Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

"Χίλιες ανάσες" της Ιωάννας Καρυστιάνη

Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη μας προδιαθέτει ήδη από τον τίτλο του ότι είναι ένα μυθιστόρημα για πολλούς ανθρώπους. Έτσι, ενώ η ιστορία ξεκινά με μια κεντρική ηρωίδα, με μια κινηματογραφική αντιμετώπιση της μυθοπλασίας, τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δράση ή απλά υπάρχουν στο γύρω περιβάλλον ολοένα και αυξάνονται σαν να απεικονίζουν τον παλμό, τη σκέψη και την ιδεολογία που θα μπορούσαν να ’χουν χίλιες ανάσες.

Πώς όμως ξεκινά η υπόθεση και τι θέματα πραγματεύεται η συγγραφέας; Αρχικά κάπου ένα μίλι στα ανοιχτά της Σύρας ένας ψαράς βρίσκει έναν άνθρωπο νεκρό τυλιγμένο στα δίχτυα του. Η Πηγή Βογιατζή αναγνωρίζει στο άμορφο κουφάρι το σύζυγό της που είχε εξαφανιστεί στις 27 Αυγούστου του 2015 από παράκτια περιοχή στη νήσο Κουκούτσι, όπου και κατοικούσε.

Από την αρχή της αφήγησης η Ι. Καρυστιάνη ορίζει στις δύο βασικές συντεταγμένες του χώρου και του χρόνου το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί. Επιλέγει την Ελλάδα των δύσκολων χρόνων της οικονομικής -και όχι μόνο- κρίσης, μια περίοδο πολύ κοντινή, που σχεδόν ταυτίζεται με το σήμερα, και ως τόπο δράσης ένα νησί επινοημένο, που θα το τροφοδοτήσει με τη ζωή μιας τοπικής κοινωνίας και τους ανθρώπινους σφυγμούς που πάλλονται πολύ κοντά ο ένας στον άλλο.

Ο νεκρός που η Πηγή αναγνώρισε ήταν πράγματι ο σύζυγός της; Στο Φουντωτό Βράχο στο νησί Κουκούτσι βρέθηκε το αυτοκίνητό του και μέσα σε αυτό προσωπικά του αντικείμενα. Τι να συνέβη άραγε; Ο απόηχος μιας παλιάς ιστορίας μοιάζει να έρχεται και πάλι στο προσκήνιο. Η Πηγή θα προσπαθήσει να διαβεί το χρόνο, να ανασκαλέψει το παρελθόν, να γυρέψει απαντήσεις από τους φίλους του. Και ανάμεσα στα ανεξιχνίαστα γεγονότα και τα καλά κρυμμένα μυστικά ή τα συμβάντα τα σκόπιμα χαμένα μέσα σε χρόνους σιωπής, κομβικό ρόλο στην υπόθεση έχει κι ένα μικρό φιλντισένιο κουμπάκι.

Γύρω λοιπόν από μια αποσιωπημένη ιστορία κι από ένα κουμπάκι - ενθύμιο περιπλέκεται όλη η ιστορία του μυθιστορήματος. Τι είχε συμβεί παλιά στο Φουντωτό βράχο και πόσο επηρέασε τις ζωές όλων των παρευρισκομένων;

«Αγχωμένα και απανωτά η γυναίκα τον άρχισε, δεν μου το βγάζει κανείς από το μυαλό ότι κάτι άλλο δείχνει ο Βράχος σας, κάποιος είπε στον Στέλιο αυτό που ακόμη δεν ξέρω και που τον βούλιαξε ξανά κι αυτός ο κάποιος δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τον Σεπτέμβρη του ’75».

Ενώ όμως αρχικά το μυθιστόρημα μοιάζει να υπόσχεται αστυνομικό μυστήριο, το σασπένς παραχωρεί τη θέση του σε πιο βατές εξελίξεις και η υπόθεση εκτυλίσσεται μάλλον χωρίς πολλά απρόοπτα, ακολουθώντας περισσότερο τα μονοπάτια του κοινωνικού μυθιστορήματος. Έτσι χωρίς πολλές δραματικές ανατροπές, με λύσεις που έρχονται από εκμυστηρεύσεις καθημερινές, όχι τόσο εκκωφαντικές, αποκαλύπτεται το μυστικό του Βράχου. Ίσως η πιο σημαντική δραματική εξέλιξη να είναι η αναχώρηση της κόρης του ζεύγους για τη Σάμο ως εθελόντρια στο προσφυγικό. Εκεί που καιροφυλακτεί μια διαβολική σύμπτωση.

Το ύφος του λόγου στο μυθιστόρημα είναι άλλοτε σκόπιμα ανεπεξέργαστο, άλλοτε κοφτό με καθημερινούς διαλόγους και ορισμένες φορές λίγο πιο τραχύ, με τις λέξεις να διαχέονται οξύθυμα προς διάφορες κατευθύνσεις ως απόρροια μιας εσωτερικής οργής σε άμεση συνάφεια με τα αδιέξοδα της εποχής.

«Μα να ξεψαρίζει πτώματα από δίχτυα; Σαν του πατέρα της; Να κλείνει στον κόρφο της πνιγμένα μωρά; Γραμματέας στο γραφείο του Χάρου; Εκεί πιάσανε τόπο, τα πτυχία; Λέσβος, Χίος, Λέρος, Κως, Σάμος ανήκουνε πια στην εμπόλεμη ζώνη της Συρίας. Πώς την άφησες; Θα πάθει κορίτσι πράμα. Από την πρέζα των διαδηλώσεων θα περάσει στα πιο σκληρά, θα μπει στα ψυχοφάρμακα».

Η φύση, ωστόσο, συχνά απαλύνει την οργή και τα αδιέξοδα των ηρώων. Και τότε οι περιγραφές γίνονται πιο λυρικές. Εξάλλου η επιρροή της φύσης είναι διάχυτη μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων του νησιού κι αυτό είναι ολοφάνερο με τις εικόνες που μοιάζουν να ενώνουν ανθρώπους και φύση σε ένα διαρκές νιτερέσο, σε μια σχέση συνεχούς και αναπόδραστης αλληλεπίδρασης.

«Τίναξε τις λάσπες από τις γαλότσες του κι ακούμπησε στην τσουγκράνα, στα δόντια της σάπια φύλλα».

«Ένιωσε έναν σφάχτη στην πλάτη. Όποτε είχε υγρασία, το βυσσινί τριαντάφυλλο λες και νοτιζόταν, η ουλή ζωντάνευε και την πονούσε, η σπονδυλική της στήλη γινόταν κοτσάνι με αγκάθια και της πατούσε βελονιές».

Σε γενικές γραμμές, πάντως, ο πολύ περιγραφικός λόγος, οι διάλογοι, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας και τα πολλά εμπλεκόμενα πρόσωπα στο σκηνικό της δράσης -πολλές φορές χωρίς δυναμική συμμετοχή- προσδίδουν στο στυλ της γραφής μια εμφανή και εκτεταμένη εξωστρέφεια . ‘Όλα περιστρέφονται γύρω από τις καθημερινές δραστηριότητες, την επικοινωνία, τις σκέψεις και τα μικροπροβλήματα των κατοίκων του νησιού. Άνθρωποι που δεν ξεφεύγουν από το μέσο όρο, χωρίς αποκλίσεις από την κανονικότητα, ζουν και κινούνται στους ιδιαίτερους ρυθμούς του νησιού, απαρτίζουν τον κόσμο του, χωρίς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο που υπερβαίνει τα τετριμμένα.

Πολλές φορές μάλιστα αναλώνονται σε καθημερινούς και συνηθισμένους διαλόγους, συνήθειες και συναθροίσεις, ζώντας σε μια κλειστή κοινωνία. Εξάλλου κάποια πρόσωπα μέσα στο έργο λειτουργούν, θαρρείς, σαν κομπάρσοι που συμμετέχουν σε ταινία. Έτσι εμφανίζονται απλά ως παρουσίες, για παράδειγμα ο Γιάγκος Τριδήμας ο ναυαγοσώστης, η δις χωρισμένη Μαγδούλα Τρούλου, η κυρία Φράγκου, η πάλαι ποτέ μαία, ο νεαρός Παναγιώτης, ο παπα Διονύσης της Νέλλης, ο ταχυδρόμος, οι Εγγλέζες ψυχαναλύτριες και άλλοι άνθρωποι που ζουν εκεί .

Βέβαια το πλήθος αυτών των ανθρώπων καταγράφει την κοινωνική γεωγραφία του νησιού. Φωτογραφίζεται ο κοινωνικός σφυγμός, λείπει όμως, αυτή η κρυφή σύνδεση που σαν ομφάλιος λώρος δένει χωρίς πάντα εμφανή λόγο την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι ζουν και κινούνται περισσότερο ως μέλη μιας κοινωνίας, σε έναν εξωτερικό χώρο δράσης, χωρίς να είναι ιδιαίτερα προβεβλημένα τα εσωτερικά κίνητρα των πράξεών τους, η ποιότητα του χαρακτήρα τους, η βαθύτερη συνάφεια των σχέσεών τους, οι ουσιαστικές αναζητήσεις τους ή η βαθιά εσωτερικότητα που ταλαιπωρεί κάποιον, όταν είναι να πάρει μια απόφαση.

«Στη μεσόπορτα κοντοστάθηκε, γύρισε στη μάνα της, φεύγω για Σάμο, εθελόντρια στο προσφυγικό, ανακοίνωσε και μετά, γλυκά και καθησυχαστικά, πρόσθεσε, μη φοβάσαι, μαμά μου, έμαθα πως εκεί ο ουρανός του δειλινού γυαλίζει σαν μαρμελάδα βερίκοκο».

Στο φόντο της ιστορίας σκιαγραφείται βέβαια, εναργώς το «μωσαϊκό» της εποχής του 2015, με τους ανθρώπους ανταριασμένους, τα οικονομικά αδιέξοδα, το δημοψήφισμα, τους πρόσφυγες στα νησιά και τις ατέλειωτες ιστορίες πνιγμών, συχνά με ένα παιδί στην αγκαλιά, ενώ μέσα απ’ όλα αυτά αναφαίνεται και η ίδια η Ελλάδα με νωπή ιστορικότητα, σχεδόν αχαρτογράφητη ακόμη στη συλλογική συνείδηση, η Ελλάδα των συνεχιζόμενων αδιεξόδων, ορατών και αοράτων.

Ήλια Λούτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου