Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες

Πηγή φωτογραφίας: newsbomb.gr
Το θέμα των προσφύγων, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα του 21ου αιώνα, είναι μια χαρακιά στο πρόσωπο της Ευρώπης, ένα μελανό σημείο στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια ανοιχτή πληγή στην καρδιά του κόσμου. Οι Έλληνες και οι Κύπριοι ποιητές ευαισθητοποιούνται ως προς αυτό το μείζονος σημασίας θέμα που υψώνει τείχη και δημιουργεί ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων και με την ποίησή τους δίνουν φωνή σε αυτή τη μεγάλη κοινότητα πόνου, που ολοένα αυξάνεται. Στο στίγμαΛόγου παρουσιάζουμε μια ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες, από ποιήματα που επιλέξαμε μέσα από τις συλλογές που έχουμε παρουσιάσει. Τα ποιήματα, όλα μαζί συγκεντρωμένα, ακούγονται σαν μια συλλογική φωνή διαμαρτυρίας που ταυτόχρονα ηχεί και σαν μια νότα ελπίδας. Ανθολογούνται οι ποιητές: Γιάννης Αντιόχου, Ευθυμία Γιώσα, Γιώργος Γκανέλης, Ανδρέας Καρακόκκινος, Φροσούλα Κολοσιάτου, Φιλέας Τετράζης, Ευσέβεια Χατζηχαραλάμπους.

Η ανθολογία εξυπακούεται ότι δεν είναι εξαντλητική και εφορμήθηκε από την προσπάθεια συγκέντρωσης συναφών ποιημάτων προς τον σκοπό της συγγραφής ενός επιστημονικού άρθρου. Την εν λόγω προσπάθεια συνέδραμαν και άλλοι bloggers, κυρίως ο Δήμος Χλωπτσιούδης και η Διώνη Δημητριάδου, όμως εδώ δεν παρουσιάζονται τα ποιήματα που μας υπέδειξαν, αλλά αυτά που προέκυψαν –όπως προειπώθηκε– από τις δικές μας αναγνώσεις.

Κατερίνα Τσιτσεκλή & 
Χριστίνα Λιναρδάκη 
για το στίγμαΛὀγου




ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ
Από την ποιητική συλλογή Διάλυσις, εκδ. Ίκαρος, 2017

ΠΤΗΣΗ ΒΟΛ-ΠΛΑΝΕ (απόσπασμα)

… [Πτήση βολ-πλανέ
πάνω από την κόλαση
ζητιανεύοντας μέσα στα θρύψαλα
το παρόν μιας άλλης πόλης]

Μάτωσα όλα μου τα δάχτυλα
Στις πλατιές χειρονομίες
και τα γόνατά μου στις μεγάλες αμαρτίες

Αυτή η απελπιστική γονυκλισία
που αντιστέκεται στην αθωότητα
και η εξασθενημένη σκιά μου
στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου
αναλογικό φάσμα παράσιτων τηλεόρασης
που ξημερώνοντας θα αναληφθεί
στην εξόδιο ακολουθία ενός αλκοολικού εφημέριου

Και συμμάζεψα όσο μπορούσα τα κουρέλια μου
να μπω στο ναό σχεδόν καθαρός
με μια επιπόλαιη χωρίστρα στα μαλλιά
και λίγο σάλιο στις άκρες του στόματος
απασφαλίζοντας τα βιτρό παράθυρα των θαυμάτων
μοιράζοντας τα ψίχουλα μιας μπαγιάτικης αρτοκλασίας
στο εξαντλημένο φεγγάρι και στα αποδημητικά πουλιά
που μόλις είχαν φτάσει από τη Χομς και τη Λατάκεια
και ξεχωρίζοντας ζωστικά ράσα
διακονικά άμφια και βελούδινα καλύμματα
έντυσα όλα τα παιδιά της κεντρικής πλατείας
μέχρι να φυτρώσουν τα φτερά τους
μήπως και αντέξουν τον επόμενο χειμώνα

[Πτήση βολ-πλανέ
και παντελώς αδιαφορώ
αν όλοι σας
λέτε πως σέρνομαι]


ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΩΣΑ
Από το ποιητικό αφήγημα Σώματα πτερόεντα, εκδ. Σοκόλη (2016)

ΤΟ ΣΩΜΑ ΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΙΙ
«Δεν κατοικείς παρά μες στο κορμί σου»
Πάνος ΚυπαρίσσηςΤα Τιμαλφή

Μόνη αποσκευή το σώμα μου. Το πήρα όπως όπως κι έφυγα να το σώσω. Κι ενώ το γλίτωσα, τώρα δεν έχω πού να το εναποθέσω. Ολόκληρη η γη και μοιάζει με ρούχο που μάζεψε στο πλύσιμο. Τόσοι κάμποι, τόσα βουνά, τόσος ουρανός, και για εκείνο δεν υπάρχει πουθενά χώρος. Το χώμα ξερνάει κάθε τόσο τα δάκρυα των νεκρών και το μουσκεύει. Η θάλασσα γίνεται Μέδουσα και το πετρώνει με την όψη των κυμάτων της. Η άσφαλτος χωρίζεται στα δύο και το καταπίνει. Δεν υπάρχει τόπος ν’ ανεχθεί το σώμα μου.

Όταν συνειδητοποίησα πως κατάφερα να το κρατήσω σώο και αβλαβές, το ένιωσα σαν λάφυρο από πόλεμο χαμένο. Τώρα ρίχνω το βλέμμα μου πάνω του, το παρατηρώ κι αναρωτιέμαι τι να κάνω με δαύτο. Δεν είναι φύλλο από χαρτί να το διπλώσω, να το κρύψω. Δεν είναι σταγόνα από νερό να τη ρουφήξω. Δεν είναι κάρβουνο να το ανάψω και να γίνει στάχτη. Είναι ένα σώμα. Με μια καρδιά που ζητάει άδεια για να χτυπήσει. Με δυο χέρια σε στάση ικεσίας. Με δυο πόδια που δεν ξέρουν αν πρέπει να περπατήσουν και προς ποια κατεύθυνση να κινηθούν. Προς το παρόν είναι και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα κατειλημμένα από σώματα που αξίζει κι έχουν το δικαίωμα να ζουν.

Όλες οι πυξίδες χαλασμένες. Όλες οι άγκυρες θηλιές. Όλοι οι δρόμοι αλληλόμορφα γονιδίων που χάθηκαν στην εξέλιξη. Το σώμα μου δεν επιτρέπεται να έχει πια καμιάν απαίτηση. Κοιμάται στις πέτρες, μένει βρόμικο για μέρες, τρώει όποτε και ό,τι του πούνε, πηγαίνει όπου του υποδείξουνε. Και περιμένει. Υποπτεύομαι δε πως βάζω καταχρηστικά πλέον δίπλα του την κτητική αντωνυμία. Νομίζω πως είναι άλλοι που ρυθμίζουν τον κιρκαδικό ρυθμό του, που του υπαγορεύουν τις ανάγκες του, που σχεδιάζουν τα βήματά του.

Τόσα ποτάμια, τόσα χωράφια, τόσος ήλιος, και για το κορμί μου δεν υπάρχει ούτε ένα χιλιοστό πατρίδας. Η κοινωνική και πολιτική αισθητική τους ενίσταται μπροστά στην παρουσία του. Γίνονται ξενηλάτες του, κατήγοροί του, διώκτες του, καταχραστές του πόνου του. Οι παραχαράκτες των ονείρων που πρόλαβε και κατέστρωσε.

Είναι στιγμές που ο σφυγμός του μοιάζει με φοβισμένου λαγού που μόλις πρόλαβε και ξέφυγε από το βόλι του κυνηγού. Τότε είναι που εύχεται να γυρίσει πίσω στη μήτρα που το γέννησε. Να τρυπώσει πάλι μέσα της και να λουφάξει στην αιμάτινη αιωνιότητά της. Ν’ αφήσει απ’ έξω την αδιάβατη θνητότητά του, αφού, όσο και αν προχωρά, μένει αγκυλωμένο σε μια διαρκή αναμονή. Δεν υπάρχει μονοπάτι να διαβεί ετούτο το σώμα.

Δεν έχουν αφήσει μονοπάτι ανοιχτό γι’ αυτό το κορμί. Τους άκουγα τις προάλλες να υπολογίζουν πόσο σύρμα χρειάζεται για να υψώσουν σύνορα μέχρι τον ουρανό. Να μην μπορούν λέει, ούτε τα πουλιά να πετούν. Να στριμωχτούν όλα ετούτα τα σώματα μαζί και όσο γίνεται πιο μακριά τους. Ζήτησαν μάλιστα και τη γνώμη του ειδικού: υπάρχει περίπτωση να μπορούμε να τους παρέχουμε ημερησίως όση ποσότητα οξυγόνου επιθυμούμε;

Μητρικό μου καταφύγιο, πληρώνω ακριβά το τίμημα του αποχωρισμού μας.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ
Από τη συλλογή Υπό το Μηδέν, εκδ. Στοχαστής (2017)

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γελάει ο θυμωμένος άνεμος
Αναποδογυρίζουν τα βαρέλια
Ο δρόμος αναμασά τη λάσπη
Το γατί κλαίει στα κεραμίδια
Σκοράρει ο θάνατος
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Σιδερένια πουλιά στις κολόνες
Μετά πηγαίνουν στην εκκλησία
Μοσχοβολούν τα ρούχα τους
Αστράφτουν και τα φτερά τους
Στη φάτνη σκοτωμένα βρέφη
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Γυρίζει ανάποδα το δέντρο
Καρφώνεται στη θάλασσα
Καράβια σημαιοστολισμένα
Μεταφέρουν τους νεκρούς
Τους αποθέτουν στο λιμάνι
Τα μάτια τους ακόμη ζωντανά
Στάζουν φρέσκο χιονοπόλεμο
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Σκύλοι έξω απ’ τα κλουβιά
Προπονούν τα δόντια τους
Κατασπαράζουν την παγωνιά
Ξεθάβουν το μαύρο κόκαλο
Και το τινάζουν στα σύννεφα

Βρίσκει στο μάγουλο το Θεό
Δονείται απ’ τον κρότο η γη
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.
Τα Χριστούγεννα των ποιητών.


ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

Η νέα χρονιά θα εκβράσει πτώματα
Ακατάλληλες σκηνές για βολεμένους
Αυτό το χέρι απροκάλυπτα σκληρό
Έριχνε στο νερό το υπέρβαρο φορτίο
Γελούσε με την απονιά των μποφόρ
Υπήρχαν νεκροί χωρίς ταυτοποίηση
Ζωντανοί ανάμεσα στους αγέννητους.

Αδήλωτοι επιβάτες στη σειρά
Έτρωγαν βρώμικο ψωμί
Κι έπεφταν στη θάλασσα
Ύστερα τα παραπλέοντα πλοία
Τους ανέβαζαν στο κατάστρωμα
Οι ναύτες τους έδεναν τα μάτια
Να μην βλέπουν το νέο φεγγάρι
Στο τέλος πέθαιναν από μοναξιά.

Απολογισμός της χρονιάς:
Γέμισε πτώματα ο ουρανός.


ΑΜΟΚ

Βρίσκω τη σάρκα σου στις ράγες
Δίπλα σε χαλασμένες κονσέρβες
Στερεά υπολείμματα της ομορφιάς
Πεταμένα από κάποιο βαγόνι
Μάτια τρομαγμένα ηφαίστεια
Σκεπάζουν την άνοιξη με λάβα
Χέρια πουλιά αποδημητικά
Αγγίζουν τον ουρανό τα βράδια
Αμέτρητα χιλιόμετρα η ερημιά
Ουραγός σε προσφυγικό καραβάνι
Τείχη υψώνονται απροσπέλαστα
Δυο βήματα απ’ τον παράδεισο
Και πίσω απ’ τα οδοφράγματα
Η αθωότητα στην κρεατομηχανή.

Βρίσκω το αίμα σου στις ράγες
Ευρώπη του ρατσιστικού αμόκ.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ
Από τη συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδ. Ένεκεν, 2017

ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ

Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.


ΤΥΦΩΝΕΣ

Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά

Οι τυφώνες στην εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.


ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Από τη συλλογή Σκοτεινή συγκατοίκηση, εκδ. Γαβριηλίδης (2014)

Αετοί μαζεύουν τα φτερά τους
Βυθίστηκαν στην υγρασία

Απότομα
Νερό θαλασσινό
Με θόρυβο απλώθηκε
Σαν μοιρολόι

Με το θάνατο
Να είναι της κάθε στιγμής
Ενδεχόμενο
Ρόδι βαρύ
Κύλησε και σκορπίστηκε
Στα ελλείμματα του χρόνου

./..

Μη σπάσει η βροχή
Και ομολογήσει
Μυστήρια ευανάγνωστα
Τα σφράγισαν τα μυστικά μας

Η αγάπη
Κύλησε σαν το νερό
Ακούμπησε τη θάλασσα
Στο πίσω μέρος του ουρανού
Καθρέφτης γυρισμένος
Προς τα μέσα

Εκεί περνούν τα τρένα
Παιδιά με κλάματα
Μην κοιμηθείς

Όπου και να πας
Θα βρεις ανθρώπους
Πάντα να μετακινούνται

Τυλιγμένα στον ύπνο
Μυριάδες χέρια
Υπνοβατούν
Με κύκλους του θανάτου

./..

Μια αγέλη πεινασμένων ανθρώπων
Μεταμορφώθηκε
Και εγκαταστάθηκε στην πόλη
Έκαψα στα γρήγορα
Όλες τις μέρες μου
Τις χάρισα
Σε ένα θίασο περιπλανώμενο
Μέσα ο μινώταυρος
Με πολλά ξερά στόματα
Και μια θλίψη άηχη
Έπλυνα τα λόγια του
Στο ψέμα

Να τρως τα φρούτα με τη φλούδα
Μου έλεγε κάποτε η μητέρα

./..

Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
Όταν άλλοι πεθαίνουν
Τα χαμένα λόγια
Κατεβαίνουν στη θάλασσα

Να προλάβουμε λέει
Πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες
Την αυλή των ψιθύρων
Η φωνή της μέρας αντηχεί
Μια κουκκίδα στο χάρτη

Έχει αρχίσει να νυχτώνει
Ανοίγω την πόρτα
Νεκρά είδωλα
Πέφτουν μπροστά μου
Άλλος τώρα ο προσανατολισμός
Ολόκληρη η γεωγραφία
Η δική μας αλλάζει
Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος


ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Από τη συλλογή Φοράει τα μάτια του νερού, εκδ. Γαβριηλίδης (2017)

ΦΩΝΕΣ

Ραγδαίο σκοτάδι
Στα ερείπια του πολέμου
Σκουριάζει το φεγγάρι

Με τα πλοία των τρελών
Τα ναυάγια συνεχίζονται

Τα δάκρυα διασταυρώνουν
Λαθραία όνειρα
Όταν αγρυπνά η θύελλα
Κάτι σπασμένες βάρκες
Σε βαθιά μεθυσμένα κύματα

Το χρονικό του ναυαγίου
Περιφέρεται μέσα στο σπίτι μας
Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;


Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Άκου σκάβουν το νερό
Αλλόκοτα
Με παφλασμό η Μέδουσα
Τους σαβανώνει
Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει
Με δουλεμπόρους
Θα έχει χαλάσει
Η αντανάκλαση του φεγγαριού
Δεμένη με μαύρο σκοινί
Στην ακτή

Ένα παιδάκι
Ικετεύει τα κύματα
Να ζήσει
Όταν αγγίζει το βυθό
Γίνεται κόκκινος
Μυρίζει φόβο
Αμετάκλητο κακό
Άλλαξε η γεύση του νερού
Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;


ΔΡΕΠΑΝΗΦΟΡΟ ΑΡΜΑ

Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη
Σαν μάνα Τρωαδίτισσα
Μες στην καταστροφή
Να ψάχνει τα παιδιά της
Στασιάζουν οι νεκροί
Και στάζουν αίμα
Σαν πυρακτωμένη μήτρα
Της Αίτνας
Και το σβησμένο άστρο της Συρίας


ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΘΟΡΑΣ

Συνομωτούν
Φέρνουν το φάντασμα της ελπίδας
Βάζουν τους ανθρώπους
Να ψάχνουν
Όπως ο τυφλός με τα χέρια

Επαναπροώθηση ονείρων
Γλιστρά μες στο Βαλκανικό διάδρομο
Και φέρνει δυστυχία

Αν περάσουν στην άλλη πλευρά
Λένε θα σωθούν
Άνθρωποι που χρειάζονται προστασία


Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ

Περίτεχνα ο τυφώνας
Φοράει τα μάτια του νερού

Δίχως επίθετο
Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
Γωνία ακτής και θάλασσας


Η ΓΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Βοηθήστε μας
Να ξαναγίνουμε πρόσωπα

Με ένα χάδι από βαθιά
Η γάτα των προσφύγων
Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους
Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει
Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο
Σε αυτούς που δεν είναι τίποτε
Μα και κανένας

Στο βηματισμό της τρυφερότητας
Αντιφεγγίζει τα όνειρα
Σαν βροχή καθαρίζει το τοπίο
Φέρνει αποθέματα αγάπης

Τότε τα νούμερα γίνονται άνθρωποι

Η γυναίκα και η γάτα
Θα φύγουν μαζί με ένα άγγιγμα
Μέχρι τα πέρατα της οικουμένης
Τόσο μακριά
Τόσο δεμένες

Η γυναίκα που έφερε τη γάτα της
Αγκαλιά από τη Συρία


ΦΙΛΕΑΣ ΤΕΤΡΑΖΗΣ
Από τη συλλογή Δεν είναι όμως έτσι, εκδ. POLARIS (2017)

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ 2016 μ.Χ.

Στους ηγέτες της Βίζεγκραντ
Κανένα μήνυμα δεν ήρθε ούτε σήμερα
και φοβάμαι μηδενίστηκαν
οι πιθανότητες να φύγουμε από δώ.

Οι δρόμοι της φαντασίας μόνο απόμειναν ανοιχτοί
να ταξιδέψουμε μακριά χωρίς επίσημες σφραγίδες
μα λαθραία περπατώντας στα βουνά
βόρεια πάντα εμείς,
τα χελιδόνια πάντα νότια,
διασχίζοντας ποτάμια αδιαφορίας
κυνηγημένοι σαν όντα προϊστορικά.

Ξέρουμε τα συρματοπλέγματα πνίξανε την ελπίδα
κι όλο μας περισφίγγουν το λαιμό.
Πώς έγινε να μην έχουμε πατρίδα, χωριό, σπίτι
μιαν αυλή να παίζουν τα παιδιά μας αμέριμνα κρυφτό.
Οι δρόμοι της φαντασίας απόμειναν μονάχα
είμαστε βέβαια ζωντανοί αλλά αόρατοι
στα μαύρα σας γυαλιά
που μας κοιτούν μα δεν μας βλέπουν…


ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Από τη συλλογή Βιογραφικό σημείωμα, εκδ. Θράκα 2018

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ

Εκεί που
δεν υπήρξαμε
υπάρχει κάποια ελπίδα
ίσως ο χώρος
για όλα όσα πρέπει να ειπωθούν
που είναι τόσο μικρά σαν και μένα
και τόσο μεγάλα σαν και σένα
και τανάπαλιν

δεν ξέρω τι να κάνω
μ’ αυτό το δάκρυ
το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς
δε λιγοστεύει –σκυλί σκέτο

τρέμω φοβάμαι
γίνομαι ένα τόξο

οι τόποι που αγάπησα είναι μακριά
κάθομαι εδώ περιμένοντας
όσα δεν έρχονται
ενώ
οι απώλειες γίνονται
-ξανά-
ποτάμι
(τα μαγικά χαλιά
που φτιάχναμε στον τόπο μας
παππού
στάχτες έγιναν
μάθαμε να χάνουμε
και δυστυχώς
αυτός ο κατήφορος
δε σταματά πουθενά
κι όλα τα ονόματα
που άφησες
ποιος μπορεί
να τ’ αναστήσει ξανά;)


TΗΕSIS 27/1

όλα σχετίζονται μ’ αυτό:
από ποια μεριά
σου φανερώθηκε
ο κόσμος

σμήνη ψυχών
με περιβάλλουν
επικαλούμαι την προστασία τους
ο παλιός ο άδικος πόνος τους
ζητά
αγάπη και μνήμη

ο παράλογος ο τρομερός
ο αδυσώπητος
χωρίς γυρισμό
κι ανώφελος
δρόμος
προς το χάος
απλώνεται μπροστά
απαράλλακτος

Ιούνιος 2019
στίγμαΛόγου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου