Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Ποίηση της καρδιάς του χειμώνα απ' όλον τον κόσμο

Η περίοδος του Ιανουαρίου είχε ονομαστεί από την φυλή Lacota Sioux των Ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών "φεγγάρι της κακουχίας", γιατί ήταν μια εποχή δύσκολη, με κρύο και χιόνια, ενώ τα τρόφιμα ολοένα λιγόστευαν. Οι Paiute, μια άλλη μεγάλη φυλή Ινδιάνων που κατοικούσε στην λεκάνη ανάμεσα στα βραχώδη όρη και τη Σιέρα Νεβάδα, περνούσε τις νύχτες αυτής της περιόδου τραγουδώντας το "Τραγούδι του όψιμου χειμώνα":

Δυνατά ακούγονται τα τύμπανα του κεραυνού, στις σκεπές των βουνών.
Ω, για καιρό, πολύ
φάγαμε σπόρους τσία
και κρέας αποξηραμένου ελαφιού απ’ το καλοκαιρινό κυνήγι.
Κουραστήκαμε απ’ τις καλύβες
και την μυρουδιά των καπνισμένων ρούχων μας.
Βαρεθήκαμε να λαχταρούμε τον ήλιο
και το γρασίδι των ορέων.


Στην άλλη πλευρά του κόσμου, ο Μπόρις Παστερνάκ (1890-1960), που έζησε τον βαρύ ρωσικό χειμώνα με τους τρομερούς αρκτικούς ανέμους, οι οποίοι έρχονται από τη Σιβηρία φέρνοντας χιονοθύελλες, περιέγραψε αυτήν την εποχή στο περίφημο μυθιστόρημα του "Δόκτωρ Ζιβάγκο", απ' όπου προέρχεται αυτό το ποίημα:

Χιόνιζε και χιόνιζε, παντού σ’ όλον τον κόσμο,
Χιόνι σκέπασε την οικουμένη.
Ένα κερί καιγόταν πάνω στο τραπέζι·
Ένα κερί καιγόταν.

Πίσω στην Αμερική, η Sylvia Plath (1932-1963) έχει δώσει τη δική της νευρωτική εκδοχή γι αυτή την εποχή στο "Walking in winter":

Η αυγή του χειμώνα έχει το χρώμα του μετάλλου,
Τα δέντρα άκαμπτα στη θέση τους σα νεύρα που κάηκαν…


Μια άλλη ματιά προέρχεται απ' τον Wallace Stevens (1879-1955), έναν διακεκριμένο Aμερικανό ποιητή που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ και είχε στενές σχέσεις τόσο με τον Ernest Hemingway όσο και με τον Robert Frost.  Από το "Thirteen ways of Looking at a Blackbird":

Όλο το απόγευμα ήταν σκοτεινό.
Χιόνιζε
κι ερχόταν κι άλλο χιόνι
το μαυροπούλι κούρνιασε
στο κλωνάρι του κέδρου
.

Ο Jack Kerouac (1922-1969), πάλι, αποτύπωσε μια διαφορετική χειμωνιάτικη εικόνα:

η καρέκλα του καλοκαιριού
παλαντζάρει μόνη της
στην καταιγίδα 


Ο John Greenleaf Whittier (1807- 1892) σημείωσε:

Ούτε σύννεφο πάνω, ούτε γη κάτω
Ένα σύμπαν από ουρανό και χιόνι. 


Στις "Χιονονιφάδες", ο Henry Wadsworth Longfellow (1807-1882), ένας ποιητής του 19ου αιώνα,  απεικόνισε ένα παρόμοιο τοπίο σε μια εποχή που η φύση έπαιζε πολύ μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή και το έργο των δημιουργών:

Από τα στήθη του ανέμου,
Από τις πτυχές των ρούχων της που σαλεύουν,
Πάνω απ’ τα γυμνά καφετιά δάση,
Πάνω απ’ τα εγκαταλειμμένα χωράφια,
Αθόρυβο κι αργό,
Πέφτει μαλακά το χιόνι. 



Μια ακόμα εδοχή του αμερικανικού χειμωνιάτικου τοπίου δίνει ο Carl Sandberg (1878-1967), ένας σπουδαίος ποιητής με περιπετειώδες παρελθόν, στην "Ομίχλη":

Η ομίχλη έρχεται
με βήμα μικρής γάτας.
Στέκεται σε σιωπηλούς μηρούς
κοιτάζοντας
πάνω απ’ το λιμάνι και την πόλη
κι έπειτα προχωρά.


Η ομίχλη βέβαια είναι τα σήμα κατατεθέν της Αγγλίας κι έτσι μεταφερόμαστε στην Ευρώπη, για να βρούμε τον Paul Brown, έναν σύγχρονο Βρετανό δημιουργό να την απαθανατίζει με τον δικό του τρόπο:

Ντυμένα μες την πάχνη,
Τα σκελετωμένα δέντρα διαγράφονται πιο κοντινά ·
τόξα σκεπασμένα απ’ την ομίχλη.


Η σύγχρονη Βρετανή ποιήτρια Jessica Macbeth, έχοντας ξεπεράσει έναν βαρύ χειμώνα και την ασθένεια που απείλησε τη ζωή της, συνέθεσε την "Πνευμονία":

Το τέλος του καλοκαιριού
ήρθε με πάταγο,
κι ο χειμώνας ήταν πιο κρύος,
πιο κρύος και πιο βαθύς,
απ’ ότι ποτέ περίμενα
να είναι. Αυτόν τον χειμώνα
διέσχισα τον πάγο
πάνω από βαθιά νερά. Μπορούσα
να νιώσω καθαρά το απύθμενο σκοτάδι
κάτω απ τα πόδια μου, και το λεπτό στρώμα
του εύθραυστου πάγου που με κρατούσε στην επιφάνεια. Τώρα
καθώς φτάνω στην ακτή μακριά
κι η άνοιξη πλησιάζει, κοιτάζω πίσω
πάνω απ τον ώμο μου, και βλέπω
τον πάγο πάνω στον οποίο τόσο πρόσφατα
τόσο σίγουρα πάτησα, να θρυμματίζεται
στα πιο λεπτά
κομμάτια, και το αδηφάγο νερό
να τα καταπίνει. Παίρνω
μια βαθιά ανάσα, στρέφω το πρόσωπο
κατά την ακτή κι ελπίζω
ότι θα μπορέσω να σκαρφαλώσω στην όχθη.


Στην άπω Ανατολή, ο Κινέζος ποιητής Μπάι Τζουγί (772- 846), καλλιεργημένος αξιωματούχος που επηρέασε τόσο την κινεζική όσο και τη γιαπωνέζικη ποίηση, έγραψε το "Νυχτερινό χιόνι", βασισμένος στην προσωπική του εμπειρία:

Tο μαξιλάρι και το σκέπασμα μου κρύα έμεινα έκπληκτος ,
Βλέπω τώρα ξανά το παράθυρο φωτεινό.
Βαθειά μέσα στη νύχτα, το ξέρω το χιόνι βαρύ,
Ακούω κάπου- κάπου τον ήχο των μπαμπού που σπάνε.


Και μια και πήγαμε στην Ανατολή, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στα χαϊκού, έστω και τα γραμμένα από Δυτικούς. Η πιο σύγχρονη γενιά ποιητών εμπνεύστηκε, όπως ήταν φυσικό, από το χειμωνιάτικο τοπίο. Παρατίθενται τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον Michael Garofalο, έναν Καναδό ποιητή του οποίου τα γραπτά αναφέρονται συχνότατα στο φυσικό τοπίο, την Bethan Williams, μια ποιήτρια που δραστηριοποιείται περισσότερο στο διαδίκτυο, και τον Lenard D. Moore, έναν ιδιαίτερα ταλαντούχο σύγχρονο ποιητή με ειδίκευση στα χαϊκού:

Τρέμοντας-
τα γκρίζα σύννεφα σκοτεινιάζουν
χιόνι των βουνών.



Στέκομαι σε μια κοιλάδα,
με την ομίχλη να έρχεται,
Καρποί μεγαλώνουν πάνω στους θάμνους του ιξού.
Κοκκινολαίμηδες κρύβονται σε σπηλιές μέσα στα δέντρα.
Θα μπορούσα να μείνω εδώ πέρα, αν γινόταν.


Αφέγγαρη νύχτα του χειμώνα –
ένα κύμα ομίχλης που ανεβαίνει
κρύβει πέρα μακριά τα πεύκα.




Για το τέλος μερικά ωραία, χειμωνιάτικα χαϊκού από την ιστοσελίδα "Lessons in Haiku":

αρκτική νύχτα-
τα φώτα του βορά χορεύουν
μέσα στη λίμνη


Jerard Krebs


λευκή νύχτα
ο βόρειος άνεμος αναταράζει
τα σκοτεινά νερά του φιόρδ


Timothy Murphy


φεγγάρι του κυνηγού-
προδίδει το ελάφι
το φρέσκο χιόνι


Kate Alsbury


παγωμένος καταρράκτης
οι φλέβες του χειμώνα
αποκαλύπτονται


Daniel Birnbaum


δρομολόγιο στο κέντρο
μέσα απ’ τις νιφάδες του χιονιού
η απαλή λάμψη των φώτων του φρένου


Joshua Gage


ένα ασθενοφόρο
με την ταχύτητα του φωτός
άστρα του χειμώνα


David Jacobs


Απόστολος Σπυράκης



Πηγές:
1. http://www.gardendigest.com/monjan.htm
2. https://sites.google.com/site/worldhaikureview2/whr-archives/lessons
3. https://www.poemhunter.com/poems/january/
4. https://www.poets.org/
5. http://www.dharma-haven.org/jesa/winter.html
6. https://www.poetryfoundation.org/poems/44649/snow-flakes

Σημ.: Διαβάστε και για τον χειμώνα στη νεοελληνική ποίηση.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Δύο πολυσυζητημένες θεατρικές παραστάσεις: «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» και «Οι μάγισσες της Σμύρνης»

Δεν είμαι θεατρολόγος και μάλιστα, λόγω του μεταπτυχιακού που παρακολουθούσα τα τελευταία τρία χρόνια, το οποίο μαζί με το στίγμαΛόγου, τη δουλειά και τα παιδιά μου, μού άφηναν ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο, δεν ήμουν καν θεατής. Είμαι όμως θεατρόφιλη και, τώρα που τελείωσε το μεταπτυχιακό, μπόρεσα να επιστρέψω στις αίθουσες. Παρακολούθησα λοιπόν δύο παραστάσεις τελευταία, πρώτα το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλλο και έπειτα το «Οι μάγισσες της Σμύρνης». Ακολουθεί η άποψή μου, η άποψη ενός απλού θεατή, και για τα δύο έργα:


«Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» στο Εθνικό Θέατρο

Η παράσταση ήταν, με μία λέξη, εξαιρετική. Εάν κάποιος πήγαινε να τη δει χωρίς να είναι εξοικειωμένος με το γενικότερο έργο του Πιραντέλλο, θα αντιμετώπιζε με αμηχανία την αρχή, όπου οι ηθοποιοί παίζουν τους εαυτούς τους να κάνουν πρόβα για ένα θεατρικό έργο που παίζεται μέσα στο συγκεκριμένο θεατρικό έργο. Με αυτόν τον τρόπο, τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα, την προσομοίωσή της και τη θεατρική μυθοπλασία γίνονται δυσδιάκριτα και αναμειγνύονται: ο Πιραντέλλο το κάνει όμως αυτό. Και το κάνει εξαιτίας των βιωμάτων του: η ψυχική ασθένεια της συζύγου του, την οποία για πολύ μεγάλο διάστημα φρόντιζε ο ίδιος ολομόναχος, κατ’ οίκον, του επέτρεψε να δει τα τετριμμένα και άχρωμα συμβάντα της ζωής να μετατρέπονται, μέσα από το πρίσμα της ασθένειας, σε ένα κουβάρι αντικρουόμενων εκδοχών της πραγματικότητας. Η έκθεσή του σε αυτές τις πολλές και διαφορετικές εκδοχές επηρέασε βαθιά το έργο του.

Έτσι προέκυψε και το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», που είναι ένα σύνολο απείθαρχο, όπου η ενότητα μοιάζει να διασφαλίζεται από τον στόχο της θεατρικής παράστασης και μόνο. Όμως, τα επίπεδα ερμηνείας είναι πολλαπλά: η δράση δεν αποκαλύπτει απλώς ότι η διαδικασία της δημιουργίας, σκηνικής ή άλλης, είναι ακατάστατη, αλλά ότι η ακαταστασία, κι επομένως η αβεβαιότητα, ενυπάρχουν στη δημιουργία. Οι ηθοποιοί στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» δεν παίζουν απλώς τους ρόλους που τους έχουν ανατεθεί, γίνονται οι ρόλοι. Η συγχώνευση ηθοποιού και χαρακτήρα για όσο διαρκεί η παράσταση είναι συνήθης στην επί σκηνής πραγματικότητα, όμως στο έργο αυτό η διαδικασία με την οποία ένας χαρακτήρας πλάθεται στη σκηνή καθίσταται ορατός. Με αυτόν τον τρόπο, ο θεατής υπερβαίνει το σύνορο μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας, μεταξύ θεάτρου και μη θεάτρου και εισέρχεται στον χώρο της κυριολεκτικής ψευδαίσθησης. Τα όρια των ηθοποιών και των ρόλων συντήκονται, αφήνοντας το κοινό απορημένο και αυθεντικά συγκινημένο.

Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά σημεία της παράστασης, θα ήθελα όμως να αναφερθώ κυρίως στον συγκινητικό μονόλογο του γηραιού πια Γιάννη Βογιατζή, ο οποίος μοιάζει (και μάλλον είναι) η προσωπική του κατάθεση για τη σχέση του με το «σανίδι» και την ανάγκη της παρουσίας του σε αυτό ακόμη και σ’ αυτήν την ηλικία. Θα ήθελα πολύ να αναφερθώ και στο συγκλονιστικό φινάλε με τη Γιούλικα Σκαφιδά και τον Αλέξανδρο Βάρθη, δεν θα το κάνω όμως για να μη χαλάσω το σασπένς. Θα πω μόνο ότι βασίζεται στο διήγημα του Πιραντέλλο «Λεονόρ’ αντίο», που έχει θέμα το ζηλοτυπικό παραλήρημα ως σύμπτωμα ψυχασθένειας - και το οποίο αναπαρίσταται στην παράσταση με χειρουργική ακρίβεια.

Ως λάτρης του έντυπου βιβλίου, δεν θα μπορούσα να μην κάνω ειδική μνεία και στον εξαιρετικής καλαισθησίας κατάλογο της παράστασης. Είναι σε μια βάθος εντρύφηση σε παλαιότερα και σύγχρονα συναφή κείμενα, αλλά και στη ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος παίζει ενεργό ρόλο στην παράσταση, ανεβαίνοντας στη σκηνή και παριστάνοντας το ανάλογο της φωνής του συγγραφέα. Θολώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και οι γραμμές μεταξύ αφήγησης και ιστορίας που παίζεται, δημιουργώντας ένα ολίσθημα μέσα κι έξω από αυτό που θεωρητικά είναι διαφορετικό και διακριτό. Πρόκειται για μια πολύ, πάρα πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, όλο ανατροπές – άρα όλο ευκαιρίες να δούμε αλλιώς την ίδια τη ζωή.


«Οι μάγισσες της Σμύρνης» στο θέατρο Παλλάς

Ας μου εξηγήσει κάποιος γιατί πήγα να δω αυτήν την παράσταση, ενώ είχα διαβάσει το βιβλίο της Μεϊμαρίδη και ήξερα περί τίνος πρόκειται! Για «ελεγεία της κατινιάς» όπως είχαν γράψει στο Βήμα - και λίγα λέω. Αλλά θα προσπαθήσω να αφήσω τις εμπάθειες για τα ευπώλητα στην άκρη και να επικεντρωθώ στα δεδομένα της παράστασης. Κατ’ αρχάς, είναι τεράστια σε διάρκεια: 3,5 ώρες με το διάλειμμα (παρεμπιπτόντως, πουθενά και ποτέ δεν έχω δει τόσο τεράστιες ουρές στις τουαλέτες!). 

Το πρώτο μέρος είναι μια αλληλουχία γεγονότων, κάπως σαν κόμικ επί σκηνής: οι ήρωες μπαίνουν και βγαίνουν με ιλιγγιώδη σχεδόν ταχύτητα, κανένας τους δεν παρουσιάζεται σε βάθος και απλά μοιάζουν να κάνουν και να κάνουν, αμελώντας όμως να είναι. Το δεύτερο μέρος είναι κάπως καλύτερο, γιατί η δράση περιορίζεται και δίνεται κάποιος (λέω, κάποιος) ζωτικός χώρος ώστε να αναπτυχθούν λιγάκι (μη φανταστείτε τίποτε εξαιρετικό) οι χαρακτήρες. Ωστόσο, ο πρωταγωνιστικός ρόλος (της Κατίνας) είναι ούτως ή άλλως ρηχός και αδιάφορος. Βέβαια, τα κοστούμια και τα σκηνικά με τα κινούμενα μέρη κ.λπ. είναι εντυπωσιακά – και υπάρχουν άνθρωποι που θαμπώνονται και αρκούνται σε κάτι τέτοια.

Ελλείψει λοιπόν πλοκής, μένει μόνο να σχολιάσω τις ερμηνείες: η Μίρκα Παπακωνσταντίνου είναι, κατά τη γνώμη μου, ακατάλληλη για τον ρόλο της μεγάλης Μάγισσας Αττάρτης. Δεν έχει την υποβλητική φωνή που θα απαιτούσε ο ρόλος και βάζει έναν ανθρώπινο τόνο που φαίνεται ξένος προς την υπόλοιπη παράσταση. Η Σμαράγδα Καρύδη είναι όπως ο χαρακτήρας της Κατίνας που υποδύεται: ρηχή και αδιάφορη. Αυτή που είναι «όλα τα λεφτά» είναι η Μαρία Καβογιάννη, την οποία μπορεί κάποιος να αποκαλέσει μέχρι και απολαυστική. Βάζει ακριβώς όσο κωμικό στοιχείο χρειάζεται, όση ένταση χρειάζεται, όση υπερβολή χρειάζεται – και το κάνει με φαντασία, με μπρίο και με σπιρτάδα.

Παρ' όλα αυτά, μετάνιωσα που ξόδεψα 3,5 ώρες από τη ζωή μου εκεί... Το μόνο θετικό ήταν όταν, βγαίνοντας από το θέατρο, ένιωσα να με αγκαλιάζει η εορταστική ατμόσφαιρα που μπορούσε κανείς να βρει τα Χριστούγεννα μόνο σε αυτό το κομμάτι της Αθήνας, μεταξύ δηλαδή Συντάγματος και αθηναϊκής τριλογίας: εκεί όπου η πρωτεύουσά μας μετατρεπόταν σχεδόν σε μια οποιαδήποτε άλλη, στολισμένη ευρωπαϊκή πόλη. Είναι κι αυτό κάτι.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

"Σεμινάρια φονικής γραφής" του Πέτρου Μάρκαρη

Η αστυνομική λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια ως λογοτεχνικό είδος ανθεί σε όλo τoν κόσμο, διεκδικώντας τη θέση της στη λογοτεχνία αξιώσεων, και μάλιστα με ένα φανατικό αναγνωστικό κοινό που την λατρεύει. Ο Πέτρος Μάρκαρης, γνωστός και αγαπημένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, σεναριογράφος, μεταφραστής ο ίδιος, αλλά και με έργο πολυμεταφρασμένο, στο νέο του βιβλίο καταθέτει τα δικά του ελληνικά σεμινάρια «Φονικής Γραφής» σε αυτό το αστείρευτο ρεύμα της αστυνομικής λογοτεχνίας που κατακλύζει την Ευρώπη.

Και σε αυτό το βιβλίο, ο αστυνόμος Χαρίτος είναι ο κεντρικός του ήρωας, που διασχίζει ακόμη με το ίδιο αυτοκίνητο − το Σέατ − την Αθήνα. Την πόλη που ξέρει από άκρου εις άκρον, που την έχει χαρτογραφημένη θαρρείς στο μυαλό του. Για όσους δεν τον γνωρίζουν, δεν είναι ένας ντετέκτιβ με κάποια ιδιαίτερη γοητεία, στην προσωπική του ζωή αντικατοπτρίζει έναν άνθρωπο με μια τακτοποιημένη ζωή που είναι πιστός σύντροφος, παρά τις εφήμερες διαφωνίες με τη σύζυγό του και που, σε στιγμές χαλάρωσης αγαπά το καλό φαγητό με καλή συντροφιά. Στην επαγγελματική του ζωή είναι πάντα αφοσιωμένος στην έρευνά του και η προσωπικότητά του ενδυναμώνεται σταδιακά μέσα από τη μεθοδική πορεία που ακολουθεί. Ο Π. Μάρκαρης έχει φτιάξει μια προσωπικότητα συντηρητικού μεσοαστού που διέπεται από σταθερές αρχές και σταθερό ενδιαφέρον για τη δουλειά του και που, χωρίς να έχει κάτι ξεχωριστό, καταφέρνει να είναι και χαρακτηριστικός και διαχρονικός.

Τα Σεμινάρια φονικής γραφής αρχίζουν μέσα Σεπτέμβρη, σε ένα καλοκαίρι που ακόμα ανθίσταται στον ερχομό του φθινοπώρου. Ο αστυνόμος Χαρίτος, μαζί με τη γυναίκα του Αδριανή, επισκέπτονται τα πάτρια εδάφη τους στην Ήπειρο. Καθισμένοι στην τραπεζαρία ενός ξενώνα στο Πάπιγκο, συντροφιά με τρεις ηλικιωμένες κυρίες που μόλις γνώρισαν, διαβάζουν τα μελλούμενα σε ένα φλιτζάνι ελληνικού καφέ − ο αστυνόμος πάντα αποστασιοποιημένος, βέβαια −. Από το παράθυρο απλώνεται η θέα της Αστράκας, που φέρνει αυθόρμητα στο νου του Χαρίτου παιδικές αναμνήσεις, τότε που έστηναν ξώβεργες για να πιάσουν από κότσυφες μέχρι ορτύκια. Ηρεμία, χαλάρωση, ανάπαυλα.

Οι ολιγοήμερες διακοπές όμως τελειώνουν και από τη δασώδη και καθαρή φύση ο αστυνόμος καταφθάνει στην αγαπημένη του Αθήνα, που πεισματικά πολλές φορές αρνείται να εγκαταλείψει. Πρώτη μέρα στην υπηρεσία, με καταρρακτώδη βροχή, τα συνήθη κυκλοφοριακά προβλήματα της πόλης και πολλά γεγονότα που τρέχουν ιλιγγιωδώς για να τον επαναφέρουν γρήγορα στους εργασιακούς του ρυθμούς. Ο προϊστάμενός του συνταξιοδοτείται και, ως ο αρχαιότερος στη διεύθυνση, αναλαμβάνει χρέη διευθυντού ώσπου να οριστεί ο νέος αντικαταστάτης. Και πριν καλά-καλά μπει στο νέο του ρόλο, ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Κλέαρχος Ραψάνης, βρίσκεται νεκρός στο σπίτι του. Η νεκροψία έδειξε δηλητηρίαση με παραθείο. Κάποιοι πιστεύουν πως δολοφονίες τέτοιου είδους είναι γυναικεία υπόθεση...Ο υπουργός ωστόσο δεν είχε τη στόφα του γυναικοκατακτητή.

Στο μεταξύ, στο τηλεφωνικό κέντρο ενός τηλεοπτικού σταθμού καταφθάνει μια προκήρυξη που λέει ότι εκτέλεσαν τον Κλέαρχο Ραψάνη για εσχάτη προδοσία, επειδή πρόδωσε την ιερή αποστολή του δασκάλου και μπήκε στην πολιτική προς αναζήτηση υπουργικού θώκου, σε μια εποχή που τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, γι' αυτό και ο θάνατός του αφιερώνεται στη μνήμη του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, καθηγητή Φιλοσοφίας που δεν εγκατέλειψε ποτέ τους φοιτητές του.

Στην εξιχνίαση της υπόθεσης μπλέκονται από κοινού η ιεραρχία της αστυνομίας και της κυβέρνησης και αυτό δημιουργεί επιπρόσθετο άγχος στον αστυνόμο Χαρίτο. Κι ενώ εξετάζει παράλληλα και το οικογενειακό περιβάλλον του θύματος, μήπως βρει εκεί λύση στους γρίφους που τον απασχολούν, κάποιος Αριστοτέλης Αρχοντίδης, καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή και υφυπουργός Παιδείας βρίσκεται επίσης νεκρός, χτυπημένος στο κεφάλι από σιδερολοστό, και στη συνέχεια μαχαιρωμένος. Το σερί των φόνων συμπληρώνεται με τη δολοφονία με υδροκυάνιο του Στέλιου Κωστόπουλου, ενός υπουργού που ξαναγύρισε στο Πανεπιστήμιο.

Άραγε τι είναι αυτό που προκάλεσε τους τρεις επάλληλους φόνους των καθηγητών που σαφώς σχετίζονται μεταξύ τους; Παραθείο, μαχαιρώματα, υδροκυάνιο. Είναι μια νέα μορφή τρομοκρατικής δράσης; Πρόκειται για ριζοσπαστικούς νεαρούς που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση στα Πανεπιστήμια; Για νοσταλγούς του παρελθόντος που επιθυμούν την επιστροφή στα παλιό «υγιές» Πανεπιστήμιο; Ποιος ή ποιοι κρύβονται τελικά πίσω από όλα αυτά; Είναι νέοι; Άντρες ή γυναίκες; Πώς κατάφεραν τόσο καλά να στήσουν την πλεκτάνη τους;Τι επιδίωκαν; Ποια ήταν τα κίνητρά τους;

Και σε αυτό το βιβλίο ο αστυνόμος Χαρίτος, με ψύχραιμη ματιά, διαυγή σκέψη και πάντα με σταθερότητα, θα μπει στο δρόμο της ανακάλυψης των δολοφόνων και κυρίως στις καταστάσεις που κρύβονται πίσω από τα κίνητρά τους. Και εδώ βέβαια, μαζί με την αναζήτηση του δολοφόνου, το περιβάλλον των θυμάτων και τα πιθανά κίνητρα που ενδεχομένως κίνησαν το χέρι των δραστών, αρχίζουν να εμφανίζονται οι παθογένειες του ελληνικού συστήματος, όπως αυτές διαιωνίζονται στην πορεία των χρόνων, εξαιτίας της χρόνιας αβελτηρίας και ολιγωρίας. Αυτή τη φορά, στην έρευνα που διεξάγει μπαίνει στα ενδότερα του πανεπιστημιακού χώρου, όπου αρχίζουν να φωτίζονται προβλήματα. «Τα Πανεπιστήμιά μας αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα, κύριε αστυνόμε.Τα αμεσότερα είναι τα οικονομικά. Βρίσκονται σε τόσο οικτρή κατάσταση οικονομικά, ώστε δεν μπορούν να προκηρύξουν θέσεις διδακτικού προσωπικού για να καλύψουν τα κενά στα μαθήματα, για να μη μείνουν οι φοιτητές χωρίς διδασκαλία» ή κάπου αλλού αναφέρεται, συγκεκριμένα για τον Κλέαρχο Ραψάνη, «Η δημιουργία κλίκας ή η ένταξη σε κλίκες. Ο διαχωρισμός των συνεργατών και των φοιτητών του σε ημετέρους και ξένους. Όλα αυτά αποτελούν την αφετηρία του πελατειακού συστήματος που δυναστεύει τη χώρα μας».

Μήπως λοιπόν οι δολοφόνοι έχουν δίκιο; αναρωτιέται κάποια στιγμή ο αστυνόμος. «Δεν θα έλεγα ότι έχουν δίκιο, ως εδώ είμαστε σύμφωνοι. Θα έλεγα όμως ότι οι λόγοι που επικαλούνται στις προκηρύξεις τους δεν είναι ανεδαφικοί».

Για άλλη μία φορά ο Πέτρος Μάρκαρης έρχεται να αφηγηθεί μια ιστορία με αστυνομική πλοκή, σκιαγραφώντας παράλληλα το προφίλ απλών ανθρώπων, την καθημερινότητα της Αθήνας στις μέρες μας, αλλά κυρίως, μέσα απ΄όλα αυτά, τρέχοντα προβλήματα της χώρας − και συγκεκριμένα εδώ την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί και το δικό του προσωπικό στυλ αστυνομικού μυθιστορήματος, δίνοντας το στίγμα του στη μεσογειακή αστυνομική λογοτεχνία, που αποτελεί το αντίπαλο δέος στην επέλαση των... Βορείων. Και, σε αντίθεση με τη σκανδιναβική παραγωγή που, σχεδόν βιομηχανοποιημένη, κάνει θραύση, ταξιδεύοντας μεταφρασμένη ανά τον κόσμο και ψάχνοντας τον συνήθως «μανιακό» δολοφόνο σε ένα έργο γρήγορης δράσης, το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα του Μάρκαρη υπηρετεί τη δική του προσωπική κουλτούρα της διεισδυτικότερης ανάλυσης στον κοινωνικό-πολιτικό ιστό της χώρας, ψάχνοντας τις αιτίες πρωτίστως σε καταστάσεις και δευτερευόντως στα πρόσωπα.

Ένα γνήσιο αστυνομικό μυθιστόρημα, χωρίς υστερίες και νευρώσεις, χωρίς υπερβολές τσιγάρου και αλκοόλ, χωρίς underground γοητεία επιβάλλει ηχηρά την παρουσία του μέσα από την πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή των φόνων και των διανοουμενίστικων κινήτρων.

Ήλια Λούτα


Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Τα καλύτερα ποιητικά βιβλία που διαβάσαμε το 2018



Είναι πλέον 2019 και, ναι, το στίγμαΛόγου έκλεισε έξι χρόνια παρουσίας στο διαδίκτυο! Μαζί με τις ευχές μας για ένα ευτυχισμένο νέο έτος, διαβάστε και τα ποιητικά βιβλία τα οποία αγαπήσαμε λιγάκι περισσότερο τη χρονιά που μας πέρασε (πρόκειται για κυκλοφορίες του 2017 και 2018), όπως συνηθίζουμε να τα παρουσιάζουμε στο ξεκίνημα κάθε νέας χρονιάς. Την επιλογή την έχουμε κάνει μαζί με την Κατερίνα Τσιτσεκλή:
  1. Μανουήλ Σκριβά του μεταφραστή, Carmen et error του Αντώνη Ζέρβα
  2. Ωροσκόπια νεκρών του Ντίνου Σιώτη
  3. Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι του Γιάννη Στίγκα
  4. Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ της Χλόης Κουτσουμπέλη
  5. Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη του Βαγγέλη Αλεξόπουλου
  6. Το ανατολικό τέλος της Ελένης Γαλάνη
  7. Η χειμερία ζάλη της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
  8. Στάχτη με φόντο κάποιον τροπικό του Έλενου Χαβάτζα
  9. Υπό το μηδέν του Γιώργου Γκανέλη
  10. 3 - Ανθρώπων ιστορία του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου 
Ήταν όλα υπέροχα! Πολλές ευχές για ένα τέλειο 2019!


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Τις ποιητικές συλλογές που ξεχωρίζω, εγώ προσωπικά, μπορείτε να βλέπετε κατά τη διάρκεια μιας χρονιάς και στους αντίστοιχους πίνακές μου στο Pinterest.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο ελληνικό διήγημα

Παραμονές Χριστουγέννων και το στίγμαΛόγου θα σας αφήσει για τις γιορτές με ένα υπέροχο σταχυολόγημα από ελληνικά διηγήματα που συγκέντρωσε ο Απόστολος Σπυράκης. 
Σας ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για τις 7 Ιανουαρίου 2019.






Στον πατέρα μου


"Να ο αστέρας! Να ο μεσονύκτης!", είπε και ο άλλος ποιμήν, παρακολουθών τον σύντροφο του εις την πρακτικήν ταύτην αλλ’ ακριβή αστρολογίαν. 
Και τους είδες τότε εκεί τους σκαιούς αυτούς ποιμένας ν' αποκαλυφθώσιν ευλαβώς και να προσκυνώσιν επί τινάς στιγμάς εν κατανύξει, γονατισμένοι, ως να παρίσταντο μυστηριωδώς εν τη εβραϊκή Βηθλεέμ εις την θείαν του Σωτήρος γέννησιν .
"Χριστούγεννα! Χριστούγεννα!"

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, οι βοσκοί της Σκιάθου στο διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη "Η θεια Μυγδαλίτσα", παρατηρούν τον ουρανό για να νιώσουν ότι ξημερώνει η μεγάλη γιορτή:

"Μεσάνυχτα! Να, μεσάνυχτα", διέκοψε τότε ο Κουτσογεώργης, μετά ώρα σιωπής καταβιβάσας την κουκούλλαν της κάππας και θεωρών σοβαρώς τους αστερισμούς.

Έπειτα ένας -ένας πέφτουν για ύπνο γύρω από τη φωτιά που έχουν ανάψει για να μαγειρέψουν, σε μια σκηνή βιβλική:

Ήδη σκοτία πανταχού ηπλούτο. Νυξ ασέληνος. Ψύχος ξηρόν εσκόρπιζε ο ελαφρός βόρειος άνεμος και ούτε γλαυξ ούτε πτηνόν άλλο νυκτερινό ηκούετο την παγεράν αυτήν της παραμονής νύκτα · Μόνον οι παράδοξοι κροταλισμοί των καιομένων ξηρών ξύλων εκρότουν και τα πρατσαλίζοντα ενίοτε φύλλα του θυμωμένου πρίνου, εξακοντιζόμενα μακράν υπό της υποβοϊζούσης φλογός μετά σπινθήρων. Ο εις των ποιμένων, πλαγιασμένος εγγύς, ήτο σιωπηλός , αφαιρεθείς προς το ανακάχλασμα της χύτρας ήτις τεθείσα πλέον επί δύο λίθων εν τη πυρά εμαγείρευε των Χριστουγέννων το φαγητόν, εξάγουσα από των άκρων του καλύμματος ευώδη βράζοντος κρέατος αχνόν, κινούντα την όρεξιν των ποιμένων…
Ο ποιμήν βεβαρημένος υπό του καμάτου της ημέρας, εργώδους και οδυνηρού καμάτου ανά τους απατήτους των βουνών δρόμους υπό τον κρυερόν του χειμώνος καιρόν, κατεκλίθη πάλιν, εγγύτερον τώρα προς την ανθρακιάν, διότι το ψύχος ολονέν εγίνετο δριμύτερον, προχωρούσης της νυκτός.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) γεννήθηκε στη Σκιάθο και ήταν συγγενής του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, από τον οποίο επηρεάστηκε. Η γλώσσα του είναι μια όμορφη και εύληπτη καθαρεύουσα και το 1926 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ στο τέλος της ζωής του έγινε μοναχός στο νησί όπου γεννήθηκε. Η αγάπη του για τη Σκιάθο φαίνεται από την περιγραφή που κάνει στην αρχή της ιστορίας του:

Τα προς βορράν λοφώδη μέρη της σκιεράς νήσου Σκιάθου, φαλακρούμενα ολίγον κατ’ ολίγον από γηραιών δρυών δάσος εις λόχμην εκ πρίνων , κομάρων και σχοίνων, απολήγουσιν εις βραχώδειςολισθηράς ακτάς, εφ’ ων μόλις πρασινίζει των χαμοκλάδων το ακανθωτόν φύλλωμα, σκληρόν και αυτό εκ της προς τους βορείους ανέμους ξηράς προστριβής του και αποκλίνων ολονέν την κορυφήν του προς νότον, τόσον λείος και τόσο κανονικώς, ως να το έκειρεν επιδεξίως η βαθέως ξυρίζουσα του παγωμένου βορρά κοπίς, ορμητικώς πνέοντος από της Χαλκιδικής και του Θερμαϊκού, και ερχομένου μετ’ εκκωφαντικής βοής και κυμάτων να προστριβεί οργίλως επί των ακτών τούτων, εις γλώσσας ποικίλας και περικαλλείς την θέαν, εκτεινομένων καθ’ όλην την βορείαν της νήσου έκτασιν μέχρι της δυτικωτέρας εσχατιάς, όπου ηδέως θάλλει το εύμορφον πράσινον χρώμα της κωνοφόρου πεύκης.

Η ηρωίδα του διηγήματός του, ελπίζοντας ότι ο γιος της θα γυρίσει μετά από μακροχρόνια παραμονή στην ξενιτιά, παρατηρεί όλη την μέρα τις ετοιμασίες των ντόπιων γυναικών:

Και κύψασα την στιγμήν εκείνην από του παραθύρου είδε γυναίκα εν αγαλλιάσει κομίζουσαν από του φούρνου εν κυκλοτερεί σινίω τέσσαρα ωραία ψωμία των Χριστουγέννων. Τα ψωμία ανέδιδον θερμήν ευωδίαν, ήτις ζεσταίνουσα της γυναικός τας παρειάς είχε καταστήσει αυτάς ως χρυσοπόρφυρα μήλα.

Τελικά παίρνει την απόφαση να ανάψει τα καντήλια της εκκλησίας που έχει εγκαταλειφθεί πάνω στο κάστρο του νησιού. Εκεί θα συναντήσει τους βοσκούς, οι οποίοι ζουν με τον τρόπο τους τη γιορτή, ετοιμάζοντας το δικό τους γιορταστικό φαγητό και τραγουδώντας:

Το παιδίον πλήρες χαράς έρριψε το ρύζι εν τη χύτρα, αφού εξέβαλεν επί κυάθου τα εντόσθια και την κεφαλήν, μοσχοβολούντα ηδονικώς· έλαβε την λύραν του, έκαμε τον σταυρόν του, και ήρχισε το άσμα των Χριστουγέννων. Η γραία ήτο εν τη εκκλησία. Οι δύο ποιμένες ένθεν και ένθεν του παιδίου κουκουλλωμένοι δια το ψύχος και στηριζόμενοι επί των ποιμενικών ράβδων άνω της ποθητής χύτρας ηκροώντο εν κατανυκτική χαρά του άσματος:
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα!
Πρώτη γιορτή του χρόνου!
Εβγάτε, ακούστε, μάθετε
πως ο Χριστός γεννιέται.
Γεννιέται κι’ αναθρέφεται
στο γάλα και στο μέλι.
Το γάλα τρων’ οι άρχοντες,
το μέλι οι αντρειωμένοι.

Ήτο γλυκύ κελάδημα το τραγούδι τούτο, όπερ το παιδίον με την οξυτάτην και παίζουσαν κατά τα αποθέσεις του μέλους φωνήν του ετόνισε τόσον από την καρδιά του, ώστε ηδηλάλως αντήχησαν τα εγγύς βουνά και ο πέραν πόντος. Έκλαυσαν δε οι δύο ποιμένες όταν προς το άσμα των Χριστουγέννων τούτο εκόλλησεν ο παις και μίαν ηδυτάτην επωδόν ταύτην:

Ν’ ασπρίσης σαν τον Όλυμπο,
σαν τ’ άσπρο περιστέρι
σαν το πουλάκι που κελαηδεί
χειμώνα καλοκαίρι!


Αυτός που έπεισε τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη να εκδώσει τα διηγήματά του ήταν ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947) ποιητής και συγγραφέας με καταγωγή από το Ναύπλιο, στο οποίο διαδραματίζεται το θαυμάσιο διήγημα "Ο ξένος των Χριστουγέννων". Αυτή είναι η αρχή του:

Με τα παιδιάτικα μάτια μου έβλεπα, πίσω απ το τζάμι, τη σημαία του Παλαμηδιού, του κάστρου τ’ Αναπλιού, ψηλά, και το σκοπό τυλιγμένο στο μανδύα του να πηγαινοέρχεται στην τάπια, με το τουφέκι στον ώμο. Στο φόντο του ουρανού, η σιλουέτα του γραφόταν τεράστια, επιβλητική. Κάμποσες οργιές πιο κάτω σάλευαν χαμόκλαδα κι οι γ φραγκοσυκιές πρασίνιζαν κρεμασμένες στο βάραθρο, πάνω απ’ τη βενετσιάνικη σκάλα -999 σκαλοπάτια.

Εκείνη η μέρα, η γκρίζα, η βουβή, ήταν τα Χριστούγεννα.


Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) στο διήγημα  "Η καλύτερή μου Αρχιχρονιά" διηγείται μια παραμονή Πρωτοχρονιάς που έζησε με τους βοσκούς της πατρίδας του στην Ήπειρο, εν μέσω τρομερής καταιγίδας. Σ' αυτό το επεισόδιο μιλά ένας γέρος ποιμένας:

"Εγώ, παιδί μου, αφόντας κάνω αυτό το έργος της κλίτσας, δε βρέθηκα ποτέ με τα μάτια κοιμώμενα τη στιγμή που φεύγει ο ένας χρόνος και δίνει τα κλειδιά του κόσμου στον άλλο, πόρχεται να κάτσει στον τόπο του. Εγώ, το λοιπόν θα κάτσω που θα κάτσω … Εσύ κοίταξε να μην κοιμηθείς".

"Θα καθίσω, γέρο, θα καθίσω!", του είπα αποφασιστικά.

"Αα! Είν’ όμορφο πράγμα παιδί μου! Γίνεται ένας κλονισμός στην πλάση, ένα βαθύυυ .. βαθύ βουητό, πρέπει νάχεις πολύυυυ… πολύ αλαφρό αυτί για να το καταλάβεις. Γίνεται ένα τρομερό απόκοσμο κλάμα … Δεν είναι μικρό πράγμα νάρχεται ένας άλλος και να σου παίρνει από τα χέρια τα κλειδιά του κόσμου! Σαν καληώρα να ‘ρθει απόψε ένας άλλος και να μας πει: "Φευγάτε από το χειμάδι! Θα καθίσω εγώ! Είδες τι πόλεμος γένηκε έξω; Τι ήταν παντεχαίνεις, αυτή η τρομερή νεροποντή; Αυτό το στοιχειοπάλεμα; Αυτά τα τραντάγματα της γης μας; Τι άλλο ήταν παρά πόλεμος ανάμεσα του ενός χρόνου και τ’ αλουνού;". 


Στον "Στριγγάρο", μια ιστορία του Φώτη Κόντογλου (1895-1965) από την αγαπημένη του πατρίδα, το Αϊβαλί, έχουμε μια ακόμα εικόνα χριστουγεννιάτικη με τον συγγραφέα να ψέλνει μαζί μ έναν ντόπιο σκληροτράχηλο τύπο:

Ήταν πολύ παράξενο πράμα ν’ ακούει κανένας τούτα τ’ αρχαία λόγια σ’ εκείνο το έρημο μέρος της Ανατολής, μέσα στο σκοτεινό ρημοκλήσι που ΄μαστε τρυπωμένοι, τσομπάνηδες κι άλλοι βουνίσιοι ανθρώποι.

Με μεγάλο πάθος είπα αυτά τ’ αγιασμένα τραγούδια, αφού ο Στριγγάρος μερακλώθηκε κι ανεβοκατέβαζε το χέρι του απάνω στο στασίδι. Προπάντων το δεύτερο ιαμβικό Κανόνα που θαρρείς πως ο μερακλής Δαμασκηνός τον έγραψε ξεπίτηδες για μας , τον βροντήξαμε "εν κυμβάλοις αλαλαγμού": 

"Έσωσε λαόν θαυματουργών δεσπότης ,
υγρόν θαλάσσης κύμα χερσώσας πάλαι".
 

Η καλύτερη ιστορία στο νεοελληνικό διήγημα που αφορά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς είναι, κατά τη γνώμη μου, "Το βλογημένο μαντρί" του Φώτη Κόντογλου, μια ιστορία απλή και μεγαλόπρεπη συνάμα, που εμπερικλείει τον ελληνισμό. Ο Άγιος Βασίλης εδώ παίρνει τη μορφή καλόγερου και  γυρίζει πολιτείες και χωριά μέχρι που καταλήγει στο υποστατικό του Γιάννη του Βλογημένου, ο οποίος τον δέχεται φιλόξενα:

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του: "Βλογημένο νάναι τούτο το καλύβι!"...

Και σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στον σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε: "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!"

Κι έκοψε το πρώτο κομμάτι κι είπε "του Χριστού", έκοψε το δεύτερο και είπε "της Παναγίας" κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε "του Αγίου Βασιλείου", αλλά είπε: του νοικοκύρη του Γιάννη του βλογημένου!".

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει: "Γέροντα, ξέχασες τον Άι Βασίλη".

Του λέγει ο Άγιος: "Αλήθεια, τον ξέχασα!". Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε: "Του δούλου του θεού Βασιλείου!".

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια και σε καθένα που έκοβε έλεγε: "της νοικοκυράς", "του μωρού", "του δούλου του θεού Μάρκου του μογιλάλου", "του σπιτιού", "των ζωντανών", "των φτωχών".

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον άγιο: "Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;".

Του λέγει ο Άγιος: "Έκοψα ευλογημένε!"...

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζότανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης: "Εσύ γέροντα που ξέρεις τα γράμματα πες μας σε ποια παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Άϊ Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες μπορεί νάχουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μα κάνει να κολαζόμαστε."

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή του αλλιώτικα: "Κύριε ο θεός μου, οίδας ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην σου εισέλθη, ότι νήπιος υπάρχει και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών...".

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.



Χρόνια πολλά!
Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Τα αποσπάσματα προέρχονται από τις συλλογές:
1. Ελληνικά διηγήματα Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς (δίτομο έργο) - ανθολόγηση: Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη και Μάνος Κοντολέων, επιμ. Κώστας Σταμάτης. Εκδόσεις Πατάκη, 1994.
2. Διηγήματα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων - εισαγωγή & ανθολόγηση: Χάρης Σακελλαρίου. Νεανική βιβλιοθήκη, εκδόσεις Καστανιώτη, 1985.