Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

"Στη φλέβα της πέτρας" της Ειρήνης Παραδεισανού

Η ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού μιλά για την τραγικότητα της ζωής που ριζώνει μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου, στο άγονο έδαφος ενός διχασμένου κόσμου. Επαναστατεί κατά του ελλείμματος ανθρωπιάς που υπάρχει στην εποχή μας και ενός συστήματος που το αναπαράγει, στρώνοντας χιόνι στα μάτια των ανθρώπων, φυλακίζοντας τους στα δάχτυλα της πέτρας. Η ποίησή της επιζητεί να σπάσει τα τείχη που κτίζει η πέτρα, να φτάσει στο ίζημα εκείνο της αγάπης που έκτισε τον κόσμο. Η αλληλεγγύη της ποιήτριας για τα δεινά του άλλου, ο θυμός και η αγανάκτησή της για τις τραγικές ειδήσεις που κάνουν τον γύρο του κόσμου είναι το υλικό και η κινητήρια δύναμη της ποίησής της.

Ειδήσεις που της βαραίνουν την καρδιά, της κόβουν την ανάσα, της τρυπούν σαν καρφιά τους κροτάφους, για έναν κόσμο που φλέγεται ντυμένος του Ιώβ την προβιά. Και από την άλλη πλευρά, άνθρωποι που θαρρείς υπνοβατούν γύρω της· με βαμβάκι στα μάτια, χωρίς συμπόνια για εκείνους που έχασαν την πατρίδα τους, χαμένοι στον μικρόκοσμό τους, αδιάφοροι για τα δεινά που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Μια καθημερινότητα χωρίς διέξοδο, την οποία η ποιήτρια βιώνει σαν φυλακή· ένα γκρίζο τοπίο που μέσα του η ψυχή του ανθρώπου φθείρεται, βουλιάζει σε τέλμα.
Η ίδια, με την ιδιότητα της φιλολόγου, διακρίνει καθημερινά τα σημάδια αυτής της φθοράς μέσα στις πνιγηρές αίθουσες διδασκαλίας, όπου βαριεστημένοι φοιτητές αναμασούν μια άνευρη διδακτέα ύλη που δεν ανάβει τη φλόγα του ενθουσιασμού στα μάτια τους. Οι αξίες των κλασικών έργων δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ψυχή τους. Στο ποίημα της που απευθύνεται στον Κώστα Καρυωτάκη, γράφει μεταξύ άλλων:

Κι αν σε πουλήσαμε κι εσένα 
κι αν βγάλαμε απ’ το αίμα σου θεωρίες φιλολογικές 
που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν
συγχώρα μας ποιητή
μα δεν ξέραμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε… 
Εμείς οι φιλόλογοι
με τα γαριασμένα πετσιά
με την εμμονή στο ακέραιο καθήκον
με τα μάτια σταχτιά
εμείς που δεν θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία
σε χαιρετούμε
ποιητή
μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη
κλουβί μας.
Στο περιτείχισμα του σχολικού αυλόγυρου, το παιδί πρόσφυγας παρακολουθεί μέσα από τρύπια μάτια τα άλλα παιδιά να παίζουν αγνοώντας το σαν να είναι αόρατο, αντανακλώντας τις προκαταλήψεις και τις φοβίες των γονέων τους.

Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.
Το δικό σας σάρκινο δέρμα νοιαστείτε.


Μια νέα εποχή βαρβαρότητας φαίνεται να απλώνει αργά αλλά σταθερά τη σκιά της πάνω από τον κόσμο, που στόχο της έχει να εξαφανίσει την ευαισθησία και την αθωότητα από τις παιδικές ψυχές…
Η σύγχρονη ποίηση φαίνεται να έχει επηρεαστεί και αυτή στα μάτια της ποιήτριας από τη φθορά της εποχής. Με ποιήματα αυτοαναφορικά που γράφονται από κάποιους ανθρώπους που στοχεύουν στην προσωπική προβολή, στους επαίνους και κλείνουν τα μάτια στην ασκήμια της πραγματικότητας. Μια ποίηση που γράφεται κυρίως προς τέρψιν των σαλονιών.

Η ποιήτρια θέλει η ποίησή της να είναι το μπουρίνι που λαχταρά να ξεσπάσει δίχως οίκτο στα αγέλαστα βράχια της θύμησης, το σφυρί που θα σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στέρνο, τον πάγο της αδιαφορίας των ανθρώπων. Είναι ο μόνος τρόπος που βρίσκει για να πάρει ανάσα.
Θα ουρλιάζω σκοπούς στα κλειστά σας ματάκια
άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μπρος στα ολόφωτα μάτια μου.


Σημασία έχει για εκείνη το βλέμμα του άλλου. Γιατί χρέος του ποιητή είναι να απλώνει το χέρι να σχίσει το βαμβάκι που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του… Όπως κάποτε το έκανε η Βιρτζίνια Γουλφ όταν έβλεπε τα σχέδια πίσω από το βαμβάκι, η Σύλβια Πλαθ, όταν έπεφταν τα πέπλα από τα μάτια της. Να δουν το σκελετωμένο παιδί που προσεύχεται στο στήθος του Θεού:

Σαλεύει στο δέρμα τ’ ουρανού
Σκελετωμένο το παιδί.
Τα χέρια του ακουμπούν στο στήθος του Θεού
«Δωσ’ μου Θεέ
τα μάτια του θεριού
ν΄ακουμπήσω μ’ αυτά την αντιπέρα όχθη
να σταλάξω στο ποτήρι των ανθρώπων που δεν είδαν
μια στάλα κρασί
απ΄τις κόρες των ματιών
που με καρφώνουν…

Να δουν με τα μάτια του μυαλού, το πρόσωπο του θεριού που κρύβεται πίσω από τους νεκρούς πρόσφυγες που μένουν ακδίκιωτοι, φορώντας στεφάνι υγρό στις ακτές της Μεσογείου. Όμοιο με εκείνο που κρυβόταν τότε πίσω από τον ασάλευτο δείκτη που χάραξε τη σχισμή στο μέτωπο των νεκρών του Πολυτεχνείου. Το ίδιο που δημιουργεί πολέμους. Nα δουν τον Μινώταυρο της οικονομίας του εικοστού πρώτου αιώνα που εξοντώνει τα παιδιά του και απομυζά τον πλανήτη.

Να ακούσει τη νότα χλευασμού στα χείλη του πνιγμένου που του θυμίζει ότι ο βυθισμένος δεν έχει χρεία απ’ οξυγόνο./ Εκεί που οι άλλοι ασθμαίνουν για φως/ ο βυθισμένος γελά

Να συγκλονίσει την καρδιά τους, όπως συγκλόνισε τη δική της το θλιβερό αναγγελτήριο, ότι δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη...

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα…
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα…)


Και αν η ποίησή της, τροφοδοτημένη από παρόμοιο θυμό με αυτόν του Αχιλλέα, απευθύνεται με γλώσσα αιχμηρή και ειρωνική στους άβρεχτους και τους χορτάτους, γίνεται λίμνη ευαισθησίας και τρυφερότητας, όταν μιλάει για τους πρόσφυγες και τα παιδιά.

Γίνεται το διάμεσο που σχίζει το πέπλο και ανοίγει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη την αυλαία ενός παράλληλου κόσμου. Για να δει απέραντες εκτάσεις από άνυδρα τοπία φτιαγμένα από άμμο και αλάτι, δέντρα γυμνά από χυμούς, πόλεις ερειπωμένες... Στους δρόμους τους φυτρώνουν φύκια πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα... Θαρρείς και η σκληρότητα της ψυχής της μιας πλευράς του κόσμου αντανακλάται στην άλλη, δημιουργώντας υπερρεαλιστικές εικόνες απόλυτης καταστροφής. Ο ήχος των πολεμικών αεροπλάνων, μαζί με τον άνεμο της πεδιάδας και τον αχό των κυμάτων, είναι το ρέκβιεμ ενός κόσμου που χάνεται. Ένα εφιαλτικό παραμυθιού που ακούγεται από χείλη παιδικά.
Ο αχός των κυμάτων που σπάζουν στους κροτάφους
ένα σιγανό μουρμουρητό καμωμένο απ’ τον ήχο των φλεγόμενων πουλιών.
τα φτερά τους απλώνουν στον άνεμο
να στεγνώσουν τη γύμνια του κόσμου
κι αργοσαλεύουν στο φρύδι του θεού
που απαθής
μοιράζει τη φρίκη
στα μάτια των σερνάμενων υπηκόων του.

./..

Στον καπνό που ανεβαίνει απ’ τον άγνωστο κόσμο
στη σιωπή που καρφώνει με νύστα την πεδιάδα του ανέμου
στην ασημένια σμίλη του αλατιού που οργώνει τη θάλασσα
Πόση θλίψη
αγέννητη ακόμη
χαρίζουν τα πουλιά με τα ραμμένα ράμφη
στο βλέμμα του ασάλευτου ποιητή.


Ο ψυχικός πόνος της σχεδόν σωματοποιείται, παιδικά χέρια αναδύονται από τους πόρους του σώματός της, ή είναι η ποίηση που γίνεται σώμα για να υποδεχθεί τα νεκρά παιδιά, για να τους δώσει ένα τόπο για να υπάρξουν;

Στους πόρους του δέρματος φυτρώνουν χέρια.
Εκλιπαρούσαν για σάρκα τ’ άκαπνα μέλη.
Ρίζες ανάποδες
απ’ τις σχισμές που ανοίξαν στους άμαθους πόρους
τρεμοσβήναν τα βλαστάρια του νου του…

…Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα
στη λάσπη των ανθρώπων

                  
Όταν κοιτάς από ψηλά, από το φρύδι του θεού που είναι τα σύννεφα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι... Μυρμήγκια με κεραίες από σκόνη μπαινοβγαίνουν μέσα από την τρύπα που κάποτε ήταν το στόμα του Γκιούλιβερ. Με κοιτούν με μάτια κόκκινα/ μισόκλειστα γερτά στην ειρωνεία./ Εγώ ο Γκιούλιβερ στη χώρα των μικρών τεράτων/ καρφωμένος στη λάσπη των λιωμένων ανθρώπων/… λίπασμα για τα μικρά τέρατα…

Θα πεθάνει στο μέλλον ο δημιουργικός άνθρωπος με το ελεύθερο πνεύμα, που υπερασπιζόταν το δίκαιο και αγωνιζόταν για το όραμα ενός καλύτερου κόσμου; Θα χαθεί στη λήθη η πολιτιστική κληρονομιά του;

Θα 'ρθει καιρός που θα γίνει έρημος αυτός ο πλανήτης; Θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά/ θα στρέφουνε της κόγχες των ματιών τους στον πατέρα/ κι εκείνος θα γέρνει ολοένα προς το χώμα/ μέχρι να γίνει κουκκίδα άμμου/ σε πέτρινη θάλασσα

Η ποιήτρια μιλάει για ένα παρόν που μοιάζει σαν μια αέναη ευθεία γραμμή, χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον. Μια γκρίζα περιοχή που δεν είναι άλλη από το κενό που έχει δημιουργήσει το έλλειμμα ανθρωπιάς ενός διχασμένου κόσμου. Η ποίηση είναι το διάσελο που μπορεί να διασφαλίσει την ενότητά του, στο βάθος της λιμνάζει η ιστορία της ψυχής του ανθρώπινου πνεύματος. Σε καιρούς σκοτεινούς, είναι η εσωτερική πυξίδα του ανθρώπου για να φτάσει τον άλλο, να ενώσει τα χέρια σε αλυσίδα ευαισθησίας. Ο άνθρωπος θα μπορούσε τότε να δει, όταν πέσουν τα πέπλα μπροστά από τα ολόφωτα μάτια του, το κρυμμένο παιδί που σαν ένας μικρός γαλήνιος θεός αλαργινός, παραμονεύει πίσω από τις γρίλιες το φως της αγάπης.

Κατερίνα Τσιτσεκλή



Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ’ τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
και
υπαγορεύουν
το τελευταίο ποίημα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου