Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

"REM" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου


Ένα λευκό κρεββάτι
κάτασπρα σεντόνια
μπαλκόνι με αναρριχώμενες αγάπες
σκαρφαλώνει αθόρυβα
ένα βιβλίο μίσχος
ακουμπά τα φύλλα του στα δάχτυλα
(λίγο πριν το όνειρο είναι πάντα άνοιξη)
δυο κουπιά αγριοπερίστερο στα μάτια
και ένα σάλτο στο μυαλό
για ουρανό που πέφτοντας
γκρεμίζει μου τα κάγκελα

«Όπως θα έπρεπε να είναι»


Η νέα ποιητική συλλογή της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου κινείται με τον ρυθμό και την ανάσα του ονείρου, τα ποιήματά της είναι φτιαγμένα από το υλικό του, εκπέμπουν τη συγκινησιακή του φόρτιση. Είναι ο τρόπος που επιλέγει η ποιήτρια για να μιλήσει για τους εφιάλτες που γεννάει η σημερινή πραγματικότητα, τα τείχη που κτίζει γύρω από τον άνθρωπο·αποπειράται να τα γκρεμίσει. Η ποίησή της είναι γραμμένη σε πρώτο ενικό, ωστόσο μέσα της κυοφορείται το «εμείς».

Σε μια εποχή που θέλει τους ανθρώπους ομοιόμορφους, απρόσωπους, εκείνη ανοίγει πάλι τον ασκό των ονείρων, θέλει να αποκαταστήσει τη θέση τους στη ζωή του ανθρώπου, πιστεύει στην παντοδυναμία τους, όπως είχαν κάνει πριν από περίπου έναν αιώνα, οι πρώτοι υπερρεαλιστές. Η συγκινησιακή τους φόρτιση σπάει τον πάγο που δημιουργεί μέσα στον άνθρωπο η ερημιά της πραγματικότητας, τον κάνει να νοσταλγήσει όσα αγαπάει, να θυμηθεί όσα του λείπουν και είναι για τη ζωή του πολύτιμα, του δίνουν κίνητρο για να αλλάξει το μέλλον. Γράφει η ποιήτρια: αν ξυπνήσω σχεδόν αμέσως μετά το όνειρο/ κουβαλάω στην πλάτη το τσεκούρι που μου φύτεψε/ κόβομαι όλη τη μέρα σε φλούδες/ μια δέσμη άγραφο χαρτί/ τόσο σκοτάδι από μέσα/ μα πήρε κιόλας μεσημέρι/ κι αυτή η αίσθηση, φερμένη απ’ του ύπνου τα σαγόνια/ ορίζει πως κάτι ακόμα της μέρας πρέπει πικρά να φαγωθεί…

Γιατί σε κάποια καμπή του δρόμου, κάπως έγινε, κάπως έτσι προέκυψε και ο άνθρωπος έχασε το τιμόνι της ζωής από τα χέρια του και βρέθηκε μπροστά σε μια πραγματικότητα χαοτική, που του επιβάλλεται, χωρίς να μπορεί να την ελέγξει: Δεν ήθελα, όχι δεν το προσπάθησα/ μια δύναμη άλλη ήταν που κυριάρχησε στα χέρια/ αφαίρεσε τα δαχτυλίδια της εξουσίας μου/ στην επερχόμενη μέρα/ ξύπνησα με κλειστό βλέμμα/ έβλεπα μόνο όσα είχαν μέσα μου κρυφτεί/ ο δρόμος αντανακλούσε graffiti από θυμωμένη ζωή/ η νύχτα πίνακες του Magritte/ φιλιά με δεμένα μάτια/ αποσκευές με λάθος εισιτήριο/ πουλιά που έφτιαχναν φωλιές σε δέντρα του χειμώνα/ σπίτια που φυγάδευαν το φως απ΄τα παράθυρα…

Ωστόσο, πώς κερδίζεται η μάχη, αν ο πόλεμος έχει πια τελειώσει; Αναρωτιέται η ποιήτρια. Για να πάρει πάλι ο άνθρωπος τη ζωή στα χέρια του, χρειάζεται να έρθει σε επαφή με τον βαθύτερο εαυτό του, να εμβαθύνει στους συμβολισμούς των ονείρων του, να ερμηνεύσει ο ίδιος τα όνειρά του, να θυμηθεί όλα όσα αγαπάει. Η ερμηνεία των ονείρων από τους ειδήμονες είναι ένα ακόμα περιτείχισμα που τον αδρανοποιεί, του αφαιρεί το δικαίωμα να συνειδητοποιήσει μόνος του τι κρύβεται μέσα στην ψυχή του πολύτιμο: διαβάζω τους ειδήμονες/ όσο περνούν οι νύχτες και αθροίζονται/ δεν κατανοώ/ δεν αποδέχομαι τις ερμηνείες/ κουβαλούν το δικό τους περιτείχισμα/… Πρέπει να ξυπνήσεις Φρόυντ/ πρέπει να σηκωθείς από τον αιώνιο ύπνο σου/ ημιτελή τα λόγια σου οδηγούν σε ατέλειες της σκέψης μου/ τίποτα πια δεν ταιριάζει/ σ΄ αυτά που υποψιάστηκες/ γράψε για μένα απ΄την αρχή την ερμηνεία των ονείρων…

Η συμβολική μορφή του Ιωσήφ, του ανθρώπου που ήξερε να ερμηνεύει τα όνειρα με τρόπο που να αλλάζει λυτρωτικά τη μοίρα και σε αλλοτινούς καιρούς έσωσε τον λαό του και τον λαό της Αιγύπτου από την πείνα, κατοικεί στη σκέψη της. Η ιστορία του περιθάλπει τις ελπίδες της για το μέλλον. Γράφει η ποιήτρια: Ώρες πολλές ο Ιωσήφ κατοικεί μες στο σκοτάδι μου… Ιωσήφ με κοιτάζεις/ όπως κοίταξες τον μεγάλο σεφ του παλατιού/ γνωρίζοντας το μαύρο ένδυμα της μοίρας/ αν θα ερμηνεύσεις το όνειρο/ θα πρέπει πρώτα να έχεις ζήσει τον εφιάλτη, λες/ να έχεις σκύψει πάνω από το σώμα ενός πουλιού που έμαθε να πετά χωρίς φτερά./ Πάλεψε, διάβασε τα σπλάχνα της πείνας/ τα κόκαλα της δίψας/ σήκωσε ύστερα τα μάτια προς το άπειρο/ δες αν πετούν οι άνθρωποι/ όταν δεν έχουν πια ουρανό./ Από τα χείλη της μοίρας σου κρέμομαι…

Ο δικός της εφιάλτης αναβιώνει κάθε φορά που βλέπει στο όνειρο της να περνάει από μπροστά από το δρόμο της, ως σύμβολο εξουσίας, μια μαύρη λιμουζίνα. Ανασύρει μέσα της μνήμες, ξυπνάει τον εφιάλτη της εισβολής που έζησε στα παιδικά της χρόνια, τότε που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μαζί με τους δικούς της και τους συμπατριώτες της, την Αμμόχωστο: …Είμαι παιδί/ ο πατέρας έχει ακόμα το Ford Cortina/ και ξαφνικά πέφτω σαν μετεωρίτης στο παρόν/ μια ενήλικη κουκκίδα/ μεταμόρφωση μάγισσας νύχτας/ χωράω παντού/ και στον πιο ανεπαίσθητο φόβο/ την ώρα που περνάει η μαύρη λιμουζίνα/ με τα αδιάφανα τζάμια/ και τα διαφανή σώματα/ τόσο όσο να αποκαλύπτεται/ η δυσλειτουργία της καρδιάς/ προλαβαίνω/ να κλειδωθώ στο Ford Cortina/ μην είναι πάλι εισβολή;/ και μήπως καίγονται ξανά οι πορτοκαλιές/ που έχτιζαν ευωδιαστά/ τα τείχη γύρω από το σπίτι μας;

Εκείνο που δεν έχει ειπωθεί αναδύεται σαν αίσθηση μέσα από την ποίησή της. Τα διεθνή συμφέροντα που κυβερνούν τον κόσμο, τα σύννεφα του πολέμου που αιωρούνται πάνω από περιοχές της γης, η απατηλότητα της ασφάλειας, η εξαιρετική ευθραυστότητα των θεμελίων του κόσμου μας…
Η ποιήτρια μας μιλάει για τη δική της αμμόχωστη περιπλάνηση που δίχασε τη ζωή της και άλλαξε το μέλλον της. Και μιλώντας έτσι εξομολογητικά για τον εαυτό της και τους αγαπημένους της, ρίχνει ένα φως αλληλέγγυο στην ψυχολογία των προσφύγων που φτάνουν σήμερα ανέλπιδοι στις ακτές της Μεσογείου: …τόσος αγέρας να στριφογυρνάει στη μνήμη/ και να ’ναι Ιούλης μήνας και ώρες της ραστώνης/ πρώτα σηκώθη το σανδάλι της μάνας/ γαντζώθηκε στο τελευταίο σκαλοπάτι/ ώρες που μας τύλιξε σε ένα σύννεφο αγωνίας/ παρακαλώντας κατακαλόκαιρα να γίνουμε βροχή/ να στάξουμε σε άλλη πίστη/ ύστερα χάθηκε η οικογενειακή φωτογραφία στο σαλόνι… το στερνό γκρέμισμα ήτανε/ από το παντζούρι στο παράθυρό μου/ με τις κούκλες απλωμένες στον ήλιο/ την αμμόχωστη περιπλάνηση στο κάλεσμα οριζόντων/ ανάποδα μπαίνει πια ο ήλιος/ πισωπατά μέχρι να σκοντάψει στα ίχνη της αγάπης/ προχωρημένη πλέον η ζωή…

Δεν περνά απαρατήρητη μια νότα πικρής ειρωνείας στην ερώτηση που απευθύνει στον καθρέφτη της, καθώς αφουγκράζεται το χρόνο να περνά: «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου/ ποια είναι η ομορφότερη;/ η ζωή που μου έζησαν ή/ μήπως η άλλη που γκρεμίστηκε από τις παρυφές του πόθου;»…Ούτε περνά απαρατήρητη η αλληγορία από το χάραγμα του καθρέφτη που υπαινίσσεται ένα τραύμα που δεν επουλώνεται και κάθε φορά αιμορραγεί εκ νέου. …Ο καθρέφτης δεν παραμυθιάζεται/ χαράζεται από την αγωνία της ερώτησης/ χαράζει με τη γωνία της απάντησης/ οξεία σε σπασμένες μοίρες…

Το ποίημα της «Dress code μεταμεσονύχτιο» γίνεται μαρτυρία των συναισθημάτων, που κρύβουν από τη θέα των άλλων, οι άνθρωποι που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους. Η φράση «η προσγείωσή μας σε έναν άγνωστο πλανήτη» που υπάρχει μέσα στο περιεχόμενο του ποιήματος, προβάλλει ξεκάθαρα το συναίσθημα της απελπισίας εκείνων που νιώθουν ότι δεν ανήκουν πουθενά. Η έλλειψη κάθε ελπίδας που τους χαράσσει κρύβεται στην αρχή και φανερώνεται στο τέλος του ποιήματος: …είναι και το μεταμεσονύχτιο δείπνο/ φοράμε τις νυχτικιές ανάποδα/ να φαίνεται η ετικέτα μιας νέας πραγματικότητας/ χαλαροί/ δήθεν ξέγνοιστοι/… για να καταλήξει: …ως το πρωί/ όλο το πρόσωπό μας κρέμεται ανάποδα/ να φαίνεται η ετικέτα/ των νέων μας νεκρών…

Η ποίησή της αφήνει αιχμές και για την πολιτική ζωή, τις διαφωνίες και τις διχόνοιες των πολιτικών που ξεχνούν την ιερότητα του σκοπού, το καλό του τόπου, για τα κομματικά τους συμφέροντα. Αίφνης, τα κόμματα, από σημεία στίξης που διαχωρίζουν τις λέξεις, μεταβάλλονται σε αλληγορία για τις διαφωνίες των πολιτικών. Τα διαφορετικά χρώματα του ουράνιου τόξου αντανακλούν τα διαφορετικά χρώματα και τις ιδεολογικές διαφορές των πολιτικών κομμάτων. Γράφει η ποιήτρια:…Ο πόλεμος δεν χαρίζεται/ παρά μόνο σε αρτιμέλειες/…Από αρχαιοτάτων πόνων/ ο ουρανός για να γράφεται ουρανός/ γεννιέται με όλο το γαλάζιο του/ και τώρα πια/ μετά από τόσα χαμένα ουράνια τόξα/ ποίηση είναι να πεις το κόκκινο/ με άλλο χρώμα…

Χρειάζεται μια αλλαγή συνείδησης για να ανατρέψει αυτή την ανεπάρκεια της εποχής μας να συντηρήσει των ανθρώπων τα όνειρα, να βάλει φρένο στη μεγάλη ικανότητά της να γεννάει εφιάλτες. Έχει σημασία γράφει η ποιήτρια, τη μέρα να γίνεται ο άνθρωπος ρήμα ενεργητικό. Χρειάζεται περισσότερη δράση και λιγότερη νοσταλγία για να κτίσει τον δρόμο που οδηγεί στα όνειρα του: να υγραίνεται η ζωή από ιδρώτα/ λιγότερο από δάκρυα/ όσο το αλάτι μπορεί να καθορίζει/ την επιθυμητή γεύση των θαυμάτων…

Πυλώνες στήριξης για την διασφάλιση της ακέραιης μονάδας της ύπαρξης, ο έρωτας που σπάει τα τείχη του εγώ, για να συναντήσει τον άλλον, η αγάπη που μέσα της αποκτά μια ιερότητα η συνήθεια, το δώρο της φιλίας, ο έρωτας για τη γνώση. Για κείνη ο έρωτας θυμίζει κάτι από το όνειρο για τον παράδεισο του Μπόρχες: …βιβλιοθήκη με ασημένια βροχή να στάζει/ από τις σχισμές των λόγων σου/ λίπανση του δέντρου της γνώσης/ του καλού και του καλύτερου/… αιώνων καταγεγραμμένη αγάπη/ πάπυροι και δερματόδετα φιλιά/ εσύ ανάμεσά τους/ σπάνια έκδοση του έρωτα…

Οι παιδικοί φίλοι είναι καλό να μην χάνονται, να κρατούν επαφή. Δεν είναι σίγουρο ότι σε δεύτερο χρόνο η απόσταση μπορεί να γεφυρωθεί: Δεν σου ’στειλα το μήλο και σ’ έχασα από φίλο»/ μα μ’ ένα πορτοκάλι/ θα σε κερδίσω πάλι»;...  Στα όνειρα ο θάνατος και ο χρόνος αναιρείται. Εκεί συναντάμε τους αγαπημένους μας νεκρούς για να πούμε όσα δεν είχαμε την ευκαιρία να πούμε στη ζωή.

Στο βάθος της ψυχής της απλώνεται σαν υδατογραφία η γενέθλια πόλη, το σπίτι το πατρικό, οι αγαπημένοι που έφυγαν: …Οι χρωματιστές κουρτίνες/ με τα τεράστια ηλιοτρόπια/ όλα κρατάνε μια υπόσχεση/ κάτω από το χριστουγεννιάτικό μας δέντρο/ γι’ αυτό το έχουμε στημένο στην αυλή/ με το φρεσκοβαμμένο χρόνο/ αναβοσβήνει το χαμόγελο/ αναβοσβήνει αντίστοιχα και η θλίψη/ η πόρτα μονίμως ανοικτή/ προσμένει μουσαφίρηδες/ που αγαπούν όπως εμείς/ μια βόλτα στην έναστρή μας γη/ Θέλει αρετή/ πολλή αρετή/ η ελευθερία μας...

Η ποίησή της είναι κεφάλαια ζωής που αποτυπώνουν μέσα τους ένα ατομικό και ένα συλλογικό πένθος. Το τραύμα είναι διάσπαρτο σε φράσεις, σε συμβολικές εικόνες που γεννάει ο νους και καταγράφονται στην ποίησή της σαν ένα σχέδιο αυτογνωσίας που τραβάει το χαλί κάτω από βεβαιότητες, ακυρώνει παλιά πρότυπα ζωής που δεν είχαν στέρεες βάσεις. Τα ποιήματά της είναι όνειρα μπολιασμένα με πραγματικότητα ώστε να ανθίσει κάτι καινούργιο, κάτι ομοιογενές, να εφευρεθεί ένα νέο χρώμα, να ανθίσει στα μάτια του ανθρώπου το μέλλον σαν μια υπόσχεση.

                                                                                                           Κατερίνα Τσιτσεκλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου