Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

Το ποίημα της Δευτέρας - "Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο" του Οδυσσέα Ελύτη

Ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Ελύτης
(σχέδιο του Γιάννη Τσαρούχη, 1940)
Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον μεγάλο μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος είχε πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μάλιστα προσβλήθηκε από τύφο όσο μαχόταν εκεί. Αρκετά αναλυτικό χρονικό και μαζί προσωπική μαρτυρία του ίδιου του Ελύτη για την εμπειρία του από τον πόλεμο δημοσιεύονται στη Lifo.

Την άνοιξη του 1941, μόλις επέστρεψε από το μέτωπο, ο Ελύτης έγραψε τρία εκτεταμένα ποιήματα με θέμα τον αλβανικό πόλεμο: την «Αλβανιάδα», τη «Βαρβαρία» και το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Επέτειος του «ΟΧΙ» σήμερα, δημοσιεύουμε στη νέα μας στήλη Το ποίημα της Δευτέρας ένα απόσπασμα από το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο»:

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!




Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!


στίγμαΛόγου


Σημ. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ποίημα και να ακούσετε την απαγγελία του Γιάγκου Αργυρόπουλου (1970) στη σελίδα του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου