Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Άνεμος στο γρασίδι - Η ποίηση του Φορντ Μάντοξ Φορντ

Ο Φορντ Μάντοξ Φορντ (1873-1939) θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους Βρετανούς ποιητές των αρχών του εικοστού αιώνα. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό με τη νουβέλα του «Ο καλός στρατιώτης». Αρχικά δούλεψε στο τμήμα προπαγάνδας της αγγλικής κυβέρνησης και κατόπιν κατατάχθηκε στο στρατό -το 1915- συμμετέχοντας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου μάλιστα τραυματίστηκε από έκρηξη οβίδας.

Ο Έζρα Πάουντ πίστευε ότι ο Φορντ ήταν ένας από τους καλύτερους κριτικούς λογοτεχνίας στη Βρετανία. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Γαλλία με την Αυστραλή σύντροφό του και ασχολήθηκε με τη δημοσιοποίηση πρωτοποριακών κειμένων από την Ευρώπη και την Αμερική, δημοσιεύοντας έργα συγγραφέων όπως ο Τζέιμς Τζόις και η Γερτρούδη Στάιν. Ο Φορντ καταπιάστηκε με πολλά λογοτεχνικό είδη: πεζογραφία, ποίηση, θέατρο. Σ’ ένα μικρό θεατρικό σκετσάκι που έγραψε μιλούν όλα τα μέλη μιας κατοικίας εκτός απ’ τους ενοίκους.

Σε αυτό το απόσπασμα μιλά η γάτα :

Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Γύρω απ’ το τζάκι με τα μάτια μισόκλειστα νιαουρίζω· μέχρι
να σβήσει το τελευταίο κάρβουνο.
Κάθε τρύπα ποντικού,
κάθε φωλιά τριζονιού,
την έχω μυρίσει.
Έχω νιώσει
κάθε τρίξιμο σάπιου δοκαριού
κι άκουσα
κάθε πουλί στη λόχμη.
Αηδόνι ψηλά στο δέντρο
σε βλέπω!
Κατάγομαι από ράτσα παράξενη
απ’ τις ερήμους, τα τρανά τέμπλα, τους ξακουστούς βασιλιάδες,
απ’ την καυτή άμμο όπου τ’ αηδόνι δε λαλεί ποτέ!

Πειραματιζόταν πάντα με κάθε καινούρια ιδέα. Τούτο είναι ένα κομμάτι από τη συλλογή Songs from London που κυκλοφόρησε το 1910:

ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΟ
(Στον V. M.)

Στ’ άλογα! Στ’ άλογα! το πέπλο της νύχτας βουλιάζει απαλά.
Οι λόφοι πορφυροί, η έρημος καστανοκίτρινη.
Αν και νυσταγμένοι από τα μεταξένια μαξιλάρια
Χωμένοι στη μικρή λευκή πολιτεία
Καλπάζουμε! Καλπάζουμε! πάνω απ’ τους κυματισμούς της άμμου.
Το φεγγάρι ψηλά στη χάση ρίχνει το απαλό του βλέμμα.

Ο Φορντ χρησιμοποίησε εκτενώς τις εμπειρίες του από το Δυτικό Μέτωπο. Το ποίημά του Antwerp (Αμβέρσα) θεωρήθηκε από τον Τ.Σ. Έλιοτ ως το καλύτερο ποίημα σχετικά με τον πόλεμο. Αυτές είναι οι δύο πρώτες στροφές:

Ι.

ΣΚΟΤΕΙΝΙΑ!

Ο Οκτώβριος όπως κι ο Νοέμβριος·
Ο Αύγουστος εκατό χιλιάδες ώρες,
Κι όλος ο Σεπτέμβρης,
Εκατό χιλιάδες ηλιόλουστες μέρες που σέρνονταν,
Κι ο μισός Οκτώβρης χιλιάδες χρόνια…
Καταδίκη!
Αυτή ήταν η Αμβέρσα…
Για τ’ όνομα του Θεού,
Πώς μπόρεσαν να το κάνουν;
Εκείνες οι ψυχές που βυθίζονταν όλη την ώρα
Μες τους βρώμικους κρατήρες των ναρκών·
Που μαζεύονταν συχνά σαν τις μέλισσες
Σε ξασπρισμένα καλύβια· κάτω από κόκκινες λεύκες·
Που έσερναν βρώμικα φτυάρια στη λάσπη
Που σπρώχνονταν να εκτελέσουν γλοιώδεις αγγαρείες…
Εκείνοι οι άνδρες με την όψη σβώλων γης
Ήταν οι πιο γενναίοι άνδρες που οδήγησε ποτέ κάποιος αδιάφορος
Ιερέας του Θεού…
Κι ούτε χρειάζονται ύμνους από μας.
Αν βρίσκαμε λέξεις που θα έβγαιναν δίχως την πνοή του ανέμου
Σ’ ένα σκοπό που θα φυσούσαν οι τρομπέτες,
Διαπεραστικά μέσα απ’ τους ουρανούς τους δικούς μας ή και του Αλλάχ,
Μέσα απ’ τους φαρδιούς θαλάμους όποιας Βαλχάλα.
Τέτοιους ύμνους δε μπορούμε να φτιάξουμε. Το μόνο που μένει να πούμε εμείς
Που σχεδιάζουμε σονέτα, ελεγείες, στίχους εξεζητημένους, ρίμες.
είναι τούτο:
«Για τ’ όνομα το Θεού, πώς μπόρεσαν;»

ΙΙ.

Γιατί δεν υπάρχει τίποτα καινούριο κάτω απ’ τον ήλιο,
Μόνο ένας άχαρος άνδρας με το τουφέκι που καπνίζει
Στη σκοτεινιά…
Τι στο διάβολο θα κερδίσει απ’ αυτό;
Σκάβοντας μια τρύπα στη λάσπη με τη βροχή να πέφτει
Περιμένοντας το μοιραίο,
Το κοφτερό χτύπημα, το τίναγμα του αίματος
Ώσπου το γκρίζο λασπωμένο όρυγμα
Γίνει ένα σκούρο μαβί αυλάκι.
Λοιπόν, έχουν υπάρξει σημάδια πληγών
Κερδισμένα σε πολέμους πολλούς…
Kαρχηδονιακός,
Πελοποννησιακός, Πόλεμοι του Ναπολέοντα, πόλεμοι για την πίστη, την τιμή, τις κτήσεις,
Όμως αυτός ο Βέλγος με την αποκρουστική πουκαμίσα,
Το άχαρο στρογγυλό κράνος, εθισμένος στους πυροβολισμούς
για την επέκταση της μίζερης χώρας του,
αυτός που στέκει με το βρεγμένο όπλο στο χέρι του…
Καταδίκη!
Αυτό θα βρει σε μια ξαφνική ταραχή,
Και κείτεται, στο μουσκεμένο χορτάρι θέαμα απεχθές...
Εικόνα που θα πάρει καιρό να ξεχαστεί.

Το πραγματικό του όνομα του ήταν Ford Hermann Hueffer και ο πατέρας του καταγόταν από την Γερμανία. Αργότερα θέλησε να αλλάξει το όνομά του, καθώς εκείνον τον καιρό η Γερμανία ήταν συνώνυμη του ναζισμού. Πριν απ’ τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τάχθηκε σθεναρά κατά του Φράνκο και του Χίτλερ, υπογράφοντας μανιφέστα εναντίον του ναζισμού και του φασισμού. Ο Φορντ έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αμερική διδάσκοντας στο κολέγιο Olivet του Μίσιγκαν. Από την εμπειρίες του στην αμερικανική ήπειρο προέρχεται το ακόλουθο ποίημα:

ΟΙ ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΧΑΝΤΣΟΝ
( Για την Έσθερ Μπρουκς)

Ένας μοναχικός άντρας στέκεται σαν παρατηρητικής πουλιών
και μπλέκεται στο σταχτί χιόνι
από ’να πεταμένο, γκρίζο
καρούλι καλωδίου της Γουέστινγχάους Ελέκτρικ.
Μετρώντας τις γραμμές των παροπλισμένων εμπορικών
αμαξοστοιχιών από τριάντα πολιτείες δε μπορεί ν’ ανακαλύψει
την Αμερική. Τινάζονται και τραντάζονται
και ξεχαρβαλώνονται στην παρακαμπτήριο από κάτω του.

Δεν τα ’χει καλά με την ισορροπία του.
Τα μάτια του χαμηλώνουν κι ακολουθούν το ρεύμα του ποταμού,
και παρασέρνεται με τα κομμάτια του μανιασμένου πάγου
που κυλούν στον Χάντσον κατά το πέλαγος,
σαν τις ζωγραφιστές πλευρές ενός τεμαχιόγριφου.

Οι πάγοι κατεβαίνουν κατά τη θάλασσα χτυπώντας σα ρολόι.
Ένας νέγρος ψήνει
σιταρόσπορους πάνω στους καπνούς του κοκ
που βγαίνουν από ’να τρυπημένο βαρέλι.
Χημικό αέριο
σωριάζεται απ’ το Νιου Τζέρσεϊ
και μυρουδιές καφέ.

Στις όχθες του ποταμού
μαρκίζες προαστιακών εργοστασίων μαυρίζουν
μες στο θειαφοκίτρινο ήλιο
του ασυγχώρετου τοπίου.

Στο Poeta Nascitur (ποιητής γεννιέσαι) που εκδόθηκε το 1927 από το περιοδικό Magazine of verse περιλαμβάνονται και τα "Δύο τραγούδια της σέλας":

ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ

Το τσακάλι ουρλιάζει στο φεγγάρι τη νύχτα,
Κι ο αγριόγαλος κροταλίζει την αυγή·
Όμως οι τραγουδιστάδες, οι καβαλάρηδες,
Έχουν φύγει… φύγανε.
Συρματοπλέγματα απλώνονται κάθετα κι οριζόντια
Κλείνοντας το δρόμο σ’ όσους θέλουν να περάσουν
Σ’ όλους εκτός απ’ το μοναχικό τραγούδι
Άνεμος στο γρασίδι·
Μνήμη των καβαλάρηδων
Άνεμος στο γρασίδι.


ΖΩΟΚΛΕΦΤΕΣ

Στις αψηλές πλαγιές, στις στεγνές πλαγιές,
Ομίχλη επωάζεται
Καθώς ο ήλιος πέφτει σκοτεινός.
Τότε βγαίνουν απ’ τις κρυψώνες οι ζωοκλέφτες καβαλάρηδες,
Μαζεύοντας ζώα αδέσποτα·

Η σκόνη θα κοσκινίσει κι η βροχή θα χτυπήσει
Καλύπτοντας τα χνάρια απ’ τα πέταλα των αλόγων·
Η κουκουβάγια προσκυνητής θα ολολύξει θρηνητικά -
Νύχτα… καταιγίδα.

Ο ποιητής υπήρξε πολυγραφότατος και θεωρούσε ότι μέσω της λογοτεχνίας πρέπει να απαθανατίζονται τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονται σε κάθε εποχή. Είχε πάντα το παράπονο ότι ενώ είχε βοηθήσει πολλούς να γίνουν διάσημοι, όπως τον Χέμινγουεϊ και τον Κόνραντ, εκείνος δεν κατάφερε να προβληθεί όπως έπρεπε. Στο ποίημα ΑΡΚΕΤΑ από τη συλλογή FROM INLAND (1907) γίνεται χρήση του μύθου του Άβαλον, με αφορμή κάποιο χρονικό:

«Αρκετά με σένα, "είπε" αυτό που βλέπουμε πέρα είναι το όμορφο πράγμα που κανείς ίσως δεν έχει δει ούτε από μακριά.» – Πως αναζητούσαν κ.τ.λ.

Καιρό αναζητούσαμε το Άβαλον,
Άβαλον ο τόπος της γαλήνης·
Καιρό, καιρό πολύ παλεύαμε
Τραβώντας κουπί - ω, για χρόνια.
Ένα σούρουπο, προτού νυχτώσει
Είδαμε πάνω απ’ τα ακίνητα νερά
Πυργίσκους να υψώνονται
Χρυσοί μέσα στη λάμψη τους,
Ακούσαμε για μια στιγμή γυναικείες φωνές και άρπες
Να αιωρούνται πάνω στους κυματισμούς.
Είδαμε αυτό που καιρό ποθούσαμε, το Άβαλον
Βυθισμένο στ’ ακίνητα νερά·
Καιρό, καιρό πολύ παλεύαμε
Τραβώντας κουπί - ω, λαχταρώντας.


Απόστολος Σπυράκης

Πηγές:
1. https://en.wikipedia.org/wiki/Ford_Madox_Ford
2.https://books.google.gr/books? id=Md0ZAgAAQBAJ&pg=PT5000&lpg=PT5000&dq=mauresque+ford
3. https://www.poetryfoundation.org/poets/ford-madox-ford
4. Μεταπολεμική Αμερικανική ποίηση, επιλογή, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις, Αλέξης Τραϊανός, Εκδόσεις ΑΣΑ 1979.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου