Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Ασίκηδες της Ανατολής


Είμαι ο ασίκης Ταλιμπί και πάω χαμένος,
δεν έχω που κι εγώ να ξαποστάσω,
φοβάμαι πως σαν ξένος θα πεθάνω
και πως κανείς κηδεία δε θα μου κάνει.
  
Έτσι λέει το τραγούδι  κάποιου ασίκη και κάποιο άλλο κινείται στον ίδιο τόνο:

Του Νεσεμί η προθεσμία τελειώνει,
κι αναρωτιέται τι θα γίνει ο τζουράς του
ο ήχος του και στον τάφο θα μ’ ακολουθεί,
αυτός ο δίχορδος τζουράς μου.

Οι ασίκηδες της  ανατολής ήταν λαϊκοί μουσικοί που περιπλανιώνταν σ’ όλη την έκταση της αυτοκρατορίας, από το Αζερμπαϊτζάν και την Αρμενία μέχρι την Υεμένη, την Δαμασκό,  την Αλγερία και την Αίγυπτο. Πολλοί  ήσαν τυφλοί, συνεχίζοντας την παράδοση των αρχαίων ραψωδών κι έζησαν μέσα στη φτώχεια με μόνη συντροφιά το σάζι για το οποίο έλεγαν:

Σάζι με τα τέλια το ονομάζουν
δεν ειν’ του ιμάμη δεν ειν’ του δικαστή
όποιος το παίζει αυτός  καταλαβαίνει ,
ο σατανάς τόχει γεννήσει.

Κι απέξω κι από μέσα σκαλισμένο,
με το κεφάλι βαθιά τρυπημένο,
με το στήθος πλούσια κεντημένο
ο σατανάς τόχει γεννήσει.

Αγαπούσαν  την περιπέτεια και τη φύση, τις  απέραντες πεδιάδες και τα βουνά όπως μπορεί κανείς να νιώσει σ’  αυτά τα τρία  αποσπάσματα:

1.
Βουνά πελώρια στημένα απέναντί μας,
ξερνάνε χιόνι τα περάσματα σας,
δεν ξεχωρίζουν καλοκαίρι από χειμώνα,
οι άνεμοι σας ανελέητοι φυσάνε…

Βουνά από λουλούδια κυκλωμένα,
τα βοσκοτόπια σας η ελπίδα κι η χαρά μου,
μη φτάσουν κυνηγοί από ξένους  τόπους
τους μαγικούς σας δρόμους να ρημάξουν.

  
2.
Ήρθα για να μου πεις το μυστικό σου,
γιατί δε φεύγει το ντουμάνι σου Αστροβούνι;

Στους κήπους μας ανθίσαν τα μπουμπούκια
μα εδώ παράξενα τα αηδόνια κελαηδούνε
κι η μοναξιά σου είναι πιο βαριά απ’ το θάνατο,
γιατί δε φεύγει το ντουμάνι σου Αστροβούνι;


3.
Θόλωσαν της τρελής καρδιάς μου τα νερά,
ρουμάνια και βουνά τα περιδιάβασα
κι είχα έναν λύκο συντροφιά στις ερημιές μου,
όμως δε σώθηκα αλλάζοντας πατρίδα. 

Ένα τραγούδι του Ασικ Γκαρίπ,  ενός θρυλικού ασίκη και καταπληκτικού οργανοπαίχτη που περιηγήθηκε για χρόνια στα μέρη του Ερζερούμ, του Καρς και του Χαλεπιού, μιλά για την αγαπημένη του πόλη:

Έφυγα μα ξανάρχομαι
Χαλέπι, πόλη της χαράς,
με τάισες γλυκό ψωμί,
χαλάλι σου, πόλη μου, Χαλέπι.

Πόλη σε λεν της αραπιάς
και κήπο της αγάπης,
οι φίλοι μ’  αποχαιρετούν,
Χαλέπι μου, ευτυχία μου.

Έπεσε χαμηλά ο Γκαρίπ,
βοήθα προφήτη μου Χιντίρ,
να δω πάλι την πατρίδα,
Χαλέπι μου περίμενε με.
  
Ο Ασίκ Ομέρ, ένας από τους πιο αγαπητούς και πολυταξιδεμένους ασίκηδες του 17ου αιώνα  που πέρασε τη ζωή σαν στρατιώτης φιλοσοφεί:

Πώς να φτιαχτήκαν οι στεριές,
ρώτα τον ψεύτη κόσμο,
τόσο αίμα πως μαζεύτηκε,
ρώτα τον ωκεανό.

Για το συνήθειο της καρδιάς,
ρώτα τον ψεύτη κόσμο,
το ασικλίκι τι θα πει,
ρώτα κανένα σκλάβο.

Το ντέρτι δε γιατρεύεται,
το δάκρυ μου δε σβήνει
ρώτα,  αν θες, την έρημο
πως ζουν χωρίς συντρόφους.

Οι ασίκηδες ήταν πάντα αντίθετοι στην αυθαιρεσία και στις καταχρήσεις  του σουλτάνου και της αυλής του και ακολούθησαν κάποια δόγματα αιρετικά που τους έφεραν σε αντιπαράθεση με τους σκληροπυρηνικούς του Ισλάμ. Έτσι, πολλοί απ’ αυτούς δολοφονήθηκαν, εκτελέστηκαν και κάηκαν ζωντανοί από τους  φανατικούς μουσουλμάνους.  Σε πολλά  τραγούδια  φαίνεται η κοινωνική τους στάση:

Οχτώ μήνες για χειμώνα, τέσσερις για καλοκαίρι,
για τους περισσότερούς μας όλεθρος και συμφορά,
πριν μπει Οκτώβρης παγώνουμε ολόκληροι,
μόνο το Μάη λύνεται η καρδιά μας.
  
Έφτασε ο φοροεισπράκτορας του κράτους,
κρατάει στα χέρα του καμτσίκι να βαρέσει,
το πάπλωμα μας το πουλάει στο παζάρι,
στρώνουμε τα κουρέλια μας για ύπνο.

Σ’ ένα άλλο  ανώνυμο κομμάτι "Το τραγούδι του θαλασσινού" που τραγουδιέται από τον δέκατο έκτο αιώνα στην περιοχή της Τραπεζούντας,  γίνεται μνεία της σκληρής ζωής των ψαράδων:

Πώς να ανέβω μοναχός
στου πλοίου το κατάρτι
δώσε, θεέ μου υπομονή,
στην καρδιά της μάνας μου.

Χώρα μας είναι η Τραπεζούντα
γρόσια τα χέρια μας δε βλέπουν
αν δε βγει χαμσί και φέτος
θα κλαίμε για το χάλι μας. 

"Το κόκκινο ποτάμι",  ο αρχαίος ποταμός Άλυς που διασχίζει την πεδιάδα της Παφλαγονίας στην κεντρική Ασία και  χύνεται στα νερά της Μαύρης Θάλασσας, γίνεται η αφορμή για ένα άλλο άσμα του Ασίκ Βεϊζέλ, ενός τυφλού οργανοπαίχτη, οπαδού του τάγματος των Αλεβήδων :

Μπήκε η άνοιξη και λύσσαξες,
ποτάμι εσύ Κιζιλιρμάκ,
ούτε κοιμάσαι ούτε ξαποσταίνεις…

Έφαγες νύφες και κορίτσια,
μάτια πανέμορφα κατάπιες,
καμιά  ογδονταριά έφαγες φέτος …

Έχεις ρηχά έχεις βαθιά,
έχεις και μια παγίδα μες τον πάγο,
νάμουν θάλασσα να σε ρουφούσα,
ποτάμι εσύ Κιζιλιρμάκ.

Ένας ασίκης του δέκατου έκτου αιώνα,  ο Πιρ σουλταν Αμπντάλ, εκτελέστηκε από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, επειδή πήρε το μέρος του αντιπάλου του σάχη Ταχμπάσπ, ο οποίος ηγήθηκε μιας επανάστασης χωρικών εναντίον της αυτοκρατορίας. Σε κάποια σκόρπια αποσπάσματά του που σώθηκαν, λέει:

Μακάρι νάμουνα μποστάνι καταπράσινο
Μακάρι νάμουνα θρύλος στο στόμα του λαού
Μακάρι νάμουνα πιο δυνατός  από το θάνατο.

Οι ασίκηδες ζούσαν μια ζωή ελεύθερη και ανυπόταχτη, εκφράζοντας μεγάλα τμήματα  του λαού που υπέφεραν από την οθωμανική κατοχή και το διεφθαρμένο καθεστώς, το οποίο είχε κυριαρχήσει στις επαρχίες της τουρκικής αυτοκρατορίας. Το πνεύμα αυτό του πάθους για ελευθερία φαίνεται στο παρακάτω κομμάτι:

Αντίκρυ μας χιoνόσκεπα βουνά που μας μαγεύουν,
τριγύρω μας παραδεισένιοι κάμποι λάμπουν…
ο τόπος της φυγής  μου το Ουρούμ ή η Δαμασκός ;

Ενώ σε κάποιο άλλο κομμάτι ενός  σπουδαίου ασίκη, ο τραγουδιστής αφηγείται:

Στο άλογο μου το πιστό καλπάζω καβαλάρης,
με προσευχές  ευλαβικές σ’ ανατολή και δύση,
να ο βαθύς ο ποταμός Αγιάρ, κοντά στο Καφεντί,
νύχτα εκεί στο Καφεντί πλάι –πλάι θα κοιμηθούμε.

Πιο πέρα από το Καμαράν είναι ένα μονοπάτι,
πετούν τα γκέμια μας πάνω απ’ του τάταρου το ρέμα,
φτάνουμε νύχτα στο Γιογσούν και θα προσευχηθούμε,
απόψε μέσα στο Γιογσούν πλάι- πλάι θα κοιμηθούμε.

Στην πόλη Ογρέκ μια  φορεσιά θ ένα σου παραγγείλω,
τρία όμορφα σαμάρια θα κεντήσω και θα πλέξω
κι από ασήμι καθαρό πέταλα θα σου φτιάξω,
απόψε στο Ογρέκ τα δυο πλάι – πλάι θα κοιμηθούμε.

Και να ο κάμπος του Ελμπιστάν, πιο ξακουστός απ’ όλους,
το καλοκαίρι καίγεται από καυτούς ανέμους,
στο Μπιν Μπογά που χτίζουν τα γεράκι τη φωλιά τους,
εκεί απόψε εμείς οι δυο πλάι –πλάι θα κοιμηθούμε...

 Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Το κείμενο βασίστηκε στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη Οι Ασίκηδες, εκδόσεις Άγρα, 2003. 





Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

"Παιχνίδι με τον σπάγκο" της Σόνιας Ζαχαράτου

Είχα την ατυχία, μην πω τη δυστυχία, να χάσω τη μητέρα μου από καρκίνο, όταν ήμουν 9 ετών. Η σχέση μου λοιπόν με τη μητέρα, μολονότι δεν ευτύχησε να περάσει από τα προβλεπόμενα στάδια, πέρασε από πλήθος άλλων, μεταξύ των οποίων δεν έλειψαν η εξιδανίκευση, ο θυμός, η αγιοποίηση και η αδιαφορία. Ακόμη και σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές – και αφού έχω ολοκληρώσει σειρές ψυχαναλυτικών και ψυχοθεραπευτικών συνεδριών για το θέμα – ισορροπώ με τρόμο ανάμεσα στο ευτυχώς και το δυστυχώς της κατάστασής μου ως ορφανής από μικρή, για να καταλήξω πάντοτε στο ίδιο συμπέρασμα: ότι η μητέρα μου ήταν ο νοηματοδοτικός παράγοντας της ζωής μου τα χρόνια που την είχα στο πλάι μου και ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν θα μπορέσω να ξεπεράσω την απώλειά της. Πάντοτε θα πέφτει πάνω μου σαν ίσκιος βαρύς και θα μου στοιχειώνει την ανάσα.

Σκοπός μου βέβαια δεν είναι να γράψω, σε αυτό το σημείωμα, για τη δική μου σχέση με τη μητέρα μου. Η εισαγωγή έγινε για να καταλάβει όποιος διαβάσει την άποψή μου ότι το βιβλίο Παιχνίδι με τον σπάγκο με αφορά άμεσα. Και, επειδή ακριβώς με αφορά άμεσα, δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω απλώς σαν φιλόλογος ή σαν αναγνώστρια: είναι κάτι σαν προσωπική υπόθεση για μένα.

Και, ναι, περιέχει τμήματα που είναι απολύτως συγκινητικά, όπως τα ακόλουθα:

Φοβάμαι, μαμά. Κι εσένα, φοβάμαι.
Επειδή πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά.
Γι’ αυτό.
Γιατί πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά;
Γιατί;
Και τις φοβούνται τις μαμάδες, μαμά, όταν έχουν πεθάνει;
Και τις φοβούνται κι όταν ήταν ζωντανές;
Φοβούνται πάντα χωρίς τις μαμάδες;
Φοβούνται και με τις μαμάδες;
Πάντα;
Χωρίς;
Με; (σελ. 39)

Έπειτα, όταν δεν είσαι εκεί,
Όταν ούτε η κλεψύδρα είναι εκεί,
Όταν ούτε ο ουρανός με τα άπειρα αστέρια είναι εκεί,
Όταν ούτε το άλογο, ο κόρφος σου, ο λύκος, ο σπάγκος, το πιάνο,
      η μουριά, τα παραμύθια είναι εκεί,
Όταν δεν είσαι εκεί,
Όταν δεν είσαι,
Είναι το σπίτι εκεί που απομένει άδειο,
Ερημωμένο,
Το άδειο σπίτι στο χρώμα της ώχρας,
Το άδειο σπίτι και οι άδειες θυρίδες στους χοντρούς τοίχους,
Το άδειο σπίτι με τις μανταλωμένες πόρτες,
Το άδειο σπίτι και ο χορταριασμένος κήπος. (σελ. 41)

Όπως και όλη η ενότητα «Γράμματα στη μαμά».

Ταυτόχρονα, όμως, περιέχει και τμήματα που το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους είναι η υπερβολή και μάλιστα μια υπερβολή που απεμπολεί χωρίς δεύτερη σκέψη κάθε ψήγμα συστολής: μοιάζει από αυτήν την άποψη με τις παραστάσεις που ανεβάζουν ερασιτεχνικοί θίασοι, όπου οι «ηθοποιοί» προσπαθούν υπέρ το δέον να πείσουν τους θεατές για τις ερμηνευτικές τους ικανότητες:

Εγώ θα πάρω την ευθύνη πάλι! Εγώ φταίω!
Όχι, εσύ! Όχι! Εγώ! Εγώ!
Εγώ το τραύμα! Εγώ ολόκληρη ένα τραύμα!
Το αφιερώνω,
Με αφιερώνω σε όλα τα ποντίκια και τους αρουραίους και τις κατσαρίδες και τις ακρίδες
    και τα σκουλήκια.
Το τραύμα.
Εκείνα έχουν τραύμα;
Τα ποντίκια;
Οι αρουραίοι;
Οι κατσαρίδες;
Τα σκουλήκια;
Οι ακρίδες;
Και τι κάνουν;
Κι εγώ; (σελ. 26)

- Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, τι μου τάζεις;
- Τα μάτια μου και τα νύχια μου. (σελ. 28)

Στο αληθινό πένθος δεν χωρά υπερβολή, όπως δεν χωρά ούτε στην αληθινή αγάπη. Και δεν ξέρω τελικά τι άλλο καθορίζει τη σχέση μας με τη μάνα πέρα από αυτά τα δύο στοιχεία, του πένθους και της αγάπης, ανάμεσα στα οποία ταλαντωνόμαστε από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό μας. Από αυτή την άποψη, η δική μου ανάγνωση του βιβλίου το καθιστά ψεύτικο: η βάση στην οποία τίθεται η σχέση μητέρας-κόρης (η οποία είναι πιο βαθιά και πολύπλοκη από τη σχέση μητέρας-γιου, χωρίς να είναι ούτε κατά διάνοια λιγότερο ερωτική ή λιγότερο μεταφυσική), αλλά και η αναπαράσταση της μητέρας ως ανθρώπου με σάρκα και οστά και όχι ως αμόλυντης αρχετυπικής εικόνας, είναι για μένα ψεύδη που δεν μπορώ παρά να απορρίψω.

Εκεί που έπρεπε κατά τη γνώμη μου να υπάρχει σιωπή (γιατί μόνο με σιωπή στέκεται κανείς μπροστά στον βαθύ πόνο), στο Παιχνίδι με τον σπάγκο υπάρχει κραυγή. Και όχι μόνο μία: υπάρχει σωρεία από κραυγές που φλερτάρουν με ακραίες συνθήκες. Ίσως βέβαια αυτή να είναι η μόνη δυνατή περιγραφή της σχέσης μιας κόρης με μια μητέρα ζωντανή: να μια περιοχή που δεν γνωρίζω καθόλου. Ίσως λοιπόν ο μόνος τρόπος που μπορεί η κόρη να μιλήσει για τη σχέση της με τη ζωντανή μητέρα να είναι αυτός: μια σειρά από κραυγές που μπροστά τους βουβαίνεται ο κόσμος. Ίσως. Είναι κάτι που δυστυχώς δεν θα μπορέσω να μάθω από πρώτο χέρι ποτέ.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

"Η τύχη της ποίησης στο φανταστικό χαλιφάτο - Η ποιητική δημιουργία στις επικράτειες του ISIS" του Θωμά Ψύρρα


Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις Θράκα, αλλά μόλις πρόσφατα έμαθα για την ύπαρξή του. Παρά το τι μπορεί να φανταστεί κανείς από τον τίτλο, δεν πρόκειται για ανθολογία ποιημάτων που γράφτηκαν από μαχητές του ISIS – ευτυχώς. Αντιθέτως: είναι μια ανθολογία ποιημάτων που γράφτηκαν στον αντίποδα όσων ποιημάτων παράγονται στο πλαίσιο του ISIS ως προπαγανδιστικό εργαλείο. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου η ανάλυση του Ψύρρα αρκεί για να σχηματίσει ο αναγνώστης πλήρη εικόνα του πώς η ποίηση εντάσσεται  στην ευρύτερη αφήγηση του ISIS περί ηρωισμού και θυσίας χάριν ενός ανώτερου σκοπού. Από αυτό το πρώτο μέρος, παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα που δίνουν ανάγλυφη την εικόνα:

«Σήμερα, στις περιοχές που κατέχει το ISIS, η ζωή οργανώνεται με βάση τη φρίκη. Το ISIS έχει επιβάλει συνολικά στην κοινωνία την πιο βάναυση εκδοχή του νόμου της Σαρία σε συνδυασμό με το δόγμα του θανάτου […]. Ο φόβος δεν είναι συναίσθημα· μετατρέπεται σε ιδεολογικό υλικό ώστε να διατηρείται συνεκτική και καθαρή η κοινωνία. […]

Η εγκατάλειψη της πίστης του Ισλάμ τιμωρείται με θάνατο. Η βλασφημία επισύρει την εκτέλεση. Οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί έχουν μόνο μία επιλογή: να αλλαξοπιστήσουν· και η άρνηση τιμωρείται με θάνατο. Όσοι δεν παρακολουθούν τις πέντε προσευχές της μέρας τιμωρούνται με μαστίγωση. Τα καταστήματα κλείνουν υποχρεωτικά κατά τις ώρες της προσευχής και οι παραβάτες τιμωρούνται με ραβδισμό και σε περίπτωση υποτροπής με θάνατο [η λίστα συνεχίζεται και είναι ιδιαίτερα μεγάλη…]

Εκτελέσεις και μαστιγώσεις συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά στους δρόμους, τα πάρκα, τα τοπικά γήπεδα. Μερικές φορές υποχρεώνουν μεγάλα πλήθη να τις παρακολουθούν με στόχο να εκφοβίσουν τους ανθρώπους και σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. λιθοβολισμοί) να συμμετέχουν σε φρικαλεότητες ώστε να  τους μετατρέπουν σε συνενόχους. […]

Ένα από τα πλέον “εκλεπτυσμένα” προπαγανδιστικά μέσα που χρησιμοποιεί το ISIS προς το εσωτερικό του αλλά και προς τους συμπαθούντες σουνίτες του εξωτερικού είναι η ποίηση […] με τον τρόπο της παραδοσιακής απαγγελίας nashid […] αυτός που απαγγέλει καθιστά τις έννοιες και τα συναισθήματα της ποίησης “γνωστά” υψώνοντας μελωδικά τη φωνή του για να αποδώσει πλήρως το ποίημα. Το nashid δεν συνοδεύεται από μουσικά όργανα. […] Οι τραγουδιστές είναι σχεδόν πάντα άνδρες και οι φωνές τους μερικές φορές διακόπτονται από ηχητικά εφέ (ήχους πυροβόλων, στρατιωτικούς βηματισμούς, καλπασμό αλόγων κ.λπ.). [...] Μια πρόχειρη αναζήτηση στο Youtube δίνει αποτελέσματα για πάνω από 80 χιλιάδες “jihad-nashid” […]

Η ποίηση ενισχύει το φρόνημα των μαχητών και μεταλαμπαδεύει το όραμα του χαλιφάτου στις λαϊκές μάζες. Με τον στίχο επίσης οι μαχητές αποδεικνύουν την αφοσίωση και αρθρώνουν πιο καθαρά […] το όραμα της τζιχάντ […] Οι τζιχαντιστές έχουν εμμονή με την καταγραφή των επιτευγμάτων τους, ώστε να τα κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές […] Επιπλέον, ο ποιητικός λόγος τους παρέχει μια διέξοδο να μιλήσουν για τον εαυτό τους, να εξατομικεύσουν την εμπειρία τους στη τζιχάντ, να μιλήσουν για τη δράση και την προσωπική ζωή τους στις περιοχές του χαλιφάτου, γι΄ αυτό συχνά ο λόγος τους διανθίζεται από κοινότοπο συναισθηματισμό».

Η μελέτη, όπως σημείωσα και στην αρχή, είναι εμπεριστατωμένη και διερευνά πολλά φαινόμενα που παρατηρούνται στους κόλπους του ISIS, ενώ παραθέτει και στίχους αντίστοιχων ποιημάτων. Σημειώνεται επίσης η προσπάθεια ορισμένων εξορίστων, μεταναστών και προσφύγων να εκφράσουν τις εμπειρίες τους μέσα από την ποίηση «προσπαθώντας να βγάλουν νόημα από τα δεινά που υφίστανται με πνεύμα ανθρωπισμού και σεβασμό στην ετερότητα […] Τέτοιες ποιητικές συνειδήσεις υπερβαίνουν πλέον την ιδεολογική πολυδιάσπαση, τη φυλή, την Ummah, το μίσος και την εκδίκηση και παράγουν μια ποίηση που αφορά τον άνθρωπο κι όχι τον Σουνίτη ή τον Σιίτη, τον πιστό ή τον άθεο, τον χριστιανό ή τον μουσουλμάνο».

Έπονται δύο ποιήματα από την ανθολογία που ακολουθεί της μελέτης του Ψύρρα. Τα ποιήματα αυτά, όπως σημειώνει ο ίδιος, «γράφτηκαν από τις παραμονές της επίθεσης των ΗΠΑ στη Βαγδάτη το 2003 μέχρι σήμερα από ποιητές, που δεν εντάχθηκαν σε οποιαδήποτε εκδοχή στράτευσης αλλά μέσα από τη φρίκη των γεγονότων διαμόρφωσαν μια ποιητική και ηθική στάση ανθρωπισμού και την υπηρετούν με συνέπεια. Είναι δημιουργοί –οι περισσότεροι ήδη πρόσφυγες– που με το έργο τους συντηρούν την ελπίδα μέσα από τον αβάσταχτο πόνο. Άλλωστε στην αραβική γλώσσα, οι λέξεις “ελπίδα” και “πόνος” είναι αναγραμματισμός»:

ΤΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ
Το αεροπλάνο έρχεται από τη Βαγδάτη
Φέρνει Αμερικανούς στρατιώτες
Σηκώνεται ψηλά
Κι όλο ανεβαίνει
Πάνω από το φεγγάρι
Καθρεφτίζεται στα νερά του ποταμού Τίγρη
Πάνω από τα σύννεφα που σωρεύονται
Σαν πτώματα
Πάνω από μια αρχαία άρπα
Πάνω από το γρατσουνισμένο δέρμα
Πάνω από ανθρώπους που έχουν απαχθεί
Πάνω από παιδιά που μεγαλώνουν στα ερείπια
Πάνω από τις μεγάλες ουρές στα γραφεία διαβατηρίων
Πάνω από το ανοιχτό καπάκι του κουτιού της Πανδώρας.
Το αεροπλάνο
Με τους εξαντλημένους επιβάτες
Θα προσγειωθεί έξι χιλιάδες μίλια μακριά
Από αυτήν τη λωρίδα γης
Της ακρωτηριασμένης άμμου.

Dunya Mikhail (γυναίκα πρόσφυγας από την Ιορδανία)


ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Σκάβουν θανατηφόρα χαρακώματα
Προετοιμάζονται για μακροχρόνιο πόλεμο
Οι πόλεμοι είναι απόλυτη ματαιότητα
Όπως ματαιότητα είναι
Η προειδοποίηση των απωλειών
Ο πόλεμός του
Ο πόλεμός της
Δεν έχει σημασία
Το φάντασμα μιας γυναίκας
Το φάντασμα ενός εφήβου
Το φάντασμα ενός παιδιού

Ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος
Τα Φαντάσματα δεν μπορούν να μιλήσουν
Δεν μπορούν να αισθάνονται
Ούτε μπορούν να βλάψουν

Ξεριζώνουν τις καρδιές τους
Πριν γεννηθούν,
Και τις κρεμούν στα κρεβάτια τους
Μακριά από ονειροπόλους
Περαστικούς ή ποιητές
Εκτός από εκείνους που
Αφουγκράζονται

Khaloud al-Muttalibi (μετανάστης από το Ιράκ)


Ανέκαθεν η ποίηση ήταν ένα ισχυρό όπλο, γιατί έχει τον δικό της μοναδικό τρόπο να κάνει κατανοητές, μέσα σε λίγους στίχους, ιδέες που θα χρειαζόντουσαν πολλές σελίδες για να αναλυθούν. Με τον ίδιο τρόπο, οι Δυτικοί θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, όπως σημειώνει ο Θωμάς Ψύρρας, ότι «το ισχυρό όπλο της Δύσης δεν είναι “όπλο”· είναι μια ιδέα: οι τρομοκράτες “πωλούν” έναν ένδοξο θάνατο· η Δύση και οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι θα πρέπει να “πουλήσουν” μια ελπιδοφόρο ζωή». Μακάρι.

Για την αντιγραφή και την επιλογή
Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Στον απόηχο της συλλογής (και επηρεασμένη από αυτήν προφανώς), διάβασα το βιβλίο του Φιλίπ Μυρέ Αγαπητοί τζιχαντιστές... (σε μετάφραση Ν. Μάλλιαρη) το οποίο γράφτηκε μετά την επίθεση της 9/11 στους δίδυμους πύργους. Το βιβλίο, με το τέχνασμα της απεύθυνσης προς τους τζιχαντιστές, στους οποίους εν πολλοίς λέει ότι τζάμπα στοχεύουν έναν πολιτισμό που έχει βρυκολακιάσει, ουσιαστικά καταδεικνύει όλες τις τρύπες του και τον αποδομεί. Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο που θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο αυτογνωσίας για τους δυτικούς.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

"Χειμερία ζάλη" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Φέτος δεν έχουμε βροχές
Είπες
Κοιτάζοντας τη ραγισμένη κρούστα του καιρού
Σκάβει πολύ ο ήλιος το περίβλημά μας
Τόσο που απρόσεχτα εξακοντίζει τον Θεό
στα δώματα της απουσίας του
Ύστερα
εσύ
εγώ
μια κλίση προς τα άνω
αβεβαιότητας
Και το εμείς στο πρώτο πρόσωπο ενικού

                                                     «Ραγισμένη Κρούστα»

Στη νέα της συλλογή, η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, βαθιά ανθρωποκεντρική, μιλάει για τον άνθρωπο και τη σύγχρονη εποχή, για το πέρασμα του χρόνου, για τις ανθρώπινες σχέσεις, για τον έρωτα και τον θάνατο, για την ζωή και την αγάπη, με το δικό της χαμηλόφωνο, ιδιαίτερο τρόπο. Στην Χειμερία ζάλη οι λέξεις αποπνέουν μια καρτερική αναμονή ανθοφορίας.

Η ποιήτρια κοιτάει τον άνθρωπο της εποχής της κατάματα και τον βρίσκει χαμένο και μόνο, χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, χωρίς εκείνη την ειδική βαρύτητα που χρειάζεται να έχει η προσωπικότητά του για να αφήσει τα ίχνη του στον χρόνο, για να γράψει την προσωπική του ιστορία.

Η ερημιά της ψυχής του φανερώνεται σε όλο το μεγαλείο της τη νύχτα, όταν ο μοναχικός άνθρωπος ανοχύρωτος μες το σκοτάδι μάταια παλεύει μέσα του να βρει ένα φως.

Είναι αυτό το πιωμένο χέρι που τρεκλίζει επάνω στο κλειστό πορτατίφ/ Εδώ και χρόνια επιχειρεί μέσα στα μεσάνυχτα να ανάψει ένα φως/ Είναι η ώρα που ακούει όλους τους αποδημήσαντες/ να επισκέπτονται ένα αφημένο πάθος/ μια ζωή απρόσμενα κομμένη στα δύο/ Είναι εν τέλει ο θάνατος η άλλη σκέψη;

Η ποιήτρια χαρακτηρίζει την εποχή μας, εποχή μιας χρήσεως. Μια εποχή που θέλει τους ανθρώπους ομοιόμορφους, στερημένους από την μοναδικότητά τους. Μια εποχή που φτιάχνει ανθρώπους απρόσωπους σαν αγάλματα, με μαρμάρινα συναισθήματα και ένα κενό μέσα τους· ζουν μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου.

…Το ξέρω πως είναι η εποχή της μίας χρήσεως/ Κάθε πρωί περιμαζεύουμε τα χαρτομάντιλα της λύπης/ από πεζοδρόμια χωρίς πόδια/ από παράθυρα δίχως πρόσωπα/ Οι άνθρωποι υπάρχουν πια χωρίς τα ίχνη τους/ Ολόκληροι ένα δάκρυ που εξατμίζεται στα υπόγεια της θλίψης.


Η ποιήτρια, κόντρα στο ρεύμα των καιρών, επιχειρεί να αντισταθεί σε αυτή τη διαδικασία φθοράς, να ανάψει με την ποίηση της ένα φως μες το σκοτάδι.

Στην ποίηση της περιθάλπει τη μοναδικότητα.

Είναι η μία εκείνη φορά που φτιάχνει παραμύθια/ Η μια φορά σε τούτο τον καιρό της ανάγκης/Κρατάω τη μοναδικότητα/ Την περιθάλπω στοργικά/ ως παρακαταθήκη επανάληψης…

Το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη ζωής και συμβολίζει εδώ τον έρωτα και την αγάπη, που έχουν την ίδια ιδιότητα να βγαίνουν εκτός ορίων, να ξεχειλίζουν ορμητικά! Χωρίς αγάπη ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέλμα, παραμένει υποταγμένος και στάσιμος σε μοίρα που του επιβάλλεται από τους καιρούς, χωρίς να έχει τη δύναμη να την αλλάξει. Το συναίσθημα είναι δύναμη ζωής. Η αγάπη είναι το συστατικό που λείπει, σε αυτούς τους άνυδρους καιρούς, για να γεμίσει το εσωτερικό κενό, ώστε να πάψει η ψυχή να γίνεται αντίλαλος της νύχτας.

Μόνο η ρευστότητα μπορεί να δραπετεύσει/ από ένα σχήμα σαν γκρεμό/ κι ο άνθρωπος νερό θα πρέπει να γεννιέται…

Και αλλού:

…Μόνο η αγάπη αλλάζει προορισμό/ Μόνο η αγάπη μεταποιεί τον κόσμο/ Και μια παλιά, κουρελιασμένη, παλιομοδίτικη ζωή/ σε κάποια όχθη πεταμένη/ γίνεται νερολούλουδο/ Να στάζει μόνιμα το άγιο νάμα

Η ποιήτρια καλλιεργεί το έδαφος της καρδιάς σαν επίμονος κηπουρός, μέχρι να γίνει γόνιμο, να το δει να ανθίζει. Φυτεύω τη ζωή σε χρόνο γόνιμο/ Με απαλές κινήσεις/ Με του ιδρώτα πότισμα/ Με λιπάσματα για εξόντωση των άγριων ημερών…

Η ποίησή της προσδίδει μια μορφή ιερότητας στις καθημερινές συνήθειες, στις ρουτίνες της ημέρας, αποτυπώνει μια στάση ζωής.

Πάντα έρχεται η ώρα για το δείπνο
Έχει σημασία τι θα στρώσει κανείς για βράδυ
Σε τι εντέλει θα προσευχηθεί
Έχει σημασία σε τι θα σηκώσει το ποτήρι της ανάγκης

Άσπρο πάτο
ή άσπρη ζωή;

Η ποίηση της είναι μια συνεχής αναζήτηση του άλλου, ένας ανοιχτός διάλογος, με λέξεις ευαίσθητες και συναισθήματα εύθραυστα, για εκείνην ο άλλος είναι συχνά ανοιχτό βιβλίο.

…Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
Βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό και δεν αντέχεται


Η φύση έχει ιδιαίτερα έντονη παρουσία, συχνά αλληγορική στα ποιήματα, με τον κύκλο των εποχών να συμβολίζει το πέρασμα του χρόνου και τον κύκλο της ζωής. Το νερό και το φως συμβολίζουν την αγάπη, η άνοιξη τον έρωτα, το κρύο και η ξηρασία τη μοναξιά, το σκοτάδι τον φόβο… Οι συμβολισμοί είναι απλοί, ωστόσο χρησιμοποιούνται με ευρηματικότητα.

Το πέρασμα του καιρού είναι μια περιδίνηση γύρω από την ύπαρξη που σχηματίζει κυκλικές διαδρομές, με το τέλος κάθε φορά που κλείνει ένας κύκλος να σηματοδοτεί μια νέα αρχή, ένα νέο ταξίδι, με τις αποσκευές του ανθρώπου πλουσιότερες σε εμπειρίες. Ακόμα κι όταν φαίνεται πως δεν υπάρχει δρόμος:

Ν΄ανάψεις ένα δρόμο είναι το ζητούμενο/ Εκεί που σβήνει μία διαδρομή/ να΄χει φωτιά το μάτι σου να δει/ να πυρπολήσει όσα δεν φαίνονται.
Η ποιήτρια γράφει για τις διαδρομές της ζωής της: Μια ανάβαση έψαχνα σ’όλες τις διαδρομές/ Έβλεπα μονίμως ένα φως/ στον τελευταίο όροφο αναμμένο/ Όλες οι μέρες μου/ με ένα τέντωμα του κεφαλιού ψηλά/ και βλέμμα ανεμόσκαλα

Ο έρωτας φέρνει απότομα στην καρδιά την άνοιξη, αν και έξω είναι ακόμα χειμώνας. Κράτα σφιχτά το χέρι μου/ να νιώθω τα σμήνη της αγάπης σου/ να με πολιορκούν μέχρι τελικής ανάγκης/ Έτσι, σου λέω, παραδίνομαι/ με μια λευκή καρδιά να κυματίζει/ ίδια με ανοιξιάτικο σύννεφο/ Μέσα σε τόσο φως τι άλλο να ψάχνει το σκοτάδι μου/ Μονάχα τη λαμπρότητα/ των δυο μικρών παράδεισων/ στην άκρη των χειλιών σου…

…«Κοίτα/ Είμαστε επιτέλους δέντρα που αγκαλιάζονται», μου είπες/ Κι εγώ άνθισα πιο τρελή από αμυγδαλιά/ έναν Δεκέμβρη μήνα που ο χρόνος άρχιζε/ αντί να τελειώνει.

Κάποτε ένας αγέρας που έρχεται να πάρει λίγο τα περάσματα ανάμεσα στα χρόνια φέρνει στην ποίησή της εικόνες από τα περασμένα, από την παιδική ηλικία, αναμνήσεις από αγαπημένους που έφυγαν. Πότε έφυγες;/ Χτες ακόμη σκάλιζες με τα μάτια σου τον ουρανό/ Φύτευες νέα άστρα/ άνθη αναρριχώμενα/ που σαν ατίθασα μαλλιά ξέφευγαν απ’ το κεφάλι αγγέλων και έπεφταν ίδια με ταξίδι Ραπουνζέλ/ κάτω από το μπαλκόνι του κόσμου/ Να ανέβει έλεγες,/ τρελά ερωτευμένος ο καιρός… …Τουλάχιστον να έδινες την απαραίτητη/ ενός μηνός προειδοποίηση/ Να’ χω τριάντα μέρες αργύρια/ να εξαγοράσω τον προδότη χρόνο.

Η ποίησή της ξέρει να φτιάχνει μικρά καράβια από λέξεις το σούρουπο, να ζωγραφίζει μια θάλασσα, ένα νιο φεγγάρι την ώρα που αποσύρεται ο κόσμος στο αδιάφανο και μεγαλώνουν οι σκιές. Η ποίηση της είναι παρηγορητική, κερνάει ψωμί κι αντίδωρο, βρέχει τη σκέψη με κρασί για να μεθάει την πίκρα, να ξεγελάει το πέρασμα του χρόνου. Στα ποιήματά της κάποιες φορές ακούγεται να σεργιανά ένα τραγούδι.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 

ΣΑΝ ΠΕΙΡΑΤΗΣ
Και τη στιγμή εκείνη
Που συλλογίζεσαι πως είσαι μόνος
Έρχονται και κάθονται μέσα σου
Τόσοι χαμένοι κόσμοι
που λίγο να σκύψεις στα ναυάγιά τους
μπορείς να ξεχαστείς τα βράδια σου
σαν πειρατής χωμένος σε θησαυρούς που χάθηκαν
σε μια σταγόνα αναβολής


ΚΟΚΚΙΝΟ, ΠΡΑΣΙΝΟ
Σε κοιτάω κάθε μέρα στους δρόμους
ανάμεσα στις μοναξιές που διασταυρώνουν με τόση προσοχή
τα κρύα νερά του κόσμου
Δίχως μια λέμβο
Χωρίς σωσίβιο
Με την ανάγκη μόνο παραμάσχαλα
καθώς εκεί ακριβώς στα φανάρια
λίγο πριν ανάψει πάλι κόκκινο
και σταματήσει η ευκαιρία
ξυπνά μια πράσινη χλόη από τη χειμερία ζάλη της
Κι έτσι παραπατώντας
ζητά να φυτευτεί στην άλλη όχθη
με τα τρεχούμενα λόγια
την ψιλή βροχή
τα μεγάλα, βαθύσκιωτα χρόνια
Κι όταν ρωτάω με το βλέμμα
βλέπω απλώς στα μάτια σου
πως καίει σαν λίβας πολύ το ριζικό
και δεν αντέχεται

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Ο Ντίνος Σιώτης σε ποιητικό διάλογο με ένα τσουνάμι

Μετά την προηγούμενη ανάρτηση περί της παρεξηγημένης τέχνης του χαϊκού, δημοσιεύουμε σήμερα 22 τρίστιχα που έγραψε ο Ντίνος Σιώτης με αφορμή το βιβλίο Τσουνάμι - 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011 που έχω μεταφράσει. Μου τα έστειλε ανήμερα το Πάσχα, αιφνιδιάζοντάς με παντελώς: ο ποιητικός διάλογος που δημιουργήθηκε με τα χαϊκού του βιβλίου, τα οποία έγραψαν απλοί Ιάπωνες-θύματα του τσουνάμι και τα οποία μετέφρασα επειδή θεωρώ ότι αποτελούν ζωντανή απόδειξη του άκαμπτου ανθρώπινου πνεύματος και της θέλησης για ζωή, ήταν αναπάντεχος, τιμητικός και άκρως συγκινητικός. Δίνοντάς μου την άδεια να τα δημοσιεύσω, ο Σιώτης μου ζήτησε να δημοσιεύσω και μια σημείωση, η οποία αποδεικνύει ότι έχει πλήρη επίγνωση για το τι σημαίνει το είδος του χαϊκού (όπως άλλωστε και το γεγονός, προς τιμήν του, ότι δεν δεσμεύεται από τον ψυχαναγκασμό του 5-7-5 στα τρίστιχά του) και παρατίθεται λίγο πιο κάτω.

Αν κάποιος φίλος του ιστολογίου επιθυμεί να διαβάσει το βιβλίο Τσουνάμι - 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011 και να διαπιστώσει από πρώτο χέρι τι ενέπνευσε τον Ντίνο Σιώτη, δεν έχει παρά να επικοινωνήσει μαζί μου στο e-mail του ιστολογίου για να του το στείλω ταχυδρομικώς. Υπάρχουν διαθέσιμα 10 βιβλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη


****



Τα Είκοσι δύο μετά τα 29 χαϊκού για το τσουνάμι γράφτηκαν σε μία ώρα, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, 8 Απριλίου 2018, υπό την επήρεια της ατμοσφαιρικής συμπίεσης της ανθολογίας Τσουνάμι - 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011, σε μετάφραση Χριστίνας Λιναρδάκη, εκδόσεις Μανδραγόρας. Δεν είναι χαϊκού, που είναι μια δύσκολη μορφή ποίησης, απλώς σύντομα τρίστιχα είναι που μιμούνται τα χαϊκού.
Ντίνος Σιώτης



Ντίνου Σιώτη | Είκοσι δύο μετά τα 29 χαϊκού για το τσουνάμι


Με το τσουνάμι
ο μικρός κήπος
έγινε κήτος

**

Πριν έρθει το
φρέσκο τσάι όλα
είχαν τελειώσει

**

Το κύμα ξέβρασε
απελπισία στην
ενδοχώρα

**

Ό,τι νυχτώνει ό,τι
λείπει τα ζωάκια
το βάφουν με λύπη

**

Συχνά η αποθεραπεία
είναι πιο δύσκολη απ’
την εξάρτηση

**

Το φέτος
σε φέτες
φεύγει

**

Τα κυπαρίσσια
πυκνά σύντομο
το μέλλον τους

**

Αγκαλιά με δυο στιγμές
ζω μόνο για την ώρα που
κάποιος θα με φωνάξει

**

Τι να γυρεύουν τα
πουλιά και πετάνε
μπρος πίσω

**

Έκλεισα τα μάτια
προσπάθησα σκληρά
να δω πώς ήταν πριν

**

Παράτησε το λιμάνι το
πλοίο κουράστηκε για
αλλού έβαλε πλώρη

**

Γράφω ποιήματα
σημαίνει διατηρώ
ακμαίο το ηθικό μου

**

Χωρίς εξηγήσεις παράτησε
τις ράγες το τραίνο το ίδιο
έκανε και ο σταθμάρχης

**

Πέφτει βροχή πέφτει
λευκή βροχή τα όνειρά
μου καθαρά ασπρόρουχα

**

Έστρωσε
η βροχή
το χορτάρι

**

Επιστρέφει
λυόμενος
ο πόνος

**

Τόσο ξαφνικά να
γεμίσει βάρκες
ο ορυζώνας

**

Τραβιόμουν προς τα
μέσα όμως το τραγούδι
με τραβούσε προς τα έξω

**

Αφανίστηκαν
άφωνοι οι
αφανείς

**

Ρημαγμένα ερείπια
στο χωριό μετά το
ξαφνικό τσουνάμι

**

Τις κερασιές αν και
ανθισμένες τις παρ’
έσυρε το ρεύμα

**

Συλλαβίζω την άνοιξη με
φωνήεντα από σφεντάμια
στη χλόη σφηνωμένα


Αθήνα, Μεγάλο Σάββατο, 7 Απριλίου 2018
Ντίνος Σιώτης