Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Ο χειμώνας στη νεοελληνική ποίηση



Είδαμε και πάθαμε φέτος να δούμε χειμώνα! Μια όμως και είδαμε, δεν πρέπει να τον υμνήσουμε με κάποιον τρόπο; Εμείς στο στίγμαΛόγου επιλέξαμε να το κάνουμε με ένα μικρό ανθολόγιο ποιημάτων για τον χειμώνα, κατ' αναλογίαν παλαιότερων αφιερωμάτων για το φθινόπωρο και την άνοιξη στην ποίηση.

Ξεκινάμε με ένα ποίημα του Αλεξάκη (η σειρά είναι γενικά αλφαβητική, σύμφωνα με το επώνυμο του ποιητή) που μιλάει για μια αόρατη γυναίκα - το όραμα ενός μοναχικού ανθρώπου καταμεσής του χειμώνα:

Χειμών δριμύς επέρχεται - Ορέστης Αλεξάκης
τοπίο γυμνό
πετρώδες
κάνει κρύο
φυσάει βοριάς
αόρατη γυναίκα
θα ξεπαγιάσεις έτσι
ψιθυρίζει
χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου
μάζεψε τα ξερόκλαδα
ν’ ανάψεις
φωτιά για τους νεκρούς
κοιτάζω γύρω
δέντρο κανένα μόνο
μαύρες πέτρες
και πού κλαδιά και πώς
φωτιά ν’ ανάψω
κι’ ο τόπος σκοτεινιάζει
και κρυώνω
κλείνω τα μάτια βλέπω
περιστέρια
κι’ ακούω φωνές και γέλια
και σαλεύουν
πολύφυλλα κλαδιά στο μέτωπό μου
και λάμπει διάφανο στο φως
και λάμνει
σε βαθύσκια νερά γυμνό κορίτσι
κι’ αγέρας χλιαρός αναστατώνει
τ’ αρσενικά μου κύτταρα
κι’ ακούω
φιλιά κι’ ανάσες και
καλός ο πόθος
καλό το δάκρυ
το φιλί κι’ η σάρκα
και πιο βαθιά δεν έχει ο κόσμος λένε
κι’ η βάρκα με λικνίζει και ποιος είμαι
και πού πηγαίνω σκέφτομαι
και σβήνει
το φωτεινό κορίτσι
και κρυώνω
και να μαι πάλι κουρελής και μόνος
οδοιπορώντας έρημα τοπία
κι’ αόρατη γυναίκα ψιθυρίζει
χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου
μάζεψε τα ξερόκλαδα ν’ ανάψεις
φωτιά για τους νεκρούς
που ξεπαγιάζουν

Μέσα από το πρίσμα του έρωτα και της ματαιότητας βλέπει τον χειμώνα και η Δημουλά:

Η κακοκαιρία των προσχημάτων - Κική Δημουλά
Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια
κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης.
Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία
προς τι να έρθεί;

Ακολουθούν δύο αθώα, ρομαντικά ποιήματα του Καρυωτάκη και του Λαπαθιώτη, που αντανακλούν τα αισθητικά πρότυπα και επιμέρους θέματα μιας άλλης εποχής:

Το χιόνι - Κώστας Καρυωτάκης
Τι καλά που ‘ναι στο σπίτι μας τώρα που έξω πέφτει χιόνι!
Το μπερντέ παραμερίζοντας τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι
να σκεπάζει όλα τα πράγματα, δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.
Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστηση μαζεμένη τόση ασπρίλα.

Όμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας το κορίτσι εκείνο τρέχει.
Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας, ψωμί λέει πως δεν έχει,
πως κρυώνει, πως επάγωσε…

Έλα μέσα κοριτσάκι,
το τραπέζι μας εστρώθηκε κι αναμμένο είναι το τζάκι!


Τα καημένα τα πουλάκια - Ναπολέων Λαπαθιώτης
Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω, τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται τα καημένα τα πουλάκια!

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα, τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν στις αυλές με το φαράσι.
Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη, κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε, φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται τα καημένα τα πουλάκια.

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα, τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει ο βοριάς που θα περάσει.

Στα παιδάκια είναι τα χάδια, στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται τα καημένα τα πουλάκια!
Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια, μη τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα πουλάκια τα καημένα, τα πουλάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα να φανούν την άλλη μέρα…

Η παγωνιά του χειμώνα φέρνει στον νου των ποιητών τον θάνατο και τη δική του παγωνιά. Δείτε τα επόμενα δύο ποιήματα του Λειβαδίτη και της Μυρτιώτισσας:

Αναμονή - Τάσος Λειβαδίτης
Ήταν ένας νέος ωχρός, καθόταν στο πεζοδρόμιο, χειμώνας,
κρύωνε. «Τι περιμένεις;» του λέω. «Τον άλλον αιώνα», μου λέει.
Και χιόνιζε ήσυχα ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο.

Χειμώνας - Μυρτιώτισσα
Νάτος και πάλι που έφτασεν ο θλιβερός χειμώνας,
μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι...
Χλώμιασ’ η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας.
Ώρες θα στέκω ν’ αγρικώ το μανιασμένο αγέρι.

Απόψε, όσοι μου πέθαναν, ξανά θε να πεθάνουν,
τη συνοδεία τη νεκρική θ’ ακολουθήσω πάλι
κι όταν ακόμη μια φορά κάτω απ’ τη γη τους βάνουν
θα κρύψω μες στα χέρια μου τ’ αλλόφρονο κεφάλι.

Ω! Πόσο μόνη θα αιστανθώ στην άδεια κάμαρά μου,
Όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π’ αγάπησα, μ’αφήσει...
Με τι λαχτάρα θα το ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου,
σα θα ‘ρτει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει!

Ο Πορφύρας, πάλι, δεν συνέδεσε τον χειμώνα με τον θάνατο, αλλά με τη λύπη:
Χειμωνιάτικα δέντρα - Λάμπρος Πορφύρας
Tα σκοτεινά φυλλώματα στα πεύκα αργοσαλεύου
σα ρασοφόροι στο βουνό που μάχονται ν' ανέβουν
κι ο θλιβερός τους ο ψαλμός στ' άδεια βογγάει λαγκάδια
σα μουσικός αντίλαλος από βαθιά πηγάδια.

Mαζί τους κάτι ολόγυμνα κλαριά δεν αποσταίνουν
τρελλά μια χειμωνιάτικη καμπάνα να σημαίνουν,
όπου τα γέρνει ο άνεμος γέρνουν, σημαίνουν, δίχως
απ' το βουβό τους σήμαντρο ποτέ να βγαίνει ο ήχος.

Kαι στον καθρέφτη του νερού, που σαν την καταχνιά,
κάποτε -τ' ανοιξιάτικο το λέει το παραμύθι-
τον κήπο της Nεράιδας εστρώναν τα κλωνιά
τίποτε τώρα στα θολά δεν απομένει βύθη.

Σε ραγισμένους γύρω αυλούς οι καλαμιές φυσούνε
τα νυφικά μαλλάκια τους μαδούν μαδούν οι ιτιές
τον κήπο της Nεράιδας σβημένο νοσταλγούνε
και κλαιν τις ανοιξιάτικες εφήμερες σκιές,

Ω! κι όλο σκύβουν στα νεκρά νερά τα βουρκωμένα,
ω! κι όλο σειούνται κι έχουνε μες στον πικρό βοριά
τα ίδια τα κινήματα, τ' αργά κι απελπισμένα,
που 'χομε μες στη λύπη μας κι εμείς την πιο βαριά.

Σε εντελώς άλλο ύφος, ο Σαχτούρης φτιάχνει μια χειμωνιάτικη καρτ-ποστάλ:

Χειμώνας - Μίλτος Σαχτούρης
Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια
τι τέλεια που μαραθήκαν
κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους
με μιά φοβισμένη καρδιά χελιδονιού
χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια
γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό
δυό μαύρα σύννεφα στον ουρανό
κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα
αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή απελπισμένη
μοιράζοντας τις ομπρέλλες της
τα κάστανα θα τη ζηλεύουν
και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές
θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι
αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια
αυτός που πουλάει τις ζεστές-ζεστές προβιές
αυτός που πουλάει το καφτό σαλέπι
κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι
για τις φτωχές καρδιές

Ο Σεφέρης πάλι πιάνει μια χειμωνιάτικη αχτίνα και τη μετατρέπει σε ποίημα:

Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα - Γιώργος Σεφέρης
(απόσπασμα)

Α΄
Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ
για το φτωχό μυαλό που είδε το τέλος·
τα λιγοστά λαμπυρίσματα.
Φύλλα που στροβιλίζουνται με γλάρους
αγριεμένους με το χειμώνα.

Όπως ελευθερώνεται ένα στήθος
οι χορευτές έγιναν δέντρα
ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δέντρα.

Β΄
Καίγουνται τ’ άσπρα φύκια
Γραίες αναδυόμενες χωρίς βλέφαρα
σχήματα που άλλοτε χορεύαν
μαρμαρωμένες φλόγες.
Το χιόνι σκέπασε τον κόσμο.

Και, για το τέλος, ένα ποίημα του Χιόνη, αρκετά πρωτότυπο:

Βροχή δωματίου - Αργύρης Χιόνης
Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε,
κρυώνω.
Ήτανε, πράγματι, χειμώνας. Το τζάμι τη λυπήθηκε,
της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο.
Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, που ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τί ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου;
Είναι βροχή δωματίου...

Καλό χειμώνα!


Χριστίνα Λιναρδάκη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου