Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2021

Πέρα από τις Ηράκλειες στήλες: το ταξίδι στην αρχαιότητα

Τα ταξίδια δεν είναι κάτι καινούριο. Ένας αυλικός του Φαραώ Αμενεμχέτ (1929-1895 π.Χ) που περιόδευε ανεβοκατεβαίνοντας το ποτάμι στην κοιλάδα του Νείλου έγραφε:

Έφτασα στην Ελεφαντίνη (στον Πρώτο Καταρράκτη), όπως με είχαν διατάξει... Γύρισα πίσω από τον ίδιο δρόμο (δηλαδή κατεβαίνοντας το ποτάμι). Αγκυροβόλησα στην Άβυδο. Άφησα το όνομά μου στο ιερό του Θεού Όσιρη.

Ακόμη παλιότερα, την τρίτη χιλιετία προ Χριστού, ο αιγύπτιος πρίγκιπας Αρχούφ που έζησε μεταξύ 2300 και 2220 π.Χ. έκανε τρία ταξίδια στο Σουδάν, όπως αναφέρει η σύντομη αυτοβιογραφία που έβαλε να χαράξουν πάνω στον τάφο του. Το πρώτο ταξίδι:

…ήταν για να ανοίξει το δρόμο προς αυτή τη χώρα. Το έκανα μέσα σε επτά μήνες και γύρισα πίσω φέρνοντας ένα σωρό πολύτιμα και σπάνια δώρα… Ο Μεγαλειότατος με έστειλε και δεύτερη φορά… Ξεκίνησα (από τον Πρώτο Καταρράκτη)… και γύρισα πίσω… σε διάστημα οχτώ μηνών. Γύρισα πίσω φέρνοντας πλήθος δώρα από αυτήν τη χώρα… Ο Μεγαλειότατος με έστειλε και τρίτη φορά… Γύρισα με τριακόσιους όνους φορτωμένους λιβάνι, έβενο, λάδι, δέρματα λεοπάρδαλης, ελεφαντόδοντο, όπλα και όλα τα καλά.

Οι ταξιδιώτες της αρχαιότητας έπρεπε να περπατήσουν σε κακοτράχαλα μονοπάτια, πολλές φορές κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Να τι λέει ένας σφραγιδοφύλακας του Φαραώ που είχε σταλεί σε μια πολύ δύσκολη αποστολή μέσα από την έρημο του Σινά, γύρω στα 1830 π.Χ.:

Σ' αυτή τη χώρα έφτασα τον τρίτο μήνα της δεύτερης εποχής, αν και δεν ήταν καθόλου η κατάλληλη εποχή για να βρεθεί κανείς σ’ αυτή την περιοχή των ορυχείων (και είχε δίκιο, γιατί ήταν περίπου αρχές Ιουνίου). Αυτός ο σφραγιδοφύλακας... λέει στους αξιωματούχους που μπορεί να έρθουν στην περιοχή των ορυχείων αυτή την εποχή του χρόνου: Μην αποχαυνωθείτε (από τη ζέστη)… Ήρθα από την Αίγυπτο αποχαυνωμένος. Ήταν πολύ δύσκολο να τα βγάλει κανείς πέρα όταν η γη φλεγόταν, τα υψίπεδα είχαν καλοκαίρι και τα βουνά τσουρούφλιζαν το σκασμένο δέρμα.

Ο Lionel Casson στο βιβλίο του Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο (εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης) μελετά τα ταξίδια των ανθρώπων από την ανατολή του πολιτισμού. Όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο, το βιβλίο αποτελεί την «πρώτη σε οποιαδήποτε γλώσσα ολοκληρωμένη μελέτη για ταξίδια στον αρχαίο κόσμο». Σύμφωνα με τον Casson εκτός από τους Αιγύπτιους, οι αρχαίοι λαοί της Μεσοποταμίας υπήρξαν κι εδώ πρωτοπόροι, ένας φημισμένος ηγεμόνας τους, ο βασιλιάς Σούλγκι, του οποίου η θητεία διήρκεσε από το 2094 ως το 2046 π.Χ. βοήθησε με κάθε τρόπο τα ταξίδια των υπηκόων του, όπως καυχιέται σε κάποιον ύμνο:

Πλάτυνα τα μονοπάτια, ίσιωσα τους μεγάλους δρόμους της χώρας.
Έκανα το ταξίδι ασφαλές, έχτισα «μεγάλα οικήματα»
Φύτεψα ολόγυρα τους κήπους, δημιούργησα χώρους ανάπαυσης ,
Εγκατέστησα εκεί καλοπροαίρετους ανθρώπους,
(Έτσι ώστε) όσοι έρχονται από κάτω, όσοι έρχονται από πάνω,
Να ξεκουράζονται στη δροσιά τους,
Ο οδοιπόρος που νυχτώνεται στο δρόμο
Να μπορεί να βρει καταφύγιο εκεί, όπως σε μια καλοχτισμένη πόλη.


Οι εκστρατείες ήταν ένας συνηθισμένος λόγος για τον οποίον ταξίδευαν οι άνθρωποι στην αρχαία εποχή. Ο Ασσύριος βασιλιάς Τιγκλάτ Πιλεσέρ Α΄, περιγράφοντας μια εκστρατεία που πραγματοποίησε το 1115 π. Χ. στα βάθη του ορεινού Κουρδιστάν, λέει:

Πήρα τα άρματα και τους πολεμιστές μου… και πάνω στα απότομα βουνά και μέσα… από δύσβατα μονοπάτια άνοιξα δρόμο με χάλκινες αξίνες για να περάσει το άρμα μου και τα στρατεύματα μου.

Οι ληστές αποτελούσαν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα εκείνου του καιρού για όποιον ταξίδευε, γι' αυτό και πάνω στην οδική αρτηρία που ένωνε την πόλη της Κνωσού με τη νότια ακτή, οι τοπικοί ηγεμόνες είχαν χτίσει μια σειρά από οχυρωμένους σταθμούς. Παρ’ όλες τις προφυλάξεις,  οι κλέφτες παραμόνευαν παντού, όπως αφηγείται κάποιος Αιγύπτιος που έζησε μεταξύ 2200 και 2100 π. Χ.:

Άνθρωποι παραφυλάνε στους θάμνους ώσπου να φανεί κάποιος νυχτωμένος ταξιδιώτης, με σκοπό να αρπάξουν το εμπόρευμα του. Ο ληστής είναι κάτοχος μεγάλου πλούτου.

Για τους ληστές που λυμαίνονταν τις θάλασσες, τους Φοίνικες, μιλά κι ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Εκεί ο χοιροβοσκός Εύμαιος αφηγείται πως  τον ξεγέλασαν και τον πήραν σκλάβο για να τον πουλήσουν στον Λαέρτη, τον πατέρα του Οδυσσέα:

Φοίνικες ξακουστοί για τα καράβια τους ήρθαν μια μέρα, άπληστοι κλέφτες, με μπιχλιμπίδια πάνω στο μαύρο τους καράβι.

Ένας από τους πιο διάσημους ταξιδευτές της αρχαιότητας ήταν ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, που έζησε τον 5ο αιώνα π. Χ. και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του περιοδεύοντας τον τότε γνωστό κόσμο. Η πιο εντυπωσιακή ίσως από τις αφηγήσεις του αφορά τον περίπλου της Αφρικής κατά την θητεία του Φαραώ Νεκώ, 1.500 χρόνια πριν από το ταξίδι του μεγάλου πορτογάλου θαλασσοπόρου Βάσκο Ντα Γκάμα. Αυτή του η αφήγηση θεωρείται από τις πιο αμφιλεγόμενες κι έχει σχολαστεί ευρύτατα:

Έστειλε πλοία με φοινικικά πληρώματα και με την εντολή να επιστρέψουν στην Αίγυπτο περνώντας από τα Στενά του Γιβραλτάρ και τη Μεσόγειο Θάλασσα. Έτσι, ξεκινώντας από την Ερυθρά θάλασσα, οι Φοίνικες βγήκαν στον Ινδικό Ωκεανό. Κάθε φθινόπωρο άραζαν σε όποιο σημείο της Αφρικής τύχαινε να παραπλέουν, έσπερναν τη γη, περίμεναν την εποχή του θερισμού, μάζευαν το στάρι και συνέχιζαν το δρόμο τους. Πέρασαν έτσι δύο χρόνια, και μόνο τον τρίτο χρόνο πέρασαν τις Ηράκλειες Στήλες και γύρισαν στην Αίγυπτο. Και διηγήθηκαν πράγματα που άλλοι μπορεί να τα πιστεύουν αλλά εγώ όχι, δηλαδή ότι παραπλέοντας την Αφρική είχαν τον ήλιο στα δεξιά τους.

Για τις μετακινήσεις τους, οι βασιλιάδες και οι πρίγκιπες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν άρματα. Ένα τέτοιο μέσο που βρέθηκε στον τάφο του Φαραώ Τουταγχαμόν είχε ένα πανάλαφρο δάπεδο από πλεγμένα δερμάτινα λουριά. Λογικά αυτά τα άρματα πρέπει να ήταν πολύ ελαφριά γιατί ο ομηρικός ήρωας Διομήδης, θέλοντας να κλέψει ένα από τους εχθρούς, αναρωτιέται αν πρέπει να το σύρει ή να το σηκώσει στα χέρια. Τα άρματα τα χρησιμοποιούσαν φυσικά οι ευγενείς κι οι βασιλιάδες, οι υπόλοιποι ήταν συνηθισμένοι σε ατέλειωτες ώρες βαδίσματος, ενώ σπάνια μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κάποιον ζώο. Σε κάθε περίπτωση, τα ταξίδια επέτρεπαν στους μακρινούς αρχαίους πολιτισμούς να έρχονται σε επαφή. Μια τέτοια περίπτωση, πολύ σπάνια, βρίσκουμε σε μια κινεζική αφήγηση:

Τον ένατο χρόνο του της εποχής του Γιεν-σι, κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Χουάν-τι (166 μ.Χ.)… ο βασιλιάς της Τα-τσιν, Αν-τουν, έστειλε πρεσβεία η οποία από τα σύνορα του Ζιχ-ναν πρόσφερε ελεφαντόδοντο, κέρατα ρινόκερου και όστρακα χελώνας. Από τότε χρονολογείται η επικοινωνία μ’ αυτή τη χώρα.

Τα-τσιν είναι η κινεζική ονομασία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και Αν-τουν σημαίνει Αντωνίνος, το οικογενειακό όνομα του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου.

Πέρα από τα εμπορικά ταξίδια όμως, πολλοί άνθρωποι της αρχαίας εποχής ταξίδευαν για αναψυχή όπως σήμερα. Η Αίγυπτος ήταν πάντα ένας δημοφιλής προορισμός όπου πήγαιναν για να θαυμάσουν τα μεγαλόπρεπα μνημεία που είχαν στηθεί από τότε, σκαλίζοντας τις εντυπώσεις τους τις οποίες μπορούμε να διαβάσουμε μέχρι σήμερα. 

Κατά τα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας ένα από τα πιο διάσημα μνημεία που συγκέντρωνε χιλιάδες επισκεπτών ήταν ένα περίφημο τεράστιο άγαλμα (κολοσσός) το οποίο πίστευαν ότι απεικόνιζε τον μυθικό ήρωα Μέμνονα, βασιλιά της Αιθιοπίας, που σκότωσε ο Αχιλλέας στον τρωικό πόλεμο. Στην πραγματικότητα ήταν το κολοσσιαίο άγαλμα ενός από τους μεγαλύτερους Φαραώ της Αιγύπτου, του Αμένοφη (Αμενχοτέπ). Ο γεωγράφος και περιηγητής Στράβων (63π.Χ.- 23 π. Χ.) που το είδε από κοντά έγραψε:

Πιστεύεται ότι μια φορά την ημέρα, το κομμάτι του αγάλματος που έμεινε στο θρόνο και στη βάση βγάζει ένα ήχο σαν ελαφρό χτύπημα. Ήμουν εγώ ο ίδιος παρών εκεί επί τόπου μαζί με τον Αίλιο Γάλλο (κυβερνήτη της Αιγύπτου) και πλήθος φίλων και στρατιωτών του και, μία ώρα μετά την ανατολή του ήλιου, άκουσα τον ήχο - αν ερχόταν από τη βάση ή από τον κολοσσό ή αν προκλήθηκε από κάποιον που βρισκόταν εκεί γύρω, κοντά στη βάση, δεν είμαι σε θέση να το βεβαιώσω. Γιατί η αιτία είναι τόσο άδηλη που θα πίστευε κανείς οτιδήποτε παρά ότι ο ήχος βγαίνει από πέτρες τοποθετημένες κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Ο Παυσανίας (110-180 μ.Χ.), ένας άλλος διάσημος περιηγητής της αρχαιότητας, έγραψε για το ίδιο άγαλμα:

Αυτό που μου προξένησε μεγαλύτερη κατάπληξη ήταν ο κολοσσός των Αιγυπτίων. Στις Θήβες της Αιγύπτου… είδα ένα άγαλμα καθιστό που βγάζει ήχο. Οι πιο πολλοί λεν πως είναι του Μέμνονα… Οι Θηβαίοι, όμως, λένε πως το άγαλμα δεν παριστάνει τον Μέμνονα αλλά έναν ντόπιο, τον Φαμένωφα (προφανώς παραφθορά του Αμένοφις). Άκουσα να λένε και ότι παριστάνει τον Σέσωστρη (έναν σχεδόν μυθικό Φαραώ)… Κάθε μέρα, με την ανατολή του ήλιου, το άγαλμα βγάζει έναν ήχο που θα έλεγε κανείς ότι μοιάζει με χορδή κιθάρας ή λύρας που σπάζει.


Στα χρόνια της εξάπλωσης του Χριστιανισμού, ο χώρος της ευρύτερης Αιγύπτου συγκέντρωνε εκατοντάδες χιλιάδες επισκεπτών που έρχονταν όχι τόσο για τους αγίους και τους ερημίτες όσο για άλλα θαυματουργά μνημεία όπως μια τοπική πηγή κοντά στον τάφο του αγίου Μηνά που πίστευαν ότι είχε μαγικές, θεραπευτικές ιδιότητες. Όπως λέει το μήνυμα που χάραξε πάνω σε κάποιον τοίχο της πηγής ένας επισκέπτης :

Πάρε το θαυματουργό νερό του Μηνά - κάθε πόνος φεύγει.

Οι ταξιδιώτες που περπατούσαν ατέλειωτες ώρες αναζητούσαν λίγη ξεκούραση στα χάνια και στις ταβέρνες της εποχής που δεν πρόσφεραν τις καλύτερες υπηρεσίες, ειδικά σε ό,τι αφορά την ποιότητα του κρασιού, όπως μαρτυρούν τα λόγια που χάραξε κάποιος σε τοίχο μιας ταβέρνας της Πομπηίας:

Άμποτε να στη φέρουν κάπελα, όπως με γέλασες κι εσύ!
Νερό πουλάς σε μένανε κι ατός σου πίνεις το κρασί.


Από τότε λοιπόν υπήρχαν προβλήματα στην εστίαση!

Απόστολος Σπυράκης



Εμείς στο στίγμαΛόγου σας ευχόμαστε
καλό καλοκαίρι!
Θα τα ξαναπούμε στα μέσα Σεπτεμβρίου.





Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2021

Σφηνάκια του Ιούνη

 Αγάπη και ξενιτιά του Θοδωρή Καλλιφατίδη

Ο τίτλος στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα λέει ακριβώς ό,τι διαδραματίζεται στο έργο: η ανάγνωση δεν αποκαλύπτει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο, η ιστορία παραμένει προβλέψιμη μέχρι και την τελευταία σελίδα.

Δεν είναι κακογραμμένο, το αντίθετο ίσως, και η πλοκή εκτυλίσσεται αρμονικά και χωρίς διακυμάνσεις. Χωρίς κανένα ρίσκο επίσης. Οι χαρακτήρες δεν ξεφεύγουν από την πεπατημένη, συμπεριφέρονται και λένε αυτά ακριβώς που θα περίμενε κανείς να ακούσει στις δεδομένες συνθήκες, είναι αρκετές οι φορές που είναι και οι ίδιοι θεατές των τεκταινομένων, ακριβώς όπως και ο αναγνώστης. Το αφηγηματικό πλαίσιο παραμένει στο σύνολό του αν όχι ασαφές τουλάχιστον χαλαρό, και αφήνει ανεκμετάλλευτες τις ιστορικές συγκυρίες στην Ελλάδα του ’60, που θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να συνθέσουν μια πραγματικότητα παραγνωρισμένη.

Οι πρωταγωνιστές έχουν λίγες ευκαιρίες για μια πραγματική μυθιστορηματική δράση με ανατροπές που αλλάζουν το ρου της ιστορίας, θα έλεγε κανείς ότι και εκείνοι όπως και ο αναγνώστης περιμένουν την συνθήκη εκείνη που θα γεννήσει την έκπληξη: αυτό δεν συμβαίνει, το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του, όλοι μένουν μετέωροι, ο κύκλος έχει κλείσει αλλά με τι επίγευση; Καμία.

Κρις Λιβανίου



Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον
της Χλόης Κουτσουμπέλη

Όταν τελειώνει ο κάματος της γραφής, τότε είναι που η μοναξιά του ποιητή αποκαλύπτεται σε όλη της τη γύμνια. Τότε που τα ποιήματα διαλύονται "μέσα στην κοσμική νύχτα" και που "ψιλή βροχή" ξεβγάζει α γράμματα και ο ποιητής μένει τελικά ορφανός. Είναι όταν "η πένα σπάει στο χαρτί" που ο ποιητής κατανοεί ότι ο ίδιος και οι ομότεχνοί του δεν ξέρουν από "κανόνες ναυσιπλοΐας / και το σπίτι τους συγκρούεται πάντα τελικά με το παγόβουνο". Παρ' όλα αυτά συνεχίζουν να γράφουν, μια και η ποίηση είναι "η μόνη γη που οι ψυχές συμπίπτουν".

Τα 28 ποιήματα της συλλογής μιλούν πολλές φορές για πολύ γνωστούς ποιητές και καλλιτέχνες (όπως η Σύλβια Πλαθ, ο Λόρδος Μπάιρον, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Βαν Γκονγκ, η Έμιλυ Ντίκινσον, ο Νίκος Καββαδίας), για ήρωες παραμυθιών (όπως ο Τζακ και η φασολιά, ο Κάπτεν Χουκ, ο Πήτερ Παν και η Τίνγκερμπελ), αλλά και για αρχετυπικούς χαρακτήρες όπως η Ηλέκτρα ή η Μαρία Μαγδαληνή. Διαπραγματεύονται αυτά τα πρόσωπα είτε για να τα απομυθοποιήσουν (για παράδειγμα, τους ήρωες των παραμυθιών) είτε για να ανασκευάσουν την ιστορία τους (όπως με το ποίημα "Ο λόγος του Ιούδα").

Ο λόγος της Κουτσουμπέλη είναι πάντα ανατρεπτικός, ενώ διακατέχεται από λεπτή ειρωνεία που διακυβεύει ενίοτε τις ισορροπίες και κρίνει το εκάστοτε ποίημα. Μένει να αναρρωτηθούμε γιατί ο ποιητής ονομάζεται όμικρον. Ίσως επειδή το συγκεκριμένο γράμμα είναι ένας κύκλος και αντικατοπτρίζει με τον καλύτερο τρόπο την πορεία του ποιητή από τη στιγμή που θα σηκώσει την πένα του για να γράψει μέχρι τη στιγμή που θα την αφήσει πάνω στο χαρτί. Μια κυκλική πορεία που επαναλαμβάνεται στο άπειρο.



Αθέατος εχθρός (Ποιήματα από την πρώτη καραντίνα) του Ντίνου Σιώτη 

Όλοι το ξέρουμε ότι η ζωή υπερπηδά στην τέχνη, αλλά όταν η ζωή πληγώνει όσο μας έχει πληγώσει την τελευταία διετία με την πανδημία, τους θανάτου, τις καραντίνες κ.λπ. και τη βλέπουμε απεικονισμένη σε μια ποιητική συλλογή είναι σχεδόν αβάσταχτο. Ο Σιώτης, ευαίσθητος στις συνθήκες των καιρών και πάντα έτοιμος να αναμετρηθεί μαζί τους, μιλάει με οξυδέρκεια και διορατικότητα για τον "αθέατο εχθρό" που "θάβει τις ανθρώπινες κατακτήσεις αιώνων", "τα άνοσα στίγματα του ασώματου κακού", "το μαύρο γεράκι που κόβει βόλτες πάνω απ' τον πλανήτη". 

Μιλάει επίσης για την καραντίνα σε διαφορετικούς, ενίοτε αντικρουόμενους, τόνους ("πού έχουν πάει όλοι αυτά που σύχναζαν μέχρι/ χθες στα μαγαζιά στα μπαρ και στις ανωφερείς/ καφετέριες; πού τάχα μου λουφάζουν τώρα...;" στο ποίημα "Μένουν σπίτι", αλλά και "πρώτη φορά μας δίνεται η ευκαιρία να/ σώσουμε τον πλανήτη με το να μένουμε/ σπίτι δίχως να κάνουμε απολύτως τίποτα", ποίημα "Πρώτη φορά"), καθρεφτίζοντας με ακρίβεια τις ψυχολογικές μεταπτώσεις που συνόδευαν όλους μας στην πρωτόγνωρη κατάσταση του κατ' οίκον περιορισμού.

Η απεικόνιση της γενικότερης συνθήκης και της αλγεινής ψυχολογικής κατάστασης του κόσμου, αποτυπώνεται εξαιρετικά σε όλη τη συλλογή, χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας είναι το ακόλουθο ποίημα:

Ουράνιο τόξο

Καθώς ξεφτίζουν ένα ένα τα χρώματα
του ουράνιου τόξου εκείνο σωριάζεται
αποκαμωμένο στις παρυφές της νόσου

(Αθήνα, 11 Μαρτίου 2020)



Ανιλίνες του Θοδωρή Βοριά

Σε ένα βιβλίο-κόσμημα, έκτασης μισού τυπογραφικού (ένα μόλις οκτασέλιδο δηλαδή), ο Θοδωρής Βοριάς μας παραδίνει τέσσερα δυνατά ποιητικά σχεδιάσματα εξαιρετικής σφριγιλότητας. Λέω "ποιητικά σχεδιάσματα" και όχι ποιήματα γιατί, όπως αναφέρει ο ίδιος στην τελευταία σελίδα, η ανιλίνη (χημική πρώτη ύλη για την παραγωγή χρωμάτων) είναι ένας όρος που χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει μικρά ποιήματα που λειτουργούν σαν πρώτες ύλες για κανονικά ποιήματα. 

Και πάλι ωστόσο αυτές οι σπονδυλωτές σπίθες ποιημάτων, γραμμένες κυρίως σε β΄πρόσωπο, αλλά και σε α', είναι ιδιαίτερα εύστοχες. Η "Καταρρίχηση" μιλάει για την έσω στροφή ή την κάθοδο εντός μας ("Όταν βραδάζει/ μην κοιτάς απ' το παράθυρο/ μέσα σου κοίταζε και σκάβε"): πράξεις στις οποίες όλοι οφείλουμε να προβούμε προκειμένου να ανακαλύψουμε τις γωνίες του εαυτού μας που θα μας ξανακάνουν ολόκληρους. Το σχεδίασμα "Στ' αμπάρια γάβγιζε ο Κέρβερος" έλκει από την αρχαιοελληνική θεώρηση του θανάτου (μιλάει για Άδη, Κέρβερο, Άρπυιες, Κάτω Κόσμο) αλλά λειτουργεί ουσιαστικά σαν αλληγορία για τη νέκρωση του σύγχρονου ανθρώπου. Το τρίτο σχεδίασμα "Οι στίχοι είναι σφαίρες" (ένας τίτλος που θυμίζει λίγο τις λέξεις-πρόκες του Αναγνωστάκη) πραγματεύεται την ιδέα του πολέμου και από αυτό θα παραθέσω ένα ολόκληρο ποίημα:

[στ']

Σας γνωρίζω στρατιώτες,
ξέρω από φάλαγγες σκιών
σε νυχτερινές πορείες.

Τις νύχτες πάντα νικούσε το βουνό
- τα βήματά μας καταντούσαν ξένα,
η ανάσα μύριζε διψασμένα λόγια
και τα χαλίκια
γίνονταν σπασμένα κόκαλα
κάτω από τ' άρβυλά μας.

Αν τύχαινε
να σ' ακουμπίσει ο διπλανός σου
ήταν θαρρείς
και σ' ακουμπούσε πεθαμένος.

Τέλος, το ποιητικό σχεδίασμα "Κρύφτηκε η μέρα στο κρυφτό μας" μιλάει για την παιδική ηλικία. Έμφορτο από αναμνήσεις, συνδέει την παιδικότητα με τα ερείπια και τα χαλάσματα, συνοψίζοντας όλο τον τόνο της λιλλιπούτειας συλλογής.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2021

Το ποίημα της Δευτέρας: "Ανάμνηση [1]" του Ρέυμοντ Κάρβερ



Ανάμνηση [1]

Κόβοντας τους μίσχους από ένα
καλάθι φράουλες - τις πρώτες
αυτής της άνοιξης - ανυπομονώντας να
τις φάω απόψε που θα ήμουν
μόνος, για επιδόρπιο (μιας και λείπει η Τες),
θυμήθηκα πως όταν μιλήσαμε
ξέχασα να της μεταφέρω ένα μήνυμα:
κάποιος του οποίου το όνομα ξεχνάω
τηλεφώνησε να πει πως η γιαγιά
της Σούζαν Πάουελ είχε πεθάνει απρόσμενα.
Συνέχισα τη δουλειά μου με τις φράουλες.
Μα θυμήθηκα, επίσης, την επιστροφή με το αμάξι
από τα ψώνια. Ένα μικρό κορίτσι
με πατίνια που το τραβούσε
στο δρόμο ένας μεγάλος, φιλικός
στην όψη σκύλος. Τη χαιρέτησα.
Με χαιρέτησε κι εκείνη. Και φώναξε
απότομα στον σκύλο της, που επέμενε
να χώνει τη μουσούδα του
στο γλυκό χορτάρι απ' το χαντάκι.
Έξω τώρα είναι σχεδόν σκοτάδι.
Οι φράουλες παγώνουν.
Λίγο αργότερα, καθώς τις τρώω,
θα θυμηθώ ξανά - σε τυχαία
σειρά - την Τες, το μικρό κορίτσι, ένα σκύλο,
πατίνια, μνήμη, θάνατο, κ.τ.λ.

Ρέυμοντ Κάρβερ
από τη συλλογή του Εκεί που είχαν ζήσει
μετάφραση: Άκης Παπαντώνης






Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2021

"Το ημιτελές τελεσίγραφο" του Γιώργου Γκανέλη


Στη συλλογή του Γιώργου Γκανέλη, Το ημιτελές τελεσίγραφο, η σκωπτική διάθεση που υπάρχει και σε προηγούμενες συλλογές του εμφανίζεται πιο έντονη. Ο ποιητής καυτηριάζει μια πραγματικότητα που έχει από καιρό αποκηρύξει ως παράλογη και χρησιμοποιεί την ειρωνεία και το σαρκασμό ως μέσο αντίστασης ενάντια στον παραλογισμό της, ενώ η αμφιβολία προτείνεται ως στάση ζωής.

Η λατινική φράση dubito ergo cogito (αμφιβάλλω άρα σκέφτομαι) εμφανίζεται στον τίτλο του πρώτου ποιήματος, παραλλάσσοντας τη γνωστή φράση του Ντεκάρτ, μιας και η αμφιβολία γεννάει την κριτική σκέψη. Αμφιβάλλεις άρα ελπίζεις γιατί αν θεωρήσεις ότι όλα στη ζωή είναι δεδομένα, χωρίς να υπάρχει πιθανότητα να αλλάξουν, οδηγείσαι μοιραία στη θλίψη. Ο ποιητής, με τη γνώση ότι η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου επιτείνεται από τη σημερινή πραγματικότητα, γράφει: …Γι’ αυτό να αμφιβάλλεις/ μέχρι το φως να τσακιστεί/ μέχρι η σιγουριά της ζωής/ να γίνει μετέωρο ένστικτο...

Το επόμενο ποίημα ηχεί σαν μια εναλλακτική λύση στο οδυνηρό λάθος που όλοι βιώνουμε μέσα από το κρύσταλλο της οθόνης μας· εικόνες από βομβαρδισμένα τοπία στις εμπόλεμες περιοχές της γης, καταστροφές κάθε είδους. ...Αφήστε τον άνθρωπο να υπάρχει, να ζήσει ήσυχος μέσα στη φύση, αφήστε τη φύση ήσυχη να υπάρχει, μοιάζει να λέει ο ποιητής και αυτοσαρκαζόμενος γράφει: ...Κι επιτέλους, αφήστε με να πεθάνω/ τρώγοντας σύκα κάτω απ΄τη μηλιά...

Στο ποίημα "Αγιασμός" κάνει την εμφάνισή της η σχολική αυλή, τα παιδιά, οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Αφήστε τα παιδιά στην ησυχία τους, προτρέπει ο ποιητής και ο απόηχος από τον αξέχαστο στίχο των Pink Floyd που τραγουδιέται ακόμα από τις νέες γενιές, ακούγεται μέσα στο ποίημα. ...Στην πρώτη δημοτικού αύριο/ ξυρισμένος και με καλαθάκι/ ―ποια προπαίδεια και αηδίες―/ λίγη αυλή θέλω και τραμπάλες/ μια τυρόπιτα απ’ το κυλικείο...

Η γη με τους απέραντους ορίζοντες και τους ωκεανούς της ξεπροβάλλει αλλού. Η γη που κινδυνεύει και καμιά «ελεημοσύνη» δεν πρόκειται να τη σώσει. Ο ποιητής μιλάει για την αλόγιστη εκμετάλλευση και την καταστροφή της φύσης που συντελείται με γοργούς ρυθμούς, ενώ τα μέτρα που λαμβάνονται δεν είναι αρκετά για να την προστατέψουν και έτσι, όπως πορευόμαστε, θα ξυπνήσουμε ένα πρωινό σε έναν γυμνό κόσμο.

...Έτσι που τα κατάφερες/ τζάμπα οι ελεημοσύνες/ (τα δέντρα δεν είναι άπορα/ ούτε η γη πειραματόζωο/ για επεμβάσεις ρουτίνας)...

Εκείνο που λείπει από τη γη και από τους ανθρώπους είναι η αγάπη.

Στον επόμενο τόνο προχωρεί στο εσωτερικό του ανθρώπου, στο τέρας του εγωισμού που τρέφεται καθημερινά μέσα μας. Ο ποιητής είναι και ο ίδιος θύμα του: ...Δεν αντέχω άλλο μουγκρητό/ εντός μου ψήνεται το τέρας/ τρίποδο και εξαδάχτυλο/ ας πάει κάποιος να του πει/ ότι τέρμα οι παρεξηγήσεις/ Άλλωστε πια μεγαλώσαμε/ για να είμαστε τόσο εγωιστές

Ο ποιητής σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, σπρώχνει την ποίησή του στα άκρα, σε εκείνον τον γκρεμό που έχει καλή θέα στο χάος, για να στηλιτεύσει τα υλιστικά όνειρα, τις γεμάτες φιλαυτία υπάρξεις... Η ποίησή του δεν είναι παρά μια βραδυφλεγής έκρηξη σαρκασμού για την καθημερινότητά μας, για τα οράματά μας που βρίσκονται σε βαρομετρικό χαμηλό. Στο ποίημα "Το Βαλς των ουρανών" μιλάει για οράματα άλλων εποχών που γίνονται παρακαταθήκη για να συνεχίσουν οι ποιητές να γράφουν: 

Όχι να το παινευτώ, αλλά ξεμπέρδεψα
μ’ εκείνα τα παλιά γραμμόφωνα
που έπαιζαν τραγούδια για το Θεό
μετά ήρθαν τα πικάπ
κολλούσε η βελόνα τους στα σύννεφα

Τα έδωσα λοιπόν σ’ έναν παλαιοπώλη
και τα πουκάμισα μαζί
ξέρετε, αυτά με τα αίματα
που τα έπλεναν οι άγγελοι με ζεστό νερό
κι έρχονταν οι έρωτες και τα λέρωναν 
―αλίμονο, οι ουρανοί ένα σφαγείο―

Το θέμα είναι τι γίνεται μετά
ποιο κόκκινο κρασί θα επαναστατήσει
ποιες Πρωτομαγιές θ’ αλλάξουν χρώμα
(αν καταλαβαίνεις τι σου λέω)
και πόσοι θεοί θα πέσουν αιμόφυρτοι.

Στο ποίημα "Περιμένοντας το χιόνι", η πλατεία γίνεται τόπος συνάντησης δύο διαφορετικών κόσμων. Η παρουσία του χιονιού προσφέρει χαρά στη βολεμένη ζωή μας, αλλά το κρύο και η παγωνιά του γίνεται προάγγελος θανάτου για τους άστεγους της πόλης.

Υπόθεση πέντε λεπτών
να ξεμπλοκάρω τα σύννεφα
να πλημμυρίσουμε χιόνι
να παίζουν ροκ στην πλατεία
ν’ αρχίσει επιτέλους η ζωή

Οι άστεγοι στα πεζοδρόμια
να νομίζουν πως βρίσκονται
στα διαμερίσματα του Θεού
η όραση να βαφτεί άσπρη
και τα σκοτάδια να αρθούν 
Τότε και μόνο τότε νομίζω
πως έχω ελπίδες να σωθώ.

Στο ποίημα "Ωδή για μια νεκρή μέλισσα" ο θάνατος εμφανίζεται με τη διττή του όψη, αυτή που ίπταται/ σαν τη μέλισσα/ πάνω από τα ρολόγια/ κι η άλλη η πονηρή/ που σε αρπάζει/ μέχρι να πεις κύμινο... Τη δεύτερη, τη γνωρίζουν καλά οι μηχανόβιοι και οι πιλότοι των μαχητικών αεροπλάνων. Ο θάνατος που δεν έχει πατρίδα: Άκου ― δεν έχω πατρίδα/ κάτι ψευτοσύνορα μόνο/ στο Ιράκ και στη Συρία/ και μετά βαρύς χειμώνας...

Ο ποιητής αποκαλύπτει στους στίχους του τον εσωτερικό του εαυτό γνωρίζοντας πως δεν θα γίνει κατανοητός από τους πολλούς. Ωστόσο, ελπίζει κρυφά να έχει πει κάτι στον αναγνώστη που να μπορεί να κατευνάσει την υπαρξιακή του αγωνία. Αυτό είναι εξάλλου και το ανομολόγητο συναίσθημα που διατρέχει από άκρη σε άκρη την ποίησή του, μαζί με το κοινωνικό του όραμα. Η ποίηση του Γιώργου Γκανέλη είναι μια ακτινογραφία του κόσμου· μέσα από λέξεις και εικόνες που στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά, ασκεί δριμεία κριτική στην εποχή μας και έχει τις ρίζες της στον υπερρεαλισμό και στην αντιποίηση του Νικανόρ Πάρρα.

Ο ποιητής δεν επιθυμεί να υποδείξει ένα όραμα. Θέλει να αφήσει τον αναγνώστη ελεύθερο να ονειρευτεί εκείνος ένα για τον άνθρωπο και τον κόσμο και να το ακολουθήσει.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


ΕΠΕΙΔΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΙ ΑΥΡΙΟ

Τώρα ― σπασμένο γυαλί στο άπειρο
κάποτε ― βάζο στη μέση τ’ ουρανού

Επειδή λοιπόν επιορκώ ασύστολα
Κι οι εμμονές μου με καθήλωσαν

επειδή τα ένστικτα με κάρφωσαν
σ’ ένα βαθύ παρατεταμένο μαύρο
κι επειδή τέλος πάντων ξενερώνω
με την αλητεία του χωροχρόνου
λέω να το ρίξω στα σκυλάδικα
μπας και ριζώσω στα σκουπίδια

Κατά τα’ άλλα, σας φιλώ γι’ απόψε
Κι ελπίζω αύριο να μη σας λείψω


Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021

"Προμηθέας Δεσμώτης" της Χούλιας Σαράτσου

(...)

Μπαίνει ένας στρατηγός, 

ρωτάει για την αιτία του κακού μου, 

η μητέρα μου του απαντά ότι είναι μια απλή ασθένεια

σαν να έβρεχε ή να χιόνιζε

αλλά απαντά στα γερμανικά

ερώτηση και απάντηση αιωρούνται

στον παγωμένο αέρα του τρόμου του θανάτου και της εξουσίας, 

χώρος θεμελιώδης και στιγμιαίος που διαχωρίζει

τα δευτερόλεπτα από την αιωνιότητα.[1]

(...)


Ο Προμηθέας Δεσμώτης είναι μια παράδοξη συλλογή και η Χούλια Σαράτσου μια πολύ ιδιαίτερη ποιήτρια. Υποθέτω η έκφραση αυτή αποδίδεται σε ό,τι και σε όποιον δυσκολευόμαστε να κατατάξουμε κάπου αναγνωρίσιμα, να εντάξουμε αυτό που διαβάζουμε σε κάτι προϋπάρχον στην ατομική μας πνευματική βιβλιοθήκη. Τα πράγματα με την Χούλια Σαράτσου δεν κινούνται σε ευθεία γραμμή, έτσι θα πρέπει να βρούμε και να ακολουθήσουμε μια άλλη.

Γράφει μια αφηγηματική ποίηση χωρίς πολλά-πολλά αλλά μόνο τόσα, χωρίς φιοριτούρες, με μια λιτότητα που κάνει καλό στην ψυχή. Και που είναι και απαραίτητη κι όλας, γιατί θεματικά κινείται σε μάλλον ακραίες καταστάσεις. Ο πόλεμος ως πραγματικότητα, ως πράξη εκτελεσμένη από ανθρώπους σαν εμάς και τετελεσμένη στην ιστορία, ο άνθρωπος της εγκατάλειψης και του απροσμέτρητου πόνου μπροστά στην απώλεια, η γη που καίγεται και μετατρέπεται σε αφιλόξενο τόπο κι ας είναι η μόνη που γνώρισαν γενιές και γενιές ανθρώπων που ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς ούτε καν χώμα να πατήσουν: όπως είπα και στην αρχή, θεματικά τα πράγματα στην δουλειά της Σαράτσου είναι δύσκολα. Και πρώτη η ίδια επιχειρεί να τα εξημερώσει, να τα κατανοήσει, να προσπαθήσει να διακρίνει αν μένει κάτι μετά από το χάος και την ολοκληρωτική ερήμωση μέσα και έξω από τον άνθρωπο. Γράφει ως θεατής και ως στρατιώτης ταυτόχρονα, και το αποτέλεσμα είναι μια σπανίως συναντώμενη κινηματογραφική ποίηση, ανέντακτη σχεδόν, χωρίς άγκυρες αλλά με την σαφή αυτοπεποίθηση μιας πολύ καλής δουλειάς.

Η λιτότητα ισχυροποιεί την βιαιότητα των σκηνών και των συναισθημάτων γιατί τα τοποθετεί σε μια ρεαλιστική βάση που δρα ως καταλύτης, με τα θύματα και τους θύτες να κινούνται σε μια αέναη εναλλαγή ρόλων, και η παράδοξη αποστασιοποίηση της ποιήτριας να μεγεθύνει κενά, καταστροφές και αποστάσεις. Το βλέμμα της δεν χαρίζει παρηγοριά σε κανέναν. Από σεβασμό φαντάζομαι, και ειλικρίνεια, αρετές που αν τις χρησιμοποιήσει κανείς ως ενεργές παραμέτρους, το αποτέλεσμα είναι μια σκληρή ποίηση που ακολουθεί τον αναγνώστη κατά πόδας μακράν αφού κλείσει το βιβλίο.

Η «δημοσιογραφικότητα» της γραφής και το στυλ που φέρνει στο μυαλό ρεπορτάζ είναι ο τρόπος της ποιήτριας να διαχειριστεί την ανημποριά της μπροστά στο χάος του πολέμου, τις χιλιοσπασμένες ζωές, το συντριπτικό κάταγμα που χωρίζει το πριν και το μετά μιας εμπόλεμης ζώνης ακόμα και όταν όλα έχουν τελειώσει. Παραθέτει με λεπτομέρειες κινήσεις και πράξεις σε μια προσπάθεια να γραπωθεί από την ανθρωπιά της, από αυτό το πολύπλοκο πλέγμα ιδιοτήτων και δυνατοτήτων που μας διαφοροποιεί από τους θύτες και δίνει λόγο και νόημα στην όποια συνέχεια.

Υπάρχει μια αμεσότητα στη γραφή της Χούλια Σαράτσου, μια έγνοια να επικεντρωθεί κατευθείαν στο σημαντικό, στον άνθρωπο μετά την καταστροφή και μετά την ερημιά: ένα είδος βιασύνης. Θέλει να πει ό,τι έχει να πει, να καλύψει το θέμα και να κλείσει ο κύκλος, ν’ αρχίσει το πένθος και να μπορέσει η εξομάλυνση να αποτελέσει ξανά πιθανότητα. Η ποίησή της βρίσκεται σ’ αυτό που διαφαίνεται, στο οριακά ανείπωτο. Σ’ αυτό που έχει προλάβει να στοιχειοθετηθεί μόνο από συναισθήματα, σχεδόν χωρίς τις λέξεις που θα του έδιναν ενδεχομένως ένα οριοθετημένο περίγραμμα. Η ποιήτρια με μια κάμερα στον ώμο μπαίνει σε μια σταυροφορία αλήθειας και μνήμης για να αποτυπώσει μια ζωή που κυλάει και ξεχνιέται, μια πραγματικότητα που χάνεται.

Ο Προμηθέας Δεσμώτης είναι ένα ανθολόγιο ποιημάτων και ως εκ τούτου περιλαμβάνει ετερόκλητα μεταξύ τους πράγματα. Μόνο ο αέρας που φυσάει πίσω από τις λέξεις του και ανάμεσα στις σελίδες είναι το στοιχείο ενότητας που χρειάζεται, καθώς και αυτή η ξεκάθαρη ανάγκη της ποιήτριας να αγκιστρωθεί στη μνήμη. Την δική της, και των άλλων, των ανώνυμων. Σε μια τόσο «ανομοιογενή» συλλογή, όπου συμβαίνουν πράγματα και αποτυπώνονται συγκινήσεις σε πολλαπλά πεδία, το στοιχείο συγκόλλησης είναι το ύφος της γραφής, ούτε καν το είδος. Είναι η πρώτη φορά που συναντάω ποίηση επιστημονικής φαντασίας που να έχει κάτι να αφήσει στο μυαλό μου, και είναι επίσης η πρώτη φορά που διαπιστώνω ότι μια ματιά ρεπόρτερ μπορεί να φέρει κοντά τόσο απομακρυσμένες εποχές και να καταφέρει να απεικονίσει την ανθρώπινη οντότητα στην πορεία της μέσα στον χρόνο.

Η κινηματογραφική ποίηση του Προμηθέα Δεσμώτη σε συνδυασμό με μια συμπυκνωμένη γραφή δίνει ένα τελικό προϊόν που ταυτόχρονα το κοιτάζεις γιατί «κινείται» και το ακούς γιατί «μιλάει». Και παρόλο που υπάρχουν ανομοιογένειες και κάποιες ανισορροπίες ανάμεσα στις τρεις ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή, η δουλειά της Χούλια Σαράτσου είναι στο σύνολό της εξαιρετική, ικανή ενδεχομένως να ανατρέψει παγιωμένες σταθερές και σκονισμένες συνήθειες.

Παρακάτω δύο από τα ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

Πρόποση

 

Ας υψώσουμε τα ποτήρια μας αδέρφια,

η καταστροφή είναι το τίμημα

του πολιτισμού,

το κρασί

είναι υπέροχο!

Ας απολαύσουμε μαζί αυτή την ειρήνη

ακόμη,

υπάρχει πολλή γη να υπερκατοικήσουμε,

να μολύνουμε.

Κι όταν ο κόσμος τρελαθεί

η φωτιά θα την εξαγνίσει,

κάποιος τρελός μονήρης

θα σωθεί,

κάποιος σοφός στα βουνά

θα βρει μια γυναίκα

κι έτσι όλα, όπως πάντα

θα ξαναρχίσουν.[2]

 

 

Χριστός

 

Αυτός που ζει εκεί που κανένας δεν θέλει να ζήσει

αυτός που κάνει αυτό που κανένας δεν κάνει

αυτός που λέει αυτό που κανένας δεν θέλει να πει

 

αυτός είναι ο μεγαλοφυής

ο σοφός

ο σύγχρονος

ο τραγικός

 

ο θεός.

 

Για καλό έργο δεν θα σε λιθοβολήσουμε

-είπαν οι Φαρισαίοι-

αλλά για βλασφημία.

Γιατί εσύ όντας άνθρωπος

γίνεσαι θεός.

Ο Χριστός απάντησε:

είναι ήδη γραμμένο στο νόμο σας

εγώ είπα

θεοί είστε.[3]


Κρις Λιβανίου

[1] Χούλια Σαράτσου, Προμηθέας Δεσμώτης, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα, 2020, σελ. 33.

[2] σελ. 47.

[3] σελ. 97.