Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Τέσσερα ποιήματα του σύγχρονου Αμερικανού ποιητή Stephen Dunn

Ο Στήβεν Νταν (Stephen Dunn, 1939-) είναι Αμερικανός ποιητής και επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Richard Stockton. Έχει εκδώσει 18 ποιητικές συλλογές. Έλαβε το βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή Different Hours,  έχει βραβευθεί από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων και ήταν στη βραχεία λίστα για το εθνικό βραβείο βιβλιοκριτικών (National Book Critics Circle Award). Ζει στο Φρόστμπουργκ του Μέριλαντ. Τα ποιήματα προέρχονται από την πιο πρόσφατη συλλογή του, Whereas (NY: W.W.Norton & Company, 2016), στην οποία ο ποιητής εξετάζει τις δυσκολίες του να λέμε την αλήθεια, καθώς και τους μύθους με τους οποίους επιλέγουμε να ζούμε.


The moon’s silence was an invitation to invent its powers,
so when in love we spoke about its influence,
how, even when it was on the other side
of the world, we felt it urging us toward each other.
We’d known for years it could move oceans, cause catastrophes,
but these days it seemed more powerful than ever–

leeves broken, towns under water, heartrending diminutions.
It happened with and without us, was never our fault.
Once we might have blamed a vengeful god,
long since forsaken. Now we looked to meteorologists
for explanations, and with visible excitement

they gave us what we needed, those daily portals into havoc,
which allowed us to be elsewhere, on a couch, say,
in a distant living room with an alibi, as if someone else
were responsible. Nighttime or daytime, the moon rewired
our universe. Words came to us, and we turned
them into song. We even learned to believe them.


Η σιωπή της σελήνης ήταν μια πρόσκληση να επινοήσουμε τις δυνάμεις της,
έτσι όταν ήμασταν ερωτευμένοι μιλούσαμε για την επίδρασή της,
το πώς, ακόμη κι όταν βρισκόταν στην άλλη πλευρά
του κόσμου, τη νιώθαμε να μας σπρώχνει τον έναν προς τον άλλον.
Ξέραμε από παλιά πως μπορούσε να κινήσει ωκεανούς, να προκαλέσει καταστροφές
όμως εκείνες τις μέρες έμοιαζε πιο ισχυρή από ποτέ–

σπασμένοι κυματοθραύστες, πόλεις κάτω από το νερό, σπαραξικάρδιες απογοητεύσεις.
Συνέβη με και χωρίς εμάς, δεν ήμασταν ποτέ υπεύθυνοι.
Κάποτε ίσως να κατηγορήσαμε έναν εκδικητικό θεό,
που όμως εγκαταλείψαμε. Έπειτα αναζητήσαμε στους μετεωρολόγους
τις εξηγήσεις κι εκείνοι με φανερό ενθουσιασμό

μας έδωσαν αυτό που χρειαζόμασταν, τις ημερήσιες πύλες προς την πανωλεθρία,
που μας επέτρεψαν να είμαστε αλλού, σε έναν καναπέ, ας πούμε,
σε ένα μακρινό καθιστικό με ένα άλλοθι, σαν κάποιος άλλος
να ήταν υπεύθυνος. Νύχτα ή μέρα, η σελήνη εφεύρισκε εκ νέου
το σύμπαν μας. Λέξεις ήρθαν σε μας κι εμείς τις μετατρέψαμε
σε τραγούδι. Μάθαμε ακόμη και να τις πιστεύουμε.



If it’s true that objects retain their memories
of being handled, used, even properly admired
for their efficiency, like a spoon, or diminished,
like a toothpick that once was part of something
grand, like a pine or a sequoia,

                then it’s no wonder that some objects
carry themselves with a kind of stainless dignity,
while others seem to enjoy revenge, become splinters
under our fingernails, never forget their capacity
                to right a misuse.

                                                And if it’s true that all objects
made by us soon take on their own personalities,
yet also are driven by what we can’t conceal in ourselves,
this may account for the kind of Frankensteinian power–
meltdowns, monstrous behavior–our children,

no matter how loved, develop to withstand our willfulness.
And if it’s true that they remember being treated
like cogs or toothpicks, or even machines that work perfectly
in public, let us not be surprised when, years later,
they break down in private.


Αν είναι αλήθεια ότι τα αντικείμενα κρατούν τη μνήμη
της μεταχείρισης, της χρήσης, ακόμη και της λατρείας
για την αποτελεσματικότητά τους, όπως ένα κουτάλι, ή τη χάνουν,
όπως η οδοντογλυφίδα που κάποτε ήταν μέρος από κάτι
μεγαλειώδες, όπως ένα έλατο ή μια σεκόια,

                τότε δεν είναι απορίας άξιον που ορισμένα αντικείμενα
φέρονται και άγονται με ένα είδος ανοξείδωτης αξιοπρέπειας,
ενώ άλλα μοιάζουν να απολαμβάνουν την εκδίκηση, γίνονται σκλήθρες
μέσα στα δάχτυλά μας, δεν λησμονούν την ικανότητά τους
                να διορθώσουν μια κακομεταχείριση.

                                                Κι αν αληθεύει ότι όλα τα αντικείμενα
που φτιάχνουμε σύντομα αποκτούν δικές τους προσωπικότητες,
ωστόσο ωθούνται επίσης από αυτό που δεν μπορούμε να κρύψουμε μέσα μας,
αυτό ίσως να εξηγεί το είδος της Φρανκενστάνειας δύναμης–
εκρήξεις θυμού, τερατώδη συμπεριφορά–των παιδιών μας,

που όσο κι αν τα αγαπήσαμε, μεγαλώνοντας αντιστέκονται στην ισχυρογνωμοσύνη μας.
Κι αν είναι αλήθεια ότι θυμούνται πως τα μεταχειριστήκαμε
σαν γρανάζια ή οδοντογλυφίδες, ή ακόμη και σαν μηχανές που λειτουργούν τέλεια
μπροστά στον κόσμο, ας μην νιώσουμε έκπληξη όταν, χρόνια μετά,
                                καταρρεύσουν όταν είναι μόνα.



loved the Mőbius, and the sky’s big suggestion
                of a universe, and now and then
would imagine a heaven as if it were his

to construct and manage, death just a pause
                before the real work would begin.
In truth, and in his practice, he preferred things

that had endings, was sure anything
                that goes on and on
was destined to mislead, be shapeless,

false. But still the idea appealed to him
                the way feelings appeal
to those who feel they should be thinking.

Some, the innocent, would call him the architect
                of infinity, which he wouldn’t correct,
while the rest of us kept as quiet as we could.


αγαπούσε τον Μέμπιους και το πώς ο ουρανός υποδήλωνε μεγαλοπρεπώς
ένα σύμπαν, και τώρα και τότε
φανταζόταν έναν παράδεισο σα να ήταν δικός του

να τον κατασκευάζει και να τον διαχειρίζεται, ο θάνατος μόνο μία παύση
                προτού αρχίσει η αληθινή δουλειά.
Στην πραγματικότητα, και στο επάγγελμά του, προτιμούσε πράγματα

που είχαν όρια, ήταν σίγουρος πως όλα όσα
                συνεχίζονται αέναα
ήταν προορισμένα να παραπλανούν, να είναι άμορφα,

λάθος. Μα η ιδέα εξακολουθούσε να τον γοητεύει
                όπως γοητεύουν τα αισθήματα
αυτούς που αισθάνονται πως πρέπει να σκέφτονται.

Ορισμένοι, οι αθώοι, τον αποκάλεσαν τον αρχιτέκτονα
του απείρου, το οποίο εκείνος δεν θέλει να διορθώσει,
ενώ εμείς οι υπόλοιποι μείναμε όσο πιο ήσυχοι μπορούσαμε.



On gray forgetful mornings like this
sea turtles would gather in the shallow waters
of the Gulf to discuss issues of self-presentation
and related concerns like, If there were a God
would he have a hard shell and a retractable head,
and whether speed on land
was of any importance to a good swimmer.

They knew that tourists needed to placate
their children with catchy stories, and amuse
themselves with various cruelties
such as turning turtles over on their backs
and watching their legs wriggle.
So the turtles formed  a committee to address

How to Live Among People Who Among
Other Atrocities Want to Turn You into Soup.

The committee was also charged with wondering
if God would mind a retelling of their lives,
one in which sea turtles
were responsible for all things
right-minded and progressive, and men
and women for poisoning the water.

The oldest sea turtle among them knew
that whoever was in control of the stories
controlled all the shoulds and should-nots.

But he wasn’t interested in punishment,
only ways in which power could bring about
fairness and decency. And when he finished speaking
in the now memorable and even deepening

waters of the Gulf, all the sea turtles
began to chant Only Fairness, Only Decency.


Κάτι γκρίζα γεμάτα λήθη πρωινά όπως ετούτο
οι θαλάσσιες χελώνες μαζεύονται στα ρηχά
του Κόλπου για να συζητήσουν θέματα αυτό-εκπροσώπησης
και συναφείς ανησυχίες όπως, Εάν υπάρχει Θεός
θα έχει σκληρό κέλυφος και κεφάλι που τραβιέται,
και αν η ταχύτητα στη γη
έχει καθόλου σημασία για έναν καλό κολυμβητή.

Ήξεραν ότι οι τουρίστες έπρεπε να ησυχάζουν
τα παιδιά τους με συναρπαστικές ιστορίες, και να διασκεδάζουν
τους εαυτούς τους με ποικίλες αγριότητες
όπως με το να αναποδογυρίζουν χελώνες
και να παρακολουθούν τα πόδια τους να στριφογυρίζουν.
Έτσι οι χελώνες σύστησαν επιτροπή που θα διερευνούσε

Πώς να Ζει Κάποιος Ανάμεσα σε Ανθρώπους που Μεταξύ
Άλλων Θηριωδιών Θέλουν να Τον Μετατρέψουν σε Σούπα.

Η επιτροπή ήταν επίσης επιφορτισμένη να αναρωτηθεί
Εάν θα πείραζε τον Θεό μία εκ νέου αφήγηση της ζωής τους,
Μία στην οποία οι θαλάσσιες χελώνες
θα ήταν υπεύθυνες για όλα τα πράγματα
τα σωστά και προοδευτικά, και οι άνδρες
και οι γυναίκες για τη μόλυνση των υδάτων.

Η αρχαιότερη θαλάσσια χελώνα ανάμεσά τους γνώριζε
πως όποιος ήταν υπεύθυνος για τις αφηγήσεις
έλεγχε όλα τα πρέπει και δεν πρέπει.

Αλλά δεν την ενδιέφερε η τιμωρία,
μόνον οι τρόποι με τους οποίους η δύναμη μπορεί να φέρει
δικαιοσύνη και ευπρέπεια. Και όταν σταμάτησε να μιλάει
στα αξιομνημόνευτα πλέον και ολοένα βαθύτερα

νερά του Κόλπου, όλες οι θαλάσσιες χελώνες

άρχισαν να ψάλλουν Μόνο Δικαιοσύνη, Μόνο Ευπρέπεια.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ. Οι μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος 39 του ηλεκτρονικού περιοδικού vakxikon.gr.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου