Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

"Έξοδα νοσηλείας" του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

Δύο διαφορετικές παράλληλες ζωές, δύο παράλληλοι βίοι ανθρώπων που κάποια στιγμή λόγω συνθηκών συναντιούνται και συνυπάρχουν εξ ανάγκης για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα σε έναν θάλαμο νοσοκομείου, ο ένας στο ρόλο του νοσοκόμου-φροντιστή του άλλου.

Είναι το καινούργιο βιβλίο, το καινούργιο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη με τον τίτλο΄Εξοδα νοσηλείας, τίτλος ο οποίος κυριολεκτικά και μεταφορικά επιφέρει ηλεκτρικές εκκενώσεις υψηλών τάσεων ώστε η αρχή της διαδραστικής επικοινωνίας με τους αναγνώστες/τις αναγνώστριες να ξεκινά από κει.

Ο Π. Χατζημωυσιάδης δημιουργεί, πλάθει, ένα σύγχρονο μυθιστόρημα όπου, εκτός από τους βασικούς άξονες της αναμέτρησης των δύο πρωταγωνιστών με τη ζωή-τον θάνατο-τον χρόνο-τη μνήμη-την ασθένεια, θέματα διαχρονικά που απασχολούν τους ανθρώπους κάθε εποχής, θέτει μέσω των ηρώων του και άλλα βασικά ζητήματα που ταλανίζουν και κρατούν σε αμηχανία, αγωνία, διλήμματα και ανασφάλεια τον σημερινό άνθρωπο. Σε καιρούς όπου η κυρίαρχη μαζική κουλτούρα επιβάλλει συνολικά τρόπον τινά την πολιτισμική και υπαρξιακή άρνηση του πόνου, της οδύνης, της απώλειας, του πένθους, της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και την αντικαθιστά με επίπλαστες προτάσεις τύπου think positive (σκέψου θετικά), ο συγγραφέας διαρρηγνύει αυτό το ψευδές πέπλο της κάλυψης αυτών των συναισθημάτων και τολμά να αναμετρηθεί με τις αλήθειες που μας απασχολούν ως σύνολο, αλλά διστάζουμε ή ντρεπόμαστε να τις εκφράσουμε, να τις αποκαλύψουμε, να τις υπερασπιστούμε, απωθώντας έτσι πτυχές της πραγματικής ζωής που, ούσα σύνθετη,  συμπεριλαμβάνει και αυτές τις καταστάσεις οι οποίες εκφράζονται τόσο εύστοχα στην ελληνική γλώσσα με τις λέξεις "χαρμολύπη" και "κλαυσίγελως".

Τρεις μονόλογοι των δύο αυτών προσώπων δομούν τον κορμό του βιβλίου, διανθισμένοι με εμβόλιμες,  παράπλευρες αναφορές σε ιστορίες-περιστατικά που συναντά και γνωρίζει λόγω της δουλειάς του ο ένας εκ των ηρώων, ο νοσηλευτής. Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης έχει ήδη κατακτήσει το προσωπικό συγγραφικό του ύφος και ήθος, και θάλλει ως δημιουργός, αλλά δεν εφησυχάζει, ανοίγοντας και εξελίσσοντας διαρκώς και θεματολογικά τα εκφραστικά του μέσα. Στα Έξοδα νοσηλείας υπάρχουν έντονα τα στοιχεία/χαρακτηριστικά του εσωτερικού μονολόγου, της δομής της αίσθησης (structure of feeling), που λειτουργεί δραστικά, και της πρωτοπρόσωπης ομοδιηγητικής αφήγησης. Ξεδιπλώνονται οι ζωές των δύο ηρώων του (οι οποίοι ηλικιακά ανήκουν στην ίδια γενιά των 40+), ανακαλούνται μνήμεςγεγονότα με συνεχείς εναλλαγές και flash back ενός πανταχού παρόντα πολυδιάστατου κυκλικού χρόνου που εντείνει, επιτείνει,αναζωογονεί και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών/αναγνωστριών. 

Μπορεί σε έναν πίνακα ζωγραφικής να συμπυκνωθεί και να αποτυπωθεί τρόπον τινά η ζωή/η πορεία της ζωής ενός ανθρώπου; Είναι το "Σιταροχώραφο με τα κοράκια"του Vincent van Gogh που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου, αλλά και δρα ως ένα είδος πυξίδας, ένα είδος χάρτη της ανθρωπογεωγραφίας του μυθιστορήματος.Ο νοσηλευτής προσπαθεί να συμπληρώσει όλα τα κομμάτια του παζλ που λείπουν από την αναπαράσταση αυτού του πίνακα ώστε να αποκαλυφθεί μπροστά του ολόκληρη η πορεία και η κατάληξη της ζωής του, ακόμη και οι άγνωστες γι΄αυτόν πτυχές της. Όλες οι ελλείψεις, τα κενά,οι απουσίες, τα ματαιωμένα του όνειρα, μα και οι προσδοκίες συμπεριλαμβάνονται στα κομμάτια που λείπουν από αυτόν τον πίνακα. Είναι η απουσία της μάνας, η ξαφνική φυγή της, ενώ ακόμη αυτός ήταν παιδί που τον στοιχειώνει στην μέχρι τώρα ενήλικη ζωή του. Θυμάται αρκετές σκηνές έντονων διαπληκτισμών ανάμεσα στον πατέρα και την μητέρα του μέχρι εκείνη την ημέρα της ξαφνικής εξαφάνισης της, κάποιες εικόνες,  και μετά να απλώνεται σιωπή, μια παράξενη σιωπή με πολλά ερωτηματικά που έμεινε να τον απασχολεί να τον τυραννά τα επόμενα χρόνια. Σιγά-σιγά αρχίζει να τολμά να σηκώνει το πέπλο του μυστηρίου της φυγής της και να αφήνει να εννοηθεί πως η μητέρα του υπήρξε θύμα έμφυλης ενδοοικογενειακής βίας. Όπως συνηθίζεται να συμβαίνει στις μικρές μα και στις μεγάλες κοινωνίες και τις οικογένειες,  τα ένοχα εγκληματικά μυστικά σκεπάζονται, "κουκουλώνονται", μην τυχόν και βγουν προς τα έξω και μαθευτούν στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο, με αποτέλεσμα οι ένοχοι να μένουν συνήθως ατιμώρητοι. Πολύ αργότερα ήρθε το γιατροπόρεμα του πατέρα, είδε και έζησε μαζί του την σταδιακή φθορά, την αποδόμηση του νου, της μνήμης,  το ανεπιστρεπτί βύθισμα στους λαβυρίνθους της λήθης,  της λησμονιάς, λόγω της πάθησης του αλτσχάιμερ. Πολλές φορές σκέφτηκε να πάρει την απόφαση να δώσει τη λύση/τη λύτρωση με την ευθανασία, αλλά άλλες τόσες έκανε πίσω όταν τον κατέκλυζαν τα ηθικά διλήμματα και οι ενδοιασμοί μαζί με τις τύψεις τις ενοχές που ήξερε πως θα είχε και θα τον κατάτρυχαν μια ζωή: πώς μπορούσε να πάρει την πρωτοβουλία να δώσει τέλος στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου έστω κι αν ήταν ο πατέρας του; Αναρωτιέται, διερωτάται για τη σημασία που έχει και τον ρόλο που παίζει η μνήμη: "τι κάνει τον άνθρωπο, αν όχι η μνήμη και η σκέψη", και αν αφαιρέσει κανείς αυτές τις λειτουργίες τι απομένει; 

Καταρρέουσες και παρακμάζουσες οι δυτικές κοινωνίες πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά, το γνώριμο μέχρι πρότινος κοινωνικό κράτος που αποτελούσε ασπίδα και δίχτυ ασφαλείας για τις ασθενέστερες οικονομικά τάξεις συρρικνώνεται και με την επέλαση του άκρατου νεοφιλελευθερισμού προωθείται και εγκαθίσταται η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας. Αυτό διαπιστώνει, αυτό βιώνει και αντιμετωπίζει καθημερινά ο νοσηλευτής στην ιδιωτική εταιρία παροχής υπηρεσιών υγείας που εργάζεται. Αναρωτιέται τι πήγε λάθος με τη γενιά του και, ενώ όλα προοιωνίζονταν καλύτερες εποχές, στην πορεία όλα χάθηκαν. Σε προσωπικό επίπεδο, προσπαθεί να κρατήσει ακόμα τις αξίες στις οποίες πίστεψε: της ανθρωπιάς της αλληλεγγύης.  Ο συγγραφέας τον περιβάλλει με έναν εσωτερικό μανδύα τρυφερότητας και νοιαξίματος για τους συνανθρώπους του που έχουν ανάγκη και τους οποίους συνεχίζει να προσφέρει σε κάθε ευκαιρία, πέρα από την τυπική διεκπεραίωση των καθηκόντων του.

Το δεύτερο πρωταγωνιστικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο ασθενής που πάσχει από την εκφυλιστική πάθηση της εγκεφαλίτιδας και τον φροντίζει ο συγκεκριμένος νοσηλευτής. Γνωρίζει ότι ο χρόνος ζωής που του απέμεινε είναι λιγοστός, όμως θέλει να δώσει περιεχόμενο και χώρο σε αυτόν τον χρόνο μέχρι να ακουστεί το δικό του τετέλεσται, με τον ρυθμικό ήχο ενός ρολογιού. Με πλήρη πνευματική νηφαλιότητα μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή γράφει, κάνοντας τον δικό του απολογισμό ζωής "για το είναι και το μη είναι, το τώρα και το πάντα". Ο άνθρωπος στις ακραίες, στις οριακές στιγμές του εφευρίσκει και κινητοποιεί απίστευτους μηχανισμούς επιβίωσης. Ο ασθενής διαστέλλει το περιεχόμενο του δικού του χρόνου (όσου του έχει απομείνει)  και λέει "δεν έχω πάψει να ονειρεύομαι, να προσδοκώ και να ελπίζω", δίνοντας έτσι το στίγμα της επιθυμίας του πάθους του να ζήσει όσο του αναλογεί ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες. Ανακαλύπτει τρόπους επικοινωνίας, προσωποποιεί αντικείμενα και συνομιλεί μαζί τους (όπως το κομοδίνο ή το μηχάνημα για το ηλεκτροκαρδιογράφημα), βρίσκει έτσι την αφορμή, το έναυσμα, να ξεδιπλώσει τις σκέψεις και τους στοχασμούς του ή, όπως ο ίδιος λέει, "διαστέλλει το σύμπαν την οικουμένη του". Επιστρατεύει κάθε δυνατή ή αδύνατη πολιτική/κοινωνική/υπαρξιακή/φιλοσοφική σκέψη και διαδικασία, ακολουθεί αλληλουχίες συλλογισμών και θεωρημάτων,  προκειμένου να αποδείξει την δυναμική της ύπαρξης, να δικιολογήσει ακόμα και αυτού του είδους την ακινησία, τον εγκλεισμό. Με αυτόν τον τρόπο, απωθεί τον ανθρώπινο πόνο, ξορκίζει τον θάνατο, αποδεικνύει την δύναμη του θυμικού, της μνήμης του νου πάνω στο αδύναμο σώμα με την συνεχώς φθίνουσα κινητική του κατάσταση. Μέσα στο κάδρο της γενικής ιστορικής πραγματικότητας, συμβαίνουν οι μικρές άγνωστες ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων Ο συγγραφέας, με έναν τρόπο σημειολογικό/συμβολικό, παρομοιάζει αυτό το πάσχον σώμα με την χώρα μας, με τα τόσα τραύματα που έχει υποστεί,  τις τόσες τραυματικές εμπειρίες που είχε και έχει κατά την περίοδο της νεώτερης ιστορίας της κι όμως συνεχίζει να μας εκπλήσσει με τις δυναμικές αναλαμπές της.

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης σκιαγραφεί διακριτικά και υπαινικτικά - όχι κραυγαλέα - τον περιβάλλοντα χώρο των δύο ηρώων του, τον φωτίζει με τα χρώματα της μοναξιάς που έχουν και οι πίνακες τού κατ΄εξοχήν ζωγράφου-εκφραστή της μοναξιάς και της απομόνωσης των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, του Εντουαρντ Χόπερ. Από τις ζωές αυτών των δύο ανθρώπων απουσιάζει ο οικογενειακός και φιλικός περίγυρος, που λειτουργεί συνήθως υποστηρικτικά προσφέροντας με την παρουσία του την συμπαράσταση και την βοήθεια που είναι απαραίτητη στις δύσκολες στιγμές. Είναι όμως μόνοι τους και καλούνται να δώσουν τον δικό τους αγώνα επιβίωσης σε έναν κόσμο απρόσωπο και  δυστοπικό που οδηγεί στην ατομική ερημία.


Φανή Αθανασιάδου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου