Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

"Μικρές καταιγίδες" της Βικτωρίας Γεροντάσιου

Διάβασα τη συλλογή της κας Γεροντάσιου πιο πολύ από περιέργεια. Η ποιήτρια έχει ακολουθήσει την ίδια πορεία με μένα, απλώς αντίστροφα: σπούδασε πρώτα Επικοινωνία & ΜΜΕ και μετά έκανε μεταπτυχιακό στη «Λογοτεχνία και τέχνη» στη Γαλλία, όπου ζει μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω αν είναι το είδος των σπουδών που διασφαλίζει την επιτυχία ή αν είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου που επιλέγει τις συγκεκριμένες σπουδές, πάντως ο συνδυασμός βοηθάει αποδεδειγμένα τη σκέψη και επιτρέπει την πρόσδοση στη λογοτεχνία ενός διαφορετικού, πολύ μεγαλύτερου βάθους.

Αλλά ας επιστρέψουμε στη συλλογή: αποτελείται από 49 «Καταιγίδες» και μερικά εμβόλιμα ποιήματα με τίτλους όπως «Κύματα απ΄αλλού», «Οκτώβριος», «Σύντομο αντίο». Ο τίτλος, Μικρές καταιγίδες, είναι απολύτως εύστοχος, καθώς τα ποιήματα είναι χωρίς εξαιρέσεις μικρά, δηλαδή ολιγόστιχα, κι όχι μόνο αυτό: είναι απολύτως αφαιρετικά. Ο ποιητικός λόγος της Γεροντάσιου είναι ελλειπτικός από πλευράς λέξεων και αποφθεγματικός από πλευράς περιεχομένου. Πρόκειται για έναν τρόπο διαπραγμάτευσης εντελώς δικό της. Παρά την ελλειπτικότητα, ωστόσο, η ποιήτρια καταφέρνει να δημιουργεί μικρές εσοχές στα ποιήματά της, μέσα στις οποίες οι στιγμές ή οι έννοιες αναλύονται με σημαντική ευκρίνεια:

Χθες Σάββατο, παντρεύτηκαν
Σφίγγες του μυστικού κορμού
Γενναιόδωρα τραγούδια[...]
Θυμάμαι
Το πεύκο έσφυζε ζωή
Αυτή τη θολή μυσταγωγία
(«Καταιγίδα 2»)

Στους τελευταίους δύο στίχους δημιουργεί η ποιήτρια τον χώρο για να γίνει ένα σχόλιο για τη ζωή, το οποίο στη συνέχεια συνδέεται με τον αρχικό στίχο (γάμος-μυσταγωγία). Και αλλού:

Λεκιασμένο νερό
Η σιωπή
Ένα ξεγυμνωμένο βουνό
Κι η ελπίδα αγριεύει
Μεταμορφώνεται
Σε ντροπή
Σε ακούει
(«Καταιγίδα 16»)

Υπάρχουν βέβαια ποιήματα (λιγοστά ωστόσο), όπου η ελλειπτικότητα του λόγου δημιουργεί προβλήματα:

Ήρεμα σκορπίζεται
Σε κινούμενη γη
Ψαράς του δύσκολου ορίζοντα
Δουλεύοντας με τη νύχτα
Γελαστά λόγια
Κόντρα στο ρεύμα
Δεν θα ξαναπεινάσει
(«Καταιγίδα 11»)

Το υποκείμενο του τελευταίου στίχου είναι ο ψαράς του δύσκολου ορίζοντα, όμως έχουν μεσολαβήσει τρεις στίχοι και πολλά νοήματα και αυτό δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό, με αποτέλεσμα ο στίχος αυτός να μοιάζει να "κλωτσάει".

Τα ρήματα, επιλεγμένα και χρησιμοποιούμενα με φειδώ, κατέχουν καίριες θέσεις μέσα στα ποιήματα: δημιουργούν κλιμακώσεις για να οδηγήσουν αμέσως μετά σε μια απόλυση, όπως στα κλασικά δραματικά έργα:

Ξυπόλυτο παιχνίδι
Στο ταξίδι μένει
Άυπνο
Ο αέρας λύνει τα μάγια
Τρυφερό χνούδι
Φρέσκο κορμί [...]
Ζωηρή γέννα
Πάνω σε σγουρά μαλλιά
Ξεκουράζεται
(«Καταιγίδα 1»)

Η εικόνα και η αίσθηση του τοκετού παρουσιάζονται ανάγλυφες σε αυτό το ποίημα, από το οποίο παρέλειψα τρεις μόνο στίχους. Δείτε την αντίθεση: ζωηρή γέννα – ξεκουράζεται και την αίσθηση που δημιουργεί. Αλλού, το παιχνίδι των αντιθέσεων αφήνεται να πάρει τα ηνία και τότε οι αντιθέσεις δομούνται προσεκτικά:

Μια πέτρα μοναχικού ανθού
Σαν μακρινό, χαμηλόφωνο βλέμμα
Που η ησυχία ξεσήκωνε
Κι η ακινησία δυνάμωνε
(«Καταιγίδα 5»)

Χαρακτηριστικό των ποιημάτων είναι η αξιοθαύμαστη ισορροπία που όμως δεν εμποδίζει την αυτονομία, καθώς κάποιοι στίχοι θα μπορούσαν να σταθούν μόνοι, σαν άμετρα χαϊκού:

Φυλακή
Στην καρδιά ενός κέδρου
Παγωμένα αγκάθια
(«Καταιγίδα 3»)

Αποκοιμάται ο ποταμός
Εκτός εποχής
Οι γραμμές λιώνουν
(«Καταιγίδα 6»)

Όταν ανθίζει
Σοφή θλίψει
Πεθαίνει νωρίς
(«Καταιγίδα 30»)

Σημαντικά χαρακτηριστικά της ποίησης της Γεροντάσιου είναι η τρυφερότητα και η υπέροχη λιτότητα, στην οποία ήδη αναφέρθηκα εμμέσως, όταν μίλησα για τον ελλειπτικό της λόγο:

Μια κρυστάλλινη πτήση
Στην πρωινή ταχύτητα[...]
Ένα θαμπό τοπίο, ο κεραυνός
Νοσταλγική βροχή
Μέσ’ απ’ το τζάμι, λιώνει
Ένας χαμένος πελαργός
(«Καταιγίδα 17»)

Κάποτε, αυτή η λιτότητα και η ελλειπτικότητα επιτρέπουν στα ποιήματα να γίνονται λούπες που διαβάζονται κυκλικά, με τους στίχους να έχουν βρεθεί τυχαία στη θέση που βρίσκονται:

ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΜΟΡΓΟΣ

Κρυψώνα, μια ζωγραφιά
Στους βράχους
Βυθισμένες σκέψεις
Νανούρισμα του καλοκαιριού
Η ασημένια της χαρά
Μια λάμψη
Μεταξένιο στολίδι
Κάτω απ’ τον άνεμο
Ωκεανός γινόταν
Όταν η σελήνη έσβηνε,
Απ’ όλες τις εποχές
Προτιμούσε την κίτρινη

Πρόκειται τελικά για μια ποίηση που παραπέμπει στην έννοια του ζεν και που παράγει γαλήνη κατά την ανάγνωσή της:

Κάτω απ’ το φως η ευτυχία τρέχει,
Μια κερασιά στα σύννεφα
Η γέφυρα
Που ανηφορίζει ανάμεσα
(«Καταιγίδα 27»)

Αυτή η αίσθηση παραμένει, ακόμη κι όταν οι στίχοι παραπέμπουν σε κάτι αρνητικό:

Το δέρμα κρύο
Και το πρωί
Ένα τετράγωνο χαμένο
Μες στον κυκλώνα που σβήνει
(«Καταιγίδα 37»)

Καταλάβατε ίσως ότι έχω γίνει φαν της συγκεκριμένης ποιήτριας – και όχι άδικα! Για το τέλος, παραθέτω δύο ποιήματα ολόκληρα, από τα πάρα πολλά που ξεχώρισα:

ΚΥΜΑΤΑ ΑΠ’ ΑΛΛΟΥ

Στην αντίπερα όχθη
Το χώμα
Επιπλέει το πέλαγος
Στάζει το δελφίνι
Στο κάποτε ζωντανό μπλε
Στον αφρό το γέλιο
Ένα κύμα βαθύ


ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ 47

Ζεστά μαζί
Κάθε γη που γυρίζει
Ένα πέταλο στο άπειρο
Η κυριακάτικη ευωδιά της
Γδαρμένος πρίγκιπας, ο χρόνος
Μεταξύ μας
Πολύχρωμα εξατμίζεται
Τριαντάφυλλο


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

"Δεύτερη φύση" της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Πριν από αρκετό καιρό σε άρθρο με τίτλο «Χωρίς κίγκο – λίγα λόγια για το κοινωνικό χαϊκού» είχαμε υποστηρίξει την άποψη ότι το λιτό, κομψό και παραδοσιακό γιαπωνέζικο χαϊκού έχει εξελιχτεί σήμερα και έχει αποκτήσει έναν κοινωνικό χαρακτήρα. Χωρίς πλέον την απαραίτητη παραδοσιακά εποχιακή λέξη «κίγκο» και με αναφορά προβλημάτων, που αγγίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει η καινούργια ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη: Δεύτερη φύση, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «ΑΩ» και περιλαμβάνει εξηνταπέντε χαϊκού κυρίως με κοινωνικές αναφορές.

Την Ασημίνα Ξηρογιάννη τη γνωρίζουμε από τα προηγούμενα έργα της για τα οποία έχουμε αναφερθεί εκτενώς σε άλλο χώρο. Η ποιήτρια μας έχει προσφέρει μέχρι σήμερα ένα πολυποίκιλο συγγραφικό έργο, που αποτελείται από ποιητικές συλλογές, μια νουβέλα, ένα θεατρικό μονόπρακτο και συμμετοχή σε συλλογικά έργα. Από τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές της είχαμε ξεχωρίσει την αιχμηρή λιτότητα των στίχων της, καθώς συναντούσαμε ποιήματα τρίστιχα, δίστιχα ακόμα και μονόστιχα, που όλα κατάφερναν να περικλείσουν μέσα ελάχιστους στίχους ένα ολοκληρωμένο νόημα, όμως, ποτέ μέχρι τώρα δεν είχαμε διαβάσει κάποια δικά της χαϊκού. Η ποιήτρια έβαλε δύσκολα στον εαυτό της, καθώς δεν τον περιόρισε απλά σε τρεις στίχους, αλλά ακολουθώντας τη μόδα του σύγχρονου ευρωπαϊκού χαϊκού, που τηρεί αυστηρά το μέτρημα του στίχου σε 5-7-5 προσπάθησε να γράψει εξηνταπέντε μικρά διαμαντάκια και το πέτυχε.

Την Ασημίνα Ξηρογιάννη στην ποιητική της συλλογή Δεύτερη φύση την απασχολούν τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και οι λύσεις τους. Έτσι, μας μεταφέρει την άποψή της για την μοναξιά: «Φάε μοναξιά! / Θα γίνεις πιο δυνατός! / Φάε μοναξιά!», χτυπάει τη μοιρολατρία: «Την άλλη ζωή / περιμένοντας πάντα, / ποτέ σου δε ζεις.» και ορίζει την αποστολή του σύγχρονου ποιητή: «Ξεβόλευσέ τους / με τους στίχους, ποιητή! / Βάλε τους φωτιά!» Κι αν ο ποιητής βάζει φωτιά με τους στίχους του, ο άνθρωπος δεν πρέπει να σιωπά μπροστά στις συμφορές, αλλά να φωνάζει και να διεκδικεί: «Η χώρα πενθεί. / Απαιτείται λεν σιωπή. / Όχι! Φτάνει πια!»

Ο χρόνος περνάει και χάνεται, αλλά οι στίχοι δεν χάνονται ποτέ κατά το γνωστό ρητό: Scripta manent: «Κάνε τον χρόνο / που έχασες στίχο, και / θα τον βρεις πάλι.», ενώ οι αναμνήσεις είναι πάντα απαραίτητες: «Η μνήμη χτίζει / τη ζωή, η λήθη την / υπονομεύει.» Ο έρωτας παρουσιάζεται ως ένα καταφύγιο από τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου: «Θα με αγγίξεις; / Αν όχι, θα πεθάνω. / Από μοναξιά.», όμως, πολλές φορές χάνεται στο μάταιο της αναμονής: «Εγώ Πηνελόπη / εσύ Οδυσσέας που / ποτέ δεν θα ‘ρθει.» και καταλήγει: «Εσύ κι εγώ / σαν τελειωμένοι στίχοι / λυπηρού ρεφρέν.»

Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Δεύτερη φύση έχει πλήθος αναφορές σε καλλιτέχνες που έχουν εμπνεύσει την ποιήτρια, όπως ο Βογιατζής, ο Καβάφης, Ο Μοντιλιάνι, η Αναΐς Νιν, αλλά και συγκεκριμένα έργα, όπως ο πίνακας «Το φιλί» του Μουνκ.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη με την ποιητική της συλλογή Δεύτερη φύση μας αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι είναι ερωτευμένη με την ποίηση, με τις ιδέες και με τις λέξεις ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ίδια: «Με τις Ιδέες / φλερτάρεις και τις Λέξεις. / Φτιάχνεις χαϊκού!»


                                                                Θεοχάρης Παπαδόπουλος


   



Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

"Στις όχθες του Σάβου" του Λάζα Λαζάρεβιτς & "Το πρόσωπο και το ιερό" της Σιμόν Βέιλ

© φωτογραφίας: nakasbookhouse.gr
"Στις όχθες του Σάβου" του Λάζα Λαζάρεβιτς

Αποφάσισα να αγοράσω αυτό το βιβλίο μετά την 10η φορά που είδα να το ανεβάζει κάποιος στο Instagram. Το Στις όχθες του Σάβου περιέχει τρία μόλις διηγήματα του Λάζα Λαζάρεβιτς (1851-1891), ο οποίος φέρεται ως ένας από τους κορυφαίους Σέρβους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Τα διηγήματα έχει μεταφράσει ο Βλάνταν Τζόρτζεβιτς, ο οποίος υπογράφει και τον πρόλογο.

Επηρεασμένος εμφανώς από τον Ρωσικό Ρεαλισμό, ο Λαζάρεβιτς στα διηγήματά του περιγράφει ανθρώπους του λαού, ψυχογραφώντας τους σε βάθος, κάτι που του επιτρέπει το γεγονός ότι ήταν ψυχολόγος κατ' επάγγελμα και ο ίδιος. Έτσι, καταφέρνει να παρουσιάσει χαρακτήρες που αποκτούν μεγάλο βάθος την ίδια στιγμή που βρίσκονται να αναμετρούνται με αξεπέραστες εσωτερικές δυσκολίες και εξαιρετικά αντίξοες εξωτερικές συνθήκες.

Πέρα από τις ψυχογραφίες, σημαντικές από πλευράς φιλολογικής αξίας είναι και οι περιγραφές του των τοπίων και των άψυχων αντικειμένων, που κάνουν τις ιστορίες του να μοιάζουν πέρα για πέρα αληθινές και είναι σαν να τοποθετούν τον αναγνώστη μέσα στο κάδρο της αφήγησης.

Αν διαβάσετε το βιβλίο και σας αρέσει αυτού του είδους η γραφή (εμένα πάντως μου αρέσει και τη θεωρώ αν μη τι άλλο έντιμη), σας συνιστώ να διαβάσετε και τον μεταγενέστερο Τζινγκίζ Αϊτμάτωφ, ο οποίος έχει μεταφραστεί εκτενώς στην Ελλάδα και βρίσκεται στο ίδιο μήκος κύματος με τον Λαζάρεβιτς.



"Το πρόσωπο και το ιερό" της Σιμόν Βέιλ 

Και ένα μη λογοτεχνικό, δοκιμιακό βιβλίο που διάβασα πρόσφατα και με άγγιξε πολύ γιατί απαντά σε διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα που με έχουν απασχολήσει πολύ μέσα στα χρόνια. Ορίζοντας το ιερό μέσα στον άνθρωπο η Βέιλ γράφει: "στο βάθος της καρδιάς κάθε ανθρώπου, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τον τάφο, υπάρχει κάτι που, παρ' όλη την εμπειρία των εγκλημάτων που έχουμε διαπράξει, υποστεί και δει, προσδοκά ακατανίκητα να του κάνουν καλό και όχι κακό. Αυτό ακριβώς πριν από όλα είναι το ιερό σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη". Η προσδοκία ότι θα μας κάνουν καλό και η αθωότητα αυτής της πίστης, αυτά είναι το ιερό μέσα στον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει, σε μια ανάποδη ανάγνωση, ότι η κακία και η αδικία που ασκούνται πάνω μας μένουν εν πολλοίς ανεξήγητες και ακατανόητες (ή και αδιανόητες ακόμη) σε κάποιο σημείο της ύπαρξής μας.

Κάθε φορά που βιώνουμε μια αδικία, αναβλύζει μέσα από τα βάθη της ύπαρξής μας το παράπονο "γιατί μου κάνουν κακό;". Είναι μια κραυγή βουβή που "αντηχεί μόνο στα μύχια της καρδιάς". Σε όσους έχουν δεχτεί πάρα πολλά χτυπήματα, το κομμάτι της καρδιάς που κραυγάζει κάθε φορά που βιώνει το κακό φαίνεται νεκρό, όμως δεν είναι. "Απλώς δεν μπορεί πια να κραυγάσει. Έχει περιέλθει σε κατάσταση αδιάκοπου και υπόκωφου στεναγμού".

Όσο για την αδικία ή το κακό που βρίσκουν μέσα τους τη δύναμη να κάνουν ορισμένοι άνθρωποι σε άλλους, η Βέιλ γράφει πως δεν υπάρχουν όρια στη βούληση ενός ανθρώπου να βλάψει τους άλλους, πέρα από την ύπαρξή τους και τους περιορισμούς της ύλης. Όποτε διευρύνονται τα εν λόγω όρια αντλείται απόλαυση και επομένως αυτοί που ασκούν βία σε άλλους ανθρώπους βιώνουν απόλαυση από αυτή τους την πράξη. Πρόκειται για διαστροφή της πραγματικότητας και προσβολή του ιερού στοιχείου που ενυπάρχει στον άνθρωπο.

Το βιβλίο πραγματεύεται ακόμη τις έννοιες του δικαιώματος και της συλλογικότητας, του προσώπου και του απρόσωπου και εντάσσεται στη συναφή συζήτηση που διεξαγόταν τον καιρό της συγγραφής του στη Γαλλία (με βασικούς συμμετέχοντες τους Αντρέ Φιλίπ, Ζαν Λακρουά, Εμμανουέλ Μουνιέ κ.ά., σε πολλούς από τους οποίους η Βέιλ απαντά με αυτό της το κείμενο).

Πρόκειται για ένα πολύ καλό βιβλίο σε εξαιρετική μετάφραση του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

«Στάχτη με φόντο κάποιον τροπικό» του Έλενου Χαβάτζα


Πρόκειται για τη δεύτερη ποιητική συλλογή του νέου αυτού ποιητή, ο οποίος έχω να πω ότι είναι εξωφρενικά καλός! Το δυνατότερο σημείο του είναι ο αριστοτεχνικός τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται εικόνες και συναισθήματα που τυπικά θα θεωρούνταν κλισέ, στην ποίησή του όμως γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης με ριζικά νέους τρόπους και ουσιαστικά αναβαπτίζονται:

... η παλιά μεγάλη παλίρροια
φανερώνει πια
ότι το μόνο που έχει να φέρει
είναι σάπιοι φοίνικες
και νεκρά ηλιοβασιλέματα

Ultra-violet»)

Άλλοτε αποφασίζει να γελοιοποιήσει αυτά τα κλισέ, μαζί με οποιαδήποτε νύξη για το μεταφυσικό ή τις μεγάλες αφηγήσεις περί γενναιότητας κ.λπ. (βλ. π.χ. «Ανάμεσα σε αυτά που ειπώθηκαν»). Άλλες φορές πάλι, τα ποιήματά του γίνονται σχόλια για την πλαστότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής και για το φαίνεσθαι που ευνοείται έναντι της ουσίας («Όλοι λένε και γαμώ»). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο αναγνώστης έκπληκτος διαπιστώνει ότι ο ποιητής παραμένει κατά βάθος ρομαντικός:

Μόνο εκείνη,
κινείται με τρόπο συνεπή προς το μυστήριο
αυτό,  βέβαια, την κάνει ερωτική

αλλά η ίδια δεν το γνωρίζει
γι’ αυτό κι εγώ με τρόπο
προσπαθώ να της καθρεφτίσω
ότι πριγκίπισσες υπάρχουν
και ότι ήδη άρχισα να σκαρφαλώνω
απ΄ τα μαλλιά της.

(«Σινιάλα μες στο σκοτάδι ή όταν μπαίνει κι άλλος ένας στο νόημα»)

Εκτός από τις αντιφάσεις που είναι φαινομενικές, γιατί τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από σημαντικό βαθμό εσωτερικής συνοχής, η ποίηση του Χαβάτζα ευνοεί και τις αντιθέσεις, καθώς εμφανίζονται σε αυτήν αρκετά δίπολα, όπως θόρυβος-σιωπή, επίγνωση-αθωότητα, ψυχρότητα-θερμότητα, ευγένεια-χυδαιότητα:

Το πρόβλημά μου πια, όταν
γυρνάω σπίτι
είναι ότι ξέρω πλέον τι παίζει εκεί έξω

αν κι ακόμη, πρωί

προλαβαίνω καμιά φορά
για λίγο
να ξυπνήσω αθώος

(«Σχετικά με την όραση»)

Λέξεις της καθομιλουμένης και εκφράσεις της καθημερινότητας δεν εμποδίζουν καθόλου τον ποιητή να προβεί σε βαθιές ψυχογραφίες των ηρώων (ή αντι-ηρώων του) και ανατομίες μιας μικρής, φαινομενικά ασήμαντης, στιγμής - τουναντίον. Παράγουν έτσι ένα πραγματικά ενδιαφέρον αποτέλεσμα:

...να σου συμβαίνουν τέτοια πράγματα
κι εσύ να το αρνείσαι
το κάνει πολύ χειρότερο

όπως κι αυτό εδώ το κορίτσι
απόψε
που με τέτοια σκέρτσα
νομίζει ότι θα σου τη σηκώσει

και βέβαια,

το ίδιο αυτό βλέμμα
που σιγά σιγά γίνεται
πάλι

Νέρωνας

χορταίνοντας τελικά
με μια Ρώμη που φλέγεται.

(«Τρεις άθλιες μέρες και μια ξενέρωτη νύχτα για να βγει αυτό το ποίημα»)

Η φιγούρα του Νέρωνα κάνει την εμφάνισή της και σε άλλο ποίημα:

...για καιρό περίμενες έναν γλάρο
να σε πείσει
τελικά αν υπάρχει κάποια θάλασσα
προς τα κει

που έχεις δει άλλη μια Ρώμη
να καίγεται πλαστική
σε επανάληψη φωτίζοντας από μακριά
το μειδίαμα κάποιου Νέρωνα αληθινού

νομίζεις ότι δεν ήταν επίγνωση
εξαρχής
ή ότι το γελοίο δεν είναι το μόνο
που θα παραμείνει άθικτο
όταν όλα θα παίζονται μες στο
κεφάλι σου

(«Κεντρί»)

Ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός ελλοχεύουν στα ποιήματα και κάπου-κάπου αναδύονται ξεκάθαρα:

παρ’ όλα αυτά, ελπίζω κάποτε
το κυνήγι του ανθρώπου

να απαγορευτεί
και η αγάπη να γίνει πάλι τέχνη

και τούτη δω, στο διάζωμα ταχείας
που οδηγεί
ενώ βάφεται στο καθρεφτάκι της

να σκοτωθεί μόνη της
και να εξαφανιστεί παρέα με το είδος της.

(«Ένα όχι και τόσο κομψό ποίημα (Τα blues του μοτοσυκλετιστή)»)

«Δεν έχει αρνητικά η ποίησή του;», ίσως αναρωτηθεί κάποιος. Βεβαίως και έχει, όπως όλων. Κατ΄αρχάς, σε ορισμένες (όχι όμως πολλές) περιπτώσεις πλατειάζει χωρίς λόγο. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Όλοι λένε και γαμώ», θα μπορούσε να λείπει το τμήμα που γυρνάει στην πίσω σελίδα και έτσι η εντύπωση που αφήνει να ήταν πιο δυνατή. Επίσης, σε ορισμένα σημεία θυμίζει -τραγικά (ή ίσως και ανεπίτρεπτα) πολύ- Γιάννη Στίγκα. Αν δεν σας έφθασαν τα αποσπάσματα που παρέθεσα παραπάνω, δείτε για παράδειγμα το ακόλουθο:

πεθαίνουν άνθρωποι εκεί έξω, όχι αστεία

κι η θερμοκρασία μόλις
δυο βαθμούς πιο πάνω
μετά από τόσο αίμα

κι ύστερα, ξανά ίδιο κρύο.

(«Η εξαίρεση του φυσικού»)

Δεν θέλω όμως να αδικήσω έναν τόσο (εξωφρενικά) καλό ποιητή που μπορεί και να μην έχει ιδέα ότι θυμίζει κάποιον σύγχρονό του. Γι’ αυτό, ως επίγευση, θα σας αφήσω με ένα ποίημά του, από τα πολλά που ξεχώρισα:

ΣΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ

φυσικά, η νύχτα απ’ έξω
όπως πάντα
πίεζε τα τζάμια για να μπει

και το κερί στο δωμάτιο
ξενυχτούσε μόνο του

γιατί πάλι έφτανε
η μέρα
που το φως θα βάδιζε στο μαρτύριο.

Μακάρι να έγραφαν περισσότεροι σύγχρονοι ποιητές τόσο στρωτά και συνάμα αναπάντεχα, αλλά και τόσο εμπνευσμένα. Η γραφή του Έλενου Χαβάτζα είναι παράδειγμα προς μίμηση και ταυτόχρονα δύσκολο να γίνει αντικείμενο μίμησης.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Στις πύλες της θάλασσας - Αρχαίοι αθλητικοί αγώνες μέσα από την ποίηση του Πινδάρου

Ο Πίνδαρος θεωρείται κορυφαίος Έλληνας λυρικός κι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των αιώνων. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές, ένα χωριό της Θήβας, κατά τα Πύθια του 522 ή 518 π. Χ. Σύμφωνα με κάποια παράδοση, όταν ήταν μικρός και κυνηγούσε στον Ελικώνα, κοιμήθηκε καταβεβλημένος από την κούραση και, ενώ κοιμόταν, μια μέλισσα κάθισε στο στόμα του και έφτιαξε κερήθρα εξ ου και η γλυκύτητα της ποίησης του. Το μεγαλύτερο μέρος του σωζόμενου έργου του απαρτίζεται από επινίκιους, άσματα τα οποία εξυμνούσαν τη νίκη κάποιου αθλητή σε μια σπουδαία διοργάνωση. Στον πέμπτο Νεμεόνικο που συνετέθη για τον Πυθέα τον Αιγινήτη εις ανάμνηση της νίκης του στο παγκράτιο, μας δίνει μια εικόνα της δουλειάς του:

Δεν είμαι τεχνίτης ανδριάντων
να μαστορεύω αγάλματα που ακίνητα
στέκουν στο βάθρο τους· όμως εσύ,
γλυκό μου τραγούδι, αρμένισε μέσα
σε βάρκα και σε κάθε καράβι
απ’ την Αίγινα να διαλαλήσεις
πώς ο δυνατός Πυθέας, ο γιος του Λάμπωνα,
πήρε στεφάνι στα Νέμεα, νικώντας
στο παγκράτιο, ακόμα πριν στην ηλικία την
τρυφερή να φτάσει
και της νεότητας ο πρωτανθός το πρόσωπό του
να καλύψει, εδόξασε τους ήρωες πολεμιστές απ’ τη γενιά
του Κρόνου και του Δία και των χρυσών Νηρηίδων…

(Ουκ ανδιαντοποιός είμ, ώστ’ ελινύσοντα Fεργάζεσαθαι 
αγάλαματ’ επ΄ αυτάς βαθμίδος
εσταότ’· αλλ’ επί πάσας
ολκάδος έν τ’ ακάτω, γλυκεί αοιδά ,
στείχ απ Αιγίνας διαγγέλοι, ότι
Λάμπωνος υιός Πυθέας ευρυσθενής
Νίκη Νεμοίοιης παγκρατίου στέφανον,
Ούπως γένυσι φάινων τερείνας 
ματέρ’ οινάνθας οπώραν,
εκ δε Κρόνου και Ζηνός ήρωας αιχματάς φυτευθέν-
τας και από χρυσεάν Νηρηίδων…)


Οι Ολυμπιακοί αγώνες ήταν φυσικά η περιφανέστερη και αρχαιότερη θρησκευτική εκδήλωση των αρχαίων Ελλήνων, τελούνταν δε κάθε τέσσερα χρόνια κατά την πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο. Γι' αυτούς τους αγώνες ο Πίνδαρος έγραψε μερικούς από τους καλύτερους επινίκιους του, όπως ο ένατος Ολυμπιόνικος που αφιερώθηκε στον πολυνίκη Εφάρμοστο από την Οπούντα της Λοκρίδας, νικητή στο αγώνισμα της πάλης κατά την 78η Ολυμπιάδα του 468 π.Χ. :

…Ύστερα νίκησε άλλες δυο φορές ο Εφάρμοστος
στον Ισθμό της Κορίνθου, κι άλλες στην κοιλάδα
της Νεμέας· στο Άργος δοξάστηκε σ’ αντρικούς
αγώνες, στην Αθήνα σε παιδικούς· στον Μαραθώνα,
όταν τον έβγαλαν από τ’ αχνούδιαστα αγόρια,
αγωνίστηκε με μεγαλύτερους του για κύπελλα
ασημένια· δίχως να πέσει ο ίδιος έριξε χάμω
τους αντιπάλους με πανούργο τρόπο και γυρόφερε
το στάδιο μέσα σε ιαχές, πανέμορφος, μεγάλα
κατορθώματα πετυχαίνοντας.

Τον θαύμασε κι ο λαός
της Παρρασίας στη γιορτή του Λύκαιου Δία
κι απ’ την Πελλήνη πήρε βραβείο πανωφόρι ζεστό
για τον κρύο αγέρα· ο τύμβος του Ιόλαου
κι η θαλασσινή Ελευσίνα μαρτυρούνε τις νίκες του…

(Άλλαι δε δυ εν Κορίνθου 
πύλαις εγένοντ’ έπειτα χάρμαι, 
ται δε και Νεμέας Εφαρμόστω κατά κόλπον ·
Άργεϊ τ’ έσχεθε κύδος ανδρών, παις δ’ εν Αθάναις,
οίον δ’ εν Μαραθώνι συλαθείς αγενείων
μένεν αγώνα πρεσβυτέρων αμφ’ αργυρίδεσσιν ·
φώτας δ’ οξυρεπεί δόλω
απτωτί δαμάσσαις
διήρχετο κύκλον όσσα βοά,
ωραίος εών και καλός κάλλιστα τε ρέξαις.

Τα δε Παρρασίω στρατώ
θαυμαστός εών φάνη
Ζηνός αμφί πανάγυριν Λυκαίου,
και ψυχράν οπότ’ ευδιανόν φάρμακον αυράν
Πελλάνα φέρε· σύνδικος δ’ αυτώ Fιολάου
τύμβος ενναλία τ’ Ελευσίς αγλαϊαισιν. ) 

Οι Ολυμπιακοί αγώνες πραγματοποιούνταν μέσα σε συνθήκες αφόρητης ζέστης, αναφέρεται χαρακτηριστικά η απειλή κάποιου κυρίου προς τον άτακτο δούλο του ότι θα τον στείλει να παρακολουθήσει την Ολυμπιάδα. Αρχικό βασικό αγώνισμα ήταν ο δρόμος μήκους ενός σταδίου (185 μέτρα), το οποίο πραγματοποιήθηκε μόνο του, κατά την πρώτη Ολυμπιάδα του 776 π. Χ. Το 632 προστέθηκε ο δρόμος ταχύτητας και η πάλη των παίδων. Για τη νίκη στην πάλη ενός νεαρού, του Αγησίμαχου γιου του Αρχέστρατου του Λοκρού, κατά την 76η Ολυμπιάδα του 476 π.Χ. γράφτηκε ο δέκατος Ολυμπιόνικος. Στο παρακάτω απόσπασμα απαριθμούνται οι πρώτοι Ολυμπιονίκες των αγώνων που καθιέρωσε ο Ηρακλής,  όταν νίκησε τους Μολιονίδες και με τα λάφυρα που πήρε ίδρυσε το ιερό της Ολυμπίας:

…Στο στάδιο ήρθε πρώτος ολόισα τρέχοντας
ο Οιωνός, ο γιος του Λυκίμνιου· έφτασε
απ’ τη Μιδέα φέρνοντας στρατό· στην πάλη
νίκησε ο Έχεμος δοξάζοντας την Τεγέα·
στην πυγμαχία πρώτευσε ο Δόρυκλος που ζούσε
στην Τίρυνθα· στο τέθριππο άρμα ο Σάμος,

ο γιος του Αλιρόθιου απ’ τη Μαντινεία·
ο Φράστορας πέτυχε τον στόχο του στο ακόντιο·
ο Νικέας στριφογυρνώντας στα χέρια του
τον δίσκο τον έριξεν απ’ όλους πιο μακριά
κι οι φίλοι του αλάλαξαν δυνατά…


(στάδιον μεν αρίστευσεν, ευθύν τόνον
ποσσί τρέχων, παις ο Λικυμνίου
Οιωνός· ίκεν δε Μιδεάθεν στρατόν ελαύνων ·
ο δε πάλα κυδαίνων Έχεμος Τεγέαν ·
Δόρυκλος δ’ έφερε πυγμάς τέλος,
Τίρυνθα ναίων πόλιν·
αν’ ίπποισι δε τετράσιν

από Μαντινέας Σάμος ο Αλιροθίου ·
άκοντι (δε) Φράστωρ έλασε σκοπόν·
μάκος δε Νικεύς έδικε πέτρω χέρα κυκλώσαις
υπέρ απάντων, και συμμαχία θόρυβον
παραίθυξεν μέγαν·)


Τα Πύθια ήταν η δεύτερη μεγάλη πανελλήνια γιορτή μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες και θεωρούνταν ως η Ιωνική απάντηση στους Δωριείς. Η ίδρυση τους αποδιδόταν στον Απόλλωνα ως ανάμνηση της νίκης του κατά του δράκοντα Πύθωνα. Στον Απόλλωνα αναφέρεται μια στροφή του έκτου Πυθιόνικου:

…Αυτόν ούτε οι χειμωνιάτικες θύελλες
ούτε ο στρατός που χιμάει αμείλικτος
από τα βροντερά σύννεφα ούτε ο άνεμος
που τον δέρνει μ’ όλα του τα χαλίκια
τον βουλιάζουν στης θάλασσας τα βάθη…

(…τόν ούτε χειμέριος όμβρος, επακτός ελθών
εριβρόμου νεφέλας
στρατός αμείλιχτος, ούτ άνεμος ες μυχούς
αλός άξοισι παμφόρω χεράδι
τυπτόμενον)


Τα Πύθια τελούνταν κοντά στο ιερό του θεού στους Δελφούς το διάστημα μεταξύ 15 Αυγούστου και 15 Σεπτεμβρίου και διαρκούσαν δυο βδομάδες. Στον πέμπτο Πυθιόνικο που γράφτηκε το 462 π. Χ. ο Πίνδαρος εξυμνεί την νίκη σε αρματοδρομία του Αρκεσίλαου του Δ΄, βασιλιά της Κυρήνης. Οι αρματοδρομίες ήταν το πιο εντυπωσιακό άθλημα που περίμεναν οι περισσότεροι θεατές ενώ τα άρματα σπάνια τελείωναν τις κούρσες δίχως κάποια απώλεια :

…έβαλε ( ο Απόλλωνας) στα μαλλιά σου
το στεφάνι της νίκης στην αρματοδρομία,

γιατί κράτησε τα χαλινάρια απείραχτα
δώδεκα γύρους τρέχοντας στο στάδιο
και δίχως να σπάσει τίποτα απ’ το στέρεο
άρμα· αλλά όπως ήταν περίτεχνο απ’ τα χέρια
των μαστόρων, τ’ οδήγησε στον Κρισαίο λόφο
και κατέβηκε στην βαθιά κοιλάδα του θεού…

(θείς γέρας αμφέβαλε τεαίσιν κόμαις,
ακηράτοις ανίαις
ποδαρκέων δώδεκ’ αν δρόμων τέμενος.
κατέκλασε γαρ εντέων σθένος ουδέν· αλλά κρέμαται
οπόσα χεριαράν
τεκτόνων δάιδαλ’ άγων
Κρισαίον λόφον
άμειψεν εν κοιλόπεδον νάπος
θεού·)


Τα Ίσθμια που τελούνταν κάθε διετία στις "πύλες της θάλασσας", όπως ονομαζόταν η περιοχή του Ισθμού και τα Νέμεα, ήταν οι δυο άλλες γιορτές πανελλήνιας εμβέλειας που συνέχισαν να ελκύουν χιλιάδες θεατές απ’ όλη την Μεσόγειο μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Ιουλιανού. Για τα Νέμεα ο Πίνδαρος συνέθεσε μια από τις πιο ασυνήθιστες ωδές του προς τιμήν του Αργίτη Θεαίου, της γενιάς, αλλά και ολόκληρης της πόλης του:

…δυο φορές εδώ νικώντας
ο Θεαίος ο γιος του Ουλία, βρήκε
λησμονιά στους γόνιμους μόχθους του.
Νίκησε κάποτε τους Έλληνες αντιπάλους
στους Δελφούς και πήγε με καλή τύχη
στη Νεμέα και στον Ισθμό κι έδωσε
στις Μούσες αφορμή να του φτιάξουν
στεφάνι, νικώντας τρεις φορές στις πύλες
της θάλασσας και τρεις στην ιερή γη,
όπου βασιλεύει ο νόμος του Άδραστου…

Γιατί η αλογότροφη πόλη
κέρδισε νίκες στον κόλπο της Κορίνθου·
κι απ’ τους Κλεωναίους τιμήθηκε τέσσερις

φορές, κι από τη Σικυώνα εγύρισαν
μ' ασημένια κύπελλα κρασιού κι απ την Πελλήνη
έχοντας στις πλάτες τους μαλακές χλαίνες ·

(Ουλία παίς ένθα νικάσαις δίς έσχεν 
Θεαίος ευφόρων λάθαν πόνων.
εκράτησε δέ καί ποθ’ Ελλάνα 
στρατόν Πυθώνι, τύχα τε μολών
και τον Ισθμοί και Νεμέα στέφανον, Μοι-
σαισί τ’ έδωκ’ αρόσαι,
τρίς μέν εν πόντοιο πύλαισι λαχών,
τρίς δε και σεμνοίς δαπέδοις εν Αδραστείω νόμω.

νικαφορίαις γάρ όσαις ιπποτρόφον άστυ 
το Προίτοιο θάλησεν Κορίνθου τ’ εν μυχοίς·
και Κλεωναίων προς ανδρών τετράκις,

Σικυονόθε δ’ αργυρωθέντες 
συν οινηραίς φιάλαις απέβαν, εκ δε Πελλάνας 
επιεσσάμενοι νώτον μαλακαίσι κρόκαις·) 

Σε κάθε περίπτωση, η ποίηση του Πινδάρου εκτός από την τέρψη που προσφέρει μας δίνει και μια εικόνα ολοζώντανη του μεγαλείου των αρχαίων αθλητικών αγώνων. Κι όταν ο Ξενοφώντας ο Κορίνθιος πέτυχε για πρώτη φορά στην ιστορία διπλή νίκη στο δρόμο μήκους ενός σταδίου και στο πένταθλο, έδωσε την αφορμή στον μεγάλο ποιητή να υμνήσει τον νικητή, τον πατέρα του τον Θεσσαλό,  αλλά κι όλη την φωτεινή αρχαιότητα:

…στου Αλφειού
τα νερά μένει ακόμη η λάμψη της δόξας
του πατέρα του Θεσσαλού στη γρηγοράδα
των ποδιών· και στους Δελφούς πήρε τη νίκη
στον σταδιόδρομο και στον διπλό τον δρόμο
μέσα σε μια μέρα· τον ίδιο μήνα τρία στεφάνια
του έβαλε στα μαλλιά η γοργοπόδαρη μέρα
στην πτερωτή Αθήνα κι εφτά φορές νίκησε
στα Ελλώτια ….

…Όσες νίκες εκέρδισαν
κάτω απ’ τις ράχες του Παρνασσού κι άλλες
στο Άργος και στη Θήβα κι άλλες στα φαράγγια
της Αρκαδίας, θα το βεβαιώσει ο μεγαλόπρεπος βωμός
του Λυκαίου Δία· κι άλλες στην Πελλήνη,
τη Σικυώνα, τα Μέγαρα και στων Αιακιδών
το καλοφραγμένο άλσος, στην Ελευσίνα
και στον πλούσιο Μαραθώνα, στις περίπλουτες
πολιτείες κάτω απ’ την αψηλόκορφη Αίτνα
και την Εύβοια· ψάχνοντας σ’ όλη την Ελλάδα,
θα βρεις νίκες περισσότερες απ’ όσες
μπορείς να δεις…

(…επ Αλφειού
ρεέθροισιν αίγλα ποδών ανάκειται,
Πυθοί τ’ έχει σταδίου τιμάν διαύλου θ’ αλίω 
αμφ’ ενί, μηνός τέ Fοι
τωυτού κρανααίς εν Αθάναισι 
τρία έργα ποδαρκής
αμέρα θήκε κάλιστ’ αμφί κόμαις ,
Ελλώτια δ’ επτάκις …

…τα δ’ υπ’ οφρύι Παρνασσία
εξ Άργεϊ θ’ όσα τ’ Αρκάσιν βήσσαις
μαρτυρήσει Λυκαίου βωμός άναξ ·
Πέλλανα τε καί Σικυών
καί Μέγαρ’ Αιακιδάν τ’ ευερκές άλσος
ά τ’ Ελευσίς καί λιπαρά Μαραθών
ται θ’ υπ’ Αίτνας υψιλόφου καλλίπλουτοι
πόλεις ά τ’ Εύβοια· και πάσαν κατά
Ελλάδ’ ευρήσεις ερευνών μάσσον’ η ως ιδέμεν.)




Απόστολος Σπυράκης



Πηγές: 
1. Λυρικοί ποιητές – Τόμος Δεύτερος – Πίνδαρος Ολυμπιόνικοι- Πυθιόνικοι, Εκδόσεις Κάκτος 2001.
2. Λυρικοί ποιητές - Τόμος τρίτος – Πίνδαρος Νεμεόνικοι – Ισθμιόνικοι, Εκδόσεις Κάκτος 2001.
3. Βασίλειος Ι. Λαζανάς – Πίνδαρος- Επίνικοι - Αθήναι 1997.