Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2020

«Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο» του Ζαν-Πωλ Ντυμπουά

Μια τρυφερή νουβέλα που ξεκινά με τον πρωταγωνιστή της Πολ στη φυλακή, όπου εκτίει ποινή για μία παράβαση η οποία αποκαλύπτεται μόνο στο τέλος του βιβλίου. Ήταν απαραίτητο να γίνει έτσι, ώστε να μπορέσουμε να φθάσουμε σε αυτήν έχοντας πρώτα γνωρίσει τον χαρακτήρα του. Ο Πολ είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, τίποτε εξεζητημένο: ευχαριστημένος με τα λίγα, αναζητεί την ομορφιά στα απλά πράγματα, χαίρεται να είναι χρήσιμος στους άλλους και ταυτίζεται εύκολα μαζί τους επειδή διαθέτει έντονο το στοιχείο της ενσυναίσθησης.

Αυτός είναι ο Πολ, τον οποίο παρακολουθούμε στη φυλακή να γίνεται φίλος του θηριώδους στο μέγεθος, με παιδική όμως ψυχή, συγκρατουμένου του Πατρίκ. Τον παρακαλουθούμε επίσης να ενοράται μέσα στο κελί του τα αγαπημένα του πρόσωπα να τον συντροφεύουν: τον πάστορα πατέρα του, την Ινδιάνα σύζυγό του και το σκυλάκι τους. Ο πατέρας άσκησε μεγάλη επίδραση στον Πολ, ήταν άλλωστε ο μόνος που ασχολιόταν ουσιαστικά μαζί του, ενόσω ήταν παιδί και αργότερα έφηβος, αφού η εκθαμβωτική μητέρα του ενδιαφερόταν περισσότερο για την κινηματογραφική αίθουσα που κληρονόμησε από τους γονείς της. Η σύζυγός του έπειτα επέτρεψε στην ψυχή του να απλωθεί στον χώρο και τη φύση γύρω, σαν να ήταν αντίλαλός τους. Και το σκυλάκι τού υπογράμμισε τι σημαίνει αφοσίωση και αγάπη.

Τα μαθαίνουμε όλα αυτά από τις αναμνήσεις του Πολ. Η μνήμη αναδεικνύεται στο βιβλίο ως βασικό όχημα της αφήγησης, η οποία με αυτόν τον τρόπο εξελίσσεται παράλληλα σε παρόν και παρελθόν. Η μνήμη όμως κουβαλά και συναισθηματικά φορτία: στην περίπτωση του Πολ, κουβαλά νοσταλγία για τις αγαπημένες στιγμές και τα αγαπημένα πλάσματα που βρέθηκαν δίπλα του, αλλά και μελαγχολία για όσα χάθηκαν και δεν μπορούν να ανακτηθούν.

Τα πλάσματα που μοιράστηκαν τη ζωή του Πολ είχαν πολλά κοινά με τον ίδιο. Ο πατέρας του ήταν ένας άνθρωπος χωρίς εξάρσεις, όπως και ο Πολ, που όμως παθιάστηκε κάποια στιγμή με τον τζόγο, με αποτέλεσμα να χάσει τη θέση του στην εκκλησία αλλά και την ίδια τη ζωή του. Ένα ολίσθημα ήταν αρκετό να φέρει την ολοκληρωτική καταστροφή. Με τον Πολ το ολίσθημα μπορεί να μην έφερε αντίστοιχη ολοκληρωτική καταστροφή, σηματοδότησε όμως το κλείσιμο ενός κύκλου, με την επιστροφή του στον τόπο του πατέρα του, στη Δανία. Η σύζυγός του Γουινόνα ήταν ένας άνθρωπος συγκινητικός, ενωμένη με τη φύση γύρω, με τους προγόνους της, κυρίως όμως με την κάθε στιγμή. Μέσα από τα μάτια του Πολ, παρουσιάζεται αγιοποιημένη, μια ουράνια παρουσία που διασχίζει τους αιθέρες με το υδροπλάνο της – μέχρι που έρχεται η στιγμή του τέλους της μέσα σε αυτό, μετά από μηχανική βλάβη. Όσο για το σκυλάκι, είναι η ενσάρκωση της αφοσίωσης και της αγάπης, με μεγάλο βαθμό ενσυναίσθησης και το ίδιο, και σε απόλυτη επικοινωνία με τον Πολ και τη Γουινόνα.

Όλα γύρω από τον Πολ  καθρεφτίζουν τον ίδιο και ίσως αυτό είναι τελικά που έχει ανάγκη. Να αντανακλάται η ζωή του πάνω στους ανθρώπους που τον περιστοιχίζουν, να είναι ένα μαζί τους, να είναι ασφαλής κοντά τους και μέσα τους. Ακόμη και η δουλειά του, επιστάτης σε ένα κτήριο που καθημερινά παρουσιάζει προβλήματα και έχει ανάγκη φροντίδας, όπως και οι ένοικοί του, αντανακλά τον εαυτό του: την προθυμία του να βοηθήσει, την αίσθηση ότι είναι χρήσιμος και τη βαθιά ανθρωπιά που τον διακρίνει.

Όμως, ο καιρός έχει γυρίσματα κι έτσι ο Πολ χάνει μία-μία τις σταθερές του, που τα τελευταία χρόνια ήταν η Γουινόνα και η δουλειά του. Και τότε μετατρέπεται, για μια στιγμή, σε θηρίο. Σε ένα πλάσμα που ξεχνάει πως είναι άνθρωπος και πως έχει να κάνει με άνθρωπο. Και αυτή η στιγμή είναι αρκετή για να καταλήξει στη φυλακή.

Οι περιγραφές του Ντυμπουά είναι λιτές, μα συγκλονιστικές. Αφηγημένες σε πρώτο πρόσωπο από τον πρωταγωνιστή, χαρίζουν την αχλή που ρίχνει η προσωπική εμπειρία στα γεγονότα – αντί για μια ψυχρή και αποστασιοποιημένη απολογιστική φωνή κάποιου τρίτου. Μας θυμίζουν πόσο βαθιά ανθρώπινοι είμαστε κατ’ ουσίαν όλοι, αν δεν διαταραχθεί ο κόσμος μας. Και πως αρκεί μία κακή στιγμή για να έρθουν τα πάνω κάτω. Αυτό όμως που μπορεί να μας σώσει στο τέλος είναι οι σταθερές του καθενός μας. Για τον Πολ ήταν μια εκκλησία σκεπασμένη με άμμο στην άκρη της Δανίας, ένας πατέρας που κάποτε του είπε έναν λόγο αγάπης, μία σύζυγος που του χάρισε ένα γλυκό φιλί, μια υγρή μουσούδα που του συμπαραστάθηκε. Για καθένα μας είναι και κάτι άλλο. Είναι πάντως η ίδια μας η ζωή μέσα στο κέλυφός της.

Χριστίνα Λιναρδάκη

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου