Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Νάνος Βαλαωρίτης: Μια προσωπική αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Ανδρέας Εμπειρίκος (στη μέση) και Νάνος Βαλαωρίτης (δεξιά).
Πηγή: The Books' Journal
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς είχα πρωτογνωρίσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο, αν και θυμάμαι τα ακριβή περιστατικά και το τι έχει ειπωθεί όταν συνάντησα τους περισσότερους Έλληνες ποιητές της γενιάς του τριάντα ή και τους προηγούμενους, όπως τον Παλαμά, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο, τον Γκάτσο, τον Νικόλαο Κάλα.

Έχω την αίσθηση ότι τον Εμπειρίκο τον γνωρίζω από τότε που η μνήμη χάνεται μέσα στο χρόνο. Ίσως το γεγονός ότι υπήρξε ψυχαναλυτής τον έκανε άχρονο, όπως είναι τα μυθικά πρόσωπα. Από φίλους, όπως είναι ο Ελύτης και ο Γκάτσος είχα ακούσει πολλά γι’ αυτόν πριν γνωριστούμε. Παρ΄όλα αυτά, κανένας κριτικός δεν έχει ασχοληθεί επισταμένως με αυτόν, όπως ασχολήθηκε ο Καραντώνης με τον Σεφέρη και τον Ελύτη στο πολύ μοντέρνο περιοδικό της δεκαετίας του ΄30, τα «Νέα Γράμματα». Ήδη ολόκληρη η περίοδος αυτή χάνεται στην αχλή του μύθου και της ιστορίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Εγώ που ως μαθητής έζησα αυτήν την περίοδο, δεν μπορώ να πιστέψω πόσο μακρινή μου φαίνεται αυτή η εποχή. Έτσι, έχω πλάσει έναν ολόκληρο μύθο μέσα μου και υποθέτω ότι έχω συναντήσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο εστιατόριο του Βασίλη στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες γευμάτιζαν το ’39, ’40, ’41, ότι καθόταν με την πρώτη του γυναίκα Μάτση, επίσης ποιήτρια, και ότι ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης μας συνέστησε. Και ότι τον ρώτησα αν θα μπορούσα να κλείσω ένα ραντεβού στο ιατρείο του, προκειμένου να τύχω ψυχοθεραπείας (ή να υποβληθώ σε ψυχοθεραπεία).

Κλείσαμε το ραντεβού αργότερα και άκουσε τα προβλήματά μου και μου είπε ότι θα περνούσαν με τον καιρό και ότι δεν είχα ανάγκη ψυχοθεραπείας.

Τα προβλήματα δεν πέρασαν με τον καιρό, αυτό είναι βέβαιο, τα έχω ακόμη, ευτυχώς σε ηπιότερο βαθμό… ας πούμε ότι έχουν γεράσει. Τι θα είχα απογίνει χωρίς τις νευρώσεις μου;

Με την έναρξη της Κατοχής, αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι του τις Τετάρτες και να διαβάζουμε τα ποιήματά μας. Όλοι διαβάζαμε. Υπήρχε μια ολόκληρη ομάδα με τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Εγγονόπουλο να συμμετέχουν και να διαβάζουν. Εγώ επίσης διάβαζα μεγάλα ποιήματα, τώρα χαμένα στην αχλή, αχλή του χρόνου, και οι παρατηρήσεις του Ανδρέα ήταν πάντα τολμηρές και ενθαρρυντικές. Χρόνια αργότερα θυμόταν ακόμη ένα ποίημα που είχα διαβάσει με τίτλο «Γιος της Αρμένισσας» και με ρώτησε αν το είχα ακόμη. Αυτά ήταν σχεδόν μια θεραπευτική ομάδα και για τους νεότερους, όπως ήμουν εγώ και ο Ανδρέας Καμπάς, καθώς και ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Δημ. Παπαδίτσας, και οι δύο νεοφερμένοι, και ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Γιώργος Λύκος και άλλοι, ήταν η αρχή της μύησης στα μυστήρια της Υπερρεαλιστικής ποίησης, αληθινή τελετουργία αποδοχής(;). Η ακτινοβολία του Εμπειρίκου ήταν ήδη μεγάλη, γιατί ήταν ο μόνος Έλληνας ποιητής που μετείχε κατά τη δεκαετία του ΄20 στην παρισινή ομάδα των Υπερρεαλιστών, και, φυσικά, ο πρωτοπόρος εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, και μαζί με τη Μαρία Βοναπάρτη ο ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχανάλυσης.

Η ισχυρή του προσωπικότητα και η υπερβολική του ευγένεια αποτελούσαν ένα ενισχυτικό παράγοντα της αναγνώρισής του ως ποιητού και θεραπευτού. Ακολούθησαν τα χρόνια του πολέμου, και μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, οδηγήθηκε με τα πόδια ως όμηρος στη Βοιωτία από τους αντάρτες, όπου σώθηκε ως εκ θαύματος, λόγω της άτακτης φυγής των ανταρτικών ομάδων που καταδιώκονταν από τους Βρετανούς, και τη φιλοξενία Ελληνοαλβανών χωρικών, οι οποίοι του έδωσαν παπούτσια και ρούχα και τον έκρυψαν ανάμεσά τους, και είδε να έρχονται μερικοί αντάρτες με μια πληγωμένη, όμορφη αντάρτισσα που την κράτησαν στο ίδιο αγρόκτημα.

Αυτή η εμπειρία άφησε τα σημάδια της, αν και δεν τον οδήγησε στα άκρα δεξιά, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί σε άλλους. Σύντομα ανέρρωσε, και μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και το γιο τους ταξίδευε συχνά στο Παρίσι, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του, και στο αγαπημένο του νησί την Άνδρο, απ’ όπου κατάγονταν η οικογένειά του. Όταν το 1963 εξέδωσα το μικρό πρωτοποριακό περιοδικό «Πάλι», προσέφερε τόσο την ηθική του βοήθεια, δημοσιεύοντας άρθρα και ποιήματα, όσο και την οικονομική, τη στιγμή που άλλοι, με εξαίρεση τον Νικόλαο Κάλα, από τη Νέα Υόρκη, και τον Τάκη Παπατσώνη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, στάθηκαν απρόθυμοι. Το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967. Την περίοδο αυτή των δοκιμασιών χωρισθήκαμε. Κατά την επιστροφή μας στην Ελλάδα το 1975 τον είδαμε να πεθαίνει στην Κηφισιά. Παρά τη δυσάρεστη κατάστασή του, ήταν ζεστός και αισιόδοξος και με δέχθηκε με μεγάλη χαρά. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Μετά το θάνατό του, δημοσιεύθηκαν ειδικά αφιερώματα σε περιοδικά γι’ αυτόν, όπως το πολύ πλούσιο υλικό του χάρτη, το οποίο εκδόθηκε από τον ποιητή και συνεργάτη του Δημήτρη Καλοκύρη, στενό του φίλο, κατά τα δύσκολα χρόνια της Χούντας.

Αυτό σήμαινε ότι επιτέλους ο Εμπειρίκος εισέπραττε τη δέουσα αναγνώριση, εκτός από τα δύο διηγήματα «Amour Amour», που αποτελεί τον αγγλικό τίτλο του έργου «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία», μία συλλογή μικρότερων έργων, και «Αργώ ή πλους αεροστάτου», που δημοσιεύθηκαν στο London Magazine, δεν δημοσιεύθηκε ακόμη καμιά ανθολογία των έργων του σε καμιά άλλη γλώσσα, εκτός από την ελληνική.

Αγνοήθηκε από τους μεταφραστές και τους εκδότες, με εξαίρεση τον Alan Ross του London Magazine, στον οποίο νομίζω ότι οφείλουμε μια συνεισφορά μετά τον πρόσφατο θάνατό του ο οποίος δημοσίευσε και άλλους Έλληνες ποιητές και πεζογράφους, καθώς και το μεταφραστή του Νίκο Στάγκο. Αυτή τη χρονιά που έχει χαρακτηρισθεί ως χρονιά Εμπειρίκου παλεύουμε να βρούμε έναν Άγγλο εκδότη για πολλά ποιήματα, ήδη μεταφρασμένα από εμένα και άλλους, και ο οποίος θα μπορούσε να ενισχυθεί οικονομικά από το Κέντρο του Ελληνικού Βιβλίου, καθώς και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίο ο Εμπειρίκος αγνοήθηκε οφείλεται στη φήμη που έχει ως ακραίος υπερρεαλιστής, εξαιτίας του απόηχου της πρώτης του δημοσίευσης, που η αμφισβητούμενη υποδοχή αποτελεί ένα σοβαρό λάθος, γιατί τόσο το ποιητικό όσο και το πεζό του έργο είναι εξαιρετικά ευανάγνωστα. Και σήμερα είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς ποιητές για το πολύ προσωπικό, χαριτωμένα ρητορικό, αποκαλυπτικό ύφος και χιούμορ.

Νάνος Βαλαωρίτης 
Ποιητής - Δοκιμιογράφος


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα με τίτλο "Μια προσωπική συνεισφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο", τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2001-Φεβρουάριος 2002).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου