Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

"Μαύρο νερό" του Μιχάλη Μακρόπουλου



Ο ήλιος δεν βγαίνει ποτέ. Αυτή είναι πρώτη εντύπωση που έχει κανείς όταν διαβάζει το Μαύρο νερό του Μιχάλη Μακρόπουλου. Δεν είναι αλήθεια βέβαια, μόνο εξαιρετική τεχνική από την πλευρά του συγγραφέα: στο χωριό οι μέρες διαδέχονται η μία την άλλη σε μια κανονικότητα και μια ομοιογένεια που από ένα σημείο και μετά ακυρώνουν το πέρασμα του χρόνου. Δεν υπάρχει χρόνος επειδή το μέλλον έχει εκ των πραγμάτων ακυρωθεί και το παρελθόν είναι ήδη πολύ πίσω: οι ελάχιστοι εναπομείναντες είναι τα τελευταία ψήγματα μιας ζωής και μιας ιστορίας προ πολλού τελειωμένης.
Ο Μιχάλης Μακρόπουλος περιφέρεται στο εγκαταλελειμμένο χωριό με την κάμερα στον ώμο, καταγράφει εικόνες τυλιγμένες στην πάχνη και ήχους της φύσης ανεπαίσθητους, μέχρι την στιγμή που ανάμεσα σ’ αυτά ο αναγνώστης αρχίζει να αντιλαμβάνεται και παρουσίες ανθρώπων, σχεδόν φαντασματικές πλην όμως με σάρκα και οστά και το κυριότερο, αρχίζει να ακούει το παρελθόν τους, το μέλλον που δεν θα έχει κανείς τους και το παρόν που είναι ό,τι τους έχει πλέον απομείνει.
Στο Μαύρο νερό άνθρωποι και περιβάλλον κινούνται σ’ ένα περίγραμμα καφκικού εφιάλτη: η αίσθηση της ερήμωσης είναι ήδη από την αρχή το καταλυτικό στοιχείο, χτίζεται όμως στον αντίποδα μιας ανθρώπινης παρουσίας που παραμένει ριζωμένη και συνεχίζει να εκτελεί τις μετρημένες της ανάσες, αποφασισμένη να πάρει μέχρι και την τελευταία που της αναλογεί. Ο Μακρόπουλος δουλεύει τόσο το πρώτο νόημα των λέξεων όσο και τις σκιές τους, δημιουργεί την κάθε αίσθηση πλέκοντας ένα δίχτυ από νοηματικές υποψίες και απόηχους, εγκλωβίζει στις προτάσεις του λέξεις-αερικά, και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει με τον πιο καίριο τρόπο: ο αναγνώστης δεν διαβάζει μόνο, αλλά σιγά-σιγά μαθαίνει να αφουγκράζεται. Το όλον σε ένα κείμενο μόλις 76 σελίδων. Οι λέξεις του είναι μετρημένες.

Στην πορεία της ανάγνωσης γίνεται σαφές πως οι κανόνες που διέπουν το φως και την παρουσία-απουσία του, διέπουν και τους ήχους. Οι άνθρωποι στο Μαύρο νερό, έχουν κατά βάση ξεχάσει να μιλούν: σαν έχουν πεθάνει οι λέξεις τους, να έχουν σχεδόν σβήσει οι φθόγγοι. Ένα ακόμα μισοσκόταδο κερδίζει σταδιακά έδαφος στο μυαλό τους. Χωρίς τις λέξεις χάνονται οι αισθήσεις, αλλοιώνονται τα περιγράμματα, φθίνουν οι αντοχές. Κάθε φορά που μιλάει κάποιος, αφήνει μια αίσθηση ρωγμής στην ησυχία της εγκατάλειψης, ο ήχος της ανθρώπινης φωνής είναι τόσο περιορισμένος που και μόνο το γεγονός της ομιλίας αποτελεί ανατροπή, γεννάει έκπληξη: η παρηγοριά της ανθρώπινης φωνής προστίθεται στις απώλειες.
Στο Μαύρο νερό ένα χωριό που ακόμη κατοικείται, έχει στην ουσία μεταλλαχθεί σε τάφο. Σε ένα πρώτο επίπεδο τάφο της ανάμνησης όσων πέθαναν από την αρρώστια που το έχει ερημώσει, και στη συνέχεια σε τάφο των λιγοστών ζωντανών που περιμένουν την σειρά τους. Ποιοι είναι όμως οι πραγματικοί τάφοι; Είναι το ερώτημα που έρπει σε όλη την έκταση της νουβέλας: είναι τα ερημωμένα και εγκαταλελειμμένα σπίτια του χωριού ή τα καινούρια σπίτια στα Γιάννενα που το κράτος έχει θέσει στην διάθεση των εναπομεινάντων κατοίκων; Στα μεν πρώτα οι αναμνήσεις είναι παρούσες μαζί με τα φαντάσματα των πεθαμένων, στα δε δεύτερα δεν υπάρχει κανένας απολύτως:

Το ήθελε, όμως δεν μπορούσε να πάει, ένας μόνος του, σ’ εκείνα τα άδεια σπίτια που είχαν μέσα τα πάντα, αλλά στις καινούριες τους καρέκλες δεν καθόταν κανένα φάντασμα ούτε έτρωγε στα καινούρια τους τραπέζια ούτε πηγαινόφερνε τα αθόρυβα βήματά του στα πατώματα. [1]

Προσωπικά αναρωτιέμαι μήπως και στις δύο περιπτώσεις για μνήματα να πρόκειται τελικά, και η μόνη διαφορά να είναι η οικειότητα. Μήπως τα τελευταία ίχνη ζωής να βρίσκονται εκεί που ήταν πάντα, στην ανάμνηση;

Όταν με την αφή της μνήμης το χέρι άγγιζε την κρύα πέτρα, τα φαντάσματα την ζέσταιναν με το νεκρό τους χνότο.[2]

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος αποδεικνύει χωρίς τη σκιά της παραμικρής αμφιβολίας ότι το τελευταίο καταφύγιο της ύπαρξης, όταν όλα έχουν χαθεί και η ανθρώπινη υπόσταση είναι ένας αριθμός σε κάποιο γραφειοκρατικό λαβύρινθο, είναι η μνήμη. Σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο εξίσου, η μνήμη είναι ο πυλώνας της ταυτότητας αλλά πάνω από όλα η προϋπόθεση της όποιας ελευθερίας. Οι ήρωες του Μαύρου νερού που εκ πρώτης όψεως φαίνονται απολιθωμένοι, σχεδόν νεκροί, είναι κάθε άλλο παρά αυτό: αγωνίζονται σκληρά για να επιβιώσουν σ’ ένα ρημαγμένο τόπο χωρίς ούτε ένα ρίνισμα ελπίδας για να κρατηθούν, είναι συνειδητοί αποδέκτες μιας μοίρας που δεν επέλεξαν και από την οποία δεν έχουν δυνατότητα διαφυγής. Άνθρωποι που δεν ρωτήθηκαν για τίποτα από όσα τους οδήγησαν στο σημείο που βρίσκονται τώρα, αλλά που πληρώνουν τις ναυαγισμένες αποφάσεις άλλων που ζουν κάπου αλλού ασφαλείς, ασκούν την μόνη πράξη ελευθερίας που τους απομένει: να αποφασίσουν πού θα ζήσουν και το κυριότερο, πού θα πεθάνουν.
Σε έναν ιδιότυπο χορό του Ζαλόγγου, ένας-ένας πεθαίνει εν πλήρη συνειδήσει όταν έρθει η σειρά του, είτε μέσω αυτοκτονίας είτε μέσω αναχώρησης και είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ποιος από τους δύο τρόπους είναι ο τραγικότερος:

Φεύγοντας να πάει στα καινούρια σπίτια στον Κατσικά, θα αφανιζόταν με τρόπο που δεν μπορεί κανένας θάνατος να αφανίσει τον άνθρωπο. Φεύγοντας, το παλιό χαρακωμένο τραπέζι στο σπίτι του, κείνη η κουτσή καρέκλα που όλο έλεγε να την φτιάξει κι ολοένα το αμελούσε, το παλιό στρώμα που το κορμί του το ’χε βαθουλώσει με το βαθύ αποτύπωμα του μοναχικού του ύπνου, η ραγισμένη τσιάφκα όπου έπινε το τσάι του, όλα θα έχαναν το νόημά τους – και τότε ο Γιάννης Πάντος δεν θα είχε υπάρξει ποτέ.(…)Το λεωφορείο ήρθε, οι δυο βαλίτσες μπήκαν στη μπαγκαζιέρα, ο Γιάννης Πάντος ανέβηκε σκυφτός τα σκαλιά και το σκονισμένο του πρόσωπο, πίσω απ’ το άπλυτο τζάμι, τους κοίταξε με την ακινησία και τη θαμπάδα προσώπου σε παλιά φωτογραφία. .[3]

Η καθημερινότητα των κατοίκων που πίνουν το Μαύρο νερό έχει χτιστεί πάνω στο εξής οξύμωρο: η μόνη πράξη που εκφράζει την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή τους είναι το να παραμείνουν στην φυλακή του χωριού. Έτσι, από την πρώτη στιγμή ξεκινά να εδραιώνεται μια θεμελιώδης και ταυτόχρονα παράδοξη αντίφαση: η φυγή στα Γιάννενα που ισοδυναμεί με εγκλεισμό και η παραμονή στον τόπο τους που συνιστά τελικά ύστατη πράξη ελευθερίας. Η φυγή προς την βελτίωση του κατεστραμμένου βιοτικού επιπέδου αποτελεί την τελευταία πράξη ενός έργου διωγμού και εγκατάλειψης, σε αντιδιαστολή με την παραμονή που σηματοδοτεί την συνέχιση της ζωής ως συνειδητή επιλογή, ικανή να εξασφαλίσει την επιβίωση των αναμνήσεων και των σκιών, όλων όσων αποτελούσαν δηλαδή την ζωή που χάθηκε στον βωμό της καταστροφής, μεταμφιεσμένης σε πρόοδο και ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Που όχι μόνο δεν ήρθε αλλά δηλητηρίασε και το παλιό.

Οι δύο θάνατοι που με κυνηγάνε ακόμα είναι ο θάνατος του Γιώργου Γκέρτσου, του τυφλού ψάλτη που αφήνει τον εαυτό του να πεθάνει, και του Κώστα Μυριούνη που στο τελευταίο του ταξίδι στα Γιάννενα αποφασίζει να μην επιστρέψει ξανά στο χωριό. Και ο λόγος που με ενδιαφέρουν είναι γιατί είναι προαποφασισμένοι από τους ίδιους. Στην περίπτωση του Γκέρτσου ο θάνατος επέρχεται ως συνειδητή, ειλημμένη απόφαση του ατόμου, που αφήνει το σαρκίο του να εξασθενήσει και να σβήσει, να γίνει τελικά μέρος του περιβάλλοντος.
Στην περίπτωση του Μυριούνη ο συμβολικός θάνατος είναι αποτέλεσμα παραίτησης, μιας άνευ όρων παράδοσης. Ο Κώστας πεθαίνει τη στιγμή που δεν αντέχει άλλο να αγωνίζεται, που παίρνει την απόφαση να μείνει στα Γιάννενα, στα καινούρια σπίτια. Και είναι ένας θάνατος αυτός, ας μην γελιόμαστε: ο συγγραφέας τον βάζει να τα αφήσει όλα πίσω του, να φύγει χωρίς να γυρίσει να πάρει έστω «μια φωτογραφία». Φεύγει γι’ αυτό το ταξίδι χωρίς επιστροφή μόνος, χωρίς αποσκευές, με τα ρούχα που φορούσε. Κι αυτά τα καινούρια σπίτια, σαν φέρετρα μοιάζουν. Όπως και να ’χει, ο παλιός του εαυτός, ο μόνος εαυτός που είχε εν τέλει, οι φωτογραφίες, οι αναμνήσεις, τα προσωπικά του φαντάσματα, έμειναν πίσω. Στην προηγούμενη ζωή, τη μόνη ζωή που ήθελε να ζει αλλά που δεν άντεξε άλλο και την άφησε. Συνειδητά. Μαχαιρωμένος.

Τότε ο Κώστας αποφάσισε ότι θα ’μενε έτσι, μ’ ό,τι είχε απάνω του. Θα πήγαινε στα νέα σπίτια. Άμα πήγαινες σ’ επιδοτούσαν επιπλέον. Δεν θα γυρνούσε να πάρει ούτε μια φωτογραφία απ’ το σπίτι ούτε τίποτα. Άμα τον βλέπατε…»
Η όψη του είχε γίνει πέτρα, θά ’λεγε ο Ζαφείρης Ντεμάι, αλλά στη σάρκα από κάτω ένα μαχαίρι μπηγόταν βαθιά ως το μεδούλι και τον σκότωνε ξανά και ξανά.[4]

Χρειάζονται σπουδαίες ικανότητες για να βάλει κανείς τόσα λόγια στη σιωπή, και μάλιστα με την ακρίβεια που τα βάζει ο Μακρόπουλος. Ήχοι και φως μέσα στην ησυχία των σκέψεων:

Λες και για τον Γιώργο Γκέρτσο, πού ’τυφλωθεί όταν ήταν σχεδόν γέρος πια, οι λέξεις δεν γεννιόνταν από το νου αλλά από τα μάτια, έτσι χάθηκαν οι ονομασίες των πραγμάτων με το που χάθηκε η εικόνα τους, κι από την ικανότητα του λόγου έμεινε ό,τι ήταν σ’ αυτήν το πιο βαθύ για το γέρο: η τέχνη της ψαλτικής.[5]

Οι λέξεις μετά βίας καταφέρνουν να συγκρατήσουν τη συντριπτική ποιητικότητα των ωμών συγκυριών και των προαναγγελθέντων θανάτων. Παρόλα αυτά στο τέλος οι δύο εναπομείναντες μπορούν να φωνάξουν νενικήκαμεν. Γιατί μετά από όλες τις αλλοιώσεις, τις στρεβλώσεις, τις φθορές, αυτό που έμεινε όρθιο και τελικά άτρωτο είναι η ανθρώπινη υπόσταση, η μνήμη, η όποια ταυτότητα, η ελπίδα. Δύο άνθρωποι, οι τελευταίοι δύο για την ακρίβεια, νίκησαν την ισοπέδωση και τον τελικό αφανισμό.
Τελικά το άλογο ήταν η επιθυμία και των δύο.

Ένα βράδυ ρώτησε τον Χριστόφορο τι θα ήθελε.
«Να θέλω για ποιο πράγμα, Πατέρα;» ρώτησε εκείνος.
«Τι άλλο θα ’θελες να κάνεις, Φόρη», του είπε, «Πώς αλλιώς θα ήθελες να ζεις». «Θα’θελα να ζω όπως ακριβώς ζω τώρα. Μονάχα…»
«Μονάχα τι πράγμα;»
«Θά ’θελα ν’ ανέβαινα μία φορά σ’ άλογο. Κι εσύ, πατέρα;»
«Θα ’θελα να σου ’βρισκα αυτό το άλογο, Φόρη».
«Ναι, αλλά για σένα τι θα ’θελες;»
«Τι θα ’θελα;…» αναρωτήθηκε σαν ν’ άκουγε κάποιον άλλον να το λέει: έναν άνθρωπο που είχε θελήσει κάποτε κάτι, μα δεν θυμόταν πια τι.[6]

Κρις Λιβανίου


[1] σελ. 29.
[2] σελ. 29.
[3] σελ. 29, 30.
[4] σελ. 34.
[5] σελ. 53.
[6] σελ. 70.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου