Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές του Κωστή Παλαμά

Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε αρκετά ποιήματα για τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τις μέρες του χειμώνα γύρω από τις γιορτές, χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ακόλουθα:

ΤΟ ΧΙΟΝΙ
Το χιόνι, ω χιόνι!
Η χώρα, ο κάμπος
σα μιας νεράιδας
φόρεμα. Θάμπος...


ΤΕΤΡΑΦΩΝΟΣ ΨΑΛΜΟΣ 
Φάτνη αλόγων. Μάγοι, Βοσκοί. Η Παρθένο.
Δόξα, έκσταση σε γη και σε ουρανό.
Ψηλάθε έν’ άστρο, μάτι καρφωμένο.
Ένα Βρέφος πλιο απ' το άστρο φωτεινό...

Τα ποιήματα αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά, λιγότερα γνωστά είναι κάποια κείμενά του πρωτοχρονιάτικα και χριστουγεννιάτικα που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες εκείνης της εποχής. Ο ποιητής απηύθυνε συχνά στο κοινό πρωτοχρονιάτικες ευχές μέσα από έντυπα στα οποία δημοσίευε τα γραπτά του.

Το 1899 ευχήθηκε μέσω της εφημερίδας Το Άστυ:

Κύριε

Εύχομαι υπέρ του Έθνους:

Ολίγους ελευθέρους ισχυρούς, εις πάντα κύκλον νοήσεως, εις όλα τα στάδια της ενεργείας, που να τους οδηγεί η φωτεινή των συνείδησις μόνον, και να τους εμψυχώνη βαθεία καταφρόνησις προς τα λεγόμενα "καλά και συμφέροντα"… 


Το 1904 έστειλε τις ευχές του από την εφημερίδα Σκριπ:

Να αποτινάξη το Έθνος τον ζυγό του Λογιωτατισμού – "αφορητότερον του Τουρκικού ζυγού", καθώς έγραψεν ο εθνικός μας ποιητής Αριστοτέλης Βαλωρίτης.

Ενώ για το 1909, χρονιά σημαδιακή, έγραψε στην εφημερίδα Ακρόπολις:

Εύχομαι να αποκτήσουμε ανθρώπους που να πολεμάνε φωτεινά, θαρρετά, και πρώτ’ απ΄ όλα με ειλικρίνεια, για τα μεγάλα Ιδανικά.

Στον Ελεύθερο Λόγο, την Πρωτοχρονιά του 1927, θυμήθηκε ένα παλιό έθιμο :

Οι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τον καιρό του Καποδίστρια έως το τέλος, υποθέτω, του περασμένου αιώνα, θα μπορούσαν να καταρτίσουν ένα κεφάλαιο της ιστορίας των, από τα περιεργώτερα και διασκεδαστικώτερα - θέμα του κεφαλαίου η ποίηση της πρωτοχρονιάς.

Κάθε πρωτοχρονιά ο ποιητής του καιρού εκείνου, οπωσδήποτε γνωστός και ακουσμένος, είχε την υποχρέωση να γίνεται ηθοποιός. Δηλαδή να υποκρίνεται το πρόσωπο του διανομέα μιας εφημερίδας, και με τον κόθορνο και με την προσωπίδα του να μοιράζη μέσα σε όλων των ειδών, και των χρωμάτων και των τυπογραφικών κοσμημάτων, τα έντυπα, καινούριου χρόνου, την ευχή στους συνδρομητές του φύλλου για τα επιθυμητά φιλοδωρήματα.

Έτσι, διανομείς και ποιητές, ξημερώνοντας ο θεός την πρώτη χρονιάρικην ημέρα, έδιναν τα χέρα. Αλληλοβοήθεια συγκινητική. Ο φτωχός διανομέας πρόσφερε τ' όνομα της εφημερίδας και την ιδιότητα του στον ποιητή. Ο ποιητής μεγαλόδωρα και με όλη του την αφιλοκέρδειαν έχυνεν εκεί την αφιλοκέρδεια και τον λυρισμό του.


Η ανωνυμία στα πρωτοχρονιάτικα ποιήματα φυλάγονταν αυστηρά. Μονάχα ο τίτλος του φύλλου και το πρόσωπο, ανώνυμο και αυτό, του διανομέα, έτσι στη σειρά παρουσιάζονταν σα μασκαρεμένοι σαν αποκρηάτικα, όμως με όλη τη φωνή τους και με όλη την τέχνη τους οι καλύτεροι του καιρού εκείνου στιχοπλέκτες , Σούτσοι, Ραγκαβήδες, Ζαλοκώστηδες, Παράσχοι, Παπαρρηγόπουλοι, Ορφανίδης, Καρασούτσας, Καρύδης, και μαζί μ’ αυτούς δευτερεύοντες και τριτεύοντες κανταδόροι, που λησμονούμε σήμερα κι αυτά τα ονόματα τους…


Πριν περάνω το βιαστικό τούτο και σύντομο σημείωμα, αισθάνομαι την ανάγκη να εξομολογηθώ πως πρόφτασα κι εγώ τη βασιλεία των ποιημάτων της Πρωτοχρονιάς, νεώτατος πάντα, μα στιχουργός από εννιά χρονών παιδάκι, και πρόσφερα το φόρο μου, έγραψα τους στίχους του διανομέα της Αυγής. Ήτανε με την Παλιγγενεσία το φύλλο που προφήτευε τον ερχομό των καθημερινών, έβγαινε πέντε φορές την εβδομάδα και είχε διευθυντή το Φίλιππο Λούη, συντάκτη κάποιων επιστημονικών συνταγών από τη χημεία και τη βοτανική, τον καθηγητή του πανεπιστημίου Ξαβέριο Λάνδερερ, και ποιητή, συχνότατα παθητικών στίχων έναν ανθυπασπιστή, καθώς υπογραφόταν, του ιππικού που ονομάζονταν Φίλιππος Λούης.


Οι γιορτές αποτελούσαν πάντα πηγή έμπνευσης για τον μεγάλο Έλληνα λογοτέχνη, όπως φαίνεται σε ένα άλλο ποίημά του:

Χριστούγεννα, ω! Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια,
του Χριστιανού λατρείες  αγάπες των τραγουδιστών,
Θαβώρ η φάτνη, ανοίγουν τα επουράνια,
του Χριστού, τ’ Άη Βασίλη, των Φωτών,
του νοικοκύρη γνοιάσιμο, γλεντοκόπι του εργάτη,
χαρούδια του ακαμάτη…

Χριστούγεννα, ω! και Αρχιχρονιά και Θεοφάνεια,
των πιστών εκκλησιάσματα, τραγούδια των ποιητών ,
Θαβώρ, η φάτνη, ανοίχτε, βάθη ουράνια,
παραμερίζει ο κάματος, ω! στον
ήλιο τον αττικό, Θεέ! μόλεμα το ψύχος!
Ταίρι και τέλος ας το βρη ο ατέλειωτός μου στίχος.


Υπάρχουν όμως και πιο προσωπικά κείμενα που αφορούν τον ποιητή, όπως αυτά που δημοσίευσε ο εκλεκτός Λευκαδίτης δημοσιογράφος Διονύσης Δεβάρης:

ΠΟΙΟ ΔΩΡΟ ΘΑ ΖΗΤΟΥΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΥΧΗ

...Βρήκα τον Κωστή Παλαμά στο γραφείο του, ανάμεσα από τα χειρόγραφα του, – τα έργα που ετοιμάζει – ή μάλλον στο κελί του, όπου ετραβήχθηκε μακριά και πάνω από τα εγκόσμια, όπου αι απηχήσεις της καθημερινής ζωής δε φθάνουν. Ευτυχία του, ζωή του είναι το έργον του "Πρόσωπα και Μονόλογοι", περιλαμβάνον είκοσι ποιήματα. Από την τύχη, μου είπε, δεν θα ζητούσε παρά να τον βοηθήση να συμπληρώση το έργο αυτό... 

(εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, 2 Ιανουαρίου 1934)


ΠΑΙΔΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Ο Κωστής Παλαμάς μ’ εδέχθη μέσα εις το γραφείον του μέσα εις ωκεανό βιβλίων. Βιβλία στα ράφια, στα τραπέζια, στο πάτωμα, βιβλία παντού. Στην αρχή εδυσκολεύθηκε.

Επιτέλους η μνήμη πήγε βαθειά, εις βάθος 65 ετών και ανέσυρε κάτι συναρπαστικό, ζωντανό. Και ο ποιητής αρχίζει να διηγείται:

Ο ποιητής ήταν 8 χρονών. Τα Χριστούγεννα εκείνα, επειδή έλειπε η υπηρέτρια από το σπίτι, τον έστειλαν, το μεσημέρι, να φέρη από το φούρνο τον νταβά με το φαγητό. Ήταν κάτι πρωτάκουστο, φοβερό για τον μικρούλη Κωστή Παλαμά με τας αριστοκρατικάς διαθέσεις να κουβαλήση τον νταβά από το φούρνο, έστω στο Μεσολόγγι.

– Περισσότερο από την ψυχική ταπείνωσι που ένιωθα παρά από το βάρος του νταβά, συνεχίζει ο ποιητής, έτρεμα καθώς τον επήγαινα και σε μια στιγμή ένιωσα πως θα μου πέση από τα χέρια.

Μπήκε στη μπασιά ενός σπιτιού για να τον αποθέση στη σκάλα, επειδή δεν μπορούσε πια. Τον έσωσε μια νέα, ψηλή και ώμορφη υπηρέτρια από την Ήπειρο, η Λάμπρω, η οποία έτρεξε κι άρπαξε στα στιβαρά χωριάτικα χέρια της τον Παλαμά και τον νταβά μαζί και τους μετέφερε σπίτι του.

Έγινε η Ηπειρώτισσα εκείνη ο προστάτης άγγελος του οκταετούς ποιητού... Αργότερα μια ημέρα, ένα παιδί του δρόμου τον επλησίασε και ο Κωστής με το μπαστουνάκι του έκαμε σημείο ν' απομακρυνθή , τον απέκρουσε. Αυτό ήρκεσε για να μαζευτούν τέσσερις-πέντε αγυιόπαιδες έτοιμοι να σπάσουν στο ξύλο τον Κωστή. Πάλι η Λάμπρω έσπευσε και τον έσωσε, σκορπίζοντας τα αλητόπαιδα…


(εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, 26 Δεκεμβρίου 1933)


Στον νεαρό τότε Δημήτρη Ψαθά, ο Παλαμάς αφηγήθηκε μια άλλη ιστορία:

ΠΟΙΟΣ ΗΤΟ Ο ΚΑΛΛΙΤΕΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΠΟΝΑΜΑΣ
Ο ποιητής κ. Κωστής Παλαμάς μας απαντά με το σύνηθες ποιητικόν ύφος του:

– Θυμούμαι με το φως που ρίχν’ η μνήμη του παλιού καιρού. Το πρώτο μου πρωτοχρονιάτικο δώρο. Ένα τόπι. Ένα τόπι στα χέρια ενός παιδιού,  φτερό ενός πουλιού. Πώς με κείνο η κίνηση, το τρέξιμο, το ρίξιμο, το πιάσιμο, να το πετάς και να το ξαναδέχεσαι, πίσω του να τρέχης, εξωφρενικός, και να σου ξαναγυρίζη σαν ερωτευμένο μαζί σου, το παιγνίδι, μ’ ένα λόγο η ποίηση...


(εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, 2 Ιανουαρίου 1935)

Ανθολόγηση για το στίγμαΛόγου:
Απόστολος Σπυράκης


Καλά Χριστούγεννα &

Ευτυχισμένο το 2020
* Ραντεβού στις 13 Γενάρη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου