Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

"Ο Παριζιάνος" της Ιζαμπέλα Χαμάντ

Ο Παριζιάνος είναι το πρώτο μυθιστόρημα της νεαρής συγγραφέως Ιζαμπέλα Χαμάντ που της χάρισε κιόλας διεθνή επιτυχία, καθώς μεταφράστηκε σε 17 γλώσσες. Ασφαλώς και δεν είναι τυχαίο το ταξίδι του βιβλίου ανά τον κόσμο, γιατί η γραφή του είναι συναρπαστική και δύσκολα το εγκαταλείπεις.

Οκτώβρης του 1914. Ένας νεαρός Άραβας, προερχόμενος από μια εύπορη οικογένεια της Παλαιστίνης πηγαίνει για σπουδές Ιατρικής στο Μονπελιέ, όπου θα φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός Γάλλου ακαδημαϊκού. Το Λύκειο που είχε φοιτήσει στην Κωνσταντινούπολη ήταν σχεδιασμένο στα πρότυπα του γαλλικού σχολείου. Παρ’ όλ’ αυτά η Γαλλία είναι γι’ αυτόν κάτι εντελώς άγνωστο. «Το τρένο για το Μονπελιέ αναχώρησε μία ώρα αργότερα. Η νύχτα απλώθηκε στην εξοχή που έμοιαζε με την Παλαιστίνη: τα ίδια πριονωτά βουνά, οι ίδιες ξεραμένες πρασινάδες».

Μια έντονα κινηματογραφική ατμόσφαιρα αγκαλιάζει εξαρχής την αφήγηση, από την πρώτη συνάντηση του νεόφερτου στη Γαλλία Μιντχάτ με τη Ζανέτ, την κόρη του δρ Μολινέ που θα τον φιλοξενήσει, καθώς ο νεαρός μοιάζει σαν να πιάνεται σε ένα αγκίστρι έρωτα. Δεν μπορείς να φανταστείς πού θα κινηθεί η υπόθεση, όμως η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε έχει ήδη κατακτήσει, καθώς νιώθεις πως ένας μεγάλος έρωτας γεννιέται, ενώ ο κόσμος γύρω σείεται από συγκρούσεις και ανακατατάξεις.

Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος απλώνει παντού τη σκιά του και η ιστορία διαδραματίζεται σε μια ταραχώδη εποχή. Η Γαλλία συμμετέχει στον πόλεμο, ωστόσο η κομψότητα, το δυτικό στιλ, η ελιτίστικη ευρωπαϊκή κουλτούρα, ο προηγμένος πολιτισμός εξακολουθούν να ξεχωρίζουν και προβάλλουν ξεκάθαρα σαν να τα κοιτάς μέσα από ένα διάφανο γυαλί.

«Δίπλα στα κηροπήγια βρίσκονταν σαλτσιέρες με σάλτσα αλευριού και ο ατμός που ερχόταν από την κουζίνα άχνιζε το κρύο από την άνοιξη γυαλί. Τα πρόσωπα μια φωτίζονταν και μια σκοτείνιαζαν, καθώς έγερναν μέσα και έξω από το φως των κηροπηγίων, που έριχνε θεατρικές σκιές από τα φρύδια του Συλβάν πάνω στο σφαιρικό του μέτωπο. Ο δρ Μολινέ είπε μια μπερδεμένη προσευχή και άρχισαν τα κροταλίσματα και οι ήχοι του φαγητού και τα μουρμουρητά των ευγενικών συζητήσεων».

Ωστόσο, οι υψηλές προοπτικές του έρωτα κάπου χάνονται ανάμεσα σε ηθικές διαστρεβλώσεις, παραποιήσεις και ανεπίτρεπτες παραβιάσεις ορίων από τρίτους. Όχι από τους ίδιους! Ο καθηγητής χρησιμοποιεί ουσιαστικά το νεαρό Άραβα για να ολοκληρώσει την περίεργη ανθρωπολογική μελέτη του. Σύντομα ο Μιντχάτ ανακαλύπτει τι συμβαίνει και απογοητευμένος εγκαταλείπει το σπίτι και την κοπέλα και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Εκεί αποκτά μια πρώτη επαφή πολιτικής και φιλοσοφικής κουλτούρας, αλλά και παριζιάνικης νυχτερινής ζωής και ωριμάζει ποικιλοτρόπως ως προσωπικότητα. Ο έρωτας όμως εξακολουθεί να τον τσιμπά ακόμη έντονα. Μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις στέλνει ένα γράμμα στη Ζανέτ. Τι απέγινε με αυτό το γράμμα; Ποιος ξέρει; Ο ίδιος, πάντως, όχι.

Κι έπειτα η Ευρώπη μοιάζει να χάνεται για πάντα από τον ορίζοντα. Ο Μιντχάτ επιστρέφει στην στη Ναμπλούς, στην πατρική γη κοντά στην Ιερουσαλήμ για να συνεχίσει τελικά την παράδοση της οικογένειας στο εμπόριο. Η Παλαιστίνη είναι υπό βρετανική κατοχή. Οι άνθρωποι εδώ, έχουν μια κουλτούρα διαφορετική, άλλοτε συγκρούονται και άλλοτε θαυμάζουν το ευρωπαϊκό στοιχείο, στηρίζονται στις παράδόσεις τους, στους θρύλους, στις δοξασίες, στην εκτεταμένη μορφή της οικογένειας. Ένας δεμένος κοινωνικός ιστός τους συνέχει, αποτελώντας μια σταθερή γέφυρα για να περνά η κάθε γενιά από το ένα στάδιο της ζωής της στο άλλο.

Ο Μιντχάτ μέσα στο σύνολο των ανθρώπων του τόπου του έχει συγχρόνως υιοθετήσει και κάτι δυτικότροπο. Στη συμπεριφορά; Στην ενδυμασία; Στη φινέτσα; Στον τρόπο που εκφράζει τις ιδέες του; Η εμφάνισή του πάντως, ιδιαίτερα γοητευτική, τον διαφοροποιεί σίγουρα, μιας και για όλους είναι ο Παριζιάνος!

Σύντομα, παρά τον έρωτά του για τη Γαλλίδα, διεκδικεί μια κοπέλα του τόπου του, εξαιρετικά όμορφη, για να την παντρευτεί. Ο γάμος γίνεται και η συζυγική του ζωή εκτυλίσσεται παράλληλα με την επαγγελματική πορεία και την πορεία της Παλαιστίνης.

Οι Άραβες της Παλαιστίνης είναι επικεντρωμένοι αρχικά στην πανσυριακή ένωση και σταδιακά αποκτούν ολοένα και πιο ισχυρή θέληση ανεξαρτησίας, όλοι τους παιδιά μιας ευρύτερης οικογένειας. Γιοι, αδέλφια, ξαδέλφια. Όμως όταν το ρεύμα του λαού του τόπου του κυλά ορμητικά, ο Παριζιάνος δεν θα το ακολουθήσει. Σαν υπνωτισμένος -όντως άρρωστος- θα κάνει κύκλους γύρω από τις προσωπικές του ατυχίες και αποτυχίες, απορροφημένος εντελώς σε μια ρότα φτιαγμένη από φαντάσματα της παλιάς ζωής και έρωτες καμωμένους από το υλικό του ανέφικτου, ενώ η γη του τόπου του τρέμει κάτω από τα πόδια του και η ζωή του βρίσκεται εκεί.

Χωρίς ιδιαίτερα πολύπλοκες ψυχικές διεισδύσεις, η αφήγηση σε συνεπαίρνει κυρίως χάρη στη γλαφυρή αναπαράσταση μιας εποχής. Η συγγραφέας δεν αναπαράγει με σκληρότητα τα δύσκολα χρόνια, αλλά μάλλον με μια σχεδόν εικαστική ματιά καταφέρνει να ανασυνθέσει εντέχνως μέσα από τις στάχτες της την όχι και τόσο αγαστή συνύπαρξη μεταξύ Αράβων, Εβραίων και Βρετανών. Παρ’ όλα αυτά η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη μέσα στην απλότητά της παραμένει όμορφη, καθώς κινείται στους δικούς της ρυθμούς.

«Ένα πρωινό του Μάρτη, όλοι ξυπνώντας διαπίστωσαν ότι το κρύο είχε υποχωρήσει. Ο αέρας ήταν πιο ευχάριστος, τα πουλιά κελαηδούσαν, ο πάγος στράγγιζε από τα βουνά μέσα στην κοιλάδα, γεμίζοντας την πόλη λασπουριά. στους καταρράκτες με τα καλάθια τους γεμάτα ξηρούς καρπούς, καθώς τα παιδιά τους έπλεναν μαρούλια στα παγωμένα νερά και έκλειναν τα φύλλα στις χούφτες τους για να μην τα παρασύρει το ρεύμα. Οι εφημερίδες άρχισαν ξανά να κυκλοφορούν, οι τηλεγραφικές γραμμές άνοιξαν και επιτέλους η Ναμπλούς έμαθε τι γινόταν στη Δαμασκό και την Ιερουσαλήμ».

Το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου περιλαμβάνει αναφορές ήδη από τη δύση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την εξασθένιση του οθωμανικού στοιχείου, την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, τη βρετανική κατοχή και τη γένεση του παλαιστινιακού εθνικισμού μέχρι την κλιμάκωση των συγκρούσεων, το 1936. Οι Άραβες νίκησαν τους Οθωμανούς ελπίζοντας στην ανεξαρτησία τους. Εντούτοις οι Βρετανοί εγκαθίστανται στην περιοχή, καταλαμβάνοντάς την, υποσχόμενοι πατρίδα στους σιωνιστές. Εβραίοι, Άραβες και Βρετανοί δημιουργούν τον αταίριαστο πολιτικό καμβά εκείνης της ταραγμένης εποχής

Στο βιβλίο σκιαγραφείται η πορεία της Παλαιστίνης και τα δισεπίλυτα προβλήματα που φτάνουν ως τις μέρες μας. Οι πολιτικές ταραχές κινούνται παράλληλα με τις προσωπικές ιστορίες, τους πικραμένους έρωτες και η ιστορία χτίζεται με δάκρυα κοινωνικά, πολιτικά και προσωπικά.

Με ένα νήμα που απλώνεται από την Ευρώπη μέχρι και τη Μέση Ανατολή, και από τον Α΄ προς τον Β΄ Παγκόσμιο, ο κόσμος μοιάζει μπλεγμένος σε ένα πολύπλοκο πλέγμα διαφορετικών αντιλήψεων, ταχυτήτων, εθνοτήτων και αντικρουόμενων συμφερόντων, με κύριους πρωταγωνιστές τους απλούς ανθρώπους, που άλλοτε κινούνται με αδάμαστη ορμή μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και άλλοτε απορροφώνται από το βάρος της δικής τους ατομικότητας.

Ήλια Λούτα

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Πρωτοβουλία περιοδικών, ιδρυμάτων και ενώσεων κατά της μάστιγας της λογοκλοπής





ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ, ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΩΣΕΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΑΣΤΙΓΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ 

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ


Η γελοιοποίηση των θεσμών

«Γιατί ένας σοβαρός δημοσιογράφος μιας σοβαρής εφημερίδας δεν ασχολείται σοβαρά με το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα; Γιατί η Εταιρεία Συγγραφέων σιωπά;» Αυτά τα ερωτήματα απεύθυνε τις προάλλες στο facebook ο ποιητής Ντίνος Σιώτης. Αφορμή βεβαίως η αποκάλυψη του συγγραφέα Νίκου Σαραντάκου ότι το δημοσιευμένο στο Βήμα άρθρο του Αλέξη Σταμάτη, απόσπασμα του οποίου τέθηκε στις φετινές Πανελλήνιες Εξετάσεις, είναι προϊόν λογοκλοπής. Μια μέρα αργότερα, ο ίδιος έφερε στο φως και άλλη λογοκλοπή του Σταμάτη, για άλλο άρθρο του στην ίδια εφημερίδα.

Ας αναλογιστούμε μια στιγμή ποιοι και πόσοι θεσμοί εκτίθενται εδώ. Πρώτα απ’ όλα βεβαίως εκτίθεται η εφημερίδα που εξέλαβε και δημοσίευσε τα κλοπιμαία κείμενα ως πρωτότυπα. Ασφαλώς δεν γνώριζε την προέλευσή τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν χρωστά μια συγγνώμη στους αναγνώστες της; Ύστερα, προφανώς, εκτίθενται οι θεματοθέτες των εξετάσεων και το Υπουργείο Παιδείας που τις διοργανώνει. Δεν οφείλουν μια εξήγηση σε γονείς, δασκάλους και μαθητές για τη φτωχή τους κρίση; Κατόπιν, οι θεσμοί που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία και το βιβλίο στη χώρα μας: οι ενώσεις των συγγραφέων όπως η Εταιρεία Συγγραφέων και οι ενώσεις των εκδοτών. Δεν κατανοούν πόσο βαριά είναι η σκιά της δυσπιστίας που πέφτει πάνω σε όλα τα μέλη τους, σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται έντιμα και δημιουργικά στο πεδίο της γραφής; Τέλος, εκτίθεται ο Τύπος, μικρός και μεγάλος, της χώρας. Πώς είναι δυνατόν εφημερίδες, ειδησεογραφικοί ιστότοποι, λογοτεχνικά περιοδικά τόσες μέρες τώρα, στη συντριπτική τους πλειονότητα, να κάνουν ωσάν να μη συνέβη τίποτε; Και αντί για έρευνες διαφωτιστικές του ζητήματος να δημοσιεύουν ρεπορτάζ με τον Σταμάτη να δηλώνει… συγκινημένος και υπερήφανος που το «κείμενό του» επελέγη για τις εξετάσεις; (Έως τη στιγμή αυτή, μόνον η Καθημερινή, προς τιμήν της, έχει αναφερθεί στο ζήτημα).

Η περίπτωση του Σταμάτη είναι δυστυχώς μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Προ ημερών, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης απονεμήθηκε σε βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού. Κανείς Έλληνας συγγραφέας δεν έχει καταγγελθεί τόσες φορές στο παρελθόν, από τόσο πολλούς και με τόσο πολλά και αδιάσειστα πειστήρια, για την ακατάπαυστη λογοκλεπτική του δράση. Ο λαός λέει ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: τα μέλη της κριτικής επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και το Υπουργείο Πολιτισμού που τα εποπτεύει, τα συνυπολόγησαν όλα αυτά στην κρίση τους; Προστάτευσαν τον εαυτό τους, έκαναν έστω έναν προληπτικό έλεγχο; Ή μήπως προσχώρησαν και αυτά στην κλεπτοκρατική θεωρία ορισμένων απολογητών της λογοκλοπής που βλέπουν στην πράξη της υπεξαίρεσης του ξένου κόπου και της εξαπάτησης του αναγνώστη ένα θεμιτό διακειμενικό παίγνιο;

Σε χώρες του εξωτερικού που σέβονται τον αναγνώστη, η κατακραυγή είναι τέτοια που οι αποδεδειγμένα λογοκλόποι (πολλώ δε μάλλον οι κατ’ επανάληψιν) είναι αδύνατο να εξακολουθήσουν να επαγγέλλονται σοβαρά τον συγγραφέα. Στη Γερμανία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, σε όλο σχεδόν τον κόσμο, μεγαλόσχημοι πολιτικοί, ιεράρχες, πολυβραβευμένοι δημοσιογράφοι, για ατοπήματα κάποτε λιγότερο σοβαρά αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τη θέση τους και να ζητήσουν δημοσίως συγγνώμη. «Πρόσφατα, εισήγαγα στίχους άλλων ποιητών στα έργα μου. Ήταν λάθος μου. Το παραδέχομαι», έγραφε σε μια τέτοια δημόσια απολογία του προ ετών ο Αυστραλός ποιητής Άντριου Σλάττερυ. Και αναγνώριζε τις συνέπειες της πράξης του: «Αποδέχομαι ότι δεν θα ξαναδημοσιεύσω κανένα ποίημα και ακόμη περισσότερο καμία ποιητική συλλογή σε αυτή τη χώρα.»

Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι λογοκλόποι όχι μόνο δεν λογοδοτούν και δεν μετανοούν για τις πράξεις τους, αλλά τιμώνται και προβάλλονται. Συμπαρασύροντας στη γελοιοποίηση τους θεσμούς μας και εκθέτοντας τους συγγραφείς μας στην ανυποληψία.

Ώς πότε;

Τα υπογραφόμενα περιοδικά, ιδρύματα και ενώσεις:

Αντίφωνο
Άρδην
δέ(κατα)
Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Δημοσιογραφία
Εμβόλιμον
Ένεκεν
Ερατώ / Erato
Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
Εύλογον
Θυρίδες
Νέο Επίπεδο
Νέο Πλανόδιον
Νέος Ερμής ο Λόγιος
Nomas Magazine
Οικολογείν
Ο Φαρφουλάς
Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών
Πλανόδιον / Ιστορίες Μπονζάι
(.poema..)
Poetix
Poetry Athens
Σημειώσεις
Σίσυφος
Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς
στίγμαΛόγου
Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών
Το Κοράλλι
Tranzito
Fractal


Σημ.: Η επιστολή δημοσιεύθηκε και στη Lifo. Δείτε την τεκμηρίωση της λογοκλοπής στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου εδώ.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

Το ποίημα "Γουόκμαν" του Michael Robbins

Michael Robbins
Ο Michael Robbins έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τις Alien vs. Predator (Penguin, 2012) και The Second Sex (Penguin, 2014). Έχει επίσης γράψει ένα βιβλίο κριτικής με τίτλο Equipment for Living: On Poetry and Pop Music (Simon & Schuster, 2017). Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα New Yorker, Poetry, Harper's, Boston Review κ.ά. και κριτικές του στα Harper's, London Review of Books, The New York Observer, the Chicago Tribune, Spin κ.ά. Είναι διδάκτορας αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας στο University of Chicago και διδάσκει δημιουργική γραφή στο Montclair State University.

Το ποίημα που ακολουθεί χαρακτηρίζεται για την έντονη αφηγηματικότητά του. Το ποιητικό υποκείμενο φορά τη μάσκα του απλού (αν όχι απλοϊκού) ανθρώπου της αμερικανικής επαρχίας που, όντας βετεράνος πολέμου, αναπολεί την εποχή της νιότης του, τότε που ζούσε με λίγα μέσα κι όμως κατάφερε να κάνει ένα εξωτικό ταξίδι στο Μεξικό. Ωστόσο, το μήνυμα του ποιήματος είναι άλλο: ότι δεν πρέπει να δίνουμε στην εκάστοτε στιγμή μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτήν που είναι απολύτως απαραίτητη. Διαβάστε το πρωτότυπο εδώ.

Γουόκμαν

Δεν είχα πρόθεση να κόψω το ποτό,
απλά κάπως συνέβη.
Πάντα θεωρούσα
ότι θα ήταν δύσκολο, ή όχι
δύσκολο ακριβώς,
αλλά αδύνατο.
Τότε μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
είκοσι χρόνια πριν
στο κλαμπ των βετεράνων, ο Κρεγκ κι εγώ
πίναμε μπίρα
από κάτι καφέ μπουκάλια,
κάνοντας τις ετικέτες
φωλίτσες από κονφετί.
Στο Μεξικό
την παραμονή Πρωτοχρονιάς πριν απ’ αυτήν,
είχα αρχίσει να πίνω
ξανά, αφού είχα μείνει στεγνός έναν χρόνο.
Ταξίδευα μόνος μου
στην Οαχάκα για έναν μήνα
και είχα τουλάχιστον δύο
όμορφες εμπειρίες.
Το λεωφορείο που με πήγαινε εκεί
χάλασε στα βουνά
και κοίταζα τα αστέρια να τρεμοπαίζουν
μ’ ένα κορίτσι απ’ το Μεξικό
που αργότερα μου ‘στειλε ένα γράμμα
αλλά εγώ δεν απάντησα. Αυτή είναι η μία
απ’ τις εμπειρίες. Οι άλλες
είναι μυστικές. Φύγαμε απ’ το κλαμπ των βετεράνων
σε λογική ώρα, για αλλαγή.
Δεν ξαναήπια ποτέ.
Δεν ξέρω γιατί.
Δεν νομίζω ότι είχε να κάνει
με μένα. Πιστεύω
πως ήταν θαύμα. Όπως όταν
ο ήρως το τελευταίο
δευτερόλεπτο τραβάει τον μοχλό για να πάει
το τρένο προς τα κει που δεν είναι δεμένη
η ηρωίδα. Ήμουν πάντα απένταρος
εκείνες τις μέρες, ενώ τώρα είμαι απλά
φτωχός. Είχα ένα γουόκμαν
και ένα σακίδιο γεμάτο
κασέτες στην Οαχάκα. Τις είχα βαρεθεί
όλες μέσα σε μια βδομάδα
και ανυπομονούσα να αγοράσω καμιά καινούργια
αλλά δεν μου ‘φταναν τα λεφτά.
Άκουσα το Λιβ θρου δις
στα ερείπια του Ζάποτεκ
στο Μόντε Αλμπάν,
το Ρούμορς στο λεωφορείο για την πόλη του Μεξικού.
Στο Πουέρτο Άνχελ,
τα ακουστικά μου έχαναν
υπόκωφη ασυμφωνία
στο μπαρ πάνω στην ταράτσα,
όπου κάθισα παρακολουθώντας τον ωκεανό.
Ένας Αμερικανός περίπου στην ηλικία
που έχω τώρα
με ρώτησε τι ακούω.
Του είπα Σόνικ Γιουθ. Ρώτησε
ποιο άλμπουμ, του είπα Σίστερ.
Κρυφογέλασε και είπε
«Είμαι ο Τζόνι Στράικ».
Προφανώς δεν ήταν θαύμα,
αλλά δεν μπορούσα να το πιστέψω.
Είχα μπροστά μου τον άνθρωπο που έγραψε
το 1976 το κλασικό τραγούδι των Κράιμ
«Χοτ γουάιρ μάι χαρτ»,
το οποίο έβαλαν οι Σόνικ Γιουθ
στο κλασικό τους άλμπουμ του 1987, Σίστερ,
που άκουγα
στο γουόκμαν μου
τέρμα Θεού στο Μεξικό μέσα στον ήλιο.
Βέβαια στην πραγματικότητα
άκουγα το Ντέιντριμ νέισον,
όμως το αλλάζω σε Σίστερ
όποτε λέω αυτή την ιστορία.
Είναι όμως μια ωραία ιστορία
ακόμη και χωρίς τις γαρνιτούρες.
Αυτή είναι η άλλη απ’ τις εμπειρίες
στην Οαχάκα που ανέφερα,
όμως οι υπόλοιπες είναι μυστικό.
Ω Μεξικό, όπως ο Τζέιμς Σίλερ
έγραψε στoν Φρανκ Ο’ Χαρα
μήπως είσαι άλλο ένα
συγκαλυμμένο όνειρο;
Ο Σίλερ παραήταν ευαίσθητος
για μένα τότε, όμως τώρα
είναι όσο ευαίσθητος χρειάζεται.
Μου αρέσουν οι ευχές του.
Που «το όμορφο αστείο
άσπρο κυνηγόσκυλο» μπορούσε
να είναι αθάνατο, για παράδειγμα.
Όμως δεν μπορώ κάθε φορά να συγχωρώ
τον τόνο του που θύμιζε τη σειρά Σέντραλ Παρκ Γουέστ,
τις αυστριακές οπερέτες του
και τα ατελείωτα γκαζόν του,
μολονότι δεν ήταν πλούσιος
και ήταν αρκετά
βασανισμένος, ένας Θεός ξέρει πόσο.
Το καλοκαίρι του 1984
στη Σάλιντα του Κολοράντο
είχα τον Σλέιντ και τον Στηβ Πέρι
στο γουόκμαν μου.
Έπινα γάλα σε τεράστια
ποτήρια απ’ το Μπέγκερ Κινγκ
διακοσμημένα με σκηνές
απ’ την Επιστροφή των Τζεντάι.
Δεν μπορείς να αγοράσεις ταμπόν
με κουπόνια τροφίμων
ακόμη κι αν η μάνα σου
επιμένει να προσπαθήσεις.
Η Σάλιντα βρίσκεται κατά μήκος
του ποταμού Άρκανσας,
το ρεύμα του οποίου
ένα ζεστό απόγευμα
με συμπαρέσυρε
απιθώνοντάς με
στα ρηχά πολύ πιο κάτω.
Ήταν η πρώτη φορά
που πίστεψα ότι θα
πέθαινα, αλλά δεν πέθανα. Το Άρκανσας
και όλα τα άλλα είναι θνητά.
Η μαμά μου είχε ξαναγεννηθεί,
προς απελπισία μου. Όμως τελευταία ανακαλύπτω
πως όντως πιστεύω στον Θεό
Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητή
ουρανού και γης:
και στον Ιησού Χριστό,
τον Υιό του Θεού, Κύριό μας,
που κυοφορήθη απ’ το
Άγιο Πνεύμα. Πώς
διάολο έγινα
Χριστιανός; Θεία χάρις,
υποθέτω. Απλά κάπως
συνέβη. Παραδέχομαι ότι βρίσκω
τη νεκρανάσταση του σώματος
και την αιώνια ζωή
δύσκολη, ή όχι δύσκολη
ακριβώς, αλλά αδύνατη.
Δεν υπάρχει πιο παλαβή πεποίθηση
απ’ ό,τι δεν θα είμαστε
καλυμμένοι από φύλα, φύλλα,
φύλλα, όπως το λέει ο Σίλερ,
που σημαίνει, τελείως φευγάτοι,
όπως το έθεσε ο Ο’ Χάρα στο υπέροχο
λυπητερό ποίημά του προς τον Τζον Άσμπερι.
Όμως η ελπίδα είναι διαφορετικό είδος ζώου
απ’ την πεποίθηση. «Η τρελλή ελπίδα
που διακηρύσσει ο Απόστολος Παύλος
στην Προς Κορινθίους Β΄», μου έγραψε ο φίλος μου ο Τζον
όταν η μάνα του
πέθανε. Η χριστιανική θρησκεία
είναι πολύ όμορφη μερικές φορές
και πολύ αληθινή μερικές άλλες,
μολονότι οι ψαγμένοι
αναμένεται να είναι υπεράνω
όλων αυτών των πραγμάτων. Ε λοιπόν,
είμαι και Μαρξιστής.
Πήγαινε και πούλα τον χιτώνα σου
και μεταδότω το μη έχοντι.
Στο νέο του άλμπουμ ο Δρ. Ντρε
λέει «Οποιοσδήποτε παραπονιέται
για την κατάστασή του
με έχει χάσει». Με κίνδυνο να χάσετε
περισσότερους ζάμπλουτους, παραπονεθείτε
για την κατάστασή σας,
λέω εγώ. Άκουσα το Δε κρόνικ
στο γουόκμαν μου το καλοκαίρι
που δούλευα νυχτερινή βάρδια
στο ταχυδρομείο. Έβγαινα με την Ντέντρε,
που όταν έβαζα τα ακουστικά μου
στ’ αυτιά της και πάταγα το κουμπί να παίξει
έλεγε «Γιατί με βρίζει αυτός
ο άντρας;». Το έλεγε πιο δυνατά
απ’ όσο ήταν απολύτως απαραίτητο.
Ένας τρελός
ερχόταν στο ταχυδρομείο
γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα και μου ζητούσε
να στείλω φαξ με φρικιαστικές, προχειρογραμμένες προειδοποιήσεις
σε όλες τις εφημερίδες και τα κανάλια του Ντένβερ.
Ήθελε να μάθουν οι άνθρωποι
ότι ο Θεός θα τιμωρούσε την περιοχή
με φυσικές καταστροφές
αν η επαρχία κατάφερνε
να του κάνει έξωση απ’ τη γη
που είχε καταλάβει παράνομα. Μου ζητούσε
να τον βοηθήσω να σκεφτεί διάφορες
ακραίες καιρικές συνθήκες
που ο Θεός μπορούσε να εξαπολύσει.
Του έλεγα «Τυφώνες;»
μολονότι ήμασταν στο Κολοράντο.
Εκείνος μουτζούρωνε τυφώνες.
Κομμάτια βρώμικου χαρτιού απόλυτα
καλυμμένου μπρος και πίσω με απειλητικά,
θυμωμένα μαύρα γράμματα σαν ορνιθοσκαλίσματα:
υπόψη νυχτερινού δελτίου ειδήσεων θα
σημειωθούν πυρκαγιές σίφουνες τυφώνες.
Τον βοηθούσα να συνθέσει τα κατεβατά του
μετά τα έστελνα με φαξ σε έναν προς ένα
τους μεγάλους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς του Ντένβερ,
την εφημερίδα Denver Post
και τη Rocky Mountain News,
που σταμάτησε από τότε να εκδίδεται
για πάντα. Μόνο που στην πραγματικότητα
απλώς υποκρινόμουν ότι τα έστελνα
και μετά δεν του έπαιρνα λεφτά,
λέγοντας ότι χαιρόμουν που βοήθησα τον σκοπό του.
Κι αν δεν ήταν βλαμμένος αλλά πραγματικός
προφήτης; Η μητροπολιτική περιοχή του Ντένβερ
δεν υπέστη κάποια καταστροφή
τότε, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει
τίποτα. Δείτε τον Ιωνά και τη
Νινευή, εκείνη τη λαμπρή πόλη.
Δεν πιστεύω πως ήταν προφήτης,
όμως το ταχυδρομείο είναι ωραίο
δύο η ώρα το πρωί ακόμη κι αν το σιχαινόμουν
που δούλευα εκεί. Οι σειρές
με τα σιωπηλά φωτοτυπικά
σαν παροπλισμένα θωρηκτά
σε μικρό λιμάνι, η φωσφοριζέ
χλωμάδα, ο σταθμός ροκ μουσικής
που έβαζα ξανά δυνατά μόλις
ο συνάδελφός μου χαμήλωνε.
Στ’ αλήθεια ο τύπος ζωγράφιζε ερασιτεχνικά
πλημμύρες, σίφουνες, κ.λπ.,
στις θρηνολογίες του ή μήπως
το φανταζόμουν; Εύχομαι
να είχα σκεφτεί να τις φωτοτυπήσω.
Εύχομαι να είχα κρατήσει
το γράμμα του κοριτσιού απ’ το Μεξικό.
Εύχομαι να είχα κρατήσει τα φωτοτυπικά
με τις αργές δέσμες τους
φωτός, τα φώτα της πόλης
που γεμίζουν την κοιλάδα του Μεξικού
καθώς το λεωφορείο κατεβαίνει
αργά κάτω και ο Στήβι τραγουδάει τι
είχες, ω, τι έχασες. Ο Σίλερ
κι οι ευχές του! «Εύχομαι να ήταν
1938 ή ’39 ξανά». «Εύχομαι να
μπορούσα να κάνω βίδες μια μηχανή
και να την ξανασυναρμολογήσω». «Εύχομαι να
είχα φέρει το βιβλίο μου με τα εμπνευσμένα
λογοτεχνικά κείμενα». «Εύχομαι να μπορούσα να πατήσω
χιονονονιφάδες σε ένα βιβλίο σαν να ‘ταν λουλούδια».
Αυτό το τελευταίο είναι το αγαπημένο μου. Εύχομαι να
το είχα γράψει εγώ. Συχνά θα χαλάρωνα
για μήνες μέχρι να ξανατραβηχτώ σε κάποιο μπαρ
από φόβο ή πλήξη ή και τα δύο. Είδα
Το αύριο ποτέ δεν πεθαίνει – με πρωταγωνιστή
τον Πιρς Μπρόσναν, τον δεύτερο χειρότερο
Τζέιμς Μποντ – στην Οαχάκα και
βγήκα με την ευχή η ζωή μου να ήταν
ρομαντική και συναρπαστική και ευλογημένη
ή τουλάχιστον να είχα κάποιον
να του μιλήσω. Έτσι σταμάτησα στο πρώτο
μπαρ που είδα, και κάποιος
μου μίλησε. Είναι τόσο θλιβερό και
τέλειο να είσαι νέος και μόνος
στο Σόκαλο όταν τα μικρά φώτα
ανάβουν σαν ψάρια που βγαίνουν στην επιφάνεια
κάτω απ’ τη σελήνη και θέλεις
να αρπάξεις τους ανθρώπους που προσπερνούν
και να τους ρωτήσεις ποιος είσαι, φοβάσαι
όπως εγώ. Και δεν
ξέρεις ότι είκοσι χρόνια αργότερα
θα γράφεις αυτό το ποίημα.
Καλά, τώρα γίνομαι υπερευαίσθητος
και ξεχνώ ότι εκείνες τις μέρες
έγραψα τα χειρότερα ποιήματα.
«Κρατούσα μια κιθάρα κι έτρεμα
και δεν τραγουδούσα» είναι ένας πραγματικός
στίχος που είχα γράψει! Ο τύπος με τους τυφώνες
θα μπορούσε να είχε γράψει καλύτερη ποίηση.
Σήμερα θέλω να γράψω για το πώς
πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια
από τότε που είχα ένα γουόκμαν.
Σκέψου μόνο: υπήρχε ένα τραγούδι
που δεν ήξερα
ότι θα ήταν το τελευταίο τραγούδι
που θα άκουγα ποτέ σε γουόκμαν.
Το άκουγα σαν να ήταν απλά
ένα οποιοδήποτε παλιό τραγούδι,
γιατί όντως ήταν.


Εισαγωγικό σχόλιο και μετάφραση;
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Η μετάφραση πρωτοδημοσιεύθηκε στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Poetix (τεύχος 22). Δείτε το πρωτότυπο ποίημα εδώ.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Άπιαστα" της Τζίνας Ξυνογιαννακοπούλου


Άπιαστα

Κυνηγώντας πεταλούδες σε κεριά αναμμένα ανάμεσα. Πασχίζω να τις φυγαδεύσω κι ας τσουρουφλιστώ. Μην τις πιάσει κανείς. Και σκόνη στα δάχτυλα μείνουν τα πολύχρωμα φτερά. Όνειρά μου.

*

Βλέποντας ξανά και ξανά παλιές ελληνικές ταινίες, λικνίζομαι στην αιώρα της νοσταλγίας. Με ζαλίζει η πύκνωση των δεκαετιών, η αραίωση της ελληνικότητας. Στου χρόνου την απόσταξη αναμείχτηκαν παλιές αναλογίες με καινούργιες. Και ζει αυτό που πέθανε, παραμένουν όσα χάθηκαν. Στη νιοστή επανάληψη έμαθα στο δράμα να χαμογελώ, με την κωμωδία να δακρύζω.

*

Τον Θεό αμφισβητούν κι ένα σύμπαν σκαλίζουν. Εκεί που το μισοεξηγούν μαζί και την αρχή των πάντων, ένα άλλο ξεπετιέται και σε νέες θεωρίες τους βυθίζει. Πρωτόνια σε αναμονή έκρηξης. Ελεγχόμενης. (Τότε πώς μεγάλης;)
Οι ερωτευμένοι, θεοί ο ένας του άλλου, βυθισμένοι στο μικρό μεγάλο σύμπαν. Την απεραντοσύνη των σωμάτων τους. Ίσως στην ανεξέλεγκτη έκρηξή τους, η αρχή.


Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου
από τη συλλογή της Αφύλακτο κενό

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Από τις έξι - Ποιήματα για τη δουλειά


Η δουλειά αποτελεί για πολλούς το πιο σημαντικό κομμάτι της ζωής τους. Πολλές φορές είναι ένα κομμάτι ευχάριστο όπως φαίνεται σ’ ένα μικρό ποίημα κάποιας Αμερικανίδας που ξεκινά την εβδομάδα:

άλλη μια Δευτέρα
ζεστά σύννεφα καφέ
σε κάθε γραφείο


Για άλλους,  ο χώρος δουλειάς έχει πολλές διαστάσεις και προεκτάσεις:

ισημερία του Στόουνχεντζ
έπαινοι απ’ τον διευθυντή πωλήσεων εν μέσω
ενός κύκλου από κινητά τηλέφωνα


Για πολλούς πάλι αποτελεί έναν εφιάλτη μέσα από τον οποίο πρέπει να περάσεις:

Ξεκινώντας μια μέρα δουλειάς
Αναρωτιέσμαι πότε θα τελειώσει
Παλεύοντας για νάρθει η Παρασκευή

Νευρική ένταση -
ποτίζοντας το φιλόδεντρο
αναπνέω αργά


Η Αμερικανίδα ποιήτρια Susan Yuzna κατέγραψε τις δικές της εμπειρίες από τη δουλειά στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα:

H Τηλεφωνήτρια
                                  Στον Ντέιβιντ Φόστερ

Είχα την παραγγελία μου. Όχι από κανέναν χορό
Αγγέλων, αλλά από τις χώρες που καλούσαμε

στην καρδιά της νύχτας μες στη νεκρική ησυχία. Ιαπωνία,
η φωνή μιας νεαρής γυναίκας, ως ύδωρ εν γη

διψασμένη, κυλούσε πάνω στα
κουρασμένα κόκαλα του κορμιού μου σαν παγωμένο

γαλαζοπράσινο κύμα. Ύστερα ήταν οι Αυστραλοί
τ’ ατέλειωτα αστεία τους με κρατούσαν ξύπνια. Μια φορά

έγραψα ιστορία: για οχτώ χρόνια ένας άντρας
ζητούσε την αδερφή ψυχή του στην ερημιά.

Μ’ αγαπούσε, αγαπούσε τη φωνή μου,
την εναλλαγή των καλωδίων εκεί στο Όκλαντ της Καλιφόρνια,

κάπως έτσι πήγαινε. Συχνά όμως ήμουν
τόσο κουρασμένη που δεν έδινα δεκάρα. Στην πρώτη

μεταμεσονύκτια βάρδια μου ήμουν κατάκοπη
κι αδιαφορούσα εντελώς, ένας επιχειρηματίας μου έβαζε πάλι τις φωνές,

για τις γραμμές εκεί κάτω στη Μανίλα, σα να μπορούσα
να σταματήσω τους τυφώνες σα να

μπορούσα να κάνω τις παλιοκαρακάξες της Μανίλα
να μας αγαπήσουν ή να βοηθήσουν κάπως

που δεν υπήρχε περίπτωση. "Γιατί δεν προσπαθείτε πάλι
σε δυο βδομάδες" (με απαλή φωνή, είχα έτοιμη

την απάντηση, έπειτα αλλαγή καλωδίου,
διακοπή στον αέρα προτού οι βρισιές

δηλητηριάσουν το αυτί μου). Πολύ κουρασμένη
για οτιδήποτε, ποιος νοιάζονταν για τις εμπορικές συμφωνίες,

ή τη μεθυσμένη νοσταλγία για κάποια πόρνη
που ήξερε στον πόλεμο - δεν μπορούσε να θυμηθεί

το όνομα, το μέρος που δούλευε, το δρόμο όπου
έκανε πιάτσα, όμως θα μπορούσα να τον βοηθήσω να τη βρει ;

Ποτέ δε θα τον ξεχάσω… Με είχε εξαντλήσει
το κουδούνισμα του τηλεφώνου οχτώ ώρες συνέχεια
ήθελα να ξεριζώσω τα μαλλιά μου, μια μικρή τούφα
κάθε φορά, ήταν μια καινούρια

ανακάλυψη ενός κολασμένου κύκλου κι αν ήσουν
εκεί πέρα, ίσως καταλάβαινες

γιατί εκείνη η διαβόητη χίπισσα σηκώθηκε απ’ το
κάθισμα της, πέταξε τα ακουστικά και σκαρφάλωσε

τρέχοντας ανάποδα κατά μήκος του δωματίου
κάτω απ τον μεγάλο, μαύρο πίνακα με τις συνδέσεις
μπουσουλώντας

από σταθμό σε σταθμό τραβούσε τα καλώδια
από τις μαύρες σήραγγές τους, σπάζοντας τις συνδέσεις

τη μια ύστερα απ’ την άλλη σα μια σειρά από κομμένες συνουσίες
σ' όλη την έκταση του πίνακα

πριν την σταματήσουν για να την πάρουν μακριά.
"Πρέπει να παίρνει LSD", είπε μια παντρεμένη

απ’ τη στρατιωτική βάση της Αλαμέντα. "Και δεν φοράει
καθόλου εσώρουχα", πρόσθεσε μια άλλη.

Πίσω στο 1970 γίνονταν αυτά, όταν τα υπερατλαντικά του Όκλαντ
ήταν ακόμα στα σπάργανα, όμως η απέχθεια

για το κουδούνισμα του τηλεφώνου μ’ ακολουθεί ακόμα.
Στέκομαι στη μέση του δωματίου

βλέπω το καταραμένο κεφάλι του να γυρίζει,
και χασκογελώ ηλίθια με την

ανικανότητα του. Βγαίνω έξω απ τη πόρτα, γεμίζω
τα πνευμόνια με αέρα παγωμένο, και χάνομαι μακριά στην ησυχία.

Γίνομαι ένας μαύρος χτύπος μέσα στην απόλυτα λευκή
ακινησία του χιονιού. Σας το λέω

τώρα, ήταν ένας εντελώς καινούριος κολασμένος κύκλος,
αλλά πού να το ξέραμε; Είχαμε δουλειές,

η αγορά ήταν σφιχτή, και το συνδικάτο κέρδιζε για μας
δωρεάν επιστροφή στο σπίτι όποτε είχαμε νυχτερινή βάρδια.


O Francis Dougan, ένας Ιρλανδός που έζησε χρόνια στην Αυστραλία, κατέγραψε τις εμπειρίες των χρόνων της εργασίας του στο ακόλουθο ποίημα: 

Υπάρχουν πιο σημαντικά στη ζωή από την σκληρή δουλειά

Δε μπορώ να πω ότι η ζωή μου ήταν κάτι το ιδιαίτερο
πήγα εκεί κι έκανα αυτό

Όμως δούλεψα σ’ ένα συνεργείο στρώνοντας αγωγούς για τον Michael Kelleher στο Buninyong κοντά στο Ballarat
Και στα τέλη του ’80 δούλεψα για μια εταιρεία που λεγόταν C.D.L
Βαστώντας το κομπρεσέρ μες την καλοκαιρινή ζέστη όταν οι μέρες καίνε κολασμένα.

101 Collins Street στη Μελβούρνη την θυμάμαι
αυτή τη διεύθυνση
Όχι ότι μου άρεσε η δουλειά,
θυμάμαι παρόλα αυτά
Να ξυπνώ κάθε πρωί στις πεντέμιση
κι ύστερα να παίρνω το τραμ για τη δουλειά
Αφήνοντας την οικοδομή κάθε βράδυ
ήμουν σκεπασμένος με σκόνη απ’ την κορφή ως τα νύχια.

Άλλα τέσσερα χρόνια δούλεψα κόβοντας δέντρα
για να βάλουμε κολώνες ρεύματος
Χειριστής ενός μηχανήματα που μάζευε κεράσια
δε χρειαζόταν πτυχίο γι αυτή τη δουλειά
Σε μια προβληματική εταιρεία γερανών που την είχαν ένα μάτσο άπληστοι
Ακόμα μου χρωστούν δυο βδομάδων μισθούς
δεν το ξεχνώ.

Δούλεψα ξυλοκόπος πέρα μακριά στην Ιρλανδία πολύ καιρό πριν
Στα ψηλά δάση δίπλα στα βουνά με τις κορφές σκεπασμένες από χιόνια
Οι πιο πολλές μέρες του χειμώνα υγρές και παγωμένες
ως τον Απρίλιο οι λιακάδες ελάχιστες
Ακούγοντας μονάχα τον ήχο του ανέμου που ούρλιαζε περνώντας μέσα από πεύκα και έλατα…


Κάποιες άλλες δουλειές πάλι γίνονται σε ηπείρους και χώρες όπου οι άνθρωποι δούλευαν και δουλεύουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Τούτο μπορεί να το διαπιστώσει κανείς σε ένα τραγούδι της εργατιάς της φυλής Κόζα της οποίας οι άντρες δούλευαν στα ορυχεία του Γιοχάνεσμπουργκ στη νότια Αφρική:

Μια δυνατή
καμπάνα χτυπά
το πρωί στις έξι.
Πήγα στο Rhini
και βρήκα τους άντρες
να δουλεύουν εκεί
από τις έξι.
Πίσω στο Tinarha
βρήκα τους άντρες
νάχουν αρχίσει
το βασανιστικό παιχνίδι
του σκληρού μόχθου τους –
από τις έξι!


Και βέβαια η δουλειά σε παλιότερες εποχές είχε ακόμα πιο επαχθή μορφή, ειδικά τον καιρό της αποικιοκρατίας όπως φαίνεται στο Τραγούδι των λιμενεργατών από την φυλή Μακόντι στις ακτές της Μοζαμβίκης:

Χαραυγές γεμάτες από φόβο -
εμπορεύματα
τραβιούνται στη στεριά.
Έια, έια, έια!
Χαραυγές γεμάτες
από τρόμο
φορτία σύρονται στη θάλασσα.
Έια, έια, έια!
Χόι εσείς εκεί• σκύβετε,
προσέχετε -
κοιτάζετε
καλά τις ετικέτες.
Έια, έια, έια!



Απόστολος Σπυράκης

Πηγές:
1. https://www.thehaikufoundation.org/2016/12/07/haiku-in-the-workplace-work-in-general/
2. https://www.thehaikufoundation.org/2017/10/18/haiku-in-the-workplace-multitasking
3. https://www.thehaikufoundation.org/2017/12/12/haiku-in-the-workplace-anger-management
4. https://poets.org/poem/telephonist
5. https://www.poemhunter.com/poems/hard-work-9/page-1/10038214/
6. https://www.jobacle.com/blog/haikus-about-work-poem-group-1.html
7. Αθανάσιος Νταουσάνης, Ανθολογία ποίησης της Μαύρης Αφρικής, εκδ. Ροές, 2003.