποιούνται. Δεν αντιμετωπίζονται σαν όχλος, αλλά σαν μεμονωμένοι άνθρωποι που έχουν υποφέρει πολύ. Γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν περιγράφουν απλώς την κατάστασή στους σε τρίτο πρόσωπο, αλλά μερικές φορές και σε πρώτο, όπως στο ακόλουθο απόσπασμα που μιλά για τους διακινητές προσφύγων:


ΕΛΠΙΔΑ
Αθόρυβα μας πνίξανε· σαν του βουτηχτή την τελευταία Πνοή
Είχαμε κάτσει στην ουρά
να μετρηθούμε.
Της πόλης ζώα
και μας φέραν στην αρμύρα.
Όλη τη μέρα το γαλάζιο μας ποθούσε
τόσο πολύ που μας το είπαν – θα μας πνίξουν...
(Αγγελική Δημουλή, Τα ετερόφωτα, εκδ. Βακχικόν, 2015)

Αλλά και όταν γίνονται περιγραφές σε τρίτο πρόσωπο, είναι αιχμηρές και προκαλούν συγκίνηση:

ΥΓΡΟΣ ΤΑΦΟΣ
βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα,
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
με τρύπιο φουσκωτό.
πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη
(Δήμος Χλωπτσιούδης, Ακατάλληλο, εκδ. Μανδραγόρας, 2016)

ΜΕ ΑΠΛΩΜΕΝΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ
Νεκροστέφανα τα κύματα
Πάγωσε ο χειμώνας
Ξενιτεύει τους νεκρούς
Σαν να έρχονται σε μας
Με απλωμένα τα χέρια
Και μας δείχνουν
Πελώρια σκιά ανεβαίνει
Από την πλευρά της θάλασσας
Αφήνει ανοιχτά από παντού
Μια ακατοίκητη απελπισία
(Φροσούλα Κολοσιάτου, Φοράει τα μάτια του νερού, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017)

Σε οξεία αντιδιαστολή, η κοινωνία υποδοχής (η Δύση γενικά) παρουσιάζεται ανάλγητη, αδιάφορη και εντέλει εγκληματική απέναντί τους. Οι ποιητές σε πολλά ποιήματα αισθάνονται την ανάγκη να ζητήσουν συγνώμη ή να απευθύνουν έκκληση για την ευνοϊκή αντιμετώπιση των προσφύγων· οι συναφείς τίτλοι μεμονωμένων ποιημάτων και συλλογών είναι εύγλωττοι: Απόψε νιώθω μια ντροπή (Νίκη Κωνσταντοπούλου, εκδ. Περί τεχνών, 2014), «Την αγκαλιά σου, Αθήνα, άνοιξε» (Χρήστος Τουμανίδης, Οι ελεγείες της Ανατολής, εκδ. Κουκκίδα, 2014), κ.ά. Αρκετά ποιήματα μετατρέπονται σε βήμα των ποιητών οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να θίξουν τα κοινωνικά στερεότυπα:

ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ
...Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια...
(Ανδρέας Καρακόκκινος, Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδ. Ένεκεν, 2017)

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο
αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
–εξάνθημα η φιλοξενία...
(Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Με ύφος Ινδιάνου, εκδ. Μελάνι, 2014)

Από την ανάλυση λόγου προκύπτει ότι οι μετανάστες στα ποιήματα λογίζονται περισσότερο ως πρόσφυγες, ακόμα και ως ναυαγοί, ενώ σε αρκετά ποιήματα δεν τους αποδίδεται κανένας χαρακτηρισμός, υπονοώντας ενδεχομένως ότι είναι απλώς άνθρωποι. Ορισμένες λέξεις που επανέρχονται ολοένα είναι: δρόμος, μάνα, φωτιά, προσδοκίες, ελπίδα, αέρας/άνεμος, πατρίδα, παιδιά, ανεπιθύμητοι, όνειρα, φουσκωτό/βάρκα/σαπιοκάραβο, δικαιοσύνη, θάλασσα/πέλαγος/κύματα, θλίψη, ψωμί, ξερίζωμα, ταξίδι, φυλακή, ναυάγιο, νερό, πνιγμός, θάνατος, καρδιά, δάκρυα, κόλαση, ουρλιαχτά, μνήμη, αγάπη, χάος... Η λίστα είναι ατέλειωτη και, όπως είναι φυσικό, σπαρακτική.

Κοινωνικές αναπαραστάσεις

Οι στάσεις που υιοθετούμε αναδεικνύονται ιδιαίτερα σε συνθήκες όπου τίθενται ζητήματα επιλογών που με τη σειρά τους συνδέονται με το ποιοι είμαστε ως πρόσωπα. Ένας από τους καθοριστικούς για τις στάσεις μας παράγοντας είναι ο τρόπος με τον οποίο έδρασε κάποιος στο παρελθόν, όπως είδαμε στο βιβλίο του Τζαμιώτη στην περίπτωση της αιτιολόγησης του ανθρώπου που «έμαθε να μισεί τους πάντες», όσον αφορά τους μετανάστες, επειδή δεν γνώριζε ποιοι από αυτούς τον είχαν κλέψει.

Οι στάσεις μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις κοινωνικές αναπαραστάσεις, οι οποίες υπάρχουν «τόσο στα μυαλά των ανθρώπων όσο και σε κυκλοφορία μέσα στην κοινωνία, όπου και μεταβιβάζονται μέσα από συνομιλίες και κείμενα των ΜΜΕ».[7] Η φράση αυτή υπονοοεί ότι το νόημα των τεκταινομένων δεν βρίσκεται έτσι απλά μέσα ή γύρω τους: το νόημα πρέπει να κτιστεί. Η κοινωνική αναπαράσταση είναι ο μηχανισμός που επιτελεί αυτήν την οικοδόμηση κοινών εικόνων του κόσμου. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι απαραίτητες στην καθημερινή μας ζωή, στις σχέσεις που συνάπτουμε με τους άλλους, στην επικοινωνία μας κ.λπ. Είναι μέσω αυτών που τα άτομα «διαβάζουν», κωδικοποιούν και ελέγχουν την πραγματικότητα.[8]

Ο τρόπος που παρουσιάστηκε και παρουσιάζεται στα ΜΜΕ αλλά και στη λογοτεχνία, η μαζική εισροή οικονομικών μεταναστών και προσφύγων στη χώρα μας δείχνει ότι εκλαμβάνεται ως μια πρωτόγνωρη εμπειρία, παρ’ ότι στο συλλογικό υποσυνείδητο είναι έντονη η επίδραση από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την προσφυγιά που επέβαλλε η Συνθήκη της Λωζάννης. Ελλείψει πάντως πρόσφατων κοινωνικών αναπαραστάσεων που θα βοηθούσαν να δώσουμε νόημα στη σημερινή εμπειρία, στην Ελλάδα εξωθηθήκαμε σε μια διεργασία που αποκαλείται «αγκυροβόληση». Στο πλαίσιό της, η νέα εμπειρία εκχωρείται σε μια ήδη υπάρχουσα αναπαράσταση.[9] Στη συνέχεια το νέο τμήμα της αναπαράστασης αντικειμενοποιείται, καθώς αρχίζει να γίνεται ευρέως αποδεκτό. Αν δεχθούμε ότι η λογοτεχνία αντανακλά την πραγματικότητα, διαπιστώνουμε ότι ένα τμήμα των Ελλήνων ενέταξε γνωστικά την εμπειρία των αθρόων προσφυγικών ροών στην ήδη υφιστάμενη αναπαράσταση της ξενοφοβίας και ένα άλλο στην υφιστάμενη αναπαράσταση της φιλοξενίας.

Όλα αυτά εκδηλώνονται μέσα στον λόγο των ανθρώπων που εμπλέκονται ή που απλώς εκφράζουν μια γνώμη για το ζήτημα και αποτυπώνονται και στη λογοτεχνία. Από τον λόγο αυτόν μπορούμε να παρακολουθήσουμε, ως ερευνητές, μέσα από την ερμηνεία των συνδηλώσεων και των συνεπαγωγών των κειμένων,[10] τις αναπόφευκτες διαδικασίες εδραίωσης ξεχωριστών ταυτοτήτων για τις κοινωνικές ομάδες αφενός των Ελλήνων και αφετέρου των μεταναστών, την ίδια στιγμή που, ως άνθρωποι, δεν μπορούμε να λησμονήσουμε ότι, κάτω από την επιφάνεια μιας κοινωνικά διαμορφωμένης διαφοράς, όλοι μοιραζόμαστε μια κοινή ανθρώπινη φύση.-

Χριστίνα Λιναρδάκη & 
Μάρη Λαυρεντιάδου


Σημ.: Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος αριθ. 21. Ο στίχος του τίτλου είναι από το ποίημα «Παγκόσμιο Έθνος» του Σταύρου Σταμπόγλη (Διαλεκτική βυθού, εκδ. Μανδραγόρας, 2014). Η Μάρη Λαυρεντιάδου που συνυπογράφει το άρθρο είναι Δρ. Αστικής Γεωγραφίας, Διδάσκουσα Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ).




ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Petracou E., Leivaditi N. et al, Global Migration: Consequences and responses. Greece-Country report, Paper 2018/04, May 2018, p. 13· Κοτζαμάνης, Β. & Καρκούλη, Α. (2016), «Οι μεταναστευτικές εισροές στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία: ένταση και βασικά χαρακτηριστικά των παρατύπωςεισερχομένων ως και των αιτούντων άσυλο», Δημογραφικά Νέα, ΕΔΚΑ, τεύχος 26.

[2] Βλ. λήμμα «Μυθοπλασία και αλήθεια» στο Abrams, M.H. (1957/2016), Λεξικό λογοτεχνικών όρων, μτφρ.: Γ.Δεληβοριά-Σ.Χατζηιωαννίδου, Αθήνα: εκδ. Πατάκη.

[3] Ευχαριστούμε θερμά για τη βοήθειά τους στη συγκέντρωση των ποιημάτων τους bloggers λογοτεχνίας Δήμο Χλωπτσιούδη (tovivlio.net), Διώνη Δημητριάδου (meanoihtavivlia.blogspot.gr) και Κατερίνα Τσιτσεκλή (stigmalogou.blogspot.gr), καθώς και τις εκδόσεις Μανδραγόρας και Βακχικόν. Τα ποιήματα προήλθαν από τις ακόλουθες συλλογές: Χ. Αγγελόπουλος 2018, Β. Αλεξόπουλος 2018, Ν. Ανδρικοπούλου 2016, Γ. Αντιόχου 2017, Π. Βακιρλή 2015, Α. Βερούχης 2015, Ε. Γιώσα 2016, Γ. Γκανέλης 2017, Α. Δημητριάδου 2018, Ε. Δημητριάδου-Εφραιμίδου 2014, Α. Δημουλή 2015, Α. Καϊμακλιώτη 2014, Δ. Καϊτατζη-Χουλιούμη 2017, Α. Καρακόκκινος 2017, Φ. Κολοσιάτου 2014 & 2017, Χ. Κουτσουμπέλη 2009 & 2016, Β. Κοψιδά-Βρεττού 2018, Ν. Κωνσταντοπούλου 2014 & 2017, Μ. Λάτσαρη 2016, Κ. Λιάτζουρα 2017, Α. Λούντζης 2015, Ν. Μενδρινού 2018, Χ. Ναούμ 2013, Ζ. Νικήτας 2015, Α. Ξηρογιάννη 2013, Θ. Παπαδόπουλος 2018, Μ. Παπαδόπουλος 2016, Μ. Πολίτου 2018, Γ. Σακαλής 2015, Α. Σιδηρά 2016, Α. Σκιαθάς 2002, Ντ. Σιώτης 2004, Μ. Σκουρολιάκου 2008 & 2015, Σ. Σταμπόγλης 2014, Κ. Συφιλτζόγλου 2014, Φ. Τετράζης 2017, Χ. Τουμανίδης 2014, Τ. Φίλης 2018, Γ. Φράγκος 2018, Ε. Χατζηχαραλάμπους 2018, Θ. Χατζόπουλος 2012, Δ. Χλωπτσιούδης 2016, Γ. Χουλιάρας 2005.

[4] van Dijk, Τ. Α. (1995), “Aims of Critical Discourse Analysis”, Japanese Discourse, vol. I, 17-27.

[5] Μαντόγλου, Α. & Μελέτη, Κ. (2013), Επιστημονικός Λόγος περί Κοινωνικών Αναπαραστάσεων και Ιδεολογιών, Αθήνα: εκδ. Παπαζήση, σελ. 49.

[6] Wetherell, M. (επιμ.) (1996/2005), Ταυτότητες, ομάδες και κοινωνικά ζητήματα, μτφρ.: Ν. Μποζατζής, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 21.

[7] Wetherell, M. (1996/2005), ό.π., σελ. 202.

[8] Μαντόγλου Α. & Μελέτη, Κ. (2013), ό.π., σελ. 47.

[9] Wetherell, M. (1996/2005), ό.π., σελ. 207.

[10] Μποτατζής, Ν. & Δραγώνα, Θ. (επιμ.) (2011), Κοινωνική ψυχολογία: Η στροφή στον λόγο, μτφρ.: Ε. Αυγήτα και Α. Τσονίδης, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 39.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Πατέρας" της Κορίνας Καλούδη




πατέρας

Το χέρι του έμοιαζε με σπίτι
Όταν ερχότανε το κρύο
άνοιγε να μπω
Δεν έφτανε ποτέ εκεί ο Χειμώνας
Άγνωστη ακόμα η πορεία
Εύπλαστα τα σχήματα
Οι λέξεις μου ελάχιστες
αλλά επαρκούσαν·
κι όταν με σήκωνε ψηλά
φαινόταν εύκολη υπόθεση
να πιάσω το φεγγάρι


Κορίνα Καλούδη

προδημοσίευση από το βιβλίο της Και βέβαια τους φοβάμαι
που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη από τις εκδόσεις Περισπωμένη



Copyright εικόνας: Snezana Soosh. Πηγή: Instagram (@vskafandre).

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

Αέρας ανάμεσα στους κέδρους - Ποιήματα και χαϊκού για τον γιαπωνέζικο χειμώνα

Ο χειμώνας στην Ιαπωνία είναι ιδιαίτερα σκληρός λόγω της υγρασίας του ωκεανού που προστίθεται στο βαρύ κρύο. Όσοι έχουν ζήσει σ’ αυτή τη χώρα λένε ότι, παρόλο που η θερμοκρασία δεν πέφτει πολύ χαμηλά, οι συνθήκες είναι αφόρητες. Η Ιαπωνία είναι γνωστή και για τις απίστευτες ποσότητες χιονιού που δέχεται γεγονός που επιβεβαιώνει κι ο περίφημος Kobayashi Issa (1763-1828):

Λοιπόν αυτή, είναι
Η τελευταία μου κατοικία.
Δεκαπέντε μέτρα χιόνι.


Για μια άσχημη χειμωνιάτιKη εμπειρία μιλά κι ο Yosa Buson (1716-1784):

"Δος μου καταφύγιο για ένα βράδυ!"
Μου πέταξε το ξίφος του.
Νύχτα με χιονοθύελλα.


Ένα άλλο διάσημο ποίημα της Ιαπωνίας για το χειμώνα γράφτηκε από τον Kajiwara Hhasin (1864-?). Το ποίημα έγινε πολύ γνωστό έξω από τη χώρα, αν και δεν μπορεί να βρεθεί σε κάποια από τις γνωστές συλλογές. Για τον ποιητή, εκτός από το ότι ήταν φαρμακοποιός, ελάχιστα είναι γνωστά:

ούτε ουρανός
ούτε γη 
 μόνο
χιόνι που πέφτει


Το παρακάτω χαϊκού γράφτηκε από έναν Ιάπωνα που έβλεπε, όταν ήταν παιδί, τα παγοκρύσταλα - "λουλούδια του πάγου", όπως αποκαλούνται - να κρέμονται από τις άκρες των στεγών στην περιοχή Yomagata:

δος μου ένα παγοκρύσταλλο
που περιέχει τ’ αστέρια
απ’ το βάθος του βορρά


Δυο στροφές ακόμα, από τη σύγχρονη εποχή, που δείχνουν ότι η περίοδος αυτή παραμένει δύσκολη μέχρι σήμερα στην Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου:

Χαλάζι πέφτει
Σπρώχνοντας βίαια τον άνεμο
Αυτή τη νύχτα τόσο παγωμένη
Στο Χαμάο, απόψε
Πρέπει να κοιμηθώ μόνος;

λιώσιμο των πάγων στην ορεινή χώρα 

το χιόνι που λιώνει μοιάζει να στάζει
ακόμα κι από τ΄ αστέρια


Τον βαρύ χειμώνα περιέγραψε φυσικά κι ο Matsuo Basho (1644-1694):

ο χειμωνιάτικος αέρας
φυσώντας ανάμεσα στους κέδρους
λειαίνει τα βράχια


Ο παγωμένος αέρας που φυσά από το βορρά ή απ’ τη δύση λέγεται kogarashi. Στην γλώσσα των Ιαπώνων σημαίνει αποξήρανση του χλωρού ξύλου γιατί είναι τόσο σκληρός που μαραίνει οτιδήποτε φύεται. Η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί ως kigo, ως σηματοδότρια δηλαδή λέξη, για την εποχή του χειμώνα, όπως στο πιο πρόσφατο χαϊκού που συνέθεσε ο Watanabe Hakusen (1913-1969):

παγωμένος αέρας του χειμώνα 

βγάζω μικρά χαλίκια
απ’ τα μάτια μου


Κι ο Takahama Κyoshi (1874-1959) κινείται στο ίδιο κλίμα:

αέρας τραχύς
ο καπνός από το ηφαίστειο Ασάμα
θ’ απλωθεί παντού


Στην παλιότερη εποχή, με τις ελλείψεις στην θέρμανση και τη στέγαση, ο χειμώνας θα πρέπει να ήταν πολύ βαρύτερος, γεγονός που εξηγεί την απήχηση αυτού του ποιήματος του Ikenishi Gonsui (1650-1722):

O δριμύς αέρας του χειμώνα
τελειώνει εδώ –
ήχος της θάλασσας


Ο Soseki Natsume (1867- 1916),  που έζησε για χρόνια στο Λονδίνο, πραγματεύεται το ίδιο θέμα:

Φυσά δυνατά ο παγωμένος αέρας του χειμώνα.
Τόσο δυνατά σα να θέλει να βυθίσει τον ήλιο μες τον ωκεανό.


Ομοίως κι ο Natsume Soseki (1867- 1916):

ο τραχύς αέρας του χειμώνα
παρασέρνει τον ήλιο της δύσης
κάτω στη θάλασσα


Απ’ την παράδοση αυτών των χαϊκού εμπνεύστηκε κι ο Yamaguchi Seishi τον Οκτώβριο του 1994, όταν οι πιλότοι καμικάζι αυλάκωναν τους αιθέρες, το ποίημά του:

φυσώντας πάνω απ' τη θάλασσα
δεν υπάρχει μέρος για τον άνεμο του χειμώνα
να γυρίσει πίσω


Αντί επιλόγου, ένα χαϊκού του Mashaoka Shiki (1867-1902):

δριμύς αέρας του χειμώνα
τ’ άστρα σκορπίζουν στο φύσημά του
πάνω απ τη θάλασσα



Επιλογή-μετάφραση από τα αγγλικά:
Απόστολος Σπυράκης

Πηγές:
1. http://www.haiku-hia.com/about_haiku/selections_en/satou_select.html
2. https://sites.google.com/site/worldhaikureview2/whr-archives/lessons
3. https://worldkigo2005.blogspot.com/2006/11/withering-wind- kogarashi.html
4. http://www.masterpiece-of-japanese-culture.com/literatures-and-poems/haiku/winter-haiku-poem-examples-japanese-famous-poets
5. https://onlynativejapan.com/2013/01/29/%E3%80%90japanese


Σημ.: Ίσως να θέλετε να ξαναδείτε και την παλιότερη ανάρτησή μας: Ο χειμώνας στη νεοελληνική ποίηση.


Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2020

Συνέντευξη με τη Νεσιέ Γιασίν

Η Νεσιέ Γιασίν στην παρουσίαση του βιβλίου της
στη Στοά του Βιβλίου
Συνομίλησα με την Τουρκοκύπρια ποιήτρια Νεσιέ Γιασίν, που ήρθε στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου της Απαγορευμένοι κήποι, μιας ανθολογίας ποιημάτων από διάφορα βιβλία της, μεταφρασμένων στα ελληνικά.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Γιατί «Απαγορευμένοι κήποι»;

Νεσιέ Γιασίν: Επέλεξα αυτόν τον τίτλο επειδή η ποίησή μου είναι συγχρόνως προσωπική και ποιητική και επειδή η Κύπρος περιέχει πολλούς απαγορευμένους κήπους: η άλλη πλευρά της διχοτομημένης χώρας είναι ένας απαγορευμένος τόπος και επί πολλά χρόνια δεν υπήρχε πρόσβαση σ’ αυτόν. Υπάρχει και ένας προσωπικός λόγος: ο παππούς μου είχε δενδρόκηπους στην Περιστερώνα που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νησιού και έχω αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία εκεί. Μετά το 1974, το μέρος εκείνο έγινε πιο μακρινό κι από τ’ αστέρια για μένα. Δεν υπήρχε πρόσβαση, ήταν ένας κήπος του ονείρου. Πάντοτε σκεφτόμουν αυτόν τον κήπο της παιδικής μου ηλικίας με πολύ πόνο… Και η αγάπη επίσης είναι ένας απαγορευμένος κήπος, έτσι σκέφτηκα πως ο τίτλος «Απαγορευμένοι κήποι» θα εκπροσωπούσε καλά τα ποιήματά μου αφού αποτελεί μια εικόνα τόσο με προσωπικές όσο και με πολιτικές προεκτάσεις.

ΧΛ: Όμως το βιβλίο σας είναι μια ιστορία αγάπης. Μιλά για την αγάπη.

ΝΓ: Το βιβλίο είναι μια επιλογή ποιημάτων από τα πολλά ποιητικά μου βιβλία. Και τα ποιήματα αγάπης μπορεί κανείς να τα διαβάσει σαν πολιτικά ποιήματα. Είναι πολιτικές αλληγορίες. Δεν το είχα σχεδιάσει έτσι ωστόσο: έγραφα ένα ποίημα για την αγάπη και ο κόσμος που το διάβαζε το αντιλαμβανόταν σαν πολιτικό ποίημα. Όταν μου το είπαν, ξαφνιάστηκα, γιατί δεν είχα την πρόθεση να συμβεί κάτι τέτοιο. Όταν όμως ξανακοίταξα τα ποιήματά μου, συνειδητοποίησα ότι όντως έτσι ήταν. Γιατί οτιδήποτε συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, η σχέση των δύο, είναι ένα μοντέλο για τα παγκόσμια ζητήματα. Για παράδειγμα, ο ένας θέλει να κυριαρχήσει, ο άλλος επαναστατεί, υπάρχει ζήλεια, άρνηση, αδικία ανάμεσά τους. Τα ίδια συμβαίνουν ανάμεσα σε εθνικές ομάδες, τα ίδια συμβαίνουν στον κόσμο. Η σχέση των δύο, ο μικρόκοσμος, είναι ένα μοντέλο του μακρόκοσμου. Όπως είπε η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν κάποτε, ο φασισμός ξεκινά μεταξύ δύο ανθρώπων. Πολλά ξεκινούν ανάμεσα στους δύο. Έτσι, καθώς έγραφα για τη σχέση των δύο, έγραφα πολιτικές αλληγορίες για πλειάδα θεμάτων.

ΧΛ: Γιατί όμως αγάπη και όχι μίσος; Θα μπορούσε να ήταν μια ιστορία μίσους…

ΝΓ: Πάντα προσπαθώ να προστατεύσω την αθωότητά μου και αυτή την αθωότητα μπορεί κανείς να τη βρει στην αγάπη, γιατί ο κόσμος είναι υπερβολικά μολυσμένος από το κακό… Θέλω να κρατήσω αυτή την αθωότητα και το κορίτσι-παιδί που έχω μέσα μου, θέλω να τα κρατήσω. Προσπαθώ να μην κρίνω αμέσως. Μπορεί να μην είναι διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες ή να υπάρχει κακή πληροφόρηση. Είναι πολύ δύσκολο να είναι κανείς δίκαιος, όμως διαθέτω αίσθημα δικαίου. Όταν βλέπω μια ξεκάθαρη αδικία, γίνομαι τίγρης. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθώ να αποφύγω το μίσος στη ζωή μου γιατί με το μίσος το θύμα μετατρέπεται σε θύτη πολύ εύκολα. Το σιχαίνομαι να είμαι θύμα, όμως το προτιμώ από τον ρόλο του θύτη. Δεν δέχομαι την ήττα, ωστόσο δεν απαντώ στη βία με βία. Έχω τους δικούς μου, δημιουργικούς δρόμους για να αντιμετωπίζω τέτοιου είδους καταστάσεις. Δεν μιλώ για αφέλεια ή για καθαρή αγάπη. Αγαπάς κάτι με πάθος επειδή μισείς το αντίθετο. Δεν θέλω να περάσω στο πεδίο του τι μισώ.

ΧΛ: Είναι όμως εύκολο να γράψει κανείς ποίηση αγάπης χωρίς να γίνεται χυδαίος; Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τα δύο.

ΝΓ: Χυδαίος ή κιτς… Είναι πολύ, πολύ δύσκολο να γράψει κανείς ένα ποίημα αγάπης… Ακόμη και η ίδια η λέξη «αγάπη» έχει ενσωματωθεί στη λαϊκή αργκό. Και είναι ενδιαφέρον ότι τα πρώτα μου ποιήματα δεν ήταν για την αγάπη. Συνήθως κάποιος, όταν αρχίζει να γράφει ποιήματα, γράφει για την αγάπη, εγώ όμως όχι. Άρχισα να γράφω πολύ νέα όμως μόνο αργότερα έγραψα για την αγάπη… Και έπειτα υπάρχει κι εκείνη η άλλη γραμμή που, αν την περάσεις, γράφεις κλισέ. Μπορεί όμως κανείς να γράψει και πολύ όμορφα ποιήματα αγάπης. Δεν κατασκευάζω ποιήματα. Δεν είμαι «ποιήτρια μηχανικός». Όταν γράφω ένα ποίημα, το γράφω για τον εαυτό μου και μόνο. Δεν είναι τεχνητό, είναι πραγματικό, οργανικό, έρχεται από μέσα. Και έχω γράψει πολλά ποιήματα που δεν κράτησα. Υπάρχει ένας Τούρκος ποιητής που είπε «η ποίηση γράφεται με ψαλίδι», πρέπει δηλαδή πάντα να κόβεις και να μη χρησιμοποιείς όλα όσα γράφεις. Ωστόσο, υπάρχουν φορές που ένα ποίημα είναι τόσο έτοιμο μέσα μου ώστε, όταν το βάζω στο χαρτί, δεν το επεξεργάζομαι καν πολύ. Αυτά είναι τα καλύτερά μου ποιήματα, πιστεύω. Γράφω όμως για την αγάπη επειδή νιώθω ότι θέλω να γράψω γι’ αυτήν. Για μένα η αγάπη είναι επανάσταση. Είναι το μέρος όπου όλες οι ταυτότητες χάνουν το νόημά τους. Η ταξική ταυτότητα, η εθνική ταυτότητα, η φυλή, το γένος κ.λπ. Όλα αυτά είναι ασήμαντα για την αγάπη. Δύο κράτη μπορεί να κηρύξουν πόλεμο όμως δύο εραστές από αυτά τα κράτη θα θέλουν απλά να κάνουν έρωτα.

ΧΛ: Σημειώνεται ραγδαία αλλαγή ύφους στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου και από κει ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι αυτά που προηγήθηκαν ήταν αλληγορία. Αυτό το τελευταίο τμήμα είναι ιδιαίτερα οξύ και σοκαριστικό. Μιλάει για πόλεμο.

ΝΓ: Θα σας πω τι συμβαίνει. Σας είπα ήδη ότι τα πρώτα μου ποιήματα δεν ήταν για την αγάπη. Τα πρώτα μου ποιήματα είναι τα τελευταία του ελληνικού βιβλίου. Έτσι το δόμησα, επειδή δεν ήθελα ο Έλληνας αναγνώστης να ανοίξει το βιβλίο και να δει τα νεανικά μου ποιήματα στην αρχή. Μπορεί να φαίνονται λίγο αφελή, όμως μου αρέσουν, έχουν την αθωότητα των νεανικών μου χρόνων. Απλά τα έβαλα στο τέλος. Τα έγραψα όταν ήμουν 18-19 ετών.

ΧΛ: Επομένως, η σειρά δεν είναι χρονολογική…

ΝΓ: Είναι χρονολογική, αλλά αντίστροφα.

ΧΛ: Ξέρετε, έχω πάρει συνέντευξη και από τον αδερφό σας, τον Μεχμέτ, το 2016. Σε εκείνη τη συνέντευξη μου είπε ότι εκφράζετε την κυπριακή ταυτότητα. Πώς θεωρείτε ότι το κάνετε αυτό;

ΝΓ: Κοιτάξτε, η Κυπριοσύνη δεν είναι εθνική ταυτότητα. Είναι ένα είδος δεσμού με μια γη που έχει φυσικά σύνορα. Τα σύνορα του νησιού είναι η θάλασσα. Η Κυπριοσύνη είναι επίσης ένα είδος υβριδικό. Το να είσαι Κύπριος σημαίνει ότι έχεις κληρονομήσει την κληρονομιά πολλών διαφορετικών πολιτισμών που πέρασαν από την Κύπρο: των Φοινίκων, των Δωριέων, των Βενετών… εμείς κληρονομήσαμε ό,τι άφησαν στο νησί. Αυτό έγινε τμήμα της πολιτιστικής μας ταυτότητας και μαθαίνουμε ιστορικά ψέματα, διαφορετικά πράγματα για το παρελθόν του νησιού… Έτσι για μένα η Κυπριοσύνη είναι ένα είδος δεσμού με έναν γεωγραφικό χώρο που υπήρξε η πατρίδα πολλών πολιτισμών, όχι μια εθνική ταυτότητα. Γιατί οι εθνικές ταυτότητες είναι ταυτότητες που μας τις φορούν σαν στολές. Εξαιτίας των εθνικών ταυτοτήτων, οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται, και αυτό είναι κάτι που θέλω να αποφύγω. Για μένα η Κυπριοσύνη είναι υβριδική ταυτότητα και κάτι που απολαμβάνω. Βλέπω το νησί σαν πατρίδα, γιατί η πατρίδα είναι στην πραγματικότητα η παιδική σου ηλικία, οι αναμνήσεις σου και έχω αναμνήσεις εκεί, όμως δεν έχω αυτό το πράγμα, γιατί όταν έχεις μια ταυτότητα, δημιουργείς και μια άλλη. Δεν είμαι έτσι – για μένα, η ταυτότητα δεν είναι ζήτημα διάκρισής μου από τους άλλους, δεν είμαι κομμάτι αυτού του κόσμου… και αυτό είναι σημαντικό. Άλλωστε πιστεύω ότι οι ποιητές είναι ένα άλλο, δικό τους έθνος, όπως και να ‘χει.

ΧΛ: Άλλωστε, είστε «φυγάδα από τη φυλακή των ταυτοτήτων» σύμφωνα με τη συνέντευξή σας στην Κουμχουριέτ Κιτάπ που δημοσιεύεται στο τέλος του βιβλίου.

ΝΓ: Ναι, είμαι δραπέτης από τη φυλακή των ταυτοτήτων.

ΧΛ: Σε εκείνη τη συνέντευξη δηλώσατε επίσης ότι η ποίηση είναι αντρική υπόθεση. Πιστεύετε ότι υπάρχει εσκεμμένος ανδρικός σωβινισμός στην ποίηση;

ΝΓ: Ασφαλώς. Οι άντρες είδαν την ποίηση σαν τσιφλίκι τους και τις γυναίκες σαν μούσες τους, ενώ αυτοί είναι οι ποιητές. Ξέρετε το άρθρο «Ένα δικό της δωμάτιο» της Βιρτζίνια Γουλφ, όπου πηγαίνει στη βιβλιοθήκη και κοιτάζει τα ράφια και είναι τόσο λίγες οι γυναίκες συγγραφείς. Φαντάζεται τότε ότι ο Σαίξπηρ είχε μια αδελφή. Και, αν ο Σαίξπηρ είχε μια αδελφή τόσο έξυπνη και δημιουργική όσο εκείνος, θα γινόταν ποτέ Σαίξπηρ εκείνη; Όχι. Το ίδιο συμβαίνει και στην ποίηση. Υπάρχουν ποιήτριες που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν ψευδώνυμο ή να γράψουν με ανδρικό όνομα για να υπάρξουν. Η Έμιλι Ντίκινσον στη διάρκεια της ζωής της δεν ήταν γνωστή σαν ποιήτρια και μετά η αδερφή της βρήκε στα συρτάρια της όλα εκείνα τα ποιήματα και σήμερα είναι μερικά από τα πιο σημαντικά ποιήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Σαν γυναίκες λοιπόν πρέπει να παλέψουμε για να έχουμε μια θέση στους λογοτεχνικούς κανόνες, γιατί οι γυναίκες εξαιρούνται από αυτούς.

ΧΛ: Υπάρχει μια δυνατή ανδρική φωνή στο μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνίας όπως και να ’χει.

ΝΓ: Ναι. Είναι το δυτικό μοντέλο. Εννοώ ο άντρας να είναι ο ποιητής και η μούσα του, η γυναίκα.

ΧΛ: Ξεκινήσατε λοιπόν να γράφετε με τη φιλοδοξία να το ανατρέψετε αυτό;

ΝΓ: Επειδή ο πατέρας μου είναι ποιητής και είχε αυτή την ηρωική φωνή και έβαλε την ποίησή του στην υπηρεσία του εθνικισμού, αλλά ήταν και πολύ σεξιστής σε κάποια σημεία, η ποίησή μου ήταν μια επανάσταση στη δική του. Είχα αυτή τη θηλυκή, παιδιάστικη φωνή, αλλά βέβαια ήμουν και πολύ μικρή. Ήμουν παιδί ούτως ή άλλως.

ΧΛ: Αυτή η ηρωική φωνή ήταν ίδιον παλαιότερων γενεών επίσης…

ΝΓ: Και εγώ είχα πολιτικά θέματα κατά νου, όμως τα έλεγα με θηλυκό τρόπο, γιατί οι άντρες στην πολιτική σκέφτονται σε όρους στάτους. «Αυτό πρέπει να φύγει κι εκείνο να μείνει», κάπως έτσι, και δεν μπορούν ποτέ να σφίξουν τα χέρια γιατί εμμένουν σε πολιτικές θέσεις εντελώς αντίθετες μεταξύ τους. Όμως η σκέψη της γυναίκας λειτουργεί αντίθετα: λειτουργούμε στο επίπεδο των αναγκών, των φόβων, των ανησυχιών, των τραυμάτων… Μπορείς να δεις τα πράγματα από αυτή την οπτική και μετά μπορείς να βρεις μια άλλη δημιουργική λύση: να μείνεις, να φύγεις ή να είσαι μαζί.

ΧΛ: Βέβαια, οι γυναίκες συγγραφείς έχουν ταυτιστεί με μια χαμηλής ποιότητας λογοτεχνία με θέμα την αγάπη…

ΝΓ: Πολλές γυναίκες αποφεύγουν να γράψουν από φόβο ότι θα τους βάλουν μια τέτοια ετικέτα. Όμως εμένα δεν με νοιάζει καθόλου. Ποτέ δεν νοιάστηκα να γίνω μέλος του κλαμπ των ανδρών ποιητών και να βρω μια θέση εκεί. Με ένοιαζε να γράψω ποίηση και να το κάνω καλά, αυτό με ένοιαζε. Ήθελα μόνο να είμαι διαφορετική από εκείνους. Και είμαι διαφορετική. Και η ποίησή μου με αντανακλά. Όταν γράφω, δεν γράφω για κάποιον αναγνώστη. Πρώτα απ’ όλα, γράφω για τον εαυτό μου και μετά λέω «α, αυτό είναι καλό» και το βάζω στην άκρη προς δημοσίευση. Ξέρεις πότε ένα ποίημα είναι καλό ή όχι. Μερικές φορές μπορεί να είναι κάτι πολύ προσωπικό και να μπερδεύεσαι, τις περισσότερες όμως φορές, όταν είσαι ποιητής, ξέρεις πότε ένα ποίημα είναι καλό και λες «εντάξει, θα το βάλω στο βιβλίο μου». Πετάω πολλά ποιήματα, ξέρετε. Το να γράφεις για την αγάπη σε βάζει αμέσως σε αυτό το κουτί. Δεν με νοιάζει. Νιώθω πως θέλω να γράψω για την αγάπη και το κάνω. Η ποίησή μου είναι αρκετά ερωτική και γενναία από αυτή την άποψη. Το γεγονός αυτό με κάνει ευάλωτη και στόχο σεξουαλικής παρενόχλησης όμως δεν γίνεται να σταματήσω να γράφω αυτό που θέλω λόγω του φόβου.

ΧΛ: Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας σαν ποιήτρια με λίγες λέξεις;

ΝΓ: Αυθεντική, η ποίησή μου προέρχεται από τις εμπειρίες μου, την καρδιά μου… Είναι πολύ αυθεντική, οργανική.

ΧΛ: Και, σαν άνθρωπος, πιστεύετε ότι είστε αισιόδοξη;

ΝΓ: Θα σας πω. Τα ποιήματά μου είναι λυπητερά. Όταν όμως διαβάζεις ένα ποίημα και είναι πολύ λυπητερό, νιώθεις καλά. Λες, «αυτός ο ποιητής έχει ζήσει ό,τι έζησα, τον πόνο που έζησα», και αυτό σε κάνει χαρούμενο. Τα λυπημένα ποιήματα σε κάνουν χαρούμενο, επειδή βλέπεις ότι ο πόνος είναι εκεί και ότι το να τον βάζεις εκεί είναι ένας τρόπος να απαλλάσσεσαι από αυτόν, να τον θεραπεύεις.

ΧΛ: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Τούρκοι ποιητές;

ΝΓ: Σε όλη τη ζωή μου δεν κατάφερα ποτέ να αποφασίσω ποιον ποιητή προτιμώ. Δεν μπορώ να αποφασίσω ποιος είναι ο αγαπημένος μου. Μπορώ όμως να πω ότι στην παιδική μου ηλικία ήμουν θαυμάστρια του Ναζίμ Χικμέτ. Θέλω να πω ήταν για μένα μια αποκάλυψη ο Χικμέτ τότε, ήταν κάτι μεγάλο μέσα μου. Αργότερα, φυσικά, διάβασα πολλούς ποιητές, αλλά δεν μπορώ να αποφασίσω ποιος είναι ο αγαπημένος μου. Ίσως ο λόγος που δεν μπορώ να αποφασίσω είναι ότι δεν μου αρέσουν οι ιεραρχήσεις γενικά.

ΧΛ: Ο Τανέρ Μπαϊμπάρς είναι συγγενής σας;

ΝΓ: Του Μεχμέτ είναι, γιατί έχουμε διαφορετικές μητέρες. Δικός του συγγενής είναι, όχι δικός μου.

ΧΛ: Α, δεν το είχα συνειδητοποιήσει… Γνωρίζετε κάποιους Έλληνες ποιητές;

ΝΓ: Φυσικά. Μου αρέσει ο Καβάφης πολύ, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος… αλλά για τους σύγχρονους δεν μπορώ να βρω καλές μεταφράσεις. Μερικές φορές βρίσκω τα ποιήματά τους σε αγγλικές ανθολογίες και τα διαβάζω, θα έλεγα όμως ότι και πάλι δεν αποκομίζω άρτια ιδέα, μία στην οποία να μπορώ να βασιστώ για να τους αξιολογήσω, γιατί όταν παίρνεις μια ανθολογία μερικές φορές δεν ξέρεις αν είναι αντιπροσωπευτική… εννοώ, δεν ξέρεις π.χ. εάν ο τάδε είναι φίλος του δείνα και τον έβαλε εκεί, τέτοια πράγματα, είναι λοιπόν κάπως δύσκολο. Ωστόσο παρακολουθώ τους Ελληνοκύπριους ποιητές.

ΧΛ: Είστε χαρούμενη που η δουλειά σας μεταφράστηκε στα ελληνικά;

ΝΓ: Φυσικά! Και είμαι επίσης πολύ χαρούμενη με τη δουλειά της Αγγελικής Δημουλή που έκανε τη μετάφραση… Τέσσερις ή πέντε άλλοι είχαν επίσης μεταφράσει τα ποιήματά μου προς τα ελληνικά στο παρελθόν, όμως πιστεύω πως οι ποιητές πρέπει να μεταφράζουν τους ποιητές. Έδειξα όλες αυτές τις μεταφράσεις σε τρίτους, δοκιμαστικά, να μου πουν ποια θεωρούσαν καλύτερη και όλοι είπαν της Αγγελικής. Αυτό που κάναμε με τη Μαρία Σακαλή, επίσης ποιήτρια που γνωρίζει πολύ καλά τουρκικά και παλιά μου φοιτήτρια, ήταν να ελέγξουμε τα πάντα, στίχο προς στίχο, και όπου υπήρχαν προβλήματα, τα λέγαμε στην Αγγελική και άλλαζε τη μετάφρασή της. Ήταν πολύ συνεργάσιμη και αμέσως δεχόταν τις αλλαγές που προτείναμε. Έτσι προέκυψε αυτό το αποτέλεσμα. Είμαι επίσης χαρούμενη που μετάφρασε τα ποιήματά μου μια νέα γυναίκα. Ήμουν περίπου στην ηλικία της όταν έγραψα τα περισσότερα από αυτά. Διαφορετικά, η μετάφραση των ποιημάτων μου στα ελληνικά είναι κάτι που έπρεπε να είχε γίνει πολύ νωρίτερα.

ΧΛ: Έχετε μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες;

ΝΓ: Ναι, έχω μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, πάνω από τριάντα: σε ανθολογίες ή, όταν συμμετέχω σε φεστιβάλ, υπάρχουν βιβλία ή περιοδικά με ποιήματά μου μέσα. Αλλά, σαν ατομικό βιβλίο, έχουν γίνει μεταφράσεις ποιημάτων μου στα βουλγαρικά, τα εβραϊκά, τα αγγλικά ασφαλώς, όμως -εκτός από τα αγγλικά- αυτά τα βιβλία δεν έχουν εκδοθεί ακόμη. Τους εκδότες ποίησης τους έχει κακομάθει η χρηματοδότηση, γιατί σε όλες τις χώρες υπάρχει χρηματοδότηση των ποιητικών βιβλίων. Και για μένα, υπάρχει πρόβλημα επειδή δεν ξέρω πού ανήκω. Βλέπετε, εκεί που καταβάλεις φόρους, εκεί είναι το Υπουργείο σου, εκεί από όπου πρέπει να πάρεις χρηματοδότηση. Πληρώνω φόρους στο νότιο τμήμα του νησιού, γιατί εργάζομαι στο Πανεπιστήμιο Κύπρου όμως, για να πάρω χρηματοδότηση εκεί, το πρωτογενές κείμενο πρέπει να είναι στα ελληνικά. Έτσι, δεν καλύπτομαι. Και στην άλλη πλευρά του νησιού, εξαιτίας των πολιτικών μου πεποιθήσεων, δεν θα με χρηματοδοτούσαν ποτέ… Αυτό το πράγμα με τις χρηματοδοτήσεις λειτουργεί επομένως και με αρνητικό τρόπο, γιατί οι ποιητές πρέπει να έχουν κοντά τους πολιτιστικούς γραφειοκράτες και ορισμένοι που είναι κοντά τους δεν είναι καν ποιητές…

ΧΛ: Υπάρχει μια εμπορική πλευρά στην ποίηση που οι ποιητές συχνά δεν μπορούν να παρακολουθήσουν. Και ίσως θα έπρεπε να υπάρχουν φορείς που να τους βοηθούν με όλα αυτά τα πρακτικά ζητήματα…

ΝΓ: Ναι, γιατί υπάρχουν και οι πιο ευγενείς ποιητές που το έργο τους δεν μεταφράζεται επειδή δεν ασχολούνται με την αυτοπροβολή, δεν τους απασχολούν αυτά τα πράγματα. Και είναι κρίμα.

ΧΛ: Από πλευράς λογοτεχνικών σχολών, σε ποια ανήκετε;

ΝΓ: Ποιητές σαν εμένα θεωρείται ότι ανήκουν στη «γενιά του 1974» επειδή, όπως και ο αδερφός μου, αρχίσαμε να γράφουμε τα ποιήματά μας και να τα δημοσιεύουμε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όμως αυτό που έγινε το 1974, η διχοτόμηση του νησιού, ήταν κάτι που μας καθόρισε σαν γενιά. Από την άλλη, τα βιβλία μου δημοσιεύονται στην Τουρκία και με περιλαμβάνουν σε ανθολογίες. Επειδή γράφονται πρωτογενώς στα τουρκικά, είναι εντάξει. Όταν όμως μεταφράζονται π.χ. στα βουλγαρικά και ο κόσμος διαβάζει τα ποιήματά μου σε περιοδικά κ.λπ. λέει, «αυτή δεν είναι Τουρκάλα ποιήτρια, είναι Ευρωπαία». Η ποίησή μου είναι λυρική, με ενδιαφέρει η μουσική. Το αφηρημένο και το συγκεκριμένο συναντώνται στα ποιήματά μου με έναν περίεργο τρόπο.

ΧΛ: Θα μας κάνετε ένα τελικό σχόλιο στη θέση του αντίο;

ΝΓ: Πιστεύω ότι με την ποίηση μπορεί κανείς να φτάσει άλλους ανθρώπους, να ανάψει μια φωτιά στην καρδιά τους. Η ποίηση για μένα είναι ζωντανό πλάσμα, σαν ένα παιδί που γεννάς και μετά αυτό το παιδί αρχίζει να έχει τη δική του ή τη δική της ζωή και δεν ξέρεις πού θα ταξιδέψει, ποιους ανθρώπους θα γνωρίσει, τι αλληλεπίδραση θα έχει μαζί τους… Είναι ζωντανό πλάσμα, επίσης σαν… σαν εμένα, τη Νεσιέ, ορισμένοι άνθρωποι λένε "είναι καλός άνθρωπος, μου αρέσει", άλλοι θα πουν "όχι, δεν μου αρέσει"... τα ποιήματα είναι και αυτά κάπως έτσι. Έχουν τις δικές τους ζωές και καθένας έχει μια διαφορετική ερμηνεία τους. Επίσης, η ποίηση πολλαπλασιάζεται. Γράφεις πολλούς στίχους και ο κόσμος τους ερμηνεύει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, έτσι μένει ζωντανή. Είμαι πολύ χαρούμενη που τα ποιήματά μου θα φτάσουν στους Έλληνες αναγνώστες και ελπίζω να έχουν καλή αλληλεπίδραση μαζί τους.-


An interview with Neşe Yaşin

Neşe Yaşin at the launch of her Greek book
I have talked with the Turkish Cypriot poet Neşe Yaşin who came to Athens for the launch of her book Forbidden Gardens, featuring a translation into Greek of selected poems from previous books of hers.

Christina Linardaki: Why “Forbidden gardens”?

Neşe Yaşın: I chose this title because my poetry is both personal and political at the same time and because Cyprus has a lot of forbidden gardens: the other side of the divided country is a forbidden place and for many years there was no access to it. There is a personal reason as well: my grandfather had orchards in Peristerona which is on the southern part of the island and I have my childhood memories there. After 1974 this was a place further than the stars for me. There was no access, it was a dream garden. I always thought of this childhood garden with a lot of pain... Love is also a forbidden garden, so I thought the title “Forbidden Gardens” would represent my selected poems well since it’s an image with personal and political implications.

CL: But your book is a love story. It is about love.

NY: The book is composed of a selection from my several poetry books. And the love poems, you can read most of them as political poems as well. They make political allegories. I did not plan this though; I wrote a poem about love and people perceived it as a political poem. When they told me about this I was surprised because I was not intending to do that. But when I looked at my poems, I realized that this was the case. Because everything that happens between two persons, the relationship of the two, is a model for global issues. For example, one wants to dominate, the other rebels, there is jealousy, refusal, injustice between two people. This is also what’s happening between ethnic groups, it’s like what’s happening in the world. The relation of the two, the microcosmos is a model of the macrocosmos. Like Ingeborg Bachmann once said fascism starts between two people. A lot of things start between the two. So, when writing about the relation of the two, I was writing political allegories for many issues.

CL: But why love and not hate? It could have been a hate story…

NY: I have this aim to protect my innocence and this innocence you can actually find in love, because the world is so much polluted with evil… I want to keep this innocence and the girl child that I have inside, I want to keep that. I try not to judge immediately. There might be some missing information or misinformation. It’s very difficult to be just but I have a feeling of justice. When I see a clear injustice, I become a tigress though. Still I try to avoid hatred in my life because with hatred the victim transforms herself/ himself to a perpetrator quite easily. I hate to be a victim but I would prefer it to the role of the perpetrator. I do not accept defeat but I do not answer violence with counter violence. I have my creative ways to deal with these kinds of situations. I am not talking about naivety or pure love. You love something passionately because you hate the opposite. I do not want to pass to the domain of what I hate.

CL: Is it easy to write love poetry without being vulgar? There is a fine line separating the two.

NY: Vulgar or kitsch… It’s very, very difficult to write a love poem… Even the word “love” has become part of a popular jargon. And it’s quite interesting that my first poems were not about love. Usually people start writing their poems and they write about love, but I didn’t. I started writing at an early age but only later I started writing about love… And there is also the other line which, if you cross it, there are clichés. You can also write quite sophisticated love poems. I don’t construct poems. I am not an “engineer poet” When I write a poem, I just write it for myself. It is not artificial, it is real, organic, coming from inside. And I wrote a lot of poems that I didn’t keep. There is a Turkish poet who said “poetry is written with scissors”, so you have to always cut and not use everything you have written. But sometimes a poem is so ready inside me and, when I put it on paper, I don’t even work a lot on it. These are the best poems that I write, I think. I just write about love because I feel like writing it. For me love is a rebel. It’s where all the identities become unimportant. The class identity, ethnic identity, race, gender, age, etc. All these are unimportant for love. Two nations may declare war to each other but lovers from these nations just want to make love.

CL: There is a radical change of tone in the last part of the book and this is how the reader understands that what went before was an allegory. This part is particularly sharp and shocking, it’s about war.

NY: I’ll tell you what’s happening. I just told you that my first poems were not about love. My first poems are the last ones in this book. That’s how I constructed it, because I didn’t want the Greek reader to open the book and see my juvenile poems at the very beginning. They might seem a little naïve, but I like them, they have the innocence of my youth. I put them last in the order. I wrote them when I was 18-19 years old.

CL: So, the order is not chronological…

NY: The order is chronological, but the other way round, reverse.

CL: You know, I have also interviewed your brother Mehmet in 2016. In that interview he told me that you express the Cypriot identity. How do you believe you do that?

NY: Look, Cypriotness is not a national identity. It is a kind of affiliation with a land, which has natural borders. The borders of an island is the sea. Cypriotness is also a kind of hybridity. Being a Cypriot means you have inherited the heritage of a lot of different civilizations who passed from Cyprus: the Phoenicians, the Dorians, Venetians... and we inherited what they left on the island. This became part of our cultural identities and we learn historical lies, different things about the past of the island… So for me Cypriotness is a kind of affiliation with a geographical space which used to be the land of many cultures, not a national identity. Because national identities are identities that are put on us like uniforms. Because of national identities people kill each other, so I want to avoid this. For me Cypriotness is a hybrid identity and something I enjoy. I see the island as homeland, because homeland is your childhood actually, it’s your memories and I have memories there, but I don’t have this thing, because when you have an identity, you create another. I’ m not like this; for me my identity is not an issue that discriminates me from others, I’m not part of that world… that’s important. And I think that poets are another nation anyway.

CL: After all, you are “a runaway from the prison of identities” according to the interview to Cumhuriyet Kitap, published in the end of the book…

NY: Yes, I am an escapee from the prison of identities.

CL: In that interview you also say that poetry is a manly thing. Do you believe there is a deliberate male chauvinism in poetry?

NY: Of course. Men have seen poetry as their own domain and women as their muses, while men are the poets. You know this article “A room of her own” by Virginia Wolf, where she goes into the library and she looks at the shelves and there are so little women writers. She imagines that Shakespeare had a sister. And if Shakespeare had a sister as clever and as creative as Shakespeare, would she become a Shakespeare? She wouldn’t. And that’s what’s happening also in poetry. There are female poets who had to use pseudonyms or male names, otherwise they couldn’t exist. Emily Dickinson during her lifetime wasn’t known as a poet and then her sister found in her drawers all these poems and they are now some of the most important poems of American literature. So, as women we have to struggle to have our place in the literary canons, because women were excluded from them.

CL: There is a strong male voice in most literature anyway.

NY: Yes. It’s the Western model. I mean man the poet and his muse, the woman.

CL: So you started writing with the ambition to revise this? 

NY: Because my father is a poet and he had this heroic voice and he put his poetry in the service of nationalism and he was very sexist at some points, my poetry was a rebellion to his poetry. I had this feminine, childlike voice, but I was of course very young, I was a child anyway.

CL: This heroic voice was a mark of older generations as well…

NY: I too had political issues in mind, but I was telling them in a feminine way, because men in politics think in terms of status. “This should go and this should stay” kind of thing, and they can never shake hands since they insist on political positions completely opposite of each other. But women’s thinking operates the other way: we operate at the level of needs, fears, concerns, traumas… You can see things from this point of view and then you can find another creative solution: stay, go or be together.

CL: Female writers have also been identified with a kind of low-quality literature about love…

NY: Many women avoid writing for the fear that they will be labeled for that. But I didn’t care at all. I never cared about being part of the male poets club and finding a place in there. I cared about writing poetry and doing it well, this is what I cared about. I just wanted to be different from them. And I am different. And my poetry reflects me. When I write, I don’t do it for a reader. First, I write for myself and then I say “oh this is good” and I put it aside to be published. You know which poem is a good poem, or not, and sometimes it may be something very personal and you may get confused, but most of the times, whey you are a poet, you know when a poem is good and you say “ok, I’ll put it in my book”. I throw a lot of poems away, you know. Writing about love would immediately put you in this box. I do not mind. I feel like writing about love and I do it. My poetry is quite erotic and brave in this sense. This makes me quite vulnerable and open to sexual harassment but I can not stop writing what I want to write because of fear.

CL: How would you describe yourself as a poet in a few words?

NY: Genuine, my poetry comes from my experience, my heart… it’s very genuine, organic.

CL: And you as a person, do you believe that you are optimistic?

NY: I’ll tell you. I write sad poems. But when you read a poem which is very sad, you feel good. You say, “oh this poet has experienced what I have experienced as well, the pain that I have experienced”, and it makes you happy. Sad poems make you happy, because you see the pain is there and also putting it there is a way of getting rid of it, of healing it.

CL: Which are your favorite Turkish poets?

NY: In my life, I can never decide which poet I prefer. I can never decide for my favorite. But I would say in my childhood I was a Nazim Hikmet fan. I mean he was for me a childhood discovery, he was a big thing in me. Later, of course, I read a lot of poets, but I cannot decide which one is my favorite. May be the reason I can not decide for my favorite is because I do not like to put anything in a hierarchical order.

CL: Are you related with Taner Baybars?

NY: Mehmet is related, because we have different mothers. I am not related to him, he is.

CL: Oh, ok. I hadn’t realized… Do you know any Greek poets?

NY: Of course. I like Cavafy a lot, Elytis, Seferis, Ritsos... but the contemporary ones, I can’t find any good translations of their work. I sometimes find their poems in English anthologies and read them, but I’d say I don’t have a really good idea of them, one I can really evaluate, because when you get an anthology sometimes you don’t know if it is really representative… I mean, it’s like you don’t know if it’s that poet’s friend and he put him there, this kind of things, so it’s a little difficult. But of course I follow the Greek Cypriot poets.

CL: Are you happy that you have been translated into Greek?

NY: Of course! And I’m also very happy with Angeliki Dimouli’s translations… Four or five other people have also translated my poems into Greek before, but I think that poets should translate poets. I showed all these translations to third people, as a test, to tell me which they thought was the best and everybody said that Angeliki’s was. What we did with Maria Sakali, who is also a poet who knows Turkish very well, an ex-student of mine, was to check everything, line by line, and when there were problems we told Angeliki and she changed her translation. She was very co-operative and immediately accepted the changes we proposed; that’s how we had this result. I am also happy that a young woman translated them. I was about her age when I wrote most of them. Otherwise, my poems being translated into Greek is something that should have happened much earlier.

CL: Have you been translated into other languages?

NY: Yes, I have been translated in a lot of languages, more then thirty: in anthologies or, when I go to festivals, there are books or magazines with my poems inside. But, as a personal book, I am translated into Bulgarian, Hebrew, of course English, but except English these books are still not published. Poetry publishers are spoilt by funding, because in every country there are funds to subsidize poetry books. And, for me, that’s a problem because I don’t know where I belong. You see, where you pay your taxes, that’s where your Ministry is, where from you should get your funding. I pay my taxes in the southern part of the island, because I work in Panepistimio Kyprou but, in order to be subsidized there, the original text should be in Greek. So, I am not covered. And on the other side of the island, because of my political position, they would never fund me… So this subsidy thing also works in a negative way, because the poets must be close to cultural bureaucrats, and some of those who are close are not even poets…

CL: There is a commercial side to poetry that poets often can’t follow. And maybe there should be organizations in place that could help them out with the practicalities…

NY: Yes, because there are these more noble poets and they are not translated because they are not into self-promotion, they are not preoccupied with such things. And it is a pity.

CL: In terms of literary schools, in which one do you belong?

NY: Poets like me are considered to fall under the “1974 generation” because, like with my brother, we started writing our poems and publishing books at the end of 1970s, but what happened in 1974, the division of the island, was something that determined us as a generation. On the other hand, my books are published in Turkey and they include me in anthologies. Because they are originally written in the Turkish language, it’s ok. But when I am translated e.g. into Bulgarian and people read my poems in magazines etc. they say “this is not a Turkish poet; she is European”. My poetry is lyrical, I care about the music. Abstract and concrete meet in my poems in a strange way.

CL: Would you give us a final comment instead of goodbye?

NY: I believe that with poetry you can reach other people, light a fire in their hearts. Poetry for me is like a living creature, it is like a child that you give birth to and then this child starts to have his or her own life and you don’t know where this child will travel, which people she will meet, what kind of interaction she will have with them… It’s a living creature, also in the sense of… like me, Neşe, some people will say she is a good person, I like her, some others will say no, I don’t like her, so poems are like that as well. They have their own lives and everybody has a different interpretation of them. Also, poetry multiplies. You write several lines and people interpret them in many different ways, so it’s a living thing. I am very happy that my poems are going to reach the Greek readers and I hope they have a good interaction with them.-

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

"Τη νύχτα, όλα τα αίματα είναι μαύρα" του Νταβίντ Ντιοπ

Ο Νταβίντ Ντιοπ είναι συγγραφέας σενεγαλέζικης καταγωγής, γεννημένος στο Παρίσι το 1966. Με αφορμή μια όχι τόσο γνωστή πτυχή της ιστορίας του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, τη στρατολόγηση Δυτικοαφρικανών στον πόλεμο, που έγιναν γνωστοί ως «Σενεγαλέζοι», ο Νταβίντ Ντιοπ δημιουργεί ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα για να εκφράσει τον παραλογισμό του πολέμου, τις εσωτερικές διαδικασίες μεταμόρφωσης της προσωπικότητας μέσα σε καθεστώς βίας και απώλειας, αλλά και την ατομική γέννηση της λογικής του παραλόγου.

Μετά τις πρώτες μάχες του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου οι στρατιώτες της Γαλλίας και της Γερμανίας οδηγήθηκαν στον πόλεμο θέσεων, στη δημιουργία χαρακωμάτων, όπου οι ανθρώπινες απώλειες ήταν βαρύτατες και για τις δύο πλευρές. Οι συνθήκες ήταν άθλιες, οι ποντικοί, η λάσπη, η βιαιότητα των συγκρούσεων είχαν στήσει ένα σκηνικό θανάτου. Επίσης η Γαλλία εκμεταλλεύθηκε σε αυτόν τον πόλεμο τους άνδρες από τις αποικίες της, τη στιγμή που στην Ευρώπη κυριαρχούσαν φήμες περί βαρβαρότητας των Αφρικανών. Ο συγγραφέας έχοντας ως βάση αυτό το ιστορικό πλαίσιο και εκμεταλλευόμενος μυθοπλαστικά αυτές τις φήμες δημιουργεί τη δική του ιστορία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με μια σύγχρονη δυναμική που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του ιστορικού μυθιστορήματος.

Ένα πρωί, μέσα από τα χαρακώματα ο λοχαγός Αρμάν δίνει το σύνθημα της επίθεσης εναντίον των Γερμανών. Ανάμεσα στους στρατιώτες που εφορμούν είναι δύο αδερφικοί φίλοι Σενεγαλέζοι που μάχονται στο πλευρό της «μητέρας πατρίδας», της Γαλλίας. Δυστυχώς ο ένας από τους δύο, ο Μαντέμπα, πληγώνεται θανάσιμα. Μέχρι να εκπνεύσει, όμως, η πορεία είναι αργή και επώδυνη, και γι’ αυτό παρακαλεί το φίλο του Αλφά να τον απελευθερώσει από τους αφόρητους πόνους στερώντας του τη ζωή.

«Ήταν δύσκολο, πολύ δύσκολο, δεν έλεγε να τελειώσει, από τα άγρια χαράματα μέχρι το βράδυ, με τα έντερα έξω, το μέσα έξω, σαν πρόβατο κομματιασμένο τελετουργικά μετά τη θυσία. Εκείνος, ο Μαντέμπα, ήταν ακόμα ζωντανός κι ας ήταν τα σωθικά του έξω από το σώμα».

Και ο Αλφά, βέβαια, διστάζει να «κόψει το αγκαθωτό σύρμα της οδύνης». Η συνείδησή του, πιστή ακόμα στην καθιερωμένη επιβεβλημένη λογική συνείδηση, αρνείται πεισματικά να κάνει το αποτρόπαιο αλλά και λυτρωτικό διάβημα στο φίλο του. Κι έτσι τον αφήνει μονάχο του να ολοκληρώσει τα επώδυνα, τελευταία βήματα. Όταν τελικά πεθαίνει ο αδελφικός φίλος, τον σηκώνει στα χέρια και τον πηγαίνει στο χαράκωμα με ένα σεβασμό που φέρνει στο νου τους ομηρικούς ήρωες.

«Σε σήκωσα στα χέρια σαν παιδί, εσένα που σε είχα πάνω και από αδελφό, φίλε μου, και περπατούσα στη λάσπη, στα ρήγματα που είχαν σκάψει οι οβίδες, γεμάτα νερό λερωμένα από το αίμα, αναστατώνοντας τα ποντίκια που είχαν βγει από τις τρύπες τους για να φάνε ανθρώπινη σάρκα».

Μονάχα που η απώλεια μέσα σε αυτές τις ζοφερές συνθήκες και ο βαθύς πόνος που ακολουθεί βυθίζουν στην τρέλα τον Αλφά, που διαπερνά τα στεγανά όρια καλού - κακού και λογικού - παραλόγου. Οι τύψεις που δεν τόλμησε να λυτρώσει από τον πόνο τον παιδικό του φίλο τον κάνουν να αμφισβητήσει τις παραδεδομένες αξίες και τον συντονίζουν σε έναν άλλο, τελείως προσωπικό κόσμο αξιών. Πολεμά με σφοδρότητα, ατρόμητα και εμμονικά και αρχίζει να φέρνει κατά την επιστροφή του στο στρατόπεδο ένα εχθρικό τουφέκι και μαζί το χέρι που το κρατούσε κομμένο. Και όταν επιστρέφει με τα τρόπαιά του, μέχρι και το τρίτο χέρι, έχει ευμενή και ενθουσιώδη αντιμετώπιση από τους στρατιώτες στα χαρακώματα.

«Ήταν τόσο χαρούμενοι που γύριζα επειδή μ΄ αγαπούσαν πολύ. Είχα γίνει το τοτέμ τους. Τα χέρια μου τους διαβεβαίωναν ότι ήταν ζωντανοί μια μέρα ακόμα. Δεν με ρωτούσαν τι έκανα το υπόλοιπο σώμα. Δεν τους ενδιέφερε πώς είχα πιάσει τον εχθρό. Ούτε πώς είχα κόψει το χέρι. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν το αποτέλεσμα, η κτηνωδία. Και γελούσαμε όλοι μαζί με τη σκέψη ότι εδώ και καιρό οι εχθροί από απέναντι πρέπει να φοβούνταν πολύ, πάρα πολύ, μη βρεθούν με κομμένο χέρι».

Ο Αλφά δημιουργεί ένα δικό του σύμπαν δικαιοσύνης και μέσα σε αυτή τη φρενίτιδα χάνει ολοένα και πιο πολύ τη συνοχή του εαυτού του και γίνεται μια μηχανή θανάτου… και η μυρωδιά του, μυρωδιά θανάτου και αυτή. Και έπειτα η μανία του μετατρέπεται σε μια ιδιαίτερη προσωπική εμμονή και λατρεία στα κομμένα χέρια και αρχίζει να τρομάζει τους άλλους.

«Αλλά τελικά έπιασα κάτι ψιθύρους και κατάλαβα ότι ο παράξενος είχε γίνει ο τρελός, μετά ότι ο τρελός είχε γίνει ο μάγος. Στρατιώτης μάγος».

Και ο αρχικός θαυμασμός των συμπολεμιστών που «έκανε το μανιασμένο άγριο αντί γι΄αυτούς» γίνεται φόβος συγκαλυμμένος «ένα τρομοκρατημένο πρόσωπο με χαμογελαστή μάσκα». Και καθώς μοιάζει πλέον φρικιαστικός τον στέλνουν για ανάπαυση στα μετόπισθεν.

Και εκεί ο Αλφά μπαίνει ολοένα και πιο πολύ στο μονοπάτι του παραλόγου. Αυτή η μυστική μαγική φωνή ακούγεται έντονα και φέρνει τα δικά της κελεύσματα, χτισμένα στέρεα και αυτά σε έναν κόσμο αξιών που είναι αισθητός και πιο ισχυρός από τον πραγματικό. Και πώς να αντιδράσει ο Αλφά, σε αυτό το εσωτερικό κάλεσμα που έχει πάντα αγνά κίνητρα, άσχετα με το αν καταλήγει σε αποτελέσματα απίθανα ή φρικαλέα!. Αλήθεια πώς καταλήγει πάλι έτσι αυτή η σύγκρουση με την πραγματικότητα;

Και ολοένα χάνεται μέσα στις αναμνήσεις της ζωής του στην Αφρική. Εικόνες από τον πατέρα και τη μητέρα αναδύονται αυθόρμητα, εικόνες γλυκές και πικρές, όμως εικόνες ζωής, αληθινής, αγνής ζωής. Τότε που ο Αλφά δεν είχε γευτεί ακόμα την παγωμένη μυρωδιά του πολέμου. Η πατρική γη, τα παιδικά χρόνια, τα πρώτα τραύματα της παιδικής του ψυχής, η πρώτη και σημαδιακή αδελφική φιλία, το πρώτο σκίρτημα του έρωτα και το όνειρο μιας καλύτερης ζωής εμφανίζονται όλα διαδοχικά το ένα μετά το άλλο. Και νάτοι πάλι ολοζώντανοι οι δυο παιδικοί φίλοι που ήθελαν να αλλάξουν ζωή, που έβλεπαν τη στρατολόγηση σαν όχημα για να ξεφύγουν από την αδυσώπητη φτώχεια και αφάνεια. Και περίμεναν, σαν ευκαιρία ζωής το κάλεσμα του ευρωπαϊκού κόσμου… Και πίστευαν πως θα επέστρεφαν σώοι και αβλαβείς ως Γάλλοι πολίτες με νέες δυνατότητες, με νέες προοπτικές ζωής…

Με ένα εκρηκτικό μείγμα αφήγησης, ποιητικότητας και ωμού ρεαλισμού μαζί, ο συγγραφέας συλλαμβάνει τη γέννηση της ατομικής βίας και της παράνοιας στις πρωτεϊκές της διαστάσεις ως αποτέλεσμα της πίεσης από το εξωτερικό περιβάλλον. Το μυθιστόρημα απεικονίζει πρώτα απ’ όλα τον παραλογισμό μιας πραγματικότητας που επιβάλλεται στον άνθρωπο και τον καλεί να την υπακούσει, μιας πραγματικότητας που στενεύει τα όριά του, επιβάλλει τους κανόνες της και περιμένει δράση σύμφωνη με αυτούς. Κι έπειτα συλλαμβάνει όλες αυτές τις λεπτές εσωτερικές διεργασίες που μεταμορφώνουν και ενδεχομένως μεταλλάσσουν την ανθρώπινη υπόσταση, όταν το εχθρικό άγγιγμα μιας σκληρής πραγματικότητας απλώνεται ύπουλα στο σώμα και στο νου και διαβρώνει το γόνιμο έδαφος μιας αγνής ψυχής.

Και ποιος είναι άραγε ο αληθινός Αλφά; Είναι ο πιστός φίλος, ο σφοδρός πολεμιστής, ένα άγουρο αγόρι, μια μηχανή πολέμου, ένας δαίμονας; Μήπως είναι μια ακατέργαστη δύναμη που την ωθεί άγριος άνεμος; Ή μήπως είναι μονάχα ένας άνθρωπος που αιωρείται μετέωρος και ασταθής ανάμεσα σε δύο πόλους αντιθέτων, έτσι καθώς ο απτός κόσμος γύρω του γκρεμίζεται και η σκιά του νεκρού φίλου στέκεται ακριβώς πλάι του;

«…Είμαι ο φυλακισμένος και ο δεσμοφύλακας. Είμαι το δέντρο και ο σπόρος που το γέννησε. Είμαι ο πατέρας και ο γιος. Είμαι ο δολοφόνος και ο δικαστής. Είμαι η σπορά και η σοδειά. Είμαι η μητέρα και η κόρη. Είμαι η νύχτα και η μέρα. Είμαι η φωτιά και το ξύλο που το κατακαίει. Είμαι ο αθώος και ο ένοχος. Είμαι η αρχή και το τέλος. Είμαι ο δημιουργός και ο καταστροφέας. Είμαι δισυπόστατος».


Ήλια Λούτα

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

Τα καλύτερα ποιητικά βιβλία που διαβάσαμε το 2019


Είναι πλέον 2020 και το στίγμαΛόγου έκλεισε αισίως επτά χρόνια παρουσίας στο διαδίκτυο! Μαζί με τις ευχές μας για ένα ευτυχισμένο νέο έτος, διαβάστε και τα ποιητικά βιβλία τα οποία αγαπήσαμε λιγάκι περισσότερο τη χρονιά που μας πέρασε (πρόκειται για κυκλοφορίες του 2018 και του 2019), όπως συνηθίζουμε να τα παρουσιάζουμε στο ξεκίνημα κάθε χρονιάς. Την επιλογή την έχουν κάνει οι Χριστίνα Λιναρδάκη και Κατερίνα Τσιτσεκλή:

1) Αυτός, ο κάτω ουρανός του Γιάννη Αντιόχου

2) Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου ντε λα Βέγα του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

3) Ηλεκτρογραφία του Ζ. Δ. Αϊναλή

4) Πορτατίφ της Νιόβης Ιωάννου

5) Laissez passer του Δήμου Χλωπτσιούδη

6) Ωδίνες της ποίησης του Γιώργου Γκανέλη

7) Σώματα ασφαλείας της Νένας Φιλούση

8) Στη φλέβα της πέτρας της Ειρήνης Παραδεισανού


Καλή χρονιά!

στίγμαΛόγου