Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020

"Φιλιά στο κενό" της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου


 Τα φιλιά στο κενό, είναι φιλιά αποχαιρετισμού σε μια μακροχρόνια ερωτική σχέση. Μια ποιητική καταγραφή αναμνήσεων και συναισθημάτων που απευθύνονται στο αγαπημένο πρόσωπο. Όταν ο χρόνος βαθαίνει και το ρολόι χάνει ένα χτύπο, τότε η ψυχή παίρνει τον δρόμο της ανάμνησης, αναζητά το δίδυμό της και οι λέξεις γίνονται σπονδή στην ποίηση· πυροδοτούνται από το ίζημα που άφησε πίσω της η αγάπη. 

Υπάρχει μια θαρραλέα πλευρά, ένας δυναμισμός σε αυτά τα ποιήματα που εντυπωσιάζουν με την ειλικρίνειά τους. Η ποιήτρια καταγράφει την οδυνηρή μετάβαση από το «εμείς» στο εγώ, τη μετάλλαξη του έρωτα από παρουσία σε απουσία. Το κενό της απόστασης που χωρίζει τα δυο σώματα γεμίζει από το σώμα της γραφής.

Ανάμεσα σε εμένα κι εσένα/ είναι τα δάχτυλά μου/ Μέσα από τα δάχτυλα μου/ ξεπηδούν λέξεις/ καμπύλες, τετράγωνες, μυτερές,/ περιστρέφονται στο διάστημα ανάμεσά μας/ φεύγουν από τα χέρια μου/ πετούν, σε αγγίζουν, τις χάνω, τις ξαναβρίσκω/ αλλάζουν σχήματα, ιδρώνουν, πονάνε/ όπως εσύ τόσο με εμένα...

Ο ρεαλισμός της αγγίζει το έδαφος μόνο και μόνο για να απογειωθεί, να φτάσει με την ταχύτητα της μνήμης στην κόκκινη στιγμή μιας ανάμνησης που κάνει τους χτύπους της καρδιάς να επιταχύνονται, μέχρι να χαθεί πάλι.

...Απ’ τον πόνο μου ξεπηδά μια μελωδία/ Φτερούγα που πετάει στις νότες της ορχήστρας/ ξεδιπλώνεται αργά στο ρυθμό της μουσικής/ γλιστράει στα χείλια του σαξόφωνου/ να σε συναντήσει./ Με κοιτάς/ Σου χαμογελώ

Ο χορός μας κύμα, λικνίζει τους δρόμους./ Ο χρόνος είναι όλος τώρα./ Αυτό το τραγούδι. Αυτή η ζωή./ Κι ανεβαίνουμε κολυμπώντας/ στ’ αστέρια μαζί.

…Το κόκκινο εκείνης της στιγμής κάποτε, απομακρύνεται/ Γίνεται ιώδες/ Το βαθύ μπλε της νοσταλγίας/ Ή το κυανό της κινίνης/ Οι παλμοί της καρδιάς μου επιβραδύνονται...

Οι λέξεις της αποκτούν τις ιδιότητες του φωσφόρου, για να ανιχνεύσουν στην κάμαρα, τα σημεία που άγγιξαν τα δάχτυλα του αγαπημένου, το σώμα θυμάται:

Καθώς με αγγίζεις/ η άρνηση φορτίζεται/ Προσκολλάται/ στις θετικές πρωτεΐνες / των δαχτύλων σου/ Τα αποτυπώματά σου/ παραμένουν στο δέρμα μου/ σπινθήρες μετά την τριβή/

Ηλεκτρισμένο το σώμα μου/ φωσφορίζει τις νύχτες/ φωτίζει στην κάμαρα πέρα ως πέρα/ για να μπορώ να κυνηγώ τη σκιά σου...

Όλα μπορούν να συμβούν σε αυτή την παράξενη ποίηση που επιστρατεύει τη χημεία και ψάχνει να βρει πού πάνε τα 21 γραμμάρια της ψυχής, όταν αφήσει το σώμα. Ενίοτε αναζητά μια ξένη γλώσσα, λέξεις από ένα τραγούδι που κοιμάται μέσα σε μια ανάμνηση, για να εκφραστεί:

Τις λευκές νύχτες/ όταν το κορμί ξαπλώνεται μουδιασμένο/ ορθώνεται η ψυχή/ τρέχει μέσα σε δωμάτια δίχως παράθυρα/ στοιχειό χτυπιέται στους τοίχους/ 21 γραμμάρια που περισσεύουν/ πόθοι και πάθη/ πού μένουν πού;(Σαν μακρόσυρτη νότα που παίζει ξανά και ξανά me gustas, te quiero, me amas no?)

Θυμίζει ότι όλα όσα είναι σημαντικά μένουν, τα άλλα τα παίρνει ο άνεμος... Αλλιώς η ερώτηση ξεχνιέται, σκορπίζεται, όπως διαλύονται τα σύννεφα, όπως διαλύονται τα σπίτια όταν φεύγουν οι άνθρωποι, όταν χάνονται οι συνδετικοί αρμοί της αγάπης.

...Χάνοντας σχήμα το σύννεφο/ σκορπάει το σπίτι/ βγαίνοντας ο ήλιος πού να βρει στέγες για να αποκοιμηθεί;

Χάνοντας βάρος η σταγόνα/ εξαϋλώνεται η φωτιά/ Βγαίνοντας η σελήνη πού να βρει/ λιμνούλες να ξεδιπλωθεί...

Οι λέξεις της σε κρατούν σε επιφυλακή, μοιάζουν να αναφέρονται σε κάτι πέρα από τον εαυτό της. Ο ασυνήθιστος τρόπος εκφοράς του λόγου συχνά κρύβει μια αλληγορία, όπως στους παραπάνω στίχους που φέρνουν στον νου, όχι μόνο τη δική της απώλεια, αλλά και τους άστεγους αυτού του κόσμου που ψάχνουν για μια θέση στον ήλιο· την ύπαρξη του πολέμου, τις βόμβες που πέφτουν από τον ουρανό και μετατρέπουν σε ερείπια τις πόλεις.

Οι ανατροπές στη ζωή γίνονται ανατροπές στην ποιητική γλώσσα, το ερωτικό παιχνίδι γίνεται νοητικό, ένα παιχνίδι με τη γραφή. Υπερρεαλιστικές εικόνες φυτρώνουν στους στίχους της σαν άγριες ρίζες, αποπνέουν την ανησυχητική ατμόσφαιρα μιας πραγματικότητας στερημένης από αγάπη, τη ματαιωμένη επιθυμία.

Το ποιητικό σώμα επιθυμεί να εξαϋλωθεί, να  ενώσει τη δική του οδύνη με τα συσσωρευμένα σύννεφα της οδύνης που υπάρχει στον κόσμο.

Μέσα στην υγρασία του απομεσήμερου/ με τα χέρια μου βουβά στις όχθες πια/ με το κορμί μου να αντινεμώνει/ ιστίο τυλιγμένο σε κατάρτι καταιγίδων,/ με τα πόδια μου διπλωμένα στο τώρα/ σε καρέκλες από πέτρες, βότσαλα, χώμα,/ μόνο μαλλιά πια/ λυτά στον άνεμο που φεύγει/ μόνο μάτια πια/ άγρυπνα στη νύχτα που έρχεται/ μόνο αυτιά πια/ πόνοι στην ημέρα που έφυγε/ μόνο δέρμα πια/ πούπουλο χελιδονιού εξόριστου/ μόνο καρδιά κυκλώνα πια/ που κάνει κύκλους/ μέσα στην υγρασία του απομεσήμερου…

Τα στοιχεία της φύσης, η φωτιά, ο άνεμος, το νερό, το χώμα συνδιαλέγονται στην ποίησή της με τα συναισθήματα που κάνουν τον άνθρωπο να νιώθει ζωντανός. Η ποιήτρια παίζει σε όλη την γκάμα των συναισθημάτων, προσφεύγει σε ένα συνδυασμό ποιητικών ρευμάτων, για να εκφραστεί. Κάθε ποίημα και ένας κρίκος στην αλυσίδα που επανασυνδέει τη χαμένη επικοινωνία με τον άλλον. Όταν η νοσταλγία καλεί την άγγελο της μνήμης δίπλα στο πιάνο, οι εικόνες της θυμίζουν μαγικό ρεαλισμό:

Η λευκότητα του δέρματος/ Η λευκότητα των φτερών/ αναμετριέται με το μαύρο των πλήκτρων/ Κάθε που αγγίζω με τα ακροδάχτυλά μου/ τις νότες του πιάνου/ Ανασηκώνεται η άγγελος της μνήμης/ γυμνά προτάσσει τα στήθια/ διπλώνει τα πόδια σταυροπόδι/ και με κοιτά στα μάτια

Τι να γυρεύει να μου πει; Η μελωδία που βγαίνει ασυναίσθητα απ’ τα χέρια μου/ και πάλλει τους ουρανούς πέρα ως πέρα/ είναι η απάντηση που δεν μπορώ αλλιώς να αρθρώσω...

Η ελπίδα αποκτά και αυτή πρόσωπο, έρχεται πιστή στο ραντεβού:

... Το δέρμα της μυρίζει σαν ώριμο ροδάκινο/ και το χαμόγελό της θυμίζει την πιο μεγάλη θάλασσα...

...Υπάρχεις. Έρχεσαι πάντα. Με περιμένεις./ Πιστή στο ραντεβού μας./ ...Εύχομαι όσο ζω/ να βρίσκω τη δύναμη/ να έρχομαι κι εγώ...

Σε μια εποχή που το ανθρώπινο συναίσθημα είναι σε μαρασμό, η ποιήτρια μοιάζει να λέει, «αισθάνομαι άρα υπάρχω»...

Στα φιλιά στο κενό, το χέρι που γράφει, γράφει για να διατηρήσει την ανάμνηση της αφής, γράφει με την ελπίδα της αναμονής και κάποτε με την αγωνία της ερώτησης:

«Εκεί που επιστρέφω/ δεν είσαι/ γιατί διαρκώς να επιστρέφω/ ενώ δεν είσαι εδώ;»

Πίσω από τις λέξεις της, υπόγεια και σιωπηλά φανερώνεται το αμείλικτο του χρόνου, το χάσμα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα και όταν αυτοί αγαπιούνται, το ποτάμι των μύθων που στερεύει, η απομάγευση του κόσμου.

Στο ποίημα που αφιερώνει στη μικρή της αδελφή, σχολιάζει τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων:

Δεν ξέρω ποιο παραμύθι να σου πω/ Μου τελειώσαν οι ιστορίες/ όπως όταν ήμαστε παιδιά/ τα βράδια στα διπλανά κρεβάτια/ μου ζητούσες και σου έλεγα...

Τώρα όμως αδερφή μου,/ δεν έχω άλλο παραμύθι να σου πω/ Πέθανε κι ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα/ κι ο αγαπητικός και η Βοσκοπούλα/ ο Χριστός κι ο σατανάς/ ο αυτοκράτορας κι η επανάσταση...

Ο ρόλος της ποίησης είναι να αντιστέκεται στη φθορά της πραγματικότητας, να διατηρεί το όνειρο του ανθρώπου ζωντανό.

Γι΄αυτό και εκείνη ταξιδεύει με το μεθυσμένο καράβι του Ρεμπώ και πάντα θα επιστρέφει στην αγάπη· γράφει δυο ονόματα στην αμμουδιά, θυμάται το ευτυχισμένο γέλιο των παιδιών της στην ακροθαλασσιά:

Το όνομά σου ποτάμι, με πιάνει απ’ τη μέση./ Το όνομά μου πατρίδα, σε παίρνει ξανά./ Δυο δυο τα βήματα στην αμμουδιά.

Μέσα στην αγκαλιά μας τα παιδιά/ παίζουν ξυπόλητα μπάλα στους δρόμους... Ένα καράβι μεθυσμένο σιγοτραγουδά/ ανάβει τα φώτα του μέσα στη νύχτα.

(όσο τα παιδιά ψάχνουν τη ροή των υδάτων/ αναβλύζουν ακόμα και οι δρόμοι)...

Στην πορεία της από την ψευδαίσθηση του ονείρου στη μοναξιά του παρόντος και πάλι πίσω η ποιήτρια συναντά τη μεγάλη εικόνα του κόσμου. Την απάντηση στα ερωτήματα που διατρέχουν την ποίησή της δίνουν εικόνες από την ίδια τη ζωή που γαληνεύουν και φέρνουν ελπίδα για το μέλλον:

...Εκεί που σκάνε τα κύματα/ μια μάνα έχει βρέφος αγκαλιά/ και το θηλάζει τρυφερά/ Ο πατέρας με το άλλο αδερφάκι/ χαμογελούν και παίζουν κοντά...

...Κι εγώ εύχομαι, και αναπολώ/ έναν κύκλο επιθυμίας που χθες βράδυ/ σπάζοντας του χρόνου το φράγμα/ στον αέρα έμεινε ανοιχτός/ Και σκέφτομαι ότι όλα/ αρχίζουν και δεν τελειώνουν/ όλα αθωώνονται μυστικά/ σ’ εκείνα τα χείλη τα βρεφικά/ καθώς μυρώνουν/ τα βότσαλα, τις πέτρες, το χώμα/ το γάλα/ της αφρισμένης θάλασσας μέσα μας...

Κατερίνα Τσιτσεκλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου