Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2020

"Η Θάλασσα" του Μιχάλη Μακρόπουλου


Δεύτερη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου σε ισάριθμες εβδομάδες, με σκοπό να παραμείνω στο κλίμα και στο σύμπαν του συγγραφέα και με κίνδυνο να υποπέσω στο αμάρτημα της σύγκρισης. Κάθε νόμισμα δύο όψεις, όπως συνήθως. Συνθήκη που και στη Θάλασσα ο Μακρόπουλος συμμερίζεται και μάλιστα αξιοποιεί στο έπακρο, όπως έκανε και στο Μαύρο νερό: κινείται σε δίπολα και στήνει τα συμβαίνοντα σε αλλεπάλληλες ανατροπές. Και εδώ, η καταστροφή που συντελείται και αποτελεί την αφηγηματική αφετηρία δεν είναι αλληγορία αλλά προϋπόθεση.
Αν υποθέσουμε ότι οι κοινωνίες μας και κατ’ αναλογία οι συμπεριφορές μας ως άτομα υπαγορεύονται και οριοθετούνται από ένα πλέγμα παγιωμένων συνθηκών, αυτό που κάνει ο Μακρόπουλος είναι να «πειράξει» κάποια ή κάποιες από τις παραμέτρους που ορίζουν τις εν λόγω συνθήκες και να παρατηρήσει το αποτέλεσμα που θα προκύψει: πώς είναι οι «καινούριοι» άνθρωποι που καλούνται να επιβιώσουν έπειτα από μια εν δυνάμει ισοπεδωτική ανατροπή, πώς επαναπροσδιορίζονται οι σχέσεις μεταξύ τους, αλλά και σε τι μεταλλάσσεται το δίπολο «άτομο/κοινωνία». Ο συγγραφέας βρίσκει έναν διακριτικό τρόπο να αποστασιοποιηθεί από το αρχικό γεγονός που σηματοδοτεί το αφηγηματικό «σημείο μηδέν» ώστε να επικεντρωθεί στον άνθρωπο του «μετά»: στα καινούρια εξελικτικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, στις απώλειες, στην προσαρμοστικότητα αλλά και σε ό,τι απομένει από τον προηγούμενο εαυτό του και αντιστέκεται λιγότερο ή περισσότερο σθεναρά στην καινούρια πραγματικότητα. Που, ας μην το ξεχνάμε, έβγαλε την παλιά εκτός παιχνιδιού με την οριστικότητα του διά παντός ηττημένου.
Στη Θάλασσα το νερό είναι ο καταλύτης που ανατρέπει και τελικά ισοπεδώνει ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν γνώριμο και οικείο. Περνάμε από την έκφραση «οι άνθρωποι» που αναγνωρίζει την ύπαρξη κοινωνικών σταθερών και καταλήγουμε να μιλάμε για «τον άνθρωπο» εννοώντας το είδος, τοποθετώντας τον στο ίδιο επίπεδο με τους υπόλοιπους κατοίκους του πλανήτη: τα ζώα, τα φυτά. Η ανατροπή λοιπόν έρχεται από τη φύση, είναι ανεξέλεγκτη και είναι επίσης τυχαία. Δεν υπάρχουν πολλά να γίνουν, η αλήθεια είναι ότι το μόνο που απομένει στους όποιους επιζώντες είναι να βρουν καταφύγιο στο εσωτερικό της γης, μιας και η επιφάνειά της δεν αποτελεί πλέον οικοσύστημα κατάλληλο για την επιβίωσή τους: τα πάντα έχουν πνιγεί από την βροχή, και όσοι από μια αυθαίρετη απόφαση της εξελικτικής μοίρας δεν διαθέτουν την απαραίτητη γονιδιακή μετάλλαξη που τους θωρακίζει απέναντι στον ιό-φάντασμα, θα πεθάνουν αναπόφευκτα και χωρίς πολλές κουβέντες.
Υπάρχει μια «δυσαναλογία ματιάς» στο κλάσμα άνθρωπος/περιβάλλον: το φυσικό περιβάλλον αχανές και τρομακτικό στη δύναμή του, και οι άνθρωποι λιγοστοί και τρομαγμένοι, κρυμμένοι στα έγκατα της γης σαν τα ποντίκια. Υπάρχει η αντιπαράθεση, σχεδόν αντιπαλότητα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, όπου ο άνθρωπος χάνει κατά κράτος και σχεδόν εξαφανίζεται από προσώπου γης (χωρίς καν πρόθεση για λογοπαίγνιο). Μια από τις ανατροπές του κειμένου είναι το γεγονός ότι ενώ μέχρι τώρα ο άνθρωπος ήταν ο αδιαμφισβήτητος νικητής σε κάθε αναμέτρηση και η φύση ο μόνιμος χαμένος, τώρα γύρισε ο τροχός και ξύπνησε το θηρίο. Κάποιοι θα σκεφτούν ότι ήταν καιρός.
Ο άνθρωπος βρέθηκε αντιμέτωπος με τις πραγματικές του διαστάσεις, είδε μπροστά του τον εαυτό του μικρό, σχεδόν ασήμαντο, τον είδε ως αυτό του ήταν πάντα, ένα μέρος ενός όλου και όχι το κέντρο του σύμπαντος. Στη Θάλασσα, η πρώτη απώλεια εξαιτίας της καταρρακτώδους βροχής είναι η ανθρωποκεντρική προσέγγιση της ζωής μας. Αυτό που παίρνει την θέση της είναι μια αμείλικτη ευθραυστότητα και η συνειδητοποίηση ότι λίγα είναι τελικά αυτά που περνούν από το χέρι μας, τα υπόλοιπα ουσιαστικά μας προκύπτουν και οφείλουμε να τα διαχειριστούμε με τα όποια μέσα διαθέτουμε. Γίνεται τελικά ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών και το μέχρι εκείνη τη στιγμή κατεστημένο καθαιρείται ως βασική προϋπόθεση για επαναπροσέγγιση. Χωρίς πολλά-πολλά, οι πάγοι λιώνουν, ο μετεωρίτης αποκαλύπτεται, η ασθένεια συνθλίβει τον πληθυσμό με αυθαίρετο και ισοπεδωτικό τρόπο, η στάθμη του νερού πνίγει κοινωνίες και καθημερινότητες, ο κόσμος προχωράει. Αυτό που συμβαίνει κατά βάση είναι ότι η φύση ξαναπαίρνει τον έλεγχο του πλανήτη με τέσσερεις διαδοχικές κινήσεις και χωρίς αξιόλογο αντίπαλο: ο άνθρωπος και τα επιτεύγματά του μπροστά τη δύναμή της είναι και θα παραμείνουν αστεία μεγέθη.
Σ’ αυτό το πλέγμα πραγματικότητας και ανατροπών, της τύχης και των συνεπειών της, η αφηγήτρια, κάτοικος μιας από τις υπόγειες πόλεις, επιχειρεί να αποκτήσει και πάλι ταυτότητα και ατομικό περίγραμμα. Δεν θα είναι εύκολο. Σε ένα κείμενο όπου οι μόνοι ήχοι που ακούγονται είναι αυτός της διαρκούς βροχής και των ίδιων της των σκέψεων καθώς στροβιλίζονται και εναλλάσσονται στο κεφάλι της, έχει ανάγκη την εξωτερική επικοινωνία: τη φωνή του Άλλου. Ο Άλλος αποκτά σάρκα και οστά στο πρόσωπο της Ιωάννας και το ταξίδι μπορεί να ξεκινήσει.
Και ο χρόνος; Πώς κυλάει; Ο χρόνος στη Θάλασσα είναι σπασμένος σε άπειρα μικρά κομμάτια, σε απολήξεις αναμνήσεων, σε εικόνες από εποχές του χρόνου που δεν υφίστανται πλέον, σε σκέψεις που κυκλοφορούν ακόμα στο μυαλό της αφηγήτριας, σε μνήμες ανθρώπων ήδη προ πολλού πεθαμένων. Άπειρα μικρά κομμάτια που της είναι αδύνατον να ξανασυναρμολογήσει, και το μόνο που της απομένει είναι να ανατρέχει σ’ αυτά κάθε φορά που αισθάνεται τον εαυτό της να βυθίζεται στην ανυπαρξία ενός πλάσματος χωρίς παρελθόν.
Η Θάλασσα ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια γη που κάνει αυτό έκανε από καταβολής κόσμου, να γεμίζει και να αδειάζει από τους ανθρώπους (κάποια εκατομμύρια χρόνια πριν, έκανε κάτι ανάλογο με τους δεινόσαυρους αλλά είναι ψυχολογικά πιο εύκολο να διαχειριστούμε αυτή την απώλεια…), σαν πλημμυρίδα και άμπωτη. Η θάλασσα και η βροχή που συμπορεύονται στη νουβέλα αυτή πυροδοτούν μια αναγκαστική κάθαρση, μια επιστροφή θέλοντας και μη στο αρχέγονο, έναν μηδενισμό στα κοντέρ τελικά, με όποιες ανατροπές και όσο πένθος συνεπάγεται αυτό. Και επειδή το σκηνικό πλαίσιο δεν είναι οριοθετημένο με ακρίβεια, ενισχύεται αυτή η απροσδιόριστη γεύση του εφιάλτη, του αναπόδραστου, και του ξυλιασμένου χρόνου.
Ο Μακρόπουλος ακουμπάει μια ευθεία ματιά στους ανθρώπους και στα πράγματα, στις τρομακτικές πραγματικότητες και τις ανομολόγητες συγκινήσεις και στο τέλος, σχεδόν απρόσμενα, αφήνει έναν ανεπαίσθητο αέρα τρυφερότητας. Η απογύμνωση των ηρώων από τον εύκολο συναισθηματισμό που θα τους εξασφάλιζε έναν ρόλο θύματος τα κάνει όλα πιο επώδυνα: δεν υπάρχει διέξοδος ούτε καν μέσω της έκφρασης, στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου οι άνθρωποι επιβιώνουν σε βαθιά μοναξιά. Αυτό βέβαια μέχρι την απόφαση της αφηγήτριας και της Ιωάννας να βγουν έξω και να αντικρύσουν ό,τι απέμεινε: ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο μετά τον κατακλυσμό, αλλά και όποιο κομμάτι του περασμένου εαυτού τους μπορούν να επανακτήσουν σε μια προσπάθεια να επανασυνδεθούν με το παρελθόν και να βρουν μια θέση στον ήλιο.
Στη Θάλασσα η όποια λύτρωση δεν θα έρθει από την ανατροπή της παρούσας συνθήκης: αυτή είναι τετελεσμένη και δεν επανέρχεται κανείς στα πώς και τα γιατί. Θα έρθει όμως από την επανενεργοποίηση των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν την ανθρώπινη υπόσταση ακόμα και στις πιο μικρές της λεπτομέρειες. Και στις πιο μεγάλες επίσης, όπως για παράδειγμα το θάρρος που καταλήγει να ξεπεράσει τον φόβο του άγνωστου, αυτό το έμφυτο θάρρος του ανθρώπου να αναζητά και να διεκδικεί το παρελθόν του γιατί ξέρει ότι χωρίς ιστορία η επιβίωση είναι μόνο παράταση κενού χρόνου. Τη στιγμή που οι δύο κοπέλες στέκονται κάτω από το σκληρό και ζωογόνο φως του ήλιου, στην ουσία αναγνωρίζουν και αποδέχονται ότι χωρίς ρίζες δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει συνέχεια. Τα υπόλοιπα θα είναι απλώς μια αλληλουχία βημάτων. Στη Θάλασσα όπως και στο Μαύρο νερό συνειδητά επιλέγεται το ρίσκο του άγνωστου από την ακινησία της ασφάλειας επειδή οι ήρωες γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα οποιαδήποτε άλλη επιλογή, όσο λογική κι αν δείχνει, είναι πλασματική. Το χρονικό σημείο αυτής της συνειδητοποίησης σηματοδοτεί την πρώτη ανεπαίσθητη ανατροπή, είναι η στιγμή που αρχίζουν σταδιακά να διαφαίνονται οι επιλογές. Και το ταξίδι θα τελειώσει όταν οι άνθρωποι θα συναντηθούν και πάλι σ’ αυτή την τόσο αλλαγμένη γη.
Η πέρα από κάθε αμφισβήτηση ποιητικότητα της γραφής θα αποτελέσει τον συνδετικό ιστό του κειμένου και των ανθρώπων του, και θα κρατήσει κάθε τρυφερότητα γραπωμένη σε κάθε φόβο, να τον κοιτάζει σαν ίσο προς ίσο.
Στο τέλος ξαναρχίζουν όλα. Ευτυχώς.

Κρις Λιβανίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου