Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Ποιήματα και κολάζ του Νάνου Βαλαωρίτη



Τα  ποιήματα και τα κολάζ της ανάρτησης προέρχονται από την ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλωρίτη "Μια αλφάβητος κωφαλάλων". Τα κολάζ έγιναν τη δεκαετία του 1970 στην Καλιφόρνια κι είχαν εκτεθεί σε μια μικρή γκαλερί του Σαν Φρανσίσκο και μερικά παρουσιάστηκαν στο περιοδικό ANDROGYNE. Στα κολάζ συχνά δεσπόζει ένα αρχαίο ρολόι, σαν υπενθύμιση για  το πέρασμα του χρόνου και την αξία της στιγμής που γίνεται ανάμνηση. Ευχαριστούμε θερμά τις εκδόσεις Άγκυρα για την ευγενική παραχώρηση και την άδεια αναδημοσίευσης.



ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ 

Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα 
Για ποιον πετάνε τα πουλιά 
Για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα 
Για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά 
Για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά 
Για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα 
Για ποιον φωνάζουν κάτω αίσχος 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον ανοίγουν τα παράθυρα 
Για ποιον κλείνουν οι πόρτες 
Για ποιον υποκλίνονται οι κυρίες 
Για ποιον χαμογελούν οι δεσποινίδες 
Για ποιον γράφουν οι εφημερίδες 
Για ποιον εκτελούνται πορείες 
Για ποιον καίνε σημαίες 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον ανοίγουν οι ουρανοί 
Για ποιον γιορτάζουμε τη γη 
Για ποιον χαζέυουν τα χαμίνια 
Για ποιον στολίζονται οι όμορφες 
Για ποιον αλλάζουν οι συρμοί 
Για ποιον υψώνονται τα κύματα 
Για ποιον χιονίζουν τα βουνά 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον πετάνε οι χαρταετοί 
Για ποιον δακρύζουν οι περαστικοί 
Για ποιον σιγομιλούν οι θαμώνες 
Για ποιον χτενίζονται οι χορεύτριες 
Για ποιον σφυρίζουν τα πλοία 

Για ποιον ξετρελαίνονται οι έφηβοι 
Για ποιον πεθαίνουμε από έρωτα 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 
ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ 

Καλιφόρνια, 3.12.1990 
Αθήνα, Δεκέμβριος 2001 

 

ΑΝΕΔΑΦΙΚΟ 
ΣΤΗΝ Ο. 

Ο Αχυρένιος άνθρωπος χτύπησε 
Την πόρτα μου τ’ άγρια μεσάνυχτα 
Τι θέλεις Αχυρένιε άνθρωπε 
Και μου χτυπάς τόσο αργά την πόρτα; 
– Να μου ανοίξεις θέλω να μου πεις 
Ποιο είναι το νόημα της ζωής 
Θέλω να μάθω γιατί να υπάρχω εδώ 
Κάτω από τον έναστρο ουρανό 

Αχυρένιε άνθρωπε γιατί με κυνηγάς 
Τέτοιες ανόητες κουβέντες να σου πω 
Κι από περιέργεια παιδική να μάθεις 
Αυτά που στον κόσμο κανένας δεν γνωρίζει; 

 – Φίλε μου κι εγώ ταξίδεψα πολύ 
Μη με βλέπεις τώρα έτσι χάλια 
Ένας στρόβιλος με συνεπήρε 
Και μ’ έριξε στη σκεπή σου επάνω 

Γι’ αυτό Αχυρένιε άνθρωπε σώνει και καλά 
Θέλεις να μάθεις τ’ αδύνατα δυνατά 
Ποιος άθλιος άνεμος σε πήρε και σε σήκωσε 
Και σ’ άφησε στην πόρτα μου μπροστά; 

– Μην το πεις ετούτο σε κανέναν – Μα 
Δυστυχώς είμαι λιγάκι ελαφρός 
Και δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά 
Και μ’ έπιασε απ’ τα μαλλιά ο ουρανός 

Τα μαλλιά σου σκόρπισαν σαν άχνα 
Που αλωνίζουμε αλωνιστές στ’αλώνι 
Μα ’συ Αχυρένιε μου πρόσεξε καλά 
Μη σε ξεφτίσουν γρήγορα οι χρόνοι 

– Δωσ’ μου ένα στρώμα για να ξεκουραστώ 
Κι ας είναι από άχυρο δικό μου καμωμένο 
Από άχυρο σε άχυρο έτσι κι αλλιώς πηγαίνω 
Τέλος θα καταντήσουν όλα άχυρα στον κόσμο 

Αχυρένιε άνθρωπε η φωνή σου από- 
χρωματίζεται επικίνδυνα και πάει να σβήσει 
Κι εσύ ο ίδιος θα διαλυθείς σε λίγο 
Πριν προλάβει να σε πιάσει ο ύπνος 

– Ένα ένα φεύγουν τα φωνήεντά μου 
Τις φράσεις μου τις παίρνουν τα πουλιά 
Μια βουή δυναμώνει μες στ’ αυτιά μου 
Και χάνουνε σιγά σιγά το νόημά τους 

Εδώ Αχυρένιε άνθρωπε νόμοι δεν υπάρχουν 
Όλα είναι αφύσικα και κατασκευασμένα 
Ό,τι βλέπεις στον καθρέφτη αντίκρυ σου 
Σ’ έναν άλλον πίσω σου αντιγράφεται 

– Τι να κάνω, τι να κάνω, Κύριέ μου, 
Αφού είμαι καμωμένος έτσι ανήμπορος 
Από σένα τον ίδιο τον δημιουργό μου 
Που μ’ έφτιαξες και με ξεφτιάχνεις 
Κατά το θέλημά σου. 

Φεβρουάριος 2002 



ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ 
ΠΟΤΕ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ 

Ο μεγάλος σεβντάς 
της Κοκκινο- 
σκουφίτσας 
στο τρένο 
με τις φράουλες 
που άλλαξε 
ράγες και χώθηκε μες 
στο παρθένο δάσος 
καταλάθος 
χωρίς εμένα 
τον δεύτερο 
μηχανικό 
στο διαμέρισμα 
του τρίτου βαγονιού 
ενώ καθισμένη 
κοντά στο 
παράθυρο 
στο λυκόφωτο 
ήταν Εκείνη 
μια μισο- 
κοιμισμένη 
και μειδιούσα 
Μέδουσα 

Είσαι κάπου 
αλλά δεν ξέρω πού 
ομαλή κι ανώμαλη 
Ουράνια η θαλασσινή 
Ευθαλία η στεριανή 
καλλιέπεια 
η στεφανωμένη 
αναμαλλιασμένη 
όπως ένα δέντρο 
όταν φυσάει 
δυνατός 
αέρας 
στα 
έπη 
των 
Ελλήνων 

Ιανουάριος 2003 




ΑΔΕΞΙΕΣ ΡΙΜΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 

Με τ’ αυτοκίνητό του κύλησε λίγο παρακάτω 
και νοίκιασε δωμάτιο στο παραθαλάσσιο Κιάτο 

Στο εστιατόριο του Αφαλατισμένου Γάτου 
έμεινε μέρες τρώγοντας ένα και μόνο πιάτο 

Είχε συχνά κάποιο καινούργιο αίτημα 
όμως έτρωγε αλίμονο πάντα από τα έτοιμα 

Κάθε πρωί κρατούσε σημειώματα 
να μην ξεχάσει μερικά άθλια του καμώματα 

Ένα σπαθί τον έκοψε σαν να ’τανε σκουλήκι 
Κι ο λόγος του ο στερνός χάθηκε μες στα φύκια 

Το ηλιοκαμένο εκείνο πύρινο φεγγαρόφωτο 
ήταν ένα φαινόμενο τελείως ετερόφωτο 

Μια φίλη τον ακολούθησε από μνήμης 
στην ύστερή του κατοικία στο βυθό μιας λίμνης 

Η διαδρομή με λεωφορείο έληξε με δύο 
δαχτυλικά αποτυπώματα σ’ ένα Ξενοδοχείο 

Έβγαλα το κεφάλι μου κάτι να δω 
Από το φινιστρίνι του φεριμπότ Αργώ 

Και είδα με έκπληξη μεγάλη ότι 
δεν είχαμε περάσει ακόμα τη λίμνη Μαρεότι 

Αιγύπτιοι ποντικοί με γάτες και με γύπες 
κυνηγούσαν ναυτικούς που φύσαγαν τουλίπες 

Σε σκαλισμένες πίπες ανθρωπάκια αβέρτα 
αδιάντροπα συνουσιάζονταν χωρίς κουβέρτα 

Αλίμονο σε μένα, με τι αδέξια υπεροψία 
έφτιαξα ρίμες εύκολες από μια σκέτη παρρησία. 

Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2001




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου