Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Όταν η κριτική συνθηκολογεί

Παλαιότερα, η συμπερίληψη ενός ποιητή ή ενός βιβλίου στη λίστα ενός ορισμένου οίκου από μόνη της λειτουργούσε ως πρόκριμα. Το ίδιο και οι επιλογές των σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών. Το αργότερο από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αυτό σε μεγάλο βαθμό έχει πάψει να ισχύει. Ακόμη και από γνωστούς και αναγνωρισμένους οίκους οι συλλογές που κυκλοφορούν τυπώνονται όλο και συχνότερα, εν όλω ή εν μέρει, εξόδοις του συγγραφέα τους. Οι εξαιρέσεις που υπάρχουν, δεν αποδυναμώνουν τον γενικό αυτόν κανόνα. Στην ουσία έχουμε δηλαδή το πλήρες αναποδογύρισμα του εμπορικού κύκλου: πελάτης του εκδότη δεν είναι πια ο αναγνώστης αλλά ο συγγραφέας. Ο εκδότης παρέχει απλώς τυποτεχνική επιμέλεια στο παραγόμενο προϊόν, χωρίς να εγγυάται την ποιότητα του περιεχομένου του - παρόμοια με τον βιβλιοδέτη ή τον σελιδοποιό. Καταναλωτής και παραγωγός εδώ εν τέλει ταυτίζονται. Και μπορεί οι εκδότες να μην είναι εντελώς αδιάφοροι για το προϊόν που τυπώνουν, δεδομένης όμως της κατάστασης στην αγορά θα ήταν άδικο ν' απαιτούμε να βγάλουν εκείνοι το φίδι από την τρύπα. Άλλωστε, τα βιβλία που παράγουν είναι, και ως προς το περιεχόμενό τους ακόμη, προτιμότερα από τις πολύ συνηθισμένες παλιότερα αυτοεκδόσεις, που πλέον υποχωρούν.

[...] [Στην] Ελλάδα, στις 7.909 εκδόσεις που καταγράφει για το 2016 η Βιβλιονέτ, τα 680 ποιητικά βιβλία που κυκλοφόρησαν αντιπροσωπεύουν το  8,6% του συνόλου, νούμερο διόλου αμελητέο για τους εκδότες και τους λοιπούς επαγγελματίες του κλάδου - χαρτεμπόρους, τυπογράφους, βιβλιοδέτες, ατελιέ. Αλλά και τα βιβλιοπωλεία, τα θέατρα, οι πολιτιστικοί χώροι που φιλοξενούν τις όλο και περισσότερες ποιητικές εκδηλώσεις, επίσης εξαρτώνται ως έναν βαθμό απ' αυτές και τα έσοδα που τους αποφέρουν.

Τι είναι η ποίηση σήμερα κοινωνικά, το βλέπει κανείς σε μια τέτοια εκδήλωση. Ένας ποιητής, που συνήθως έχει πληρώσει για το ολιγοσέλιδο βιβλίο του μία, δύο ή και περισσότερες χιλιάδες ευρώ στον εκδότη του, το παρουσιάζει μαζί με τρεις-τέσσερις ομότεχνους φίλους του, που μιλούν γι' αυτό ενώπιον ενός κοινού το οποίο στην πλειονότητά του αποτελείται επίσης από οικείους, φίλους και ομοτέχνους. Οι πωλήσεις που γίνονται στις εκδηλώσεις αυτές είναι συχνά και οι μόνες. Κατόπιν, τα κείμενα των ομιλιών, ως κριτικά σημειώματα πλέον, δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα ή διαδικτυακά. [...] Στο εσωτερικό του κύκλου αυτού, η ποίηση δεν μετράει πλέον ως δραστηριότητα δημόσια, τα μέλη του δεν ενδιαφέρονται να προβάλλουν την εργασία τους παραπέρα ή να ενημερωθούν για την εργασία των ομοτέχνων τους που δεν γνωρίζουν προσωπικά, [...]

Προφανώς, τα κλειστά αυτά λογοτεχνικά οικοσυστήματα δεν έχουν να προσφέρουν δόξα ή οφέλη υλικά. Ωστόσο, τα όσα όντως προσφέρουν δεν είναι διόλου αμελητέα. Όλες οι άλλες τέχνες - τα εικαστικά, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η μουσική - έχουν σημαντικό κόστος παραγωγής, οι εκθέσεις, οι παραστάσεις, οι συναυλίες, τα όργανα και τα υλικά στοιχίζουν. Ένα λογοτεχνικό είδος εκτενές πάλι όπως το μυθιστόρημα προϋποθέτει μακροχρόνια, συστηματική και απαιτητική εργασία. Η ποίηση απεναντίας είναι η πλέον προσιτή οικονομικά τέχνη. Αλλά και η πλέον βολική ως προς τις τεχνοτροπικές της απαιτήσεις. Κατά την κρατούσα αντίληψη, κάθε κείμενο μπορεί να τιτλοφορηθεί "ποίημα", εδώ και έναν αιώνα προϋποθέσεις τεχνικές-μορφολογικές δεν υπάρχουν. Άρα είναι μια καλλιτεχνική δραστηριότητα ιδεώδης για τις ανάγκες της μαζική παραγωγής, "φιλική" και κατάλληλη για όλους.

Με τον τρόπο αυτό, καταβάλλοντας δύο ή τρεις φορές κάθε δέκα χρόνια ένα σχετικά μικρό ποσό σ' έναν εκδότη και διοργανώνοντας μια-δυο εκδηλώσεις για τους φίλους του, εξασφαλίζει κανείς εύκολα τον τίτλο του ποιητή και πλουτίζει το βιογραφικό του. Η πιθανότητα το ποιητικό του βιβλίο να κριθεί δημοσίως αρνητικά είναι μηδαμινή. Ακόμη κι αν η τάδε ή δείνα λογοτεχνική συντροφιά ή εταιρία, το άλφα ή βήτα περιοδικό δεν τον κάνουν δεκτό ως μέλος ή συνεργάτη τους, εύκολα θα βρει μιαν άλλη ή ένα άλλο που θα τον δεχτούν. Για ένα άτομο που δεν είναι εντελώς ακοινώνητο, μια κάποια αναγνώριση είναι λοιπόν εξασφαλισμένη, άλλωστε η πλειονότητα των γραφόντων δεν τρέφει άλλη φιλοδοξία. [...]

Κώστας Κουτσουρέλης



Σημ. Απόσπασμα από το ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου του Κ.Κ. Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2019. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά 12 κεφάλαια και μία αποφώνηση που, εκτός από μια ανατομία της ποιητικής συνθήκης των ημερών μας, προτείνουν ακόμη τρόπους διάσωσης της ποίησης από τη σημερινή αλγεινή της κατάσταση, προκρίνοντας ως κύρια λύση την επιστροφή στον ρυθμό, την ομοιοκαταληξία και το μέτρο παλαιότερων περιόδων. 

Ταυτιζόμαστε σε μεγάλο βαθμό με όσα αναγράφονται στο βιβλίο, δεν μπορούμε ωστόσο να μην υποδείξουμε κάποια ολισθήματα, όπως την αντιδιαστολή, στη σελίδα 49, στίχου του Ελύτη ("Εσείς να δούμε τώρα", από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου) με μια ρήση της Γώγου ("Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε") με σκοπό τη μετρική σύγκριση παλαιότερων ποιητών με πιο σύγχρονους. Το τσιτάτο της Γώγου ωστόσο δεν είναι στίχος από ποίημά της, τουλάχιστον όχι από ποίημα δημοσιευμένο (προέρχεται από την ενότητα "Ημερολογιακά" στο βιβλίο Με λένε Οδύσσεια, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, και είναι επομένως σημείωσή της που βρέθηκε στα συρτάρια της - έντεκα χρόνια αργότερα βέβαια οι εκδόσεις Καστανιώτη αποφάσισαν να τιτλοφορήσουν με αυτήν τη ρήση το σύνολο του ποιητικού της έργου), άρα δεν μπορεί να υπαχθεί σε μετρικές συγκρίσεις ούτε να στηρίξει επιχειρήματα του τύπου "ο χασμωδικός δωδεκασύλλαβος της Γώγου είναι πεζά, δημοσιογραφικά ελληνικά", αφού δεν προτάθηκε ως στιχούργημα. Τέτοια ολισθήματα δημιουργούν αμφιβολίες για τη στερεότητα των επιχειρημάτων συνολικά και είναι καλό σε ένα βιβλίο σαν αυτό να προβάλλονται μόνο εφόσον έχει προηγηθεί ενδελεχής έρευνα.

Όσο για τις νουθεσίες περί επιστροφής στην παράδοση, δηλαδή σε φορμαλιστικές πρακτικές, ως τρόπου διάσωσης της ποίησης, είναι μάλλον ανεδαφικές. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω...

Χ.Λ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου