Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά στον Αντρέα Παγουλάτο για τον Εμπειρίκο

Αντρέας Παγουλάτος & Νάνος Βαλαωρίτης
Αντρέας Παγουλάτος: Πότε διάβασες για πρώτη φορά ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου; Πότε συναντήθηκες μαζί του και γίνατε φίλοι;

Νάνος Βαλαωρίτης: Πιστεύω ότι πρωτοδιάβασα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου στα «Νέα Γράμματα», στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Αλλά την εποχή εκείνη, δεν τον είχα ακόμη γνωρίσει... Τον γνώρισα γύρω στο 1940, 1941, στο εστιατόριο του Βασίλη, στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πηγαίναμε πολλοί συγγραφείς και ζωγράφοι, να φάμε, μετά τις συναντήσεις μας στο στέκι μας, το Μπραζίλιαν. Πιθανόν να μου τον γνώρισε ή ο Τσαρούχης ή ένας «αναλυόμενος», ο Γαβαλάς. Στην ίδια περίσταση γνωρίστηκα και με την Μάτση Ανδρέου (Χατζηλαζάρου), που τρώγανε μαζί, σαν ζευγάρι που ήταν. Λίγο αργότερα του ζήτησα κι ένα ραντεβού για ψυχανάλυση. Αφού με άκουσε, μου είπε ότι δεν έχω σοβαρό πρόβλημα κι αρνήθηκε να με πάρει για ανάλυση. Ήμασταν άλλωστε ήδη φίλοι.

Α.Π.: Πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις σας, εκείνη ιδιαίτερα την εποχή, σχέσεις που από όσο γνωρίζω διατηρήθηκαν πολύ φιλικές ως και το τέλος της ζωής του, το 1975;

Ν.Β.: Στην αμέσως μετά περίοδο, συναντιόμαστε στο σπίτι του, τις Πέμπτες, αν θυμάμαι καλά, και διαβάζαμε τα ποιήματά μας, ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Εγγονόπουλος, ο Κακναβάτος, ο Παπαδίτσας, ο Λίκος και άλλοι. Ο Εμπειρίκος κι ορισμένοι άλλοι σχολίαζαν σύντομα τα ποιήματα που ακούστηκαν.

Α.Π.: Περίγραψέ μας μια τυπική επίσκεψη στο σπίτι του Εμπειρίκου, αργότερα, στην μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο περίοδο, όταν σας διάβαζε αποσπάσματα από τον «Μέγα Ανατολικό»...

Ν.Β.: Μετά τον πόλεμο πλέον και τον εμφύλιο, στις αρχές των χρόνων του ’50 και αργότερα, πηγαίναμε στο σπίτι του, στην οδό Νεοφύτου Βάμβα και ακούγαμε κεφάλαια του «Μεγάλου Ανατολικού» κι επίσης διαβάζαμε δικά μας κομμάτια, που τα μαγνητοφωνούσε. Οι συζητήσεις ήταν ζωηρές από πάντα και ο ίδιος τρομερά ενθαρρυντικός και ενθουσιώδης.

Α.Π.: Εσύ που ήσουν ένας από τους στενούς του φίλους και σου εκμυστηρευόταν, φαντάζομαι τα σχετικά με την ποιητική του και τη γενικότερη εξέλιξή του, πώς θα περιέγραφες, στο πέρασμα του χρόνου, τις σχέσεις του Ανδρέα Εμπειρίκου με τον υπερρεαλισμό;

Ν.Β.: Πρέπει να ομολογήσω ότι πιο σπάνια μιλούσαμε για θεωρητικά θέματα. Κυρίως αρκούνταν σε σχόλια στα ποιήματα που άκουγε... Ήταν η εποχή, όπου η Μαρία κι εγώ σχετιζόμασταν με τον Αντρέ Μπρετόν και τον κύκλο των οπαδών του. Του φέραμε την Ελίσα Μπρετόν, να τη γνωρίσει. Και του λέγαμε διάφορα νέα απ’ το Παρίσι. Αυτά ήταν σε μια πρώτη φάση...

Α.Π.: Πιστεύεις ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ή ακόμη στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Ανδρέας Εμπειρίκος θεωρούσε τον εαυτό του, παρ’ όλες τις αλλαγές που είχαν γίνει στο διεθνές ήδη υπερρεαλιστικό κίνημα, καθαρά υπερρεαλιστή;

Ν.Β.: Ασφαλώς ναι, αν και είχε διαχωρίσει την πολιτική του θέση σχετικά με τον μαρξισμό. Αιτία που δεν τους επισκέφθηκε στο Παρίσι, γιατί νόμιζε ότι ήταν ακόμη ιδεολογικά στην ίδια γραμμή: βέβαια κυρίως του Τρότσκι, αλλά και του Μαρξ. Ο μεν Περέ ήταν μαρξιστής μέχρι τέλους. Αλλά ο Μπρετόν έμοιαζε να έχει στραφεί μάλλον προς τον Μπακούνιν. Στο μεταξύ είχαν στρέψει την προσοχή τους στον εσωτερικισμό, στην αλχημεία, στον ερμητισμό. Αυτά τα τελευταία δεν τα γνώριζε τόσο καλά ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Και δεν ξέρω αν του φέρναμε τα περιοδικά της περιόδου, πάντως τον είχαμε πληροφορήσει για την στροφή σε μία έμφαση στη γλώσσα και μία γενική υποστήριξη πολιτικών θεμάτων της εποχής, από διαμαρτυρίες για τον πόλεμο στην Αλγερία μέχρι την υποστήριξη του Πολίτη του Κόσμου, στα Ηνωμένα Έθνη, και αντιπυρηνικές διαδηλώσεις. Γενικά ήταν μια ανεξάρτητη στάση πολιτικά και ιδεολογικά – αριστερή χωρίς ένταξη.

Α.Π.: Ποια ήταν η θέση και η στάση του για την προσπάθεια έκδοσης περιοδικού, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60; Ποιες ήταν οι σχέσεις του, αργότερα, με το «Πάλι»:

Ν.Β.: Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας ενός περιοδικού, όπως φαίνεται από το βιβλίο μου «Μοντερνισμός, πρωτοπορία και Πάλι» (εκδόσεις Καστανιώτη), στα γράμματά του κι ενίσχυσε οικονομικά το πρώτο και τα υπόλοιπα τεύχη. Και ως γνωστόν μας έδωσε και δημοσιεύσαμε πολλά ποιήματα και πεζά. Επίσης, την ίδια εποχή, έγινε η επαφή με τον Alan Ross και με τον Νίκο Στάγκο, μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν, στην Αγγλία τα «Γραπτά» με τον τίτλο “Amour Amour”. Στο «Πάλι» δημοσιεύτηκαν και περικοπές (αυτολογοκριμένες λόγω των τυπογράφων) του Μεγάλου Ανατολικού.

Α.Π.: Στις μεταθανάτιες συλλογές του «Οκτάνα» και «Αι γενεαί πάσαι», διακρίνει κανείς σε ορισμένα ποιήματά του, μιαν ιδιότυπη, αλλά ουσιαστική επίδραση από την ποίηση των μπήτνικς. Μιλούσατε για αυτήν την σχετικά νέα λογοτεχνία, και ποια ήταν η άποψή του για αυτήν, που, άλλωστε, την είχατε δημοσιεύσει και παρουσιάσει και στο «Πάλι»;

Ν.Β.: Ήταν ενθουσιώδης, και του γνωρίσαμε Αμερικανούς ποιητές, όπως τον Φίλιπ Λαμαντία, τον Conrad Rooks και τη γυναίκα του Zina Rakovski, καθώς και τον Charles Henri Ford, τον Αμερικανό υπερρεαλιστή. Ο Rooks κατόπιν έγινε σκηνοθέτης δύο ταινιών, που η μία ήταν για τους μπήτνικς και η άλλη για τον Σιντάρτα – για την ζωή του Βούδα, ή ακόμα για τον Hermann Hesse. Και από αυτόν γνώρισε πιθανόν τον Γκρέγκορι Κόρσο και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ κι επίσης τον Harold Norse. Αυτοί όλοι έβγαλαν ένα τεύχος του περιοδικού «Residue» την άνοιξη του 1965. Τότε ο Εμπειρίκος μεταφραζόταν αγγλικά, αλλά, αυτοί οι νέοι φίλοι του, γνώριζαν λίγο το έργο του. Αυτός, πάντως, τους «ενσωμάτωσε» σε πολλά ποιήματά του, συνδέοντας τους με την παράδοση του Walt Whitman.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανοιχτός, όπως πάντα, στους δημιουργικούς ανέμους που έπνεαν στον κόσμο, δεν αγνόησε τους νέους αυτούς Αμερικανούς ποιητές και είναι προς τιμήν του ότι δεν υπήρξε ποτέ δογματικός. Τον είδα μια τελευταία φορά μετά την πτώση της χούντας, πριν πεθάνει, στην Κηφισιά, και ήταν όπως πάντα γεμάτος από το σφρίγος φιλίας και καρδιάς.



  • Σημ.: Η συνομιλία πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2001-Φεβρουάριος 2002).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου