Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Όποτε ακούω από τότε ακορντεόν...

Air του Μπαχ. Ακορντεόν: Ρισάρ Γκαλιανό. 

Ένα από τα πιο ευήκοα, πλήρη και διαδεδομένα μουσικά όργανα είναι το ακορντεόν, αν και δεν έχει κατακτήσει ακόμα τη δημοφιλία που απολαμβάνει μια κιθάρα ή ένα πιάνο. Πρόκειται για ένα αερόφωνο πληκτροφόρο όργανο, που εφευρέθηκε κατά πάσα πιθανότητα στη Γερμανία το 1822, αλλά κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στη Βιέννη της Αυστρίας από τον Cyrill Demian το 1829. Αποτελείται από δύο πληκτρολόγια και μια αεροπαραγωγό φυσούνα στη μέση, η οποία επεκτείνεται και συμπιέζεται από τον εκτελεστή, παράγοντας ήχο με τη ροή του αέρα, καθώς δονεί μεταλλικά ελάσματα στο εσωτερικό του οργάνου.

Το όνομα ακορντεόν είχε την πρόθεση να το κάνει να ξεχωρίσει από το μελοντεόν, την αρμόνικα, τη φυσαρμόνικα και άλλα παρόμοια όργανα με τα οποία ερευνούσαν νέες ηχητικές δυνατότητες οι κατασκευαστές της εποχής εκείνης, αξιοποιώντας, ουσιαστικά, στοιχεία από το πανάρχαιο κινέζικο σενγκ με τις παλλόμενες γλωττίδες.

Το ακορντεόν υιοθετήθηκε γρήγορα από τους λαϊκούς μουσικούς της κεντρικής Ευρώπης και κατέκτησε ως και τη Ρωσία. Λίγο αργότερα διαδόθηκε και στις άλλες ηπείρους (Νότιο Αμερική, Νότια Αφρική, Ανατολική Ασία) κι έφτασε ως τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία, προσαρμόζοντας μέγεθος, κούρδισμα και τρόπο κατασκευής, παραμένοντας, ωστόσο φορητό, με τη φυσούνα του και τον γλυκό, πολυφωνικό του ήχο. Οι πιο γνωστές παραλλαγές του είναι το ρώσικο μπαγιάν και η γερμανική κονσερτίνα, ενώ η πιο γνωστή εξελιγμένη του μορφή είναι το μπαντονεόν (που εφευρέθηκε από τον Γερμανό Χάινριχ Μπαντ, αλλά γρήγορα μετανάστευσε στην Αργεντινή). Το μπαντονεόν αντί για πλήκτρα έχει κουμπιά στις δύο πλευρές, τα οποία καθένα παράγει διαφορετική νότα όταν ανοίγει η φυσούνα και διαφορετική όταν κλείνει.

Από τη δεκαετία του 1920, το ακορντεόν γίνεται αποδεκτό και στον κόσμο της λεγόμενης κλασικής ή λόγιας μουσικής. 'Όπως αναφέρει σε κείμενό του ο Κωνσταντίνος Ράπτης, "από τις αρχές του εικοστού αιώνα, έγιναν προσπάθειες για την κατασκευή ενός τέτοιου τύπου ακορντεόν, που θα επέτρεπε να παίζονται ταυτόχρονα διαφορετικές μελωδίες στο αριστερό και στο δεξιό πληκτρολόγιο, αυξάνοντας την έκταση και τις δυνατότητες του οργάνου. Η διάδοση του "ακορντεόν με μελωδικά μπάσα" από τη δεκαετία του 1960 και μετά, υπήρξε το καθοριστικό βήμα για την ολοκλήρωσή του ως φορητού πολυφωνικού οργάνου, διατηρώντας ταυτόχρονα τον λαϊκό χαρακτήρα του.

Σήμερα το ακορντεόν ακούγεται παντού, από την παραδοσιακή μουσική, τη τζαζ και τις εορταστικές εκδηλώσεις, μέχρι τη μουσική δωματίου, το θέατρο και την όπερα.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών οργάνωσε μια σειρά συναυλιών με επίκεντρο το ακορντεόν, σε μια προσπάθεια να αναδείξει τον πολυφωνικό, πειραματικό και γοητευτικό χαρακτήρα του, προσκαλώντας τον σύγχρονο δεξιοτέχνη Ρισάρ Γκαλιανό, αλλά και καταξιωμένους Έλληνες ερμηνευτές.

Εμείς παρακολουθήσαμε τη συναυλία με την παρουσία του ακορντεόν στη σύγχρονη δημιουργία με το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής και τον Παναγιώτη Ανδρέογλου, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς εκτελεστών του ακορντεόν.

Πρώτο έργο της βραδιάς ήταν το "Φολκλορικόν οξύ VI" για ενόργανο σύνολο (2018), του Γιώργου Χατζημιχελάκη. Ανήκει σε μία σειρά ομότιτλων φθογγοκεντρικών έργων του συνθέτη, που διαπραγματεύονται τη διαχείριση παραδοσιακού υλικού σε ένα πλαίσιο αναδιοργάνωσης προς σύγχρονες κατευθύνσεις. Πραγματικά, η μετάλλαξη των ήχων προσδίδει στο αποτέλεσμα μια απρόσμενη γοητεία χωρίς υπερβολικές εξάρσεις. Ακολούθησε το "Cantus firmus" για σόλο ακορντεόν κονσέρτου (μπαγιάν για την ακρίβεια εδώ) (2011), του Κώστα Τσούγκρα. Το έργο βασίζεται σε μία σταθερή επτάφθογγη τροπική μελωδία και στους διατονικούς και χρωματικούς μετασχηματισμούς της. Το σόλο ακορντεόν πραγματώνει μια σύνθετη θεματική επεξεργασία με σπειροειδή μορφή. Έπεται το έργο "Στη σκιά του κόσμου με τρεις νότες" για ενόργανο σύνολο (2018) του Χρήστου Ζερμπίνου. Ο πυρήνας του έργου βασίζεται σε δύο αντιθετικές μεταξύ τους ιδέες: η πρώτη ιδέα αποτελείται κυριολεκτικά από τρεις νότες (ρε ύφεση, σι, ντο), ενώ η δεύτερη εμφανίζεται λίγο αργότερα με γκλισάντι από το βιολί. Οι ρυθμικές εναλλαγές και η εξέλιξη των ιδεών πλάθουν ηχητικές φωτοσκιάσεις με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Στο δεύτερο μέρος, παρατέθηκαν τα έργα δύο σπουδαίων δημιουργών της μουσικής του εικοστού αιώνα. Το πρώτο ήταν το "In croce" για βιολοντσέλο και μπαγιάν (1992), της Σοφίας Γκουμπαϊντούλινα. Γραμμένο αρχικά για εκκλησιαστικό όργανο και τσέλο, μεταγράφηκε από την Ελ. Μόζερ και ανήκει στα έργα που εκφράζουν τις θρησκευτικές αναζητήσεις της συνθέτριας με το μπαγιάν σε κύριο ρόλο. Η ενατένιση της θείας σταύρωσης με υπερβατικό, μυστικιστικό χαρακτήρα εκφράζει πλήρως το πνεύμα της δημιουργού. Για την κορύφωση του τέλους ερμηνεύθηκαν τρία τάνγκο για ενόργανο σύνολο του Άστορ Πιατσόλα. Συγκεκριμένα, ακούστηκαν τα τάνγκο Fuga y Misterio, Oblivion, Adios Nonino, στα οποία ο αναμορφωτής του τάνγκο και δεξιοτέχνης του μπαντονεόν, που είχαμε την τύχη να ακούσουμε ζωντανά στο Ηρώδειο λίγους μήνες πριν αποβιώσει, ανέμειξε δημιουργικά στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής. Τα γοητευτικά ηχοχρώματα της μουσικής του επιβιώνουν σε πείσμα των καιρών και υπερβαίνουν τα μουσικά στεγανά.

Οι ερμηνείες από το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής υπό τη διεύθυνση του Ιάκωβου Κονιτόπουλου υπήρξαν υποδειγματικές, αλλά και φορτισμένες από συγκίνηση, καθώς ήταν η πρώτη συναυλία του Συγκροτήματος χωρίς τη φυσική παρουσία ή διεύθυνση του ιδρυτή του, Θόδωρου Αντωνίου, που πέθανε τον χειμώνα που πέρασε. Ο σολίστ του ακορντεόν Παναγιώτης Ανδρέογλου έπαιξε με εκφραστική δεινότητα και ρυθμική συνέπεια, σεβόμενος το ύφος του κάθε συνθέτη και τους μουσικούς που τον συνόδευαν.

Αθανάσιος Βαβλίδας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου