Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

«Τα τελευταία μου λόγια» του Santiago H. Amigorena, μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια

Θα σας φανεί ίσως υπερβολικό, όμως το βιβλίο είναι κατά τη γνώμη μου εφάμιλλο του κλασικού Θαυμαστού, καινούργιου κόσμου (ή Γενναίου, νέου κόσμου) του Aldus Huxley. Περιγράφει και αυτό μια δυστοπία, μόνο που – σε αντίθεση με το βιβλίο του Haxley – δεν μπαίνει στον κόπο να τη μασκαρέψει σε ουτοπία, ούτε καν στην αρχή. Τα τεκταινόμενα τοποθετούνται στο 2086, τότε που η «πολυανθρωπία», με άλλα λόγια ο υπερπληθυσμός, έχει οδηγήσει στον αφανισμό του πόσιμου νερού αλλά και της διαθέσιμης τροφής («όταν ο άνθρωπος έμαθε ότι σε λίγο δεν θα έμενε ούτε ένα ψάρι για δείγμα σε καμία θάλασσα, συνέχισε να ψαρεύει για το κέφι του ή για να τα φάει και τα ψάρεψε όλα, ως το τελευταίο»), η μόλυνση έχει κρύψει τον γαλανό ουρανό κάτω από ένα ενιαίο και δυσοίωνο τοξικό σύννεφο και ένας φονικός ιός, σε συνδυασμό με την τρέλα, έχει οδηγήσει στη βίαιη, ραγδαία και μαζική αποκλιμάκωση του πληθυσμού, ο οποίος έχει εντέλει συρρικνωθεί σε μερικές μόλις εκατοντάδες ανθρώπους παγκοσμίως, την ίδια στιγμή που είναι αδύνατο πλέον ακόμη και να συλληφθούν παιδιά…

Και τότε έρχεται το Κάλεσμα. Άνθρωποι από παντού αρχίζουν τη μετανάστευση προς την Αθήνα, την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, διαλαλώνοντας απ’ όπου περνούν το σχέδιό τους να συγκεντρωθούν εκεί όλοι οι επιζήσαντες. Η Ακρόπολη μετατρέπεται στο ύστατο καταφύγιο για όσους επιζούν της μετανάστευσης. Στον μεγεθυντικό φακό μπαίνουν οι πέντε τελευταίοι από αυτούς, μέχρις ότου αρχίσουν κι αυτοί να πεθαίνουν ένας-ένας. Ο Μπελαρμέν, ο τελευταίος άνθρωπος, ο τελευταίος εκπρόσωπος της Ανθρωπότητας, κάθεται να γράψει την ιστορία της… το βιβλίο συγκεντρώνει τα τελευταία του λόγια.

Δεν είναι μόνο η ιστορία που είναι τόσο υποβλητική όσο και αληθοφανής, είναι και το ύφος στο οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο. Ο αφηγητής δεν θυμάται απλώς, αναστοχάζεται, αλλά αναστοχάζεται με την ηρεμία που μόνο το αναπόφευκτο μπορεί να χαρίσει. Παραθέτω τη στιγμή που φθάνει στην Αθήνα, είναι τόσο χαρακτηριστική του ύφους όσο και οποιοδήποτε άλλο απόσπασμα του βιβλίου:

61

Και έπειτα έφθασα στην Αθήνα. Η νύχτα σκέπαζε τον ουρανό με τον ζοφερό μανδύα της. Ένα νεαρό φεγγάρι οδήγησε τα σκοτεινά μου βήματα στις έρημες λεωφόρους.

Υπήρχαν ερείπια, ερείπια, ερείπια παντού.

Η σιωπή, η ίδια αυτή σιωπή που κατέκλυζε ολόκληρη τη γη, δεν ξέρω για ποιον λόγο έμοιαζε εδώ ακόμη πιο μεγάλη από ό,τι στις άλλες πόλεις που είχα διασχίσει.

Προχωρούσα διστακτικά: δεν ήξερα τι επρόκειτο να συναντήσω.

Στρίβοντας σε ένα δρομάκι, είδα φωτιά πάνω σε έναν λόφο. Στην κορυφή, το περίγραμμα ενός ναού με ψηλούς κίονες διαγραφόταν σκοτεινό στον ουρανό.

Άκουσα, πέρα μακριά, κραυγές και φωνές.

Πόνου; Χαράς; Δεν ήξερα.

Καθώς πλησίαζα, η φωτιά που τριζοβολούσε μέσα στον ναό με τρόμαξε: τερατώδεις ίσκιοι σχηματίζονταν στους τοίχους.

Κι ακούγονταν φωνές σαν να ήταν πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι.

Φοβήθηκα.

Φοβήθηκα και πάλι.

Για μένα τότε, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ήταν καλοί παρά μόνο αν τους έπαιρνες τον καθένα χωριστά.


Υπό μία έννοια, το βιβλίο δεν περιγράφει απλά μια δυστοπία, περιγράφει την εξορία του ανθρώπου από τη φυσική του κατάσταση, την ολίσθησή του στα ζωώδη ένστικτα και τη συνακόλουθη κατάρρευση του κόσμου.

Ωστόσο δεν εξαντλείται σε μια περιγραφή, όσο σκοτεινή, όσο συναρπαστική κι αν είναι. Συνδιαλέγεται. Παραθέτοντας αποσπάσματα από τον «Υπερίωνα» του Hölderlin, τον Nietzsche, τον Borges, τον Pessoa, τον Όμηρο, τον Guérin. Ο τελευταίος έγραψε στα τέλη του 18ου αιώνα ένα υποβλητικό έργο, τον «Κένταυρο» (ο οποίος παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου ως παράρτημα) και ο Amigorena κλείνει το βιβλίο του με μια χαραμάδα ελπίδας: τη στιγμή που ξεψυχά ο Μπελαρμέν, βλέπει έναν κένταυρο να τον κοιτάζει με απορία. Και σκέφτεται πως «όλα θα ξαναρχίσουν. Τους κενταύρους θα τους διαδεχτούν οι Έλληνες. Τους Έλληνες θα τους διαδεχτούν οι Ρωμαίοι. Τους πολλούς θεούς θα τους διαδεχτεί ο ένας Θεός, μαζί ένας και τριαδικός». Η ελπίδα βρίσκεται στον μύθο.

Όλα θα ξαναρχίσουν. Η επανάληψη είναι ένα ρητορικό σχήμα που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Amigorena. Εξασφαλίζει όχι μόνο τη συνοχή του κειμένου, την εξακολούθηση των μοτίβων, αλλά και μια υποφώσκουσα μουσικότητα που βαθαίνει τα νοήματα και τις πιθανές ερμηνείες τους, την ίδια στιγμή που ανοίγει τον δρόμο στη φιλοσοφία. Εκτός από την κατατοπιστικότατη εισαγωγή της Τιτίκας Δημητρούλια, το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα την ανάλυση της διακειμενικής σχέσης Amigorena-Hölderlin από την καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Αναστασία Αντωνοπούλου σαν παράρτημα, μαζί με τον «Κένταυρο» του Guérin.

Θα ήθελα να κλείσω με τα τελευταία από τα τελευταία λόγια του Μπελαρμέν: «Ο κόσμος είναι υπέροχος… Το σύμπαν ολόκληρο είναι ένας ύμνος στη χαρά». Πράγματι έτσι είναι (αρκεί κάποιος να κοιτάξει για ώρα τον έναστρο ουρανό ένα βράδυ ή να παρατηρήσει την τελειότητα οποιουδήποτε λουλουδιού) κι αναρωτιέμαι: χρειάζεται να φθάσει ο άνθρωπος στην απόλυτη καταστροφή για να το συνειδητοποιήσει;

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου