Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες ΙΙΙ

Σε συνέχεια του πρώτου και του δεύτερου μέρους, ευχαριστούμε τους ποιητές που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας στο Facebook και μας έστειλαν ποιήματά τους για να διευρυνθεί η ανθολογία μας.  Πρόκειται για τους: Φωτεινή Βασιλοπούλου, Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Ειρήνη Παραδεισανού, Άννα Ε. Πετράκη.


ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
Από τη συλλογή Αμείλικτο νερό, Οι εκδόσεις των φίλων

ΑΙΓΑΙΟ
Μικρά, αθώα, πεινασμένα
όλο μάτια
τρέμουν, κρυώνουν
ξαφνιασμένα απορούν.
Από το αίμα της σφαγής πλυμένα
αλατισμένα
έτοιμα σε αλουμινόχαρτο να τυλιχτούν.

Θυσία αιματηρή
στης νέας θεάς Πατρίδας τον βωμό.

- Σφαχτάρια
ξεβρασμένα από το κύμα,

ξεκουραστείτε απόψε μες στο ποίημα!


Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ
Το κάστρο χτίσαμε στη νήσο των Μακάρων
και βίον ανέφελο διάγουμε ολημερίς.
Διψάμε και αρμέγουμε δρόσον εωθινή.
Ώρα μεσημβρινή.
Πεινάμε.
Ρίχνουμε κάδο κι αλιεύουμε τον επιούσιον ιχθύ.
Πλήττουμε, αναρριχώμεθα στον ουρανό.
Όλα γαλήνια κυλούν στης υπερτάτης πλησμονής τη νήσο.

Μα εσχάτως τώρα
τη μεσημβρινή ραστώνη
ταράσσουνε
των γλάρων οι κρωγμοί
φωνές απόγνωσης απ' την απέναντι στεριά
“Καιγόμαστε, πνιγόμαστε, βοήθεια!”
οι μηχανές των μισοβουλιαγμένων λέμβων
νηπίων κλάματα, μητέρων οιμωγές
κι ο ρόχθος των πνιγμένων.

Όμως, εδώ στη νήσο των Μακάρων
βουλώνουμε τ' αυτιά μας με κερί
κι απολαμβάνουμε
τον τρυφηλό μας πάντα βίο.


Μονάχα, Θε' μου, μη σωθεί, μη μας τελειώσει το κερί!


ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ
Από την ποιητική συλλογή Λιγοστεύουν οι λέξεις, εκδόσεις Μελάνι

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
Κλάδεψαν τις φτερούγες μας
τις φύτρες μας τις ξερίζωσαν
επανειλημμένα
αποτρόπαια

Πορευόμαστε
κρατάμε σταθερά το μέσα νήμα
νέο ξερίζωμα απειλεί

Και με κομμένες τις ρίζες
θα σταθούμε όρθιοι
και με σπασμένα κλαδιά
θ΄ανθίσουμε
Γιατί ότι έχουμε το κουβαλάμε μέσα μας
Οι ρίζες φύτρωσαν εντός
μας κρατάνε στέρεα σ' ελπίδας έδαφος
Τα φύλλα στο φυλλοκάρδι μεγάλωσαν
τα λουλούδια ανθήσαν στα μάτια
Ο σπόρος στο δάκρυ και στο χαμόγελο μέστωσε

Ο σπόρος μας θα κατακλύσει το σύμπαν
και θα γεννήσει χιλιάδες ουράνια σώματα

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ - ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πληγή αναβλύζει μέσα μου λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που 'χάσαν το ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
"Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι" *
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο

* Σεβιλλιάνικο νανούρισμα


ΜΑ ΗΤΑΝ ΑΠ' ΤΟΥΣ ΤΥΧΕΡΟΥΣ
Χαράματα στο ΚΤΕΛ σωρός νέων ανθρώπων περιμέναν
Σκουρόχρωμα πρόσωπα
ανήσυχα βλέμματα σερνάμενα κορμιά
ελιές σταφιδιασμένες πρόωρα
Σ' άλλους η αγωνία κουνιόταν πίσω μπρος
άλλοι ανακούρκουδα την είχαν καθισμένη
Ο ένας πλάι στον άλλον σχεδίες τσακισμένες
έγερναν στα γόνατα στον τοίχο
σε κάποιο μπράτσο ν' αναπαυτούν
Εκεί στης Ειδομένης τη γραμμή τους είδα
γλυπτό ιερό σ' εναγκαλισμό ενύπνιο
Γυναίκα όμορφη στον ώμο νέου άνδρα
έγερνε το κεφάλι στην κόγχη του λαιμού του
Αυτός με το ένα χέρι την αγκάλιαζε
με το κεφάλι του άγγιζε το δικό της
και το άλλο χέρι άπλωνε στρώμα για το παιδί
Δύσκολος δρόμος μέχρι να φτάσουν ως εδώ
ακόμα πιο δύσκολος φάνταζε μπροστά
Μα ήταν απ' τους τυχερούς

ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ
Από την ποιητική συλλογή Στη φλέβα της πέτρας, εκδόσεις Βακχικόν

ΤΡΥΠΙΑ ΜΑΤΙΑ
                                           Στον Βαλεντίν
Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.

Το δικό σας σάρκινο δέρμα νoιαστείτε.

ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΙΑ ΦΩΝΗ ΝΑ ΜΙΛΩ
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη
...
(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κράδαινε εμπρός μου
ο Άμλετ)

ΚΡΑΤΗΡΕΣ ΥΦΑΙΣΤΕΙΩΝ
Η γη τους επίπεδη
σαλεύει στον γκρεμό
σέρνεται πάνω στα βράχια.
Στις λακκούβες των δρόμων καθρέφτες
κρατήρες ηφαιστείων
για τα μετέωρα πλάσματα του παράλληλου κόσμου.

Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα\στη λάσπη των ανθρώπων

ΑΤΙΤΛΟ
Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ΄τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
Παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
Και υπαγορεύουν
Το τελευταίο ποίημα.

ΑΝΝΑ Ε. ΠΕΤΡΑΚΗ
Από την ποιητική συλλογή Ζωή σε 9/8..., εκδ. Κάκτος

ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΡΗΜΙΑ
Πώς άντεξες πουλί να γίνεις διαβατάρικο
μέσα και έξω από τη φωλιά σου πολιορκημένο;
Παιδί σ' αλλοτινά χαμόσπιτα ή σε παλάτια
στον τόπο που σε λίκνισε
η μάνα σού υποσχέθηκε
τριαντάφυλλα εκατόφυλλα
και μια ζωή μετάξι
Μα εσύ οσφραινόσουνα μονάχα
του πολέμου τον αχό

Τώρα κοιτάς απορημένο
πιασμένο στου φόβου τ' αγκίστρι
καράβια ναυαγισμένα
σωτήριες λέμβους που σε περιθάλψανε
ένα σκισμένο καραβόπανο στα χέρια
τα τρένα που σ' απόθεσαν
σε έρημους σταθμούς

Μίσησες τα παραμύθια που σε νανούρισαν
τους ακυβέρνητους δρόμους που σε προδώσαν
τους ουρανούς που πρόσμενες
και δεν τους διάβηκες ποτέ

Πήρες στα χέρια σου φωτιά
Σαν τελευταία παράσταση
έκαψες πάνω στο συρματόπλεγμα
αμετανόητα όλα τα όνειρά σου

Αλυχτάνε οι πληγές
κάτω από τα αγέλαστα φεγγάρια της θάλασσας
Μέσα στα άδεια μάτια σου
έκπτωτοι άγγελοι
συγχώρεση
-για την εκδίκηση-
ζητούν


ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΙΔΟΜΕΝΗ
Χαρτί η ζωή
αετός τα ονείρατα
πυξίδα η ουρά
Αμόλα καλούμπα σφίξε καλούμπα
Ξέφτισε η ουρά
Τ' απόνερα την τσάκισαν του ανέμου
Φευγάτα σπίτια έρημες αυλές
κιόσκια, παγκάκια διαλυμένα τρενάκια
κούκλες ξεχαρβαλωμένες
δέντρα με έρημη σκιά
μονοπάτια βουνά σύνορα κλεισμένα
βροχές πλέγματα σιδερένια
παπούτσια ξεσκισμένα λασπωμένες σκηνές
Ολάκερη η πρότερη ζωή σου
περνάει εμπρός σου σε ριπές
Αχόρταγος ο τρόμος σου
καταπίνει την ελπίδα
Σε μια εικόνα σου ασφυκτιά του θεατή ο φόβος
Ο οίκτος πιότερο γεμάτος μ' ενοχές παρά με καλοσύνη
γράφει επάνω στα συντρίμμια του διωγμού σου
μπαλάντα πνιγερή
Εν ονόματι της Ιστορίας αλαλάζει ο πόνος
εν ονόματι της Ιστορίας παραμονεύει παντού ο θάνατος

-Κράτα λίγο... Πέτα ακόμη λίγο...
-'Επεσε ομίχλη. Πού είναι το χέρι σου;
Μείνε στο πλάι μου
Χειρότερο δεν είναι άλλο από τη μοναξιά
Εκεί ψηλά που ονειρεύομαι κάνει τόσο κρύο...




Ανθολόγηση:
στίγμαΛόγου


Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Συνέντευξη με την Κωστούλα Μητροπούλου

Χριστίνα Λιναρδάκη: Ας ξεκινήσουμε, αν δεν έχετε αντίρρηση κα Μητροπούλου, μιλώντας για συμπτώσεις κι επιλογές. Πόσα απ’ όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή μας είναι, πιστεύετε, σύμπτωση και πόσα επιλογή;

Κωστούλα Μητροπούλου: Δεν μου αρέσει καμία από τις δύο λέξεις. Κάθε φορά σχεδόν που προγραμματίζω κάτι είτε για άλλους ανθρώπους είτε για μένα, με προλαβαίνει κάποια σύμπτωση. Αν την κρατήσω και την προχωρήσω, θα την πω επιλογή, γιατί αν την πω σύμπτωση δεν θα μπορέσω να πορευτώ μαζί της ούτε εγώ ούτε οι άλλοι.

Χ.Λ.: Επομένως δεν γίνατε συγγραφέας ούτε από σύμπτωση ούτε από επιλογή. Πώς ξεκινήσατε αλήθεια να γράφετε;

Κ.Μ.: Ήταν κάτι το καίριο. Στα πέντε μου ζήτησα από τον πατέρα μου ως φρικαλέο τέκνον της οικογενείας να μου εξηγήσει τι θα πει «νεκροταφείο». Τρόμαξε ο άνθρωπος. Κι όμως δεν περιορίστηκα σ’ αυτό. Ακολούθησαν πολλές άλλες τρομακτικές ερωταπαντήσεις με τον πατέρα μου. Είχε συμβουλευτεί τότε με τη μητέρα μου δασκάλους, ψυχολόγους… Πάντως φάνηκε νωρίς, όπως καταλαβαίνετε, πως είχα μέσα μου το ζουζούνι της ανησυχίας. Όπως κα να ‘χει, οι γονείς μου ήθελαν να γίνω νομικός. Ενώ σπούδαζα λοιπόν, έγραφα συγχρόνως κάποια βιβλία ψυχοφθόρα που μ’ άφηναν έξω από τη ζωή.

Χ.Λ.: Με ποιο τρόπο;

Κ.Μ.: Με πολλούς. Υπήρξα ο αποδιοπομπαίος τράγος. Δεν επιτρεπόταν, βλέπετε, σε μια αστική οικογένεια, να μπαίνει αριστερός, όπως ο άντρας μου.

Χ.Λ.: Μιλήστε μας λίγο για τον άντρα σας, για τη ζωή σας μαζί του, για η ζωή σας μετά απ’ αυτόν.

Κ.Μ.: Παντρεύτηκα στα 17 μου τον πιο άσχετο για μένα άνθρωπο. Ήταν αγωνιστής αριστερός, πέθανε από το πολύ σύρε κι έλα στα μακρονήσια. Αυτά γύρω στα ’60-‘65. Πέθανε 30 χρονών παλικάρι. Ευτυχώς, μου ‘τυχε αργότερα, γύρω στα 25 μου, ένας μεγάλος έρωτας, καταπληκτικός, μόνο που κράτησε πολύ λίγο. Ήταν παντρεμένος, βλέπεις, εκείνος και –σαν να μην έφτανε αυτό- είχε καρκίνο και πέθανε. Το Έγραφε παντού τ’ όνομά του το έγραψα για αυτή τη μεγάλη μου αγάπη. Πάντως η ερωτική μου ζωή ήταν γενικά κάτι το φρικτό. Είτε που θα γινόταν κάτι με μεγάλη δυσκολία είτε που δεν θα γινόταν καθόλου… Φοβερά πράγματα. «Ανθίσαν αγράμπελες», που λέμε, στη ζωή μου. Ευτυχώς που κατάφερα να τα δω όλα με χιούμορ. Αν δεν είχα χιούμορ, θα ‘χα πεθάνει.

Χ.Λ.: Αγαπήσατε, λοιπόν, με πάθος…

Κ.Μ.: Ναι, και ήμουν πάντα προστατευτική με τους ανθρώπους που αγαπούσα: με τους φίλους μου, με το μικρό μου αδερφάκι, την Κάτια, με όλους, αλλά αυτό είναι κάτι που σιγά-σιγά το κόβω για να μπορέσω να επιβιώσω.

Χ.Λ.: Μια φράση που επαναλαμβάνετε σε όλα σας σχεδόν τα βιβλία και που προσωπικά αγαπώ πολύ να βλέπω, είναι: «Που θα πει…», όπως –αντιγράφω από το Έγραφε παντού τ’ όνομά του- «Είν’ αργά. Αργά. Που θα πει μάταια, άδικα, ποτέ πια». Παίρνετε μια λέξη και της προσδίδετε πολλές άλλες, κάποιες αναπάντεχες, γίνεται έτσι η φράση σας ένα πρίσμα που μέσα του διαχέονται οι λέξεις και αναλύονται σε φάσματα απροσδόκητα.

Κ.Μ.: Έτσι είναι. Μου το ‘χουν πει πολλοί φιλόλογοι αυτό. Πιάνουν να δουν τι γίνεται στο αντι-μυθιστόρημα και πέφτουν πάνω στην Κωστούλα. Μου έδωσε μια καταπληκτική οικογένεια το γαλλικό αντι-μυθιστόρημα.

Χ.Λ.: Δεν είναι, όμως, επώδυνο να αναλύετε τη ζωή τόσο; Βέβαια, είναι σαν να σας ρωτάω: δεν είναι επώδυνο να είστε συγγραφέας;

Κ.Μ.: Είναι, πολύ. Όμως δεν ξέρω άλλη δουλειά. Και κάθε τόσο βγαίνει κι άλλο πλάνο μιας ζωής κατακερματισμένης. Και είναι τραγικό. Γιατί, σα να ΄ξερα από την αρχή πώς θα ‘ναι το τέλος. Δεν ήταν τυχαίο που η πρώτη λέξη που ενδιαφέρθηκα να ρωτήσω τον πατέρα μου την έννοιά της ήταν η λέξη «νεκροταφείο». Όμως αυτό έχω: την οδύνη. Και μ’ αυτό προχωράω. Αυτό είναι το ρούχο μου.

Χ.Λ.: Σε μια συνέντευξη που δώσατε πριν δυο-τρεις μήνες στον Άρη Βασιλειάδη, είπατε ότι τα βιβλία σας είναι γραμμένα με οδύνη και στέρηση. Όταν ο Βασιλειάδης σας ρώτησε «Στέρηση από τι;» απαντήσατε «Από ζωή. Έτσι το θέλησα». Δεν ήταν αυτή μια σκληρή επιλογή; Ή μήπως τελικά η οδύνη και η στέρηση είναι η συνέπεια μιας ζωής αφιερωμένης στην τέχνη;

Κ.Μ.: Η τέχνη γίνεται πιο αληθινή όταν περνάει μέσα από την οδύνη και τη στέρηση. Δεν βγαίνει τίποτε αλλιώς. Αν και στην περίπτωσή μου γνώριζα διαισθητικά, ήδη από το δημοτικό, τι επρόκειτο να μου συμβεί. Είχα βέβαια παιδικά χρόνια πολύ καλά. Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος νορμάλ, η μητέρα μου μού μάθαινε πιάνο και γαλλικά, κι εγώ το μόνο που αντιμετώπιζα ήταν ένα κόμπλεξ για την πρόωρη ανάπτυξή μου. Φαινόμουν πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία μου. Ήδη στα δέκα, ήμουν σχεδόν ολόκληρη γυναίκα. Και παχουλή… Αυτό το κόμπλεξ με το βάρος μου με ακολούθησε και αργότερα, σε όλη μου τη ζωή, ακόμη κι όταν απαλλάχτηκα από τα περιττά μου κιλά. Πάντως, όταν μιλούσα για στέρηση στον Άρη, αναφερόμουν και σε στέρηση πατρίδας. Έψαξα πολύ στα βιβλία να μάθω τι γίνεται και έξω και εδώ, στη Γαλλία, στην Ελλάδα, παντού. Πολιτογραφήθηκα τελικά Γαλλίδα. Βέβαια, σε δέχονται δύσκολα έξω, όταν δηλώνεις πως δεν έχεις πατρίδα.

Χ.Λ.: Και οι ήρωές σας, όμως, κυρία Μητροπούλου, κι αυτοί ζουν επώδυνα και στερημένα. Η ίδια τους έχετε χαρακτηρίσει «σπαραγμένους».

Κ.Μ.: Ο ήρωάς μου είναι αντι-ήρωας και όχι ήρωας κανονικός. Είναι ένας άνθρωπος που την ίδια στιγμή που υπάρχει, αρνείται την ύπαρξή του, ψάχνει, και στην πορεία της έρευνάς του κατακερματίζεται. Δεν είναι ήρεμος, νορμάλ, είναι ακριβώς αυτό: αντι-ήρωας. Στα γαλλικά λέγεται raté, που κατ’ ακριβή μετάφραση σημαίνει «αποτυχημένος», όμως δεν είναι ούτε κι αυτό.

Χ.Λ.: Οπωσδήποτε όμως τον χαρακτηρίζει μια εμμονή στις ιδέες του, μια εμμονή που συχνά του στοιχίζει και την ύπαρξή του ακόμη. Πιστεύετε πως αυτή η απόλυτη, αυτή η ασυμβίβαστη προσήλωση στις προσωπικές αρχές καθενός είναι απελευθέρωση, σωτηρία; Πιστεύετε πως είναι ελπίδα, ανάγκη, τι;

Κ.Μ.: Τίποτε απ΄ όλα αυτά. Είναι το τέρμα της πορείας, το φυσιολογικό φτάσιμο στο μηδέν, που ο αντι-ήρωας δεν το δέχεται από την αρχή σαν μηδέν, και έτσι μοιάζει σαν ψάξιμο, σαν έρευνα. Τυπικό παράδειγμα τέτοιων χαρακτήρων είναι και οι χαρακτήρες στα μυθιστορήματα της Ντυράς.

Χ.Λ.: Και για τους χαρακτήρες της άλλης όχθης, τι θα λέγατε; Για τους βασανιστές, τους αδιάφορους, τους δειλούς, τους λιποτάκτες;

Κ.Μ.: Οι βασανιστές είναι οι παρείσακτοι. Δεν είναι σπαραγμένοι χαρακτήρες. Είναι όμως κατακερματισμένοι με τον τρόπο τους, αλλά από άλλες αιτίες, από το μηδέν το οποίο φυλάσσουν. Ο αντι-ήρωας στηρίζεται σε μια θεωρία για να βγάλει στην επιφάνεια την ψυχούλα του… Οι βασανιστές δεν στηρίζονται πουθενά, βρίσκονται πάντοτε αλλού. Και όταν λέμε βασανιστές, δεν εννοούμε μόνο τους βασανιστές της ΕΣΑ, αλλά καθένα που ζηλεύει την ελευθερία του άλλου και προσπαθεί να του τη στερήσει.

Χ.Λ.: Ας πάμε τώρα λίγο στον τρόπο γραφής σας. Η γραφή σας λοιπόν είναι σαφώς πολυπερίοδη: σύντομες φράσεις, συχνά μονολεκτικές, πολλές τελείες. Είναι, πιστεύετε, και η ζωή έτσι; Πολλά μικρά επεισόδια, πολλές συχνές παύσεις;

Κ.Μ.: Η ζωή κόβεται σε πολλά μικρά-μικρά κομμάτια. Και κάποια στιγμή νιώθεις τον πειρασμό να τα κολλήσεις και να φτιάξεις κάτι διαφορετικό. Σπάνια αντέχεται αυτό κι είναι κάτι που δεν το αντέχουν ούτε οι σπαραγμένοι χαρακτήρες ούτε οι βασανιστές τους.

Χ.Λ.: Θα επιμείνω λίγο στον τρόπο που γράφετε. Τα χρονικά όρια στα έργα σας δεν είναι πάντα σαφή, μάλιστα η χρονική ροή της ιστορίας σας είναι περιπτώσεις που παραβιάζεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας παραβίασης είναι ολόκληρο το Ζάαρ 19. Θα θέλατε να είχατε τον τρόπο να παραβιάσετε τον χρόνο, κυρία Μητροπούλου; Σας ενοχλεί το πέρασμά του, τα σημάδια του πάνω σας;

Κ.Μ.: Πολύ. Πάρα πολύ, εντέλει. Γι’ αυτό ακολουθώ κι εγώ τα χνάρια του αντι-ήρωα που ανακάλυψα δίπλα μου και μέσα μου. Είναι ο τρόπος να ξεφύγω από τη χυδαία πραγματικότητα που δεν την αντέχω με τίποτα.

Χ.Λ.: Είναι φορές που τα έργα σας υπαινίσσονται έμμονες ιδέες ή στηρίζονται σε συνειρμούς που μπορούν να χαρακτηριστούν κλειστοφοβικοί, μια και αρνούνται τις διεξόδους φυγής ή τους εναλλακτικούς δρόμους. Μου έρχεται τώρα στο μυαλό Το Παλαιοπωλείο στην Τσιμισκή και ο απόλυτος έρωτας του γηραιού ιδιοκτήτη του για τη νεαρή, άστατη κοπέλα. Πείτε μου: είναι η Κωστούλα Μητροπούλου τόσο απόλυτη κι η ίδια;

Κ.Μ.: Κατ’ αρχήν, ναι. Αλλά ως πού μπορώ να φτάσω έτσι; Είναι και κάποιες άλλες συγκυρίες που βρίσκω μπροστά μου, μιλάω για τις συγκυρίες που μπορεί να βρει μπροστά του ένας συγγραφέας… Έρχονται σε μένα νέα παιδιά και μου λένε «πρέπει να μιλήσετε για μας, να πείτε τα λόγια μας» κι εγώ τα κοιτάζω και τους λέω «μα δεν έχουμε την ίδια ηλικία, πώς μπορώ να το κάνω αυτό;» και δεν το δέχονται. Δεν δέχονται ότι έχουμε διαφορετική ηλικία, ότι έχω διαφορετική ηλικία από κείνα. Κάθε στιγμή νιώθω πραγματικά να με σημαδεύουν με τα λόγια τους. Και, ναι, είναι αλήθεια, έχω μέσα μου μια παιδικότητα που με τραυματίζει πάντα, που με αφήνει έκθετη στα μάτια των νέων, γιατί τα μάτια των νέων είναι πάντα τόσο αυστηρά. Κι εγώ μένω έκθετη, με όλα αυτά τα σπαραγμένα άτομα που βλέπω γύρω μου, που έχω μέσα μου, και που τα πλησιάζω…

Χ.Λ.: Ούτε εγώ θα δεχτώ πως δεν μπορείτε να πείτε τα λόγια των νέων, λόγω διαφοράς ηλικίας. Πείτε μου όμως: πώς θα χαρακτηρίζατε με λίγες λέξεις την Κωστούλα Μητροπούλου; Ποιος είναι ο πυρήνας της ύπαρξής της;

Κ.Μ.: Με λίγες λέξεις;

Χ.Λ.: Ας είναι με πολλές. Με ό,τι θέλετε.

Κ.Μ.: Χαμένα χρόνια. 45 βιβλία. Αλλά και μικρές χαρές και πόνος πολύς, μαζί με ένταση. Και όλα αυτά μαζί με κάνουν να πιλαλάω σα μοσχαράκι, σαν παιδάκι. Έρχονται όμως στιγμές που νιώθω πως χάνω τη ζωή. Νιώθω πολύ μόνη μου, μ’ όλο που έχω κόσμο γύρω μου και είμαι για όλους πολύ καλή. Βέβαια, αυτό σηκώνει πολύ νερό στο κρασί του. Τι θα πει: «πολύ καλή»; Κι όμως προσπαθώ να κάνω το χατίρι το δικό σας, εσάς, των νέων παιδιών, σκατόπαιδα θα σας έλεγα –και δεν το λέω εγώ, το λέει η ηρωίδα μου, η Βαγγελίτσα- που μου ζητάτε να μη γεράσω και μου λέτε πως είμαι διαχρονική.

Χ.Λ.: Καθώς φαίνεται λοιπόν δεν έχετε δικαίωμα στον χρόνο...

Κ.Μ.: Μου το ‘χετε αποκλείσει εσείς, χρυσά μου τέρατα.

Χ.Λ.: Για να ξεφύγουμε λίγο: με τι άλλο, εκτός από το γράψιμο, σας αρέσει να ασχολείστε; Έχετε αποκαλύψει πως είστε καταπληκτική μαγείρισσα.

Κ.Μ.: Είναι το μόνο που συγκινεί στη ζωή, μετά το γράψιμο. Είμαι μια μαγείρισσα με πάθος. Όταν φωνάζω παρέα να έρθει να φάμε μαζί, το εννοώ και το δείχνω. Μ’ αρέσει. Να δίνω, αυτό μ’ αρέσει. 

Χ.Λ.: Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μου πώς νιώθετε όταν γράφετε, κυρία Μητροπούλου; Νιώθετε σαν τον συγγραφέα-ήρωα στο Μυθιστόρημα της νύχτας, ο οποίος αδυνατεί να κοιμηθεί μέχρι να ολοκληρώσει το βιβλίο του, για να αισθανθεί αμέσως μετά κενός και χωρίς λόγο ύπαρξης; Ή νιώθετε ευεξία;

K.M.: Κατ' αρχήν αυτό. Ευεξία. Επειδή όμως η ευεξία αυτή δεν κρατάει πολύ, χρειάζομαι γύρω μου ανθρώπους να μου υπενθυμίζουν τη ζωή. Και είναι φορές που νιώθω ότι όλοι γύρω μου με κατηγορούν για πεσιμισμό. Μα δεν είμαι πεσιμίστρια. Η ζωή μου όλη ήταν "η ζωή εν τάφω", από τη μια κηδεία στην άλλη. Την πραγματικότητα εκφράζω. Κι αν χρειάζομαι γύρω μου ανθρώπους, είναι γιατί έχω ανάγκη από αγάπη. Δεν το δείχνω, βέβαια, ποτέ. Όμως, μόνη μου ξεχνιέμαι. Ξεχνάω τον εαυτό μου. Δεν είναι τυχαίο που έχω χάσει και έχω πάρει τα κιλά μου πέντε φορές.

Χ.Λ.: Πώς νιώθετε, αλήθεια, που βλέπετε έργα σας να ανεβαίνουν στο σανίδι στο εξωτερικό ή και να διδάσκονται ακόμη σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα έξω, τη στιγμή που "εντός των τειχών" δεν υπάρχουν ανάλογες κινήσεις; Κι ενώ όλοι ανεξαιρέτως -εντός κι εκτός τειχών- ομολογούν ότι είστε μια μεγάλη λογοτέχνιδα;

Κ.Μ.: Δεν με θέλουν στην Ελλάδα για θεατρική συγγραφέα. Τους ενοχλεί ο όρος. Ταξίδεψα όμως έξω και βρήκα τη θεατρική μου οικογένεια στη Γερμανία και την Ιταλία. Παραδόξως, λιγότερο στη Γαλλία. Στη Γερμανία και την Ιταλία με υιοθέτησαν αμέσως. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως είναι πολύ αληθινός ο τρόπος γραφής μου. Πάντως έχω πολύ πικραθεί. Μπορώ να σας δείξω θεατρικά προγράμματα από παραστάσεις δικών μου έργων σε τέσσερις διαφορετικές ξένες γλώσσες, όχι όμως στην ελληνική. Μέχρι και στην Αυστραλία έχουν παιχτεί έργα μου, όμως δεν παίζονται εδώ. Ε, όχι, αυτό πονάει πολύ.

Χ.Λ.: Κλείνοντας, θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο, το Να φτύνεις αίμα, να λες έφαγες βύσσινο;

Κ.Μ.: Κάθε βιβλίο που γράφω πρέπει να μείνει λίγο καιρό μέσα μου, να κυοφορείται, και ξαφνικά να βγαίνει σαν με ανώδυνο τοκετό. Το Να φτύνεις αίμα, να λες έφαγες βύσσινο είναι ένα βιβλίο σχεδόν αυτοβιογραφικό. Είναι ένα μοντάζ από πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του '60. Μόνο που εγώ τα απομυθοποιώ. Απομυθοποιώ τα πρόσωπα, απομυθοποιώ και το κόμμα. Όχι ότι έχω αλλάξει κόμμα, ανήκω πάντοτε στον χώρο της αριστεράς, παρ' όλο που πλέον δεν αξίζει και πολλά σαν κόμμα. Δίνω όμως το βάρος στους ανθρώπους, έρχομαι σε κείνους πιο κοντά. Είναι μεγάλο πράγμα να μπορείς να είσαι κοντά στους αλήτες της Φωκίωνος Νέγρη, κοντά στους ρακένδυτους και -σημειωτέον- διόλου επικίνδυνους κλοσάρ. Χωρίς να σημαίνει ότι θα μπορούσα να είμαι κι εγώ αλήτισσα. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου έτσι. Τα έμαθα πολύ νωρίς αυτά. Το να μπορείς όμως να βρίσκεις το στίγμα σου μέσα στη διφορούμενη ζωή είναι δύσκολο. Το να μπορείς να είσαι κοντά σε ανθρώπους raté και να μη γίνεσαι κι εσύ σαν αυτούς, αλλά να τους εκφράζεις, είναι κι αυτό δύσκολο. Όμως αυτή είμαι εγώ. Πάντα δίνω το βάρος στους ανθρώπους. Έτσι γεννήθηκα κι έτσι θα πεθάνω: ιδεαλίστρια.


Σημ.: Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 16 (άνοιξη 1999).

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

Ο Νίκος Καββαδίας μέσα από τις επιστολές του

Εκτός από ποιήματα, ο Νίκος Καββαδίας έγραψε και πεζά, καθώς κι επιστολές στους αγαπημένους του από τα μακρινά ταξίδια όπου πέρασε μεγάλο κομμάτι της ζωής του. Παραλήπτες των γραμμάτων ήταν κυρίως η αδερφή του Τζένια και η ανιψιά του Έλγκα, τις οποίες υπεραγαπούσε. Όπως γράφει η Έλγκα Καββαδία στον πρόλογο του βιβλίου Νίκος Καββαδίας – Γράμματα στην αδερφή του Τζένια και στην Έλγκα (εκδόσεις Άγρα, 2011):

Θυμάμαι πώς περιμέναμε τον ταχυδρόμο και την βαθιά απογοήτευση όταν δεν έφερνε γράμμα. Τα μακρινά του ταξίδια για μένα είχαν γίνει εφιάλτης. Ένας εφιάλτης που έκρυβε και την προσμονή και τη χαρά για την επιστροφή του.

Αναφέρει πολλές φορές στα γράμματα τα δώρα που μου αγόραζε. Σημασία δεν είχε τόσο το ίδιο το αντικείμενο όσο η ιστορία που θα το ακολουθούσε. Η περιγραφή της πολιτείας, του δρόμου , του μαγαζιού, του ανθρώπου που το πουλούσε.
Έτσι με ταξίδευε μαζί του .
Μου ’λεγε ότι κάθε χώρα έχει το δικό της χρώμα και τη δική της μυρωδιά.
Η Κίνα γκρι και κίτρινο και μυρίζει σκόρδο και τηγανητά λαχανικά. Η Αγγλία σαπούνι και μπισκότα Hantley & Palmer.


Το πιο παλιό γράμμα του Ν. Κ. στην αδελφή του έχει την χρονολογία 20.6.1935:

Η ερυθρά!... Τρομερή ζέστη, αντικατοπτρισμοί, άνεμος γεμάτος σκόνη από την έρημο!
Ο Ινδικός! Μονσόνια θερμά, κύμα βουβό δίχως αφρό. Πουλιά θαλασσινά που κλαίνε παράδοξα.
Περσικός ! Νησιά γεμάτα φίδια, καΐκια γιομάτα μαύρους γυμνούς…
Bouchire!...; Ένα κομμάτι από τα παραμύθια της Χαλιμάς.


Ένας από τους συνηθισμένους προορισμούς των ταξιδιών του ήταν η βόρεια Ευρώπη και τα λιμάνια της Αγγλίας :

Bristol Chanel 30.8.1935
Έχει πέσει πολύ πούσι. Ψιλοβρέχει. Βαστάει ο καιρός που σ’ ενθουσιάζει. Το παπόρι καθώς είναι ξεφόρτωτο κάνει γρήγορο πότζι. Γύρω μας σφυρίζουν, κλαίνε θα μπορούσε να πει κανείς τα καραβοφάναρα. Τα coaliers (ανθρακοφόρα πλοία) περνάν από δίπλα μας, μανουβράρουν και φεύγουν. Όλα, μου 'γραφες κάποτε, τελειώνουν, επιστρέφει πάντα κανείς.

Ο ποιητής πέρασε πολλές φορές τον Ινδικό με προορισμό την μακρινή Αυστραλία :

Από Melbourne για Freemantle 28.9.1949
Τώρα ταξιδεύουμε στις νοτιοδυτικές ακτές της Αυστραλίας. Φαίνονται κάτι πελώρια δέντρα πίσω από βράχους γρανίτινους. Κάνει πολύ κρύο σα να είναι Δεκέμβρης.

Shark Bay 6.12.1949
Αδελφή μου,
Τα ξημερώματα φτάνουμε στο Melbourne. Θυμάμαι μια τέτοια μέρα και μια χιονισμένη παγόδα στη Μαντζουρία. Βαστούσες ένα κουτί καραμέλες που μύριζαν παράξενα. Φορούσες ένα κόκκινο φιόγκο κι ένα φόρεμα βυσσινί, βελουδένιο, δεν κάνω λάθος καθόλου. Κατόπι πήγαμε με το έλκηθρο… 

Κι άλλη μια φορά στο Αργοστόλι. Σ’ εκείνο το σπίτι στη Λάσση. Η μητέρα μας ήτανε τότε νέα και ωραία.

Από την Αυστραλία, τα εμπορικά καράβια όπως το "Κυρήνεια" ανέβαιναν προς τους πολυσύχναστους σταθμούς όπως το Colombo της Σρι Λάνκα κι από κει κατέβαιναν πάλι στις ακτές της Αυστραλίας:

Colombo 14.2.1951 ξημερώματα
Από το Fremantle μέχρι τα νησιά Cocos και λίγο παραπάνω πέσαμε σ’ ένα κυκλώνα. Η ‘’Κυρήνεια’’ τα ’βγαλε πέρα περίφημα. Πηγαίναμε πρίμα τρεις μέρες. Η βροχή δε σταμάτησε 48 ώρες. Πολλές φορές θυμάμαι τα δέντρα...


5.3.1951
Ο καιρός είναι χειμωνιάτικος από χθες. Μπορεί κανείς να κοιμάται με τις πόρτες κλειστές. Το κέφι έχει αλλάξει. Οσμίζονται τη στεριά. Αν έχεις καλό μάτι, κοιτώντας αριστερά, αντικρίζεις την κοκκινωπή αγαπημένη γη της Αυστραλίας. Αύριο το πρωί θα ξημερωθούμε στο Fremantle, εκεί στη λίμνη του Περθ με τους κύκνους. Το βράδυ θα σαλπάρουμε για το Great Bite of Australia, to Bay Biscy του νότου. Πέντε μερόνυχτα ωκεάνιος σάλος. Έπειτα το Bass Straight. O Abel Tasman με τα ξανθά γένια. Μια βδομάδα στο Melbourne. Στα πάρκα, στα παιχνίδια της St Kilda, στα μαγαζιά της Collins street για το χατίρι σου.


Melbourne 12.8.1951
Κυριακή. Τώρα μόλις έπαψε να χιονίζει. Όλα κλειστά στην πολιτεία. Μονάχα οι μπυραρίες ανοιχτές μα γι’ αυτούς που μπορούνε να πίνουν. "Τα πελάγη είναι ακόμα ταραγμένα, ο καιρός τις τελευταίες δυο μέρες ήταν κακός". Όμως εμείς για τρίτη φορά ξεγελάσαμε τον κυκλώνα.

Από τα λιμάνια της Κίνας η πρώτη του δουλειά ήταν να λάβει την αλληλογραφία του και να στείλει τα δικά του μηνύματα:

Hong Kong! Ένα πράσινο βουνό πάνω από τη θάλασσα. Αν δεν ήταν ο κάματος, ο ιδρώτας , ο τυφώνας που παραμόνευε στις Φιλιππίνες, ίσως κι ο φόβος, η νύχτα μπροστά στο ραδιογωνιόμετρο ανάμεσα σ’ εφτά νησιά που δε φαίνονταν… Τότε το Green Island θα μου φαινόταν ένα νησί λίγο ψηλότερο και πιο φυτεμένο από τη Στρογγύλη.
Ρουφάω στους δρόμους τη μυρωδιά της Κίνας. Αν δεν είχα φύγει, θα ΄μουνα νικημένος. Όλα πήγανε τόσο καλά. Από το Colombo κι έπειτα, όταν οι άλλοι είχαν αρχίσει να φοβούνται, εγώ είχα πάψει . Τριγυρίζω αδιάκοπα. Οι Κινέζοι… Ευκολότερα μπορείς να διαβάσεις τη γλώσσα από τη μορφή τους. Πήρα μια νυχτικιά της Έλγκας. Θα της πάρω κι ένα κιμονό. Βρήκα κι ένα jade (νεφρίτη) μα δεν είναι καλά δεμένο. Θα ψάξω...


Με τον "Πρωτέα", ένα παλιό πλοίο των Ελλήνων εφοπλιστών που όργωναν του ωκεανούς,  θα ταξιδέψει πάλι γύρω απ’ τις ακτές της Ινδίας:

En route 2.10.1953
s/s "Proteus’’
Proteus… Μάγος ή βασιλιάς; Δε θυμάμαι. Τούτος εδώ είναι από σίδερο και κατεβαίνει μ’ εννιά μίλια, γερασμένο παιδί του Βορρά για ν’ αρχίσει καινούρια θαλασσινή ζωή στο Νότο. Έχω τις φωτογραφίες σας κολλημένες στο δέκτη. Καμιάν άλλη, ούτε ζωγραφική. Μονά, πουλάκια με σπασμένα φτερά έρχονται και ξεκουράζονται στην κουβέρτα. Χτες ξανάδα τις φοινικιές του Μινικόι. Ήταν αλλιώτικες από κείνες που βλέπαμε τότε με το "Κερύνεια". Κι εγώ είμαι αλλιώτικος, πιο νέος και περισσότερο θαρραλέος κι ας μην υπάρχει ένα ψυγείο γιόματο αντιβιοτικά . Είν’ ένα κόκκινο βιβλίο που το ‘χανε εδώ κι εκατό χρόνια στα φαλαινοθηρικά… Medical Advices for Sea Captains. Αριστερά τα φανάρια της Ινδικής. Αύριο θα ‘μαστε στο Colombo. H Σαλαγια θα ζει;

Οι ναυτικοί πολλές φορές άλλαζαν καράβια σύμφωνα με του υπολογισμούς των πλοιοκτητών που έψαχναν τρόπους να μεγιστοποιήσουν τις αποδόσεις των διαδρομών. Στο ίδιο ταξίδι, ο Παναγής Γιανουλάτος, ιδιοκτήτης του "Πρωτέα", δίνει εντολή στους ναυτικούς να επιστρέψουν με το υπερωκεάνιο "Ασία":

S/S ASIA
Singapore 3.11.1953
Έλγκα. Φτάσαμε χθες και θα φύγουμε αύριο το πρωί για το Colombo. Εδώ είναι το πιο πράσινο μέρος που έχω δει ποτέ. Βρέχει, βρέχει… Τα κινεζάκια είναι τα πιο όμορφα μωρά στον κόσμο. Όταν γυρίσω θα σου πω πολλές αληθινές ιστορίες.


Τα επόμενα χρόνια, ο Καββαδίας συνεχίζει να ταξιδεύει έχοντας πλέον εμπειρίες πολλών χρόνων:

Melbourne 23.12 1955
Χθες παραλάβαμε το καράβι και αύριο θα φύγουμε για το Adelaide για φορτίο. Έχω καιρό να λάβω γράμμα και σας σκέφτομαι όλη την ώρα. Τούτη τη χρονιά οι Αυστραλέζοι θα κάνουν ευρωπαϊκά Χριστούγεννα. Κρύο πολύ.


Colombo 16.1.1956 
Από το Freemantle μέχρι εδώ κάναμε 12 μέρες με προσέγγιση στα Cocos Islands για να βγάλουμε έναν motorman που είχε μολύνει το χέρι του με πετρέλαιο...

Τα φορτία των καραβιών ήταν πολλές φορές ασυνήθιστα. Για παράδειγμα, στο πλοίο "Λυδία" φόρτωσαν τέσσερις χιλιάδες πρόβατα από το Άντεν για την Τζέντα :

m.v. "Lydia"
Κυριακή 29.1.1956
Jidda, Jedda ή Djeddah!… Όπως και να την πεις, μένει το πιο δύσκολο λιμάνι του κόσμου. Από το πρωί βλέπω από μακριά τους μιναρέδες μέσα στην Αθούρα. Και το πιο περίεργο, δροσιά, ψυχρίτσα. Αν σου πω πως είδα, σε τούτο το ταξίδι, τους βράχους του Άντεν πράσινους, δε θα το πιστέψεις. Είκοσι χρόνια είχε να βρέξει κι έβρεξε τρεις μέρες συνέχεια. Κι οι γρανίτες πετάξανε χλόη! Βγάλαμε το πρωί τα πρόβατα και τώρα περιμένουμε να πέσουμε δίπλα να ξεφορτώσουμε το στάρι. Θα μείνουμε 2-3 μέρες και κατόπι στο άλλο λαμπρό λιμάνι, το Port Sudan, για φορτίο… 


Τα τελευταία χρόνια της ναυτικής του ζωής του ο Καββαδίας ταξιδεύει περισσότερο στην Ευρώπη επειδή οι δικοί του τον ήθελαν κοντά τους όλο και περισσότερο. Από το Λούμπεκ, στις ακτές της Βαλτικής,  γράφει:

Lubek , 25 Νοεμβρίου 1965
Δεν είχε φέξει όταν έφτασα στην Brest. Βροχή. Κατέβηκα και βρέθηκα η βαλίτζα κι εγώ έξω από το καράβι. Δεν έβλεπα ούτε δεξιά ούτε αριστερά ούτε πίσω μου που βρίσκονταν μερικοί Bretons του λιμανιού. Η παλίρροια είχε σηκώσει πολύ ψηλά το καράβι και μια ανεμόσκαλα κρεμόταν….


Στα ταξίδια του στις βόρειες θάλασσες, το τοπίο που αντίκριζε ήταν εντελώς διαφορετικό, όμως η θάλασσα πάντα τον συνάρπαζε:

KRAMFORS 12.12.1965
Στο Svartvik έλαβα το γράμμα σου, μα φύγαμε την ίδια μέρα και δεν πρόλαβα να σου απαντήσω. Φτάσαμε απόψε στο Kramfors, βεβαίως με παγοθραυστικό, που το πήραμε στην είσοδο του Fjord. Η Μεσόγειος δεν είναι πιο φιλόξενη το χειμώνα . Ούτε πιο υγιεινή. Ο ρευματισμός λησμονήθηκε κάπου στην Brest. Επίσης και ο βήχας. Ελπίζω να μη ξοδέψω τη Novalgin που πήρα μαζί μου. Και το θερμόμετρο απόψε 18 κάτω του 0. Πες της Έλγκας να μου ετοιμάσει κανένα μωρό. Τίνος θα διηγούμαι τούτα τα θαυμαστά που βλέπω; Ποιανού μωρού θα δω τα μάτια ν’ ανοίγουν διάπλατα όταν θα του διηγηθώ για τη χιονοθύελλα! Για το Ferry "Nils Holgerson" με τις όμορφες καμαριέρες που συναντιόμαστε κάθε πρωί… 


Sandarne 17.12.65 - 12 βαθμοί κάτω του μηδενός.
Για τούτο αποφάσισα σήμερα να βγω για περίπατο. Η χιονοθύελλα μας εμπόδισε να βγούμε σε άλλα δυο λιμάνια...
Σήμερα θα κοιτάξω για τα μαχαίρια του Στεφανή και κανένα παράξενο μάλλινο ή δερμάτινο για την Έλγκα. Περιμένω γράμμα σου στο Κίελο.



Επιλογή αποσπασμάτων:
Απόστολος Σπυράκης


Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Το ποίημα της Δευτέρας - "1050 χιλιόκυκλοι" και "Ο δρόμος" της Κωστούλας Μητροπούλου

Στον απόηχο της χθεσινής επετείου του Πολυτεχνείου, παραθέτουμε στο "ποίημα της Δευτέρας" δύο πολύ γνωστά ποιήματα της αείμνηστης ποιήτριας Κωστούλας Μητροπούλου, από την οποία πρόλαβε λίγο πριν από τον θάνατό της να πάρει συνέντευξη η Χριστίνα Λιναρδάκη (ήταν μάλιστα η πρώτη συνέντευξη που πήρε από επώνυμο). Η συνέντευξη θα αναδημοσιευθεί στο στίγμαΛόγου την επόμενη Δευτέρα.


1050 χιλιόκυκλοι

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σού ‘στειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιου σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!

Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.
Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.


Ο δρόμος

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά
ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία
κι ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά

Κι ύστερα πέρασε ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά
ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά

Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία
κι ύστερα γήπεδο στοιχήματα καυγάς
ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
είπανε όμως πως την έγραψαν παιδιά…


Κωστούλα Μητροπούλου



Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

"Στη φλέβα της πέτρας" της Ειρήνης Παραδεισανού

Η ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού μιλά για την τραγικότητα της ζωής που ριζώνει μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου, στο άγονο έδαφος ενός διχασμένου κόσμου. Επαναστατεί κατά του ελλείμματος ανθρωπιάς που υπάρχει στην εποχή μας και ενός συστήματος που το αναπαράγει, στρώνοντας χιόνι στα μάτια των ανθρώπων, φυλακίζοντας τους στα δάχτυλα της πέτρας. Η ποίησή της επιζητεί να σπάσει τα τείχη που κτίζει η πέτρα, να φτάσει στο ίζημα εκείνο της αγάπης που έκτισε τον κόσμο. Η αλληλεγγύη της ποιήτριας για τα δεινά του άλλου, ο θυμός και η αγανάκτησή της για τις τραγικές ειδήσεις που κάνουν τον γύρο του κόσμου είναι το υλικό και η κινητήρια δύναμη της ποίησής της.

Ειδήσεις που της βαραίνουν την καρδιά, της κόβουν την ανάσα, της τρυπούν σαν καρφιά τους κροτάφους, για έναν κόσμο που φλέγεται ντυμένος του Ιώβ την προβιά. Και από την άλλη πλευρά, άνθρωποι που θαρρείς υπνοβατούν γύρω της· με βαμβάκι στα μάτια, χωρίς συμπόνια για εκείνους που έχασαν την πατρίδα τους, χαμένοι στον μικρόκοσμό τους, αδιάφοροι για τα δεινά που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Μια καθημερινότητα χωρίς διέξοδο, την οποία η ποιήτρια βιώνει σαν φυλακή· ένα γκρίζο τοπίο που μέσα του η ψυχή του ανθρώπου φθείρεται, βουλιάζει σε τέλμα.
Η ίδια, με την ιδιότητα της φιλολόγου, διακρίνει καθημερινά τα σημάδια αυτής της φθοράς μέσα στις πνιγηρές αίθουσες διδασκαλίας, όπου βαριεστημένοι φοιτητές αναμασούν μια άνευρη διδακτέα ύλη που δεν ανάβει τη φλόγα του ενθουσιασμού στα μάτια τους. Οι αξίες των κλασικών έργων δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ψυχή τους. Στο ποίημα της που απευθύνεται στον Κώστα Καρυωτάκη, γράφει μεταξύ άλλων:

Κι αν σε πουλήσαμε κι εσένα 
κι αν βγάλαμε απ’ το αίμα σου θεωρίες φιλολογικές 
που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν
συγχώρα μας ποιητή
μα δεν ξέραμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε… 
Εμείς οι φιλόλογοι
με τα γαριασμένα πετσιά
με την εμμονή στο ακέραιο καθήκον
με τα μάτια σταχτιά
εμείς που δεν θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία
σε χαιρετούμε
ποιητή
μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη
κλουβί μας.
Στο περιτείχισμα του σχολικού αυλόγυρου, το παιδί πρόσφυγας παρακολουθεί μέσα από τρύπια μάτια τα άλλα παιδιά να παίζουν αγνοώντας το σαν να είναι αόρατο, αντανακλώντας τις προκαταλήψεις και τις φοβίες των γονέων τους.

Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.
Το δικό σας σάρκινο δέρμα νοιαστείτε.


Μια νέα εποχή βαρβαρότητας φαίνεται να απλώνει αργά αλλά σταθερά τη σκιά της πάνω από τον κόσμο, που στόχο της έχει να εξαφανίσει την ευαισθησία και την αθωότητα από τις παιδικές ψυχές…
Η σύγχρονη ποίηση φαίνεται να έχει επηρεαστεί και αυτή στα μάτια της ποιήτριας από τη φθορά της εποχής. Με ποιήματα αυτοαναφορικά που γράφονται από κάποιους ανθρώπους που στοχεύουν στην προσωπική προβολή, στους επαίνους και κλείνουν τα μάτια στην ασκήμια της πραγματικότητας. Μια ποίηση που γράφεται κυρίως προς τέρψιν των σαλονιών.

Η ποιήτρια θέλει η ποίησή της να είναι το μπουρίνι που λαχταρά να ξεσπάσει δίχως οίκτο στα αγέλαστα βράχια της θύμησης, το σφυρί που θα σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στέρνο, τον πάγο της αδιαφορίας των ανθρώπων. Είναι ο μόνος τρόπος που βρίσκει για να πάρει ανάσα.
Θα ουρλιάζω σκοπούς στα κλειστά σας ματάκια
άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μπρος στα ολόφωτα μάτια μου.


Σημασία έχει για εκείνη το βλέμμα του άλλου. Γιατί χρέος του ποιητή είναι να απλώνει το χέρι να σχίσει το βαμβάκι που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του… Όπως κάποτε το έκανε η Βιρτζίνια Γουλφ όταν έβλεπε τα σχέδια πίσω από το βαμβάκι, η Σύλβια Πλαθ, όταν έπεφταν τα πέπλα από τα μάτια της. Να δουν το σκελετωμένο παιδί που προσεύχεται στο στήθος του Θεού:

Σαλεύει στο δέρμα τ’ ουρανού
Σκελετωμένο το παιδί.
Τα χέρια του ακουμπούν στο στήθος του Θεού
«Δωσ’ μου Θεέ
τα μάτια του θεριού
ν΄ακουμπήσω μ’ αυτά την αντιπέρα όχθη
να σταλάξω στο ποτήρι των ανθρώπων που δεν είδαν
μια στάλα κρασί
απ΄τις κόρες των ματιών
που με καρφώνουν…

Να δουν με τα μάτια του μυαλού, το πρόσωπο του θεριού που κρύβεται πίσω από τους νεκρούς πρόσφυγες που μένουν ακδίκιωτοι, φορώντας στεφάνι υγρό στις ακτές της Μεσογείου. Όμοιο με εκείνο που κρυβόταν τότε πίσω από τον ασάλευτο δείκτη που χάραξε τη σχισμή στο μέτωπο των νεκρών του Πολυτεχνείου. Το ίδιο που δημιουργεί πολέμους. Nα δουν τον Μινώταυρο της οικονομίας του εικοστού πρώτου αιώνα που εξοντώνει τα παιδιά του και απομυζά τον πλανήτη.

Να ακούσει τη νότα χλευασμού στα χείλη του πνιγμένου που του θυμίζει ότι ο βυθισμένος δεν έχει χρεία απ’ οξυγόνο./ Εκεί που οι άλλοι ασθμαίνουν για φως/ ο βυθισμένος γελά

Να συγκλονίσει την καρδιά τους, όπως συγκλόνισε τη δική της το θλιβερό αναγγελτήριο, ότι δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη...

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα…
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα…)


Και αν η ποίησή της, τροφοδοτημένη από παρόμοιο θυμό με αυτόν του Αχιλλέα, απευθύνεται με γλώσσα αιχμηρή και ειρωνική στους άβρεχτους και τους χορτάτους, γίνεται λίμνη ευαισθησίας και τρυφερότητας, όταν μιλάει για τους πρόσφυγες και τα παιδιά.

Γίνεται το διάμεσο που σχίζει το πέπλο και ανοίγει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη την αυλαία ενός παράλληλου κόσμου. Για να δει απέραντες εκτάσεις από άνυδρα τοπία φτιαγμένα από άμμο και αλάτι, δέντρα γυμνά από χυμούς, πόλεις ερειπωμένες... Στους δρόμους τους φυτρώνουν φύκια πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα... Θαρρείς και η σκληρότητα της ψυχής της μιας πλευράς του κόσμου αντανακλάται στην άλλη, δημιουργώντας υπερρεαλιστικές εικόνες απόλυτης καταστροφής. Ο ήχος των πολεμικών αεροπλάνων, μαζί με τον άνεμο της πεδιάδας και τον αχό των κυμάτων, είναι το ρέκβιεμ ενός κόσμου που χάνεται. Ένα εφιαλτικό παραμυθιού που ακούγεται από χείλη παιδικά.
Ο αχός των κυμάτων που σπάζουν στους κροτάφους
ένα σιγανό μουρμουρητό καμωμένο απ’ τον ήχο των φλεγόμενων πουλιών.
τα φτερά τους απλώνουν στον άνεμο
να στεγνώσουν τη γύμνια του κόσμου
κι αργοσαλεύουν στο φρύδι του θεού
που απαθής
μοιράζει τη φρίκη
στα μάτια των σερνάμενων υπηκόων του.

./..

Στον καπνό που ανεβαίνει απ’ τον άγνωστο κόσμο
στη σιωπή που καρφώνει με νύστα την πεδιάδα του ανέμου
στην ασημένια σμίλη του αλατιού που οργώνει τη θάλασσα
Πόση θλίψη
αγέννητη ακόμη
χαρίζουν τα πουλιά με τα ραμμένα ράμφη
στο βλέμμα του ασάλευτου ποιητή.


Ο ψυχικός πόνος της σχεδόν σωματοποιείται, παιδικά χέρια αναδύονται από τους πόρους του σώματός της, ή είναι η ποίηση που γίνεται σώμα για να υποδεχθεί τα νεκρά παιδιά, για να τους δώσει ένα τόπο για να υπάρξουν;

Στους πόρους του δέρματος φυτρώνουν χέρια.
Εκλιπαρούσαν για σάρκα τ’ άκαπνα μέλη.
Ρίζες ανάποδες
απ’ τις σχισμές που ανοίξαν στους άμαθους πόρους
τρεμοσβήναν τα βλαστάρια του νου του…

…Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα
στη λάσπη των ανθρώπων

                  
Όταν κοιτάς από ψηλά, από το φρύδι του θεού που είναι τα σύννεφα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι... Μυρμήγκια με κεραίες από σκόνη μπαινοβγαίνουν μέσα από την τρύπα που κάποτε ήταν το στόμα του Γκιούλιβερ. Με κοιτούν με μάτια κόκκινα/ μισόκλειστα γερτά στην ειρωνεία./ Εγώ ο Γκιούλιβερ στη χώρα των μικρών τεράτων/ καρφωμένος στη λάσπη των λιωμένων ανθρώπων/… λίπασμα για τα μικρά τέρατα…

Θα πεθάνει στο μέλλον ο δημιουργικός άνθρωπος με το ελεύθερο πνεύμα, που υπερασπιζόταν το δίκαιο και αγωνιζόταν για το όραμα ενός καλύτερου κόσμου; Θα χαθεί στη λήθη η πολιτιστική κληρονομιά του;

Θα 'ρθει καιρός που θα γίνει έρημος αυτός ο πλανήτης; Θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά/ θα στρέφουνε της κόγχες των ματιών τους στον πατέρα/ κι εκείνος θα γέρνει ολοένα προς το χώμα/ μέχρι να γίνει κουκκίδα άμμου/ σε πέτρινη θάλασσα

Η ποιήτρια μιλάει για ένα παρόν που μοιάζει σαν μια αέναη ευθεία γραμμή, χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον. Μια γκρίζα περιοχή που δεν είναι άλλη από το κενό που έχει δημιουργήσει το έλλειμμα ανθρωπιάς ενός διχασμένου κόσμου. Η ποίηση είναι το διάσελο που μπορεί να διασφαλίσει την ενότητά του, στο βάθος της λιμνάζει η ιστορία της ψυχής του ανθρώπινου πνεύματος. Σε καιρούς σκοτεινούς, είναι η εσωτερική πυξίδα του ανθρώπου για να φτάσει τον άλλο, να ενώσει τα χέρια σε αλυσίδα ευαισθησίας. Ο άνθρωπος θα μπορούσε τότε να δει, όταν πέσουν τα πέπλα μπροστά από τα ολόφωτα μάτια του, το κρυμμένο παιδί που σαν ένας μικρός γαλήνιος θεός αλαργινός, παραμονεύει πίσω από τις γρίλιες το φως της αγάπης.

Κατερίνα Τσιτσεκλή



Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ’ τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
και
υπαγορεύουν
το τελευταίο ποίημα.


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Όταν η κριτική συνθηκολογεί

Παλαιότερα, η συμπερίληψη ενός ποιητή ή ενός βιβλίου στη λίστα ενός ορισμένου οίκου από μόνη της λειτουργούσε ως πρόκριμα. Το ίδιο και οι επιλογές των σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών. Το αργότερο από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αυτό σε μεγάλο βαθμό έχει πάψει να ισχύει. Ακόμη και από γνωστούς και αναγνωρισμένους οίκους οι συλλογές που κυκλοφορούν τυπώνονται όλο και συχνότερα, εν όλω ή εν μέρει, εξόδοις του συγγραφέα τους. Οι εξαιρέσεις που υπάρχουν, δεν αποδυναμώνουν τον γενικό αυτόν κανόνα. Στην ουσία έχουμε δηλαδή το πλήρες αναποδογύρισμα του εμπορικού κύκλου: πελάτης του εκδότη δεν είναι πια ο αναγνώστης αλλά ο συγγραφέας. Ο εκδότης παρέχει απλώς τυποτεχνική επιμέλεια στο παραγόμενο προϊόν, χωρίς να εγγυάται την ποιότητα του περιεχομένου του - παρόμοια με τον βιβλιοδέτη ή τον σελιδοποιό. Καταναλωτής και παραγωγός εδώ εν τέλει ταυτίζονται. Και μπορεί οι εκδότες να μην είναι εντελώς αδιάφοροι για το προϊόν που τυπώνουν, δεδομένης όμως της κατάστασης στην αγορά θα ήταν άδικο ν' απαιτούμε να βγάλουν εκείνοι το φίδι από την τρύπα. Άλλωστε, τα βιβλία που παράγουν είναι, και ως προς το περιεχόμενό τους ακόμη, προτιμότερα από τις πολύ συνηθισμένες παλιότερα αυτοεκδόσεις, που πλέον υποχωρούν.

[...] [Στην] Ελλάδα, στις 7.909 εκδόσεις που καταγράφει για το 2016 η Βιβλιονέτ, τα 680 ποιητικά βιβλία που κυκλοφόρησαν αντιπροσωπεύουν το  8,6% του συνόλου, νούμερο διόλου αμελητέο για τους εκδότες και τους λοιπούς επαγγελματίες του κλάδου - χαρτεμπόρους, τυπογράφους, βιβλιοδέτες, ατελιέ. Αλλά και τα βιβλιοπωλεία, τα θέατρα, οι πολιτιστικοί χώροι που φιλοξενούν τις όλο και περισσότερες ποιητικές εκδηλώσεις, επίσης εξαρτώνται ως έναν βαθμό απ' αυτές και τα έσοδα που τους αποφέρουν.

Τι είναι η ποίηση σήμερα κοινωνικά, το βλέπει κανείς σε μια τέτοια εκδήλωση. Ένας ποιητής, που συνήθως έχει πληρώσει για το ολιγοσέλιδο βιβλίο του μία, δύο ή και περισσότερες χιλιάδες ευρώ στον εκδότη του, το παρουσιάζει μαζί με τρεις-τέσσερις ομότεχνους φίλους του, που μιλούν γι' αυτό ενώπιον ενός κοινού το οποίο στην πλειονότητά του αποτελείται επίσης από οικείους, φίλους και ομοτέχνους. Οι πωλήσεις που γίνονται στις εκδηλώσεις αυτές είναι συχνά και οι μόνες. Κατόπιν, τα κείμενα των ομιλιών, ως κριτικά σημειώματα πλέον, δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα ή διαδικτυακά. [...] Στο εσωτερικό του κύκλου αυτού, η ποίηση δεν μετράει πλέον ως δραστηριότητα δημόσια, τα μέλη του δεν ενδιαφέρονται να προβάλλουν την εργασία τους παραπέρα ή να ενημερωθούν για την εργασία των ομοτέχνων τους που δεν γνωρίζουν προσωπικά, [...]

Προφανώς, τα κλειστά αυτά λογοτεχνικά οικοσυστήματα δεν έχουν να προσφέρουν δόξα ή οφέλη υλικά. Ωστόσο, τα όσα όντως προσφέρουν δεν είναι διόλου αμελητέα. Όλες οι άλλες τέχνες - τα εικαστικά, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η μουσική - έχουν σημαντικό κόστος παραγωγής, οι εκθέσεις, οι παραστάσεις, οι συναυλίες, τα όργανα και τα υλικά στοιχίζουν. Ένα λογοτεχνικό είδος εκτενές πάλι όπως το μυθιστόρημα προϋποθέτει μακροχρόνια, συστηματική και απαιτητική εργασία. Η ποίηση απεναντίας είναι η πλέον προσιτή οικονομικά τέχνη. Αλλά και η πλέον βολική ως προς τις τεχνοτροπικές της απαιτήσεις. Κατά την κρατούσα αντίληψη, κάθε κείμενο μπορεί να τιτλοφορηθεί "ποίημα", εδώ και έναν αιώνα προϋποθέσεις τεχνικές-μορφολογικές δεν υπάρχουν. Άρα είναι μια καλλιτεχνική δραστηριότητα ιδεώδης για τις ανάγκες της μαζική παραγωγής, "φιλική" και κατάλληλη για όλους.

Με τον τρόπο αυτό, καταβάλλοντας δύο ή τρεις φορές κάθε δέκα χρόνια ένα σχετικά μικρό ποσό σ' έναν εκδότη και διοργανώνοντας μια-δυο εκδηλώσεις για τους φίλους του, εξασφαλίζει κανείς εύκολα τον τίτλο του ποιητή και πλουτίζει το βιογραφικό του. Η πιθανότητα το ποιητικό του βιβλίο να κριθεί δημοσίως αρνητικά είναι μηδαμινή. Ακόμη κι αν η τάδε ή δείνα λογοτεχνική συντροφιά ή εταιρία, το άλφα ή βήτα περιοδικό δεν τον κάνουν δεκτό ως μέλος ή συνεργάτη τους, εύκολα θα βρει μιαν άλλη ή ένα άλλο που θα τον δεχτούν. Για ένα άτομο που δεν είναι εντελώς ακοινώνητο, μια κάποια αναγνώριση είναι λοιπόν εξασφαλισμένη, άλλωστε η πλειονότητα των γραφόντων δεν τρέφει άλλη φιλοδοξία. [...]

Κώστας Κουτσουρέλης



Σημ. Απόσπασμα από το ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου του Κ.Κ. Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2019. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά 12 κεφάλαια και μία αποφώνηση που, εκτός από μια ανατομία της ποιητικής συνθήκης των ημερών μας, προτείνουν ακόμη τρόπους διάσωσης της ποίησης από τη σημερινή αλγεινή της κατάσταση, προκρίνοντας ως κύρια λύση την επιστροφή στον ρυθμό, την ομοιοκαταληξία και το μέτρο παλαιότερων περιόδων. 

Ταυτιζόμαστε σε μεγάλο βαθμό με όσα αναγράφονται στο βιβλίο, δεν μπορούμε ωστόσο να μην υποδείξουμε κάποια ολισθήματα, όπως την αντιδιαστολή, στη σελίδα 49, στίχου του Ελύτη ("Εσείς να δούμε τώρα", από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου) με μια ρήση της Γώγου ("Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε") με σκοπό τη μετρική σύγκριση παλαιότερων ποιητών με πιο σύγχρονους. Το τσιτάτο της Γώγου ωστόσο δεν είναι στίχος από ποίημά της, τουλάχιστον όχι από ποίημα δημοσιευμένο (προέρχεται από την ενότητα "Ημερολογιακά" στο βιβλίο Με λένε Οδύσσεια, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, και είναι επομένως σημείωσή της που βρέθηκε στα συρτάρια της - έντεκα χρόνια αργότερα βέβαια οι εκδόσεις Καστανιώτη αποφάσισαν να τιτλοφορήσουν με αυτήν τη ρήση το σύνολο του ποιητικού της έργου), άρα δεν μπορεί να υπαχθεί σε μετρικές συγκρίσεις ούτε να στηρίξει επιχειρήματα του τύπου "ο χασμωδικός δωδεκασύλλαβος της Γώγου είναι πεζά, δημοσιογραφικά ελληνικά", αφού δεν προτάθηκε ως στιχούργημα. Τέτοια ολισθήματα δημιουργούν αμφιβολίες για τη στερεότητα των επιχειρημάτων συνολικά και είναι καλό σε ένα βιβλίο σαν αυτό να προβάλλονται μόνο εφόσον έχει προηγηθεί ενδελεχής έρευνα.

Όσο για τις νουθεσίες περί επιστροφής στην παράδοση, δηλαδή σε φορμαλιστικές πρακτικές, ως τρόπου διάσωσης της ποίησης, είναι μάλλον ανεδαφικές. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω...

Χ.Λ.


Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

"Χίλιες ανάσες" της Ιωάννας Καρυστιάνη

Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη μας προδιαθέτει ήδη από τον τίτλο του ότι είναι ένα μυθιστόρημα για πολλούς ανθρώπους. Έτσι, ενώ η ιστορία ξεκινά με μια κεντρική ηρωίδα, με μια κινηματογραφική αντιμετώπιση της μυθοπλασίας, τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δράση ή απλά υπάρχουν στο γύρω περιβάλλον ολοένα και αυξάνονται σαν να απεικονίζουν τον παλμό, τη σκέψη και την ιδεολογία που θα μπορούσαν να ’χουν χίλιες ανάσες.

Πώς όμως ξεκινά η υπόθεση και τι θέματα πραγματεύεται η συγγραφέας; Αρχικά κάπου ένα μίλι στα ανοιχτά της Σύρας ένας ψαράς βρίσκει έναν άνθρωπο νεκρό τυλιγμένο στα δίχτυα του. Η Πηγή Βογιατζή αναγνωρίζει στο άμορφο κουφάρι το σύζυγό της που είχε εξαφανιστεί στις 27 Αυγούστου του 2015 από παράκτια περιοχή στη νήσο Κουκούτσι, όπου και κατοικούσε.

Από την αρχή της αφήγησης η Ι. Καρυστιάνη ορίζει στις δύο βασικές συντεταγμένες του χώρου και του χρόνου το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί. Επιλέγει την Ελλάδα των δύσκολων χρόνων της οικονομικής -και όχι μόνο- κρίσης, μια περίοδο πολύ κοντινή, που σχεδόν ταυτίζεται με το σήμερα, και ως τόπο δράσης ένα νησί επινοημένο, που θα το τροφοδοτήσει με τη ζωή μιας τοπικής κοινωνίας και τους ανθρώπινους σφυγμούς που πάλλονται πολύ κοντά ο ένας στον άλλο.

Ο νεκρός που η Πηγή αναγνώρισε ήταν πράγματι ο σύζυγός της; Στο Φουντωτό Βράχο στο νησί Κουκούτσι βρέθηκε το αυτοκίνητό του και μέσα σε αυτό προσωπικά του αντικείμενα. Τι να συνέβη άραγε; Ο απόηχος μιας παλιάς ιστορίας μοιάζει να έρχεται και πάλι στο προσκήνιο. Η Πηγή θα προσπαθήσει να διαβεί το χρόνο, να ανασκαλέψει το παρελθόν, να γυρέψει απαντήσεις από τους φίλους του. Και ανάμεσα στα ανεξιχνίαστα γεγονότα και τα καλά κρυμμένα μυστικά ή τα συμβάντα τα σκόπιμα χαμένα μέσα σε χρόνους σιωπής, κομβικό ρόλο στην υπόθεση έχει κι ένα μικρό φιλντισένιο κουμπάκι.

Γύρω λοιπόν από μια αποσιωπημένη ιστορία κι από ένα κουμπάκι - ενθύμιο περιπλέκεται όλη η ιστορία του μυθιστορήματος. Τι είχε συμβεί παλιά στο Φουντωτό βράχο και πόσο επηρέασε τις ζωές όλων των παρευρισκομένων;

«Αγχωμένα και απανωτά η γυναίκα τον άρχισε, δεν μου το βγάζει κανείς από το μυαλό ότι κάτι άλλο δείχνει ο Βράχος σας, κάποιος είπε στον Στέλιο αυτό που ακόμη δεν ξέρω και που τον βούλιαξε ξανά κι αυτός ο κάποιος δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τον Σεπτέμβρη του ’75».

Ενώ όμως αρχικά το μυθιστόρημα μοιάζει να υπόσχεται αστυνομικό μυστήριο, το σασπένς παραχωρεί τη θέση του σε πιο βατές εξελίξεις και η υπόθεση εκτυλίσσεται μάλλον χωρίς πολλά απρόοπτα, ακολουθώντας περισσότερο τα μονοπάτια του κοινωνικού μυθιστορήματος. Έτσι χωρίς πολλές δραματικές ανατροπές, με λύσεις που έρχονται από εκμυστηρεύσεις καθημερινές, όχι τόσο εκκωφαντικές, αποκαλύπτεται το μυστικό του Βράχου. Ίσως η πιο σημαντική δραματική εξέλιξη να είναι η αναχώρηση της κόρης του ζεύγους για τη Σάμο ως εθελόντρια στο προσφυγικό. Εκεί που καιροφυλακτεί μια διαβολική σύμπτωση.

Το ύφος του λόγου στο μυθιστόρημα είναι άλλοτε σκόπιμα ανεπεξέργαστο, άλλοτε κοφτό με καθημερινούς διαλόγους και ορισμένες φορές λίγο πιο τραχύ, με τις λέξεις να διαχέονται οξύθυμα προς διάφορες κατευθύνσεις ως απόρροια μιας εσωτερικής οργής σε άμεση συνάφεια με τα αδιέξοδα της εποχής.

«Μα να ξεψαρίζει πτώματα από δίχτυα; Σαν του πατέρα της; Να κλείνει στον κόρφο της πνιγμένα μωρά; Γραμματέας στο γραφείο του Χάρου; Εκεί πιάσανε τόπο, τα πτυχία; Λέσβος, Χίος, Λέρος, Κως, Σάμος ανήκουνε πια στην εμπόλεμη ζώνη της Συρίας. Πώς την άφησες; Θα πάθει κορίτσι πράμα. Από την πρέζα των διαδηλώσεων θα περάσει στα πιο σκληρά, θα μπει στα ψυχοφάρμακα».

Η φύση, ωστόσο, συχνά απαλύνει την οργή και τα αδιέξοδα των ηρώων. Και τότε οι περιγραφές γίνονται πιο λυρικές. Εξάλλου η επιρροή της φύσης είναι διάχυτη μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων του νησιού κι αυτό είναι ολοφάνερο με τις εικόνες που μοιάζουν να ενώνουν ανθρώπους και φύση σε ένα διαρκές νιτερέσο, σε μια σχέση συνεχούς και αναπόδραστης αλληλεπίδρασης.

«Τίναξε τις λάσπες από τις γαλότσες του κι ακούμπησε στην τσουγκράνα, στα δόντια της σάπια φύλλα».

«Ένιωσε έναν σφάχτη στην πλάτη. Όποτε είχε υγρασία, το βυσσινί τριαντάφυλλο λες και νοτιζόταν, η ουλή ζωντάνευε και την πονούσε, η σπονδυλική της στήλη γινόταν κοτσάνι με αγκάθια και της πατούσε βελονιές».

Σε γενικές γραμμές, πάντως, ο πολύ περιγραφικός λόγος, οι διάλογοι, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας και τα πολλά εμπλεκόμενα πρόσωπα στο σκηνικό της δράσης -πολλές φορές χωρίς δυναμική συμμετοχή- προσδίδουν στο στυλ της γραφής μια εμφανή και εκτεταμένη εξωστρέφεια . ‘Όλα περιστρέφονται γύρω από τις καθημερινές δραστηριότητες, την επικοινωνία, τις σκέψεις και τα μικροπροβλήματα των κατοίκων του νησιού. Άνθρωποι που δεν ξεφεύγουν από το μέσο όρο, χωρίς αποκλίσεις από την κανονικότητα, ζουν και κινούνται στους ιδιαίτερους ρυθμούς του νησιού, απαρτίζουν τον κόσμο του, χωρίς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο που υπερβαίνει τα τετριμμένα.

Πολλές φορές μάλιστα αναλώνονται σε καθημερινούς και συνηθισμένους διαλόγους, συνήθειες και συναθροίσεις, ζώντας σε μια κλειστή κοινωνία. Εξάλλου κάποια πρόσωπα μέσα στο έργο λειτουργούν, θαρρείς, σαν κομπάρσοι που συμμετέχουν σε ταινία. Έτσι εμφανίζονται απλά ως παρουσίες, για παράδειγμα ο Γιάγκος Τριδήμας ο ναυαγοσώστης, η δις χωρισμένη Μαγδούλα Τρούλου, η κυρία Φράγκου, η πάλαι ποτέ μαία, ο νεαρός Παναγιώτης, ο παπα Διονύσης της Νέλλης, ο ταχυδρόμος, οι Εγγλέζες ψυχαναλύτριες και άλλοι άνθρωποι που ζουν εκεί .

Βέβαια το πλήθος αυτών των ανθρώπων καταγράφει την κοινωνική γεωγραφία του νησιού. Φωτογραφίζεται ο κοινωνικός σφυγμός, λείπει όμως, αυτή η κρυφή σύνδεση που σαν ομφάλιος λώρος δένει χωρίς πάντα εμφανή λόγο την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι ζουν και κινούνται περισσότερο ως μέλη μιας κοινωνίας, σε έναν εξωτερικό χώρο δράσης, χωρίς να είναι ιδιαίτερα προβεβλημένα τα εσωτερικά κίνητρα των πράξεών τους, η ποιότητα του χαρακτήρα τους, η βαθύτερη συνάφεια των σχέσεών τους, οι ουσιαστικές αναζητήσεις τους ή η βαθιά εσωτερικότητα που ταλαιπωρεί κάποιον, όταν είναι να πάρει μια απόφαση.

«Στη μεσόπορτα κοντοστάθηκε, γύρισε στη μάνα της, φεύγω για Σάμο, εθελόντρια στο προσφυγικό, ανακοίνωσε και μετά, γλυκά και καθησυχαστικά, πρόσθεσε, μη φοβάσαι, μαμά μου, έμαθα πως εκεί ο ουρανός του δειλινού γυαλίζει σαν μαρμελάδα βερίκοκο».

Στο φόντο της ιστορίας σκιαγραφείται βέβαια, εναργώς το «μωσαϊκό» της εποχής του 2015, με τους ανθρώπους ανταριασμένους, τα οικονομικά αδιέξοδα, το δημοψήφισμα, τους πρόσφυγες στα νησιά και τις ατέλειωτες ιστορίες πνιγμών, συχνά με ένα παιδί στην αγκαλιά, ενώ μέσα απ’ όλα αυτά αναφαίνεται και η ίδια η Ελλάδα με νωπή ιστορικότητα, σχεδόν αχαρτογράφητη ακόμη στη συλλογική συνείδηση, η Ελλάδα των συνεχιζόμενων αδιεξόδων, ορατών και αοράτων.

Ήλια Λούτα

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Το ποίημα της Δευτέρας - "πανδημία Ερώτηση" από τον Ε. Μύρων



πανδημία Ἐρώτηση

κρατιέμαι ἀπ' τὸ Βιολὶ τ' οὑρανοῦ
όταν σολὰρει τὸ καθημερινὸ μου κ ρ ὰ χ
ταγμένος στὴ βίαιη ζαριὰ μου
γεννάω θάρρος κασκαντὲρ
γιὰ τ' ἀγρίμι εντὸς μου ποὺ μ' έχει κατοικίδιο.
μαὲστρος μέ πάρκινσον και λερναία η περιέργεια
γιατὶ ελάχιστο θείο επιζεί ακόμα
και ξεροκέφαλος οἰωνός ἡ Γλῶσσα -
τόσα Λάμδα γιὰ νὰ γλυκὰνει τὸ μίσος
κι ακόμα χάσκει χαώδης η χαράδρα

κληρονομιά το ζέσταμα της ελπίδας
            ο ίδιος σακάτης στο λαρύγγι:
θέλξη οθόνη χειρολαβή τσιγάρου
σκαλωσιά οπιούχα.
δράκος ὁ Κέρδος διαιτητεύει όραση
ακατέργαστο λουλούδι και μετεξεταστέοι
στο σαβουὰρ βιβρ του θανάτου, βέβηλοι.

ο καιρός Ὀνειροβγάλτης
γι αυτὸ πατρίδα νύχτα
χόρευε μπαλαρίνα σὰν αλγοθραυστικό



κρατιέμαι ἀπ' τὸ Βιολὶ τ' οὑρανοῦ
ὃταν σολάρει τὸ καθημερινὸ μου κ ρ ὰ χ
ταγμένος στὴ βίαιη ζαριὰ μου
γεννάω θάρρος κασκαντὲρ
γιὰ τ' ἀγρίμι ἐντὸς μου ποὺ μ' ἒχει κατοικίδιο.
μαέστρος μὲ πάρκινσον καὶ λερναία ἡ περιέργεια
γιατὶ ἐλάχιστο θεῖο ἐπιζεῖ ἀκόμα
καὶ ξεροκέφαλος οἰωνός ἡ γλῶσσα -
τόσα Λάμδα γιὰ νὰ γλυκάνει τὸ μῖσος
κι ἀκόμα χάσκει χαώδης ἡ χαράδρα

κληρονομιὰ τὸ ζέσταμα τῆς ἐλπίδας
            ὁ ἲδιος σακάτης στὸ λαρύγγι:
θέλξη ὀθόνη χειρολαβὴ τσιγάρου
σκαλωσιά ὀπιοῦχα.
δράκος ὁ Κέρδος διαιτητεύει ὃραση
ἀκατέργαστο λουλούδι καὶ μετεξεταστέοι
στὸ σαβουὰρ βὶβρ τοῦ θανάτου, βέβηλοι.

ὁ καιρὸς Ὀνειροβγάλτης
γι' αὐτὸ πατρίδα νύχτα
χόρευε μπαλαρίνα σὰν ἀλγοθραυστικό

Ε. Μύρων
1.10.2019
(αδημοσίευτο)


* Ο αντισυμβατικός τονισμός αποτελεί μέρος του ποιήματος.