Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2021

PEN Greece: Μια νέα πραγματικότητα στα ελληνικά γράμματα


Την ύπαρξη του PEN International, το οποίο ιδρύθηκε το 1921, την ξέραμε. Ότι είχαν ναυαγήσει όλες οι προσπάθειες δημιουργίας ενός ελληνικού παραρτήματος επίσης το ξέραμε.

Αν, ωστόσο, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που δεν ξέρουν τι είναι το PEN, ας διευκρινίσουμε ότι διακηρύσσει τα ακόλουθα:
1. Η λογοτεχνία δε γνωρίζει σύνορα και πρέπει να παραμείνει «κοινό νόμισμα» μεταξύ των
ανθρώπων παρά τις πολιτικές ή διεθνείς αναταραχές.
2. Σε όλες τις περιστάσεις, και ιδιαίτερα σε καιρό πολέμου, τα έργα τέχνης, η κληρονομιά της
ανθρωπότητας γενικότερα, πρέπει να παραμείνει άθικτη, ανεπηρέαστη από εθνικά ή
πολιτικά πάθη.
3. Τα μέλη του PEN θα πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να χρησιμοποιούν την επιρροή τους για την
κατανόηση και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ εθνών και ανθρώπων. Δεσμεύονται να
κάνουν ότι είναι δυνατόν για να υπερασπιστούν το ιδεώδες μιας ανθρωπότητας που ζει με
ειρήνη και ισότητα στον κόσμο.
4. Το PEN αντιπροσωπεύει την αρχή της απρόσκοπτης μετάδοσης της σκέψης σε κάθε έθνος
και μεταξύ όλων των εθνών και τα μέλη δεσμεύονται να αντιταχθούν σε οποιαδήποτε
μορφή καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης στη χώρα και στην κοινότητα στην οποία
ανήκουν, καθώς και σε ολόκληρο τον κόσμο, οπουδήποτε κρίνεται απαραίτητο.

To PEN τάσσεται υπέρ του ελεύθερου τύπου και αντιτίθεται σε αυθαίρετη λογοκρισία σε
καιρό ειρήνης. Πιστεύει ότι η αναγκαία πρόοδος του κόσμου προς μια πιο οργανωμένη
πολιτική και οικονομική τάξη καθιστά επιτακτική την ελεύθερη κριτική των κυβερνήσεων,
των διοικήσεων και των θεσμών. Και καθώς η ελευθερία συνεπάγεται εθελοντική
αυτοσυγκράτηση, τα μέλη δεσμεύονται να αντιτάσσονται σε κακόβουλα, ψευδή
δημοσιεύματα του ελεύθερου τύπου, στην σκόπιμη ψευδή διαστρέβλωση των γεγονότων
για πολιτικούς και προσωπικούς σκοπούς.

Η συμμετοχή στο PEN είναι ανοιχτή σε όλους: πεζογράφους, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς,
συγγραφείς βιβλίων παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, θεωρητικούς και κριτικούς λογοτεχνίας,
σεναριογράφους, δοκιμιογράφους, ιστοριογράφους, δημοσιογράφους, μεταφραστές, επιμελητές
κειμένων, εκδότες, μπλόγκερ, βιβλιοθηκονόμους, εικονογράφους, δημιουργούς κόμικς και graphic
novels, εκδότες, και άλλους συντελεστές έντυπων ή ηλεκτρονικών περιοδικών - και αναγνώστες που
προσυπογράφουν αυτές τις αξίες, ανεξάρτητα από την εθνικότητα, την καταγωγή, τη γλώσσα, το
χρώμα ή τη θρησκεία.

Ύστερα από ενάμιση χρόνο κατά τον οποίο άνθρωποι από το χώρο του ελληνικού βιβλίου δούλεψαν σκληρά σε συνεχή επικοινωνία με το PEN International, ψηφίστηκε ομόθυμα η ίδρυση του PEN Greece στο Διεθνές Συνέδριο του PEN International. Το PEN International είναι ένα διεθνές δίκτυο συγγραφέων και ανθρώπων του βιβλίου, που ιδρύθηκε το 1921 στο Λονδίνο, για την προώθηση της λογοτεχνίας, τη συνεργασία μεταξύ συγγραφέων και λογοτεχνιών των χωρών καθώς και για την προάσπιση της ελευθέριας του λόγου. Λειτουργεί σε περισσότερες από 100 χώρες με περισσότερα από 140 εθνικά κέντρα.

Οι στόχοι του ελληνικού PEN είναι η προσπάθεια ενίσχυσης της εξωστρέφειας της ελληνικής λογοτεχνίας, η δημιουργία διαύλων επικοινωνίας ανάμεσα στους Έλληνες δημιουργούς με ανθρώπους από άλλα λογοτεχνικά περιβάλλοντα, η συμβολή στη διάδοση της φιλαναγνωσίας σε εθνικό επίπεδο, η ανάληψη δράσεων και η στήριξη πρωτοβουλιών που αποσκοπούν πάντοτε στη διατήρηση και στη διαφύλαξη του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και της διακίνησης των ιδεών.

Η πυρηνική ομάδα που ανέλαβε την πρωτοβουλία για τη σύσταση του PEN Greece αποτελείται από τους: Χρήστο Οικονόμου, Εριφύλη Μαρωνίτη, Δημήτρη Σωτάκη, Ντίνα Σαρακηνού, Πανίνα Καρύδη, Τέσυ Μπάιλα και Λίνα Πανταλέων. Γύρω από την ομάδα αυτή συσπειρώθηκε μια ομάδα πεζογράφων, ποιητών, εκδοτών και ανθρώπων του βιβλίου, οι οποίοι αποτελούν την ιδρυτική ομάδα του PEN Greece. Αυτοί είναι (αλφαβητικά) οι: Κώστας Ακρίβος, Φιόνα Ανδρικοπούλου, Ευγενία Βασιλακάκη, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Στέφανος Δάνδολος, Σάρα Θηλυκού, Μιχάλης Καλαμαράς, Πανίνα Καρύδη, Αργύρης Καστανιώτης, Ζέφη Κόλια, Παναγιώτης Κολέλης, Ηλίας Μαγκλίνης, Κατερίνα Μαλακατέ, Δημήτρης Μανούκας, Παυλίνα Μάρβιν, Εριφύλη Μαρωνίτη, Ανδρέας Μήτσου, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Τέσυ Μπάιλα, Χρήστος Οικονόμου, Λίνα Πανταλέων, Ελένη Παπαγεωργίου, Κάλλια Παπαδάκη, Ελισάβετ Παπαδοπούλου, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Τατιάνα Παπαματθαίου, Μανώλης Πιμπλής, Νέστορας Πουλάκος, Άννα Ρούτση, Ντίνα Σαρακηνού, Δανάη Σιώζιου, Αλέξης Σταμάτης, Κώστας Στοφόρος, Δημήτρης Σωτάκης, Κλαίτη Σωτηριάδου, Έρση Σωτηροπούλου, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Μάκης Τσίτας, Κατερίνα Φράγκου, Θανάσης Χειμωνάς, Γιώργος Χουλιάρας, Χρήστος Χρυσόπουλος.

Τον τρόπο που μπορείτε κι εσείς να γίνετε μέλη μπορείτε να βρείτε στο ακόλουθο link: https://drive.google.com/drive/folders/1rxrYut_DXGNug3esetiM_cWBkJUBPTEx

Ακολουθήστε το PEN GREECE στα social media:
Facebook: https://www.facebook.com/PENGREECE
Instagram: https://www.instagram.com/pen_greece/

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2021

Εργοδική λογοτεχνία

Ποια είναι η γνώμη σας για τα βιβλία που απαιτούν τη συμμετοχή του αναγνώστη; Δεν εννοώ τη διαρκή διαδικασία ερμηνείας του κειμένου στην οποία μπαίνουμε όλοι πάντοτε· ούτε αναφέρομαι τόσο σε βιβλία με υποτυπώδη εργοδικότητα, όπως το Κουτσό, όπου απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε έναν τρόπο ανάγνωσης στην αρχή, ο οποίος δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την εξέλιξη της αφήγησης.

Εννοώ αυτό που κορυφώθηκε πριν 30-40 χρόνια κυρίως στο πεδίο των αφηγηματικών video games και αναπτύχθηκε από συγγραφείς κυρίως επιστημονικής φαντασίας με κάπως εφηβική στόχευση (CYOA). Ουσιαστικά, το Black Mirror: Bandersnatch αποτελεί και μιαν αναδρομή στο παρελθόν της πρακτικής, και παρότι η ταινία δεν είναι αριστούργημα μ’ έχει βάλει σε σκέψεις εδώ και κάποιους μήνες (η δομή της, όχι η ίδια). Σ’ εμάς η εργοδικότητα ήρθε αρκετά νωρίς για τα δεδομένα της λογοτεχνικής ευαισθησίας μας ως χώρας μέσω του Τριβιζά. Τα 88 Ντολμαδάκια του (όπως και διάφορα άλλα παραμύθια του), που δεν τα έχω διαβάσει ακόμη, αποτελούν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της δεύτερης «δημοφιλούς» εφαρμογής της εργοδικότητας: στο παιδικό βιβλίο.

Προτού περάσω στις σκέψεις μου επί του θέματος, ας αναφερθώ στο περιεχόμενο του όρου «εργοδικότητα» σε περίπτωση που τα παραπάνω παραδείγματα δεν επαρκούν. Ως πρώτο εργοδικό έργο μπορεί να θεωρηθεί το I Ching. Ο όρος «ergodic literature» που επινόησε ο Aarseth στο Cybertext: Perspectives on Ergodic Literature το ’97 προέρχεται από το «έργο» και την «οδό» και σημαίνει την καταβολή προσπάθειας του αναγνώστη (ή χρήστη, όπως προτείνει ο Aarseth) ώστε να υπάρξει εξέλιξη ή να επιτευχθεί συνοχή. Οι τρόποι που μπορεί να συμβεί αυτό ποικίλλουν: α) μπορεί ο αναγνώστης να πηγαίνει από link σε link, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγει το x παρακλάδι το y χάνεται και καταλήγει να διαβάζει μόνον μία από τις υπαρκτές ιστορίες, β) μπορεί να χρειάζεται να φτιάξει τη δική του γραμμικότητα μέσα από αφηγηματικά θραύσματα, γ) μπορεί να πρέπει να πάει στη σ. 233 αν δεχθεί να παντρευτεί ή στη σ. 127 αν αρνηθεί, δ) μπορεί να κληθεί κυριολεκτικά να συμπληρώσει τα ______ μιας αφήγησης κ.λπ.

Εξωλογοτεχνικά παραδείγματα: θα πατήσετε τα links που παρέθεσα παραπάνω για περισσότερες πληροφορίες ή θα διαβάσετε απλώς αυτό το κείμενο; Θα το διαβάσετε όλο ή τμήματά του; Κάποιοι είδαν την ανάρτηση του κειμένου αυτού στο Facebook και την αγνόησαν ή πάτησαν like/«καρδούλα» χωρίς να την ανοίξουν. Άλλοι, πάλι, άνοιξαν μεν το link, αλλά διάβασαν το κείμενο αποσπασματικά ασκώντας το αναγνωστικό δικαίωμα που περιγράφει ο Μπαρτ (το οποίο αναφέρει και ο Aarseth στο βιβλίο του που αναφέρθηκε). Το Facebook, όπως και όλο το διαδίκτυο, είναι εξαντλητικά εργοδικό και κάθε ανάρτηση προσφέρει μια σειρά από δυνητικές ενέργειες.

Επειδή ακριβώς προσφέρεται το διαδίκτυο για την εργοδικότητα, η συντριπτική πλειονότητα της εργοδικής λογοτεχνίας στον 21ο αιώνα είναι ηλεκτρονική — ό,τι αποκαλούμε υπερκείμενο [hypertext] (όχι το υπερκείμενο όπως εννοείται στον Genette) ή κυβερνοκείμενο [cybertext]. Η μόνη έντυπη εκδοχή αυτού στην Ελλάδα των τελευταίων 20 ετών (απ’ όσο ξέρω) είναι η Γραφή Δεύτερη του Κυριάκου Σταμέλου, ένα εργοδικό ποίημα όπου αναγνώστης καλείται να διαβάσει κάποιους «χάρτες» στίχων και να βρει τη συνοχή. Ο Kim Newman με το Life's Lottery (αναρωτιέμαι αν είχε κατά νου ότι ακούγεται και ως Life Slaughtery) προσπάθησε να φτιάξει ένα βιβλίο όπου ο αναγνώστης παίρνει τις αποφάσεις του χαρακτήρα απ’ όταν είναι παιδί μέχρι που πεθαίνει. Ωστόσο, αναλίσκεται τόσο πολύ στο «κάνεις το Α, άρα συμβαίνει το Β που οδηγεί στο Γ», στη ψευδορεαλιστική πληθώρα των επιλογών μας, που εν τέλει εστιάζοντας στη δράση υστερεί σε οτιδήποτε βαθύτερο. Το β΄ πρόσωπο που χρησιμοποιεί (όλα σχεδόν τα εργοδικά έργα αυτού του τύπου είναι γραμμένα σε β΄ πρόσωπο) δεν διευκολύνει μια πιο φιλοσοφική προσέγγιση, αφού κιόλας δυστυχώς ο Newman δεν είναι Calvino.

Θεωρώ ότι ιδίως στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση μια εργοδική δομή μπορεί να εφαρμοστεί με αρκετή συστηματικότητα (μάλλον συμφωνεί και το Netflix που έχει πλέον βγάλει 3-4 «διαδραστικά» επεισόδια/ταινίες) — φυσικά, το κόστος θα πολλαπλασιαζόταν κάθε φορά. Το πεδίο έχει ερευνηθεί ελάχιστα από τη «σοβαρή» λογοτεχνία, αλλά πιστεύω ότι η προσέγγιση αυτή έχει τη θέση της στον λογοτεχνικό κανόνα (αν κι εφόσον εντάσσεται οργανικά — το οποίο απαιτεί ένα εκτενέστερο κείμενο από μόνο του). Επίσης, είμαι της γνώμης ότι η φυσική εργοδικότητα των διαδικτυακών links δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιορίζεται η όλη προσπάθεια στην ψηφιακή λογοτεχνία. Το έντυπο μέσο (το βιβλίο) έχει και αυτό ανεξερεύνητες δυνατότητες. Πλέον υπάρχει έντυπη λογοτεχνία για ενηλίκους με ανάποδο/χρωματιστό κείμενο (House of Leaves, Only Revolutions, Theories of Forgetting), χωρίς σελιδαρίθμηση (Take it or Leave it του Raymond Federman), με τρύπιες σελίδες (Tree of Codes), με θραύσματα κειμένου που πρέπει να συναρμολογήσουμε (Cent mille milliards de poèmes, Γραφή Δεύτερη), με τη μορφή ερωτηματολογίου (Τεστ Δεξιοτήτων, Alejandro Zambra) ή λεξικού (Το λεξικό των Χαζάρων — βλ. και άλλα του Πάβιτς) και ποιος ξέρει τι άλλο.

Χρειάζονται όλα αυτά, αποτελούν δηλαδή αναπόσπαστο τμήμα της ταυτότητας του βιβλίου ή είναι ανούσια τεχνάσματα; Άμα φύγουν από τη μέση τα πυροτεχνήματα, εξακολουθούμε να διαβάζουμε καλή λογοτεχνία; Όχι πάντα. Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τις κλασικά δομημένες αφηγήσεις. Προσωπικά, βιβλία όπως μερικά από τα προαναφερθέντα μου προσφέρουν, πέραν όλων των άλλων, μια χαρά σχεδόν παιδική, την οποία δεν μου προκαλούν τα κλασικά αφηγήματα. Ο αναγνώστης ήταν πάντα αναγκαίο μέρος του λογοτεχνικού έργου όχι μόνον επειδή χρειάζεται η ύπαρξη του αναγνώστη (το δέντρο που πέφτει στο δάσος και δεν τ’ ακούει κανείς κ.λπ.), αλλά επειδή χρειάζεται η ερμηνεία του, όπως είπαμε και στην αρχή. Κάθε σημαντικό κείμενο υπερβαίνει το δημιουργό του και οι πραγματικές του διαστάσεις μπορούν μόνο να φανούν μέσω του ερμηνευτικού δικτύου που αναπτύσσουν οι πολλαπλές αναγνώσεις. Ο αναγνώστης, όμως, όπως είδαμε, μπορεί να συμμετάσχει και διαφορετικά, ακόμα και στην ίδια τη δημιουργία.

Δημήτρης Μαύρος




Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

Οδυσσέας Ελύτης και Νίκος Καββαδίας: έξω στο φως. Β΄ Μέρος

Μπορείτε να βρείτε το πρώτο μέρος του άρθρου εδώ

Το φως δεν είναι μόνο οπτική αίσθηση, είναι και αφή, τόσο στον Ελύτη όσο και στον Καββαδία, παρόλο που εκφράζεται με εκ διαμέτρου αντίθετους τρόπους. Το σκοτάδι και το μισόφωτο, συνήθως στις άδειες εκκλησίες των λιμανιών στη Βάρδια εκτός από τα μάτια, αγγίζει και το δέρμα: από άυλο στοιχείο γίνεται αίσθηση που πλησιάζει σταδιακά το σώμα, τυλίγει τους ανθρώπους, αφαιρεί σιγά-σιγά το περίγραμμά τους και τους παρέχει άλλοτε κρησφύγετο και άλλοτε διαφυγή. Τους βυθίζει στην προσωπική τους ερημιά επίσης. Και δεν είναι μόνο το σκοτάδι, είναι και η ομίχλη, το πούσι, οι νύχτες χωρίς αστέρια στη μέση του ωκεανού: όλα συνώνυμα μιας ίδιας ατμόσφαιρας.

Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από το τίποτα. Το’ χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού.[1]

Το φως που στη Μαρία Νεφέλη αποτελεί το φυσικό περιβάλλον του ποιητή, στην Βάρδια είναι κατά κανόνα σύντομη ανατροπή από μια παγιωμένη συνθήκη ασάφειας και προσωπικού εγκλεισμού σε βίαιες ενδόμυχες σκέψεις. Στον Κόλλια το φως του ήλιου θα ξορκίσει τα εσωτερικά σκοτάδια. Οι σκέψεις και οι λέξεις του ξεπροβάλλουν με τα φώτα σβηστά, σαν τους αρουραίους των λιμανιών. Είναι όμως και για τους δύο ποιητές σημείο επαφής και σύνδεσης, προσπάθεια οριοθέτησης και καλώς ή κακώς υπόσχεση μιας καινούριας μέρας.

Το μεγάλο πουλί άπλωσε τα φτερά του. Μπατάρισε κι έπεσε στο κατάστρωμα, μπροστά στην πόρτα του ασυρμάτου… Ξημέρωνε.

Ο ήλιος. Μια λουρίδα πέφτει λοξά στο πρόσωπό του. Το σκορπίζει. Και μιαν άλλη από το φινιστρίνι το πλάθει σε κύβους. Δεν έχει πια φωνή. Τα χείλη του παίζουνε μόνο.[2]

Το φως, εκτός από τις λέξεις που το περιγράφουν, έχει ανάγκη από απεικόνιση, από έναν καμβά: ο ρόλος και η παρουσία του ουρανού τόσο στον Καββαδία όσο και στον Ελύτη είναι θεμελιώδης. Η Μαρία Νεφέλη ξεδιπλώνεται στον μπλε ουρανό, καταλαμβάνει τον χώρο ανάμεσα την κυκλαδίτικη αίσθηση της γης και τον ήλιο που οριοθετεί ανθρώπους και συναισθήματα, εκεί που την Βάρδια την σκεπάζει ένας γκρίζος θόλος, χωνευτήρι λιμανιών, ταξιδιών και ανθρώπων. Και αν ο ουρανός του καθένα απλώς καθρεφτίζει τον ήλιο του;

Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε![3]

Στην Βάρδια λοιπόν δεν υπάρχει φυσικό φως. Το ερώτημα είναι τι υπάρχει στη θέση του: τα φώτα της Βηρυτού όταν πέφτει το σκοτάδι, των σπιτιών, οι στενοί δρόμοι κάτω από τις μαρκίζες, φώτα νέον, ρεκλάμες, θολά τζάμια. Και η ζωγραφική: οι δημιουργοί και τα χρώματα, οι τίντες, οι μορφές που διασχίζουν τα έργα, το φως και το σκοτάδι στα τελάρα. Ένας ολόκληρος κόσμος, κλειδωμένος στους πίνακες που συντροφεύουν τον Καββαδία σε κάθε βάρδια, σε κάθε ταξίδι. Οι ζωγράφοι και οι γραμμές τον βοηθούν να οριοθετεί περιγράμματα, σκέψεις και αναμνήσεις, και τελικά το φως χρησιμοποιεί τα χρώματα για να τρυπήσει το σκοτάδι.

Ένας ζητιάνος, καθισμένος χάμω, τραγουδούσε ένα τραγούδι που δεν έβγαινε από το στόμα του, μα σα να ‘ρχόταν απ’ όλες τις ανοιχτές πόρτες, απ’ όλους τους δρόμους, απ’ όλα τα στόματα. Ήταν η ώρα που, σαν από ένα χέρι, ανάβουν και φέγγουν μεμιάς οι στενοί δρόμοι της πλατείας, που πάνε στη θάλασσα. Πράσινο, μπλέ, κίτρινο, βυσσινί. Monique, Madame Marika, Chryssa, Malvina, Madame Violette. Και πέρα μακριά, αν ανέβαινες σε μια φοινικιά της πλατείας, εσύ που διαβάζεις καλά τ’ αστέρια, θα’ βλεπες μέσα σε μπερδεμένα φαιδρά φώτα: «Blanche», δίπλα σ’ ένα πράσινο ψάρι. Ώρα που όλοι ξεκινάνε για τη θάλασσα, όπως κάποτε οι Φοίνικες, ντυμένοι κοντούς μανδύες βαμμένους με βήσσαλο. Σταθήκαμε έξω από το ζαχαροπλαστείο του Bohsali και κοιταζόμαστε στα μάτια.[4],[5]

Δεν υπάρχει επίπλαστη αισιοδοξία που να συνδέεται με την ύπαρξη ή μη του φωτός, ούτε στον Ελύτη, ούτε στον Καββαδία. Το φως είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στερεοποιούνται στίχοι, συναντήσεις, ταξίδια, γυναίκες και έρωτες, ενώ η απουσία του αναγκάζει αναγνώστη και δημιουργούς να επικεντρωθούν στα μη ορατά, όσα δεν έχουν ανάγκη το περίγραμμα που θα τους έδινε το φως για να υπάρξουν:

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται

Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν

Εάν είναι αλήθεια[6]

Στην Βάρδια το φως αντιστέκεται στη νύχτα σε μια προεξοφλημένη ήττα ήδη από τις πρώτες σελίδες. Η αντίστιξη που διέπει το σύνολο του μυθιστορήματος δεν θα αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα: η τελευταία αναχώρηση γίνεται με τους ήρωες, τους ζωντανούς και τον μόλις πεθαμένο, να τρέχουν μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία για να προλάβουν να σαλτάρουν στο καράβι που φεύγει για ένα ακόμα ταξίδι μακριά από αυτή τη στεριά του πολέμου, του φόβου και της σύφιλης. Ο μύθος της αέναης αναχώρησης, της αναπόφευκτης φυγής συνεχίζεται στο διηνεκές.

Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

 

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι κι εγώ το σκοτεινό

πλεούμενο

Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά

Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά[7]

                                                                                                                                               Κρις Λιβανίου



[1] Βάρδια, σελ. 91.

[2] Βάρδια, σελ. 145-146.

[3] Μαρία Νεφέλη, σελ. 32.

[4] Βάρδια, σελ. 75.

[5] Μία από τις σπάνιες φορές που στη Βάρδια η νύχτα δεν κάνει τίποτα για να φοβερίσει τους ανθρώπους.

[6] Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1998, στ. 1-3, σελ. 13.

[7] Μονόγραμμα, στ. 13-16, σελ. 15.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2021

41 ποιήματα της Emily Jane Brontë σε μετάφραση και εικονογράφηση Βασιλικής Σιαφάκα

Από τις πιο καλαίσθητες εκδόσεις που έπεσαν στα χέρια μου, το βιβλίο αυτό αποτίει φόρο τιμής σε μια δημιουργό που έζησε σχεδόν 200 χρόνια πριν από την εποχή μας. Οι περισσότεροι γνωρίζουν την Μπροντέ από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη, το μοναδικό μυθιστόρημα που έγραψε, το οποίο όμως θεωρείται από τα μνημειώδη έργα της αγγλικής λογοτεχνίας. Εκτός από αυτό, συνέγραψε ωστόσο και ποιήματα, 21 από τα οποία δημοσιεύθηκαν το 1846 σε έναν τόμο, μαζί με ποιήματα των αδελφών της. Στο βιβλίο που εξετάζουμε δημοσιεύονται τα 21 αυτά μαζί με μερικά ακόμη που είδαν το φως της δημοσιότητας μετά τον θάνατο της δημιουργού τους.

Έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο αυτό αποτέλεσε προσωπική υπόθεση της Βασιλικής Σιαφάκα, η οποία, πέρα από τη μετάφραση των ποιημάτων, έχει επιπλέον γράψει εκτενής εισαγωγή και επίμετρο (το τελευταίο προφανώς προέκυψε από την έρευνά της για τα ποιήματα) και έχει επίσης εικονογραφήσει το βιβλίο. Στην εισαγωγή άλλωστε σημειώνει ότι η μετάφραση πάτησε «στο πένθος και τη μοναξιά που άφηνε μέσα μου η απώλεια των γονιών μου». Ο «ψυχικός αυτός συντονισμός» την οδήγησε σε βιωματική εμπλοκή με τα ποιήματα και στην ανάγκη να εκφράσει την εν λόγω εμπλοκή με όσους περισσότερους τρόπους μπορούσε. Ζωγράφος και η ίδια γαρ, μπόρεσε να δώσει μορφή στις εικόνες που η Μπροντέ σμίλεψε με την ποίησή της. Το γεγονός, από την άλλη, ότι ασχολείται και η ίδια η Σιαφάκα με τη λογοτεχνία, αφού γράφει ποιήματα και διηγήματα, προφανώς οδήγησε στην ομαλότατη, ποιητικότατη και τελικά υπέροχη μετάφρασή της. Πρόκειται βέβαια για μετάφραση συνήθως ελεύθερη, κόντρα στη ρίμα της Μπροντέ (όχι όμως πάντα: τα ποίηματα «Στροφές» και «Καλοκαιρινό φεγγαρόφωτο» είναι, μεταξύ άλλων ποιημάτων, μεταφρασμένα ομοιοκαταληκτικά), που ωστόσο αποδίδει με πειστικότητα αλλά και με ωραίο ρυθμό το πρωτότυπο.

Έγραψα «ρυθμός» έχοντας βεβαίως υπόψη ότι στην εποχή της Μπροντέ τα ποιήματα γράφονταν ολόκληρα (εννοώ, στίχο προς στίχο σε όλο το ποίημα) σε συγκεκριμένο μέτρο, έτσι έχουμε ποιήματα γραμμένα σε 8σύλλαβο, 11σύλλαβο ή 13σύλλαβο στίχο, ενώ εντόπισα και κάποια που έχουν πλεκτό ρυθμό, όπως π.χ. το “Honour’s martyr” που είναι γραμμένο σε 8σύλλαβο πλεκτό με 6σύλλαβο στίχο ή το εμβληματικό “No coward soul is mine”, που είναι γραμμένο σε 10σύλλαβο πλεκτό με 6σύλλαβο. Μου έκανε ωστόσο εντύπωση που δεν εντόπισα ποιήματα στον διάσημο ιαμβικό 5σύλλαβο ο οποίος υποτίθεται ότι μιμείται τον χτύπο της καρδιάς και την εποχή κατά την οποία έζησε η Μπροντέ ήταν ήδη ιδιαίτερα δημοφιλής. Ίσως αυτό να οφείλεται στη γενικότερη διάθεση της Μπροντέ να μη συμπλεύσει απόλυτα με το ρεύμα της εποχής της, ιδίως τη στιγμή που ήταν εξαιρετικά ελεύθερο πνεύμα και η ίδια.

Φυσικά, δεν νοείται μετάφραση προς τα ελληνικά στο ίδιο μέτρο, αφού η ελληνική γλώσσα είναι πιο περιγραφική και οι λέξεις της περιέχουν κατά κανόνα περισσότερες συλλαβές από τις πιο σύντομες αγγλικές λέξεις. Ούτως ή άλλως δεν νομίζω πως ήταν ανάμεσα στους σκοπούς της Βασιλικής Σιαφάκα η απόδοση συλλαβή προς συλλαβή (και πώς θα μπορούσε άλλωστε;)ˑ σκοπός της ήταν ένα αποτέλεσμα που να καθρεφτίζει το αποτέλεσμα του πρωτοτύπου, κάτι που κατάφερε άλλωστε σπουδαία με τη βοήθεια και της Διώνης Δημητριάδου η οποία είχε τη γλωσσική επιμέλεια της ελληνικής βερσιόν.

Φυσικά, όσο και να άγγιξαν τα ποιήματα τη μεταφράστρια, ο σύγχρονος αναγνώστης είναι αδύνατον να μη διακρίνει τα διαφορετικά αισθητικά πρότυπα της εποχής της Μπροντέ:

Καλοκαιρινό φεγγαρόφωτο

Στο φεγγαρόφωτο νύχτας καλοκαιρινής
Είναι όλα ήπια και ήσυχα κι ωραία
Μεσάνυχτα ώρα ιερής σιωπής
Σκέψεις γλυκιές σκορπάει παντού με τον αέρα.

Πιότερο ώρα που τα δένδρα ανεμίζουν
Ψηλά στον ουρανό με τα κλαδιά τους
Ή χαμηλώνοντας όπως λυγίζουν
Προσφέρουν καταφύγιο την αγκαλιά τους

Κι εκεί μες στην πυκνή τη φυλλωσιά
Κοιμάται μια υπέροχη μορφή
Πράσινη χλόη, λουλούδια ποτισμένα τη δροσιά
Γύρω απ’ το πρόσωπό της μια ανάλαφρη πνοή.


Θεματικά, τα ποιήματα κινούνται σε δύο άξονες: τη φαντασία και τον θάνατο. Όπως γράφει η Σιαφάκα στον πρόλογο του βιβλίου, «η φαντασία είναι ο εσωτερικός της θεός, μια δύναμη γλυκιά, παρηγορητική, χωρίς αυταπάτες, που ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή και την ύπαρξη. Ο θάνατος είναι η απώλεια, η μνήμη που δεν γίνεται ανάμνηση, ο αμείωτος πόνος των ζωντανών για όσους έχασαν, η μνήμη που δεν γίνεται ανάμνηση, ο αμείωτος πόνος των ζωντανών για όσους έχασαν την ελπίδα της συνάντησης μετά θάνατον». Ιδίως ο τελευταίος δεν προκαλεί καμία αγωνία στην ποιήτρια. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού τον κοίταγε με την υπεροψία των 20 της χρόνων;

Από την ψηλή κορυφή του νεαρού της ηλικίας της, η Μπροντέ έγραψε ποίηση δυνατή και σύνθετη, κάτι ελάχιστα αναμενόμενο δεδομένης της νεότητάς της. Αυτά τα χαρακτηριστικά συγκροτούν και τον λόγο που η ποιήτρια του 19ου αιώνα μπορεί να προβληματίσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη του σήμερα. Αναζητήστε το βιβλίο, αξίζει μια θέση στη βιβλιοθήκη σας.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας από τον Ε. Μύρων

Πηγή φωτογραφίας: Reuters



[άτιτλο]

έσπασα όλους τους καθρέφτες
δεν θ' αντικρύσω ξανά τον ένοχο
με φοβίζει το δίχτυ ασφαλείας
και οι επαγγελματίες άγγελοι
       - η πτώση είναι πυξίδα
δεν γράφω πια
τα χέρια μου
ουρλιάζουν στο χαρτί



Ε. Μύρων
από την υπό έκδοση συλλογή του Οριοβάτης