Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες ΙΙ

Πηγή φωτογραφίας: cnn.com
Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησής μας με το ίδιο θέμα, ευχαριστούμε τους ποιητές που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας στο Facebook και μας έστειλαν ποιήματά τους για να διευρυνθεί η ανθολογία μας. Πρόκειται για τους ποιητές: Νίκη Κωνσταντοπούλου, Αντώνη Σκιαθά, Χρήστο Τουμανίδη, Δήμο Χλωπτσιούδη.

Ακολουθούν ορισμένα από αυτά:



NIKH ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Από τη συλλογή Απόψε νιώθω μια ντροπή, εκδ. Περί τεχνών, 2014

ΑΠΟΨΕ ΝΙΩΘΩ ΜΙΑ ΝΤΡΟΠΗ

Απόψε νιώθω μια ντροπή
που πάει και βασιλεύει
σε μία θάλασσα πικρή
που με αίμα γαληνεύει.

Απόψε νιώθω μια πληγή
βαθιά να ξεριζώνει
μία ανείπωτη φυγή
που ελπίδες ενσαρκώνει.

Από ένα μέσο φουσκωτό
βρώμικα ναυλωμένο
βουτάω μέσα στο βυθό
κουφάρι φαγωμένο.

Γίνομαι αύρα και νερό
τροφή κι απομεινάρι
για ένα λαό απύθμενο
κόκκινο συναξάρι.

Γίνομαι στάση και σταθμός,
δρόμος και μονοπάτι
και ταξιδεύω μοναχός
μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.

*

Από τη συλλογή Εγώ, απέναντι, εκδ. Βακχικόν 2017

Ή

Είναι ένα νεογέννητο παιδί
που κυοφορεί και αυτό
ελπίδες, όνειρα, και απόψεις
που κάποτε θα πει ή δεν θα πει
που κάποτε μ’ αυτές θα πορευτεί ή όχι.
Αυτό το διαζευκτικό το ή
που θα το ταλαιπωρήσει πιο πολύ
κανείς δεν θα είναι εκεί
να του το εξηγήσει.
Κι έτσι με λίγη τύχη θα ζει
με λίγη ζωή και προσμονή
μέχρι σε λήθαργο να πέσει
στο σύμπαν πάλι να επιστρέψει
σαν επιταγή τυφλή τη μοίρα θα διατρέξει.



ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΚΙΑΘΑΣ
Από τη συλλογή Θερινό ανεμούριο, Αχαϊκές εκδόσεις, 1993

ΙΙ

Πλησίαζαν μεσάνυχτα
ένα τρακτέρ με πρόσφυγες
ακούγεται στο βάθος,

με τα δρεπάνια ασχημονούν
ξεσχίζουν το σκοτάδι.

Σμήνη αυτόφωτα πτηνά
τους οδηγούν στο Δέλτα
όπου
καραδοκεί τ' απόσπασμα
μ' ολόγυμνα τα ξίφη.

Το αίμα έπηξε κερί.

Ένας χιτώνας κόκκινος
σ' ένα κλαδί αφημένος.

*

Από τη συλλογή Χαίρε αιώνα, εκδ. Νέο επίπεδο/Χειροκίνητο, 2002

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΗ
                                             Στον Α.Μ.

Το μεγάλο υπόστεγο προς τη μεριά του λιμανιού
κράταγε τα νερά της βροχής
και το καφενείο του Αρμένη.
Άλλοτε κρατούσε ένα απόσπασμα χωροφυλάκων
δυο-τρεις νταβαντζήδες και την Ελένη.
Δυο λευκές μπακέτες
από τη συμφωνική της Σμύρνης ήταν
τα πόδια της.
Ο κόρφος της,
ο κόρφος της Ελένης, μύριζε βότανα καθώς φύτευε
στο αυλάκι του
βασιλικό, μέντα, δυόσμο και τις γιορτινές μέρες
ένα αγριοτριαντάφυλλο.
Στου Αρμένη, όλα τα σπόρια των καρπών της
Σαλονίκης
έκλειναν δουλειές για μπάρκα, γυναίκες, χασίσι
και μετανάστες.
Εκεί ο Ιάσονας, γιατρός από την Τασκένδη,
με το ξύλινο κουτί να παίζει Τσαϊκόφσκυ
σ' αυτούς που χάσαν την πατρίδα,
σ' αυτούς που τη βρήκαν ξένη.
Τα βαπόρια έφερναν και έπαιρναν ψυχές
χειμώνα-καλοκαίρι, μέρα-νύχτα.
Κάθε πρωί ο Ιάσονας άνοιγε το ξύλινο κουτί,
φόραγε το ακορντεόν και έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο,
για να τον μαθαίνουν τα παιδιά
που μάζευε ο Αρμένης.
Τα βαπόρια έφερναν και έπαιρναν ψυχές
στο μεγάλο υπόστεγο,
προς τη μεριά του λιμανιού.



ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ
Από τη συλλογή Οι ελεγείες της Ανατολής, εκδ. Κουκκίδα, 2014

ΙΚΕΤΕΣ ΕΦΤΑΣΑΝ

Ικέτες έφτασαν μια νύχτα εδώ,
άνδρες, γυναίκες και παιδιά―
Ρακένδυτοι Απόστολοι της Πίκρας.

Μόνα εφόδια: Μια πίστη ακλόνητη
και η απόφαση να ζήσουνε δίχως πατρίδα.

Ήρθαν, ελπίζοντας, εδώ
στη δυτική πλευρά του ονείρου.
Ενώ η Ελλάδα
αναπολεί ακόμα, και θρηνεί!

Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων.



ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ, ΑΘΗΝΑ, ΑΝΟΙΞΕ

Αντί για τείχη και γκρεμούς,
τις ικεσίες των ηττημένων δέξου!

Όμως, εσύ Αθήνα,
―πόλη και χώρα και στερέωμα― θυμήσου!
Εσύ που γνώρισες πολλά,
που δίδαξες φωτίζοντας αιώνες σκοτεινούς,
την αγκαλιά σου, τώρα, άνοιξε
και δέξου τους απάτριδες αυτούς.
Δώσε τους μιαν αυλή, λίγο δικό σου ουρανό.
Ένα παράθυρο ανοιχτό,
που να μοσχοβολάει βασιλικό κι αστέρια.

Κάτω απ' τα σπασμένα, έστω, ακροκέραμα σου,
κάνε τους να υπάρξουν πάλι.
Να δούνε αλλιώς τον κόσμο ετούτο τον απέραντο.
Που δεν τους περιέχει.


ΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΒΑΘΥΤΕΡΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Κάθε παιδί, και μια βομβαρδισμένη πολιτεία

—Ερχόμαστε από τις χώρες του ολέθρου,
από την Παλαιστίνη, τη Συρία, το Ιράν.
Από τα βάθη των αιώνων.
Η μοίρα μας, ίδια με τη δική σου αρχαία μοίρα.
Λένε μιλώντας την γλώσσα της βαθύτερης σιωπής.

Ανάμεσα σε χορτασμένους, πεινασμένοι τριγυρνούν.

Άλλοι, από ψηλά κι από μακριά κοιτούν.
Κι άλλοι τούς καταριούνται.

Οι συνετοί, εμείς.
Με τα μεγάλα αισθήματα μας.
Υποκρινόμαστε πως τους κατανοούμε:

—Ήρθανε για να μείνουν. Μέσα στη διαρκή φυγή.
—Ή μήπως για να τραβήξουν της καμπάνας το σκοινί;
(Διαλογιζόμαστε πάνω στον ξένο πόνο,
οι ασυλλόγιστοι εμείς).


ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Ι

Μήτρα της προσφυγιάς και μάνα του καημού μας.
Εσένα και το αίμα σου κουβαλάμε, όλοι εμείς
που ανήκουμε στη Δύση.
Χίλιες και μία νύχτες σε ονειρευτήκαμε,
και άλλες τόσες σε απαρνηθήκαμε!

Μια φορά κι έναν καιρό ήσουν το φως.
Το σάλπισμα του ήλιου.
Μα τώρα όπως λένε οι «σοφοί»,
είσαι το φοβερό σκοτάδι.
Το Έρεβος της ψυχής μας.
Το τέλος μιας αρχαίας αυταπάτης.

Στον Κήπο της Εδέμ και στη Γη Χαναάν,
δεν ανθίζουν λουλούδια. Δεν καρπίζουν ελιές -
Βόμβες και πύραυλοι και, τάφοι, τάφοι, τάφοι...
Φλεγόμενα παιδικά δωμάτια.
Προσευχές.
Ουράνιες προσδοκίες.

*

Ενώ οι θεοί του κόσμου· οι Αναλυτές,
συνεδριάζουν στις Βρυξέλες των νεφών!

Τις επόμενες ανθρώπινες τραγωδίες σχεδιάζουν δηλαδή.


II

«Αυτός δεν είναι τόπος για ζωή.
Σε αυτά εδώ τα χώματα,
ποιήματα δεν βλασταίνουν».

Μα, πίσω από τους γκρεμισμένους τοίχους,
— της Βαγδάτης, της Δαμασκού,
της Ιερουσαλήμ, της Γάζας —
κάτι παράξενες κι απόκοσμες φωνές φέρνει ο αγέρας:

«Εσείς μπορεί να κλαίτε για το μέλλον, αλλά εμείς,
κι από τον Άλλο Κόσμο ακόμα,
πολεμάμε· τραγουδώντας!».

Κι έπειτα· σιωπή!
Ρουκέτες.
Πύραυλοι.
Πάλι σιωπή.

Το έσχατο εκείνο καταφύγιο που φθονούμε.



ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ
Από τη συλλογή Ακατάλληλο, εκδ. Μανδραγόρας, 2016

ΠΟΙΗΣΗ ΝΑΥΑΓΟΣ

πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων.
Φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.


ΜΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ

Σαν πάτησε στην κόκκινη πια άμμο
άφησε ελεύθερη
την κραυγή απ’ το χέρι,
έλυσε ένα χαμόγελο
από τα μαλλιά
για να πετάξει
με της ελπίδας τα φτερά,
και έσπρωξε τη βάρκα
με τα παιδιά στη θάλασσα
και συνοδό ένα θραύσμα τρόμου
να θυμούνται το σπίτι
μη γυρίσουν πίσω ποτέ


ΥΓΡΟΣ ΤΑΦΟΣ

βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα,
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
σε τρύπιο φουσκωτό.

πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη


ΑΓΙΟ ΑΙΓΑΙΟ

Παπούτσια υγρά
πνιγμένα σε αλάτι
στάζουν εξορία,
άχρωμες ώρες
βουλιάζουν στα κάτεργα
δουλεμπορικής αγοράς
νικημένων ονείρων.

Όλη η ελπίδα
κρύβεται σε στρείδια
ναυαγισμένα.
Γεωγραφία οστράκων
χαραγμένων ονομάτων,
ανάμνηση γης
μητρικής.

Ανθολόγηση:
στίγμαΛόγου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου