Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

"Η αφηγήτρια ταινιών" του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ

Η αφηγήτρια ταινιών είναι μια μικρή νουβέλα του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, ενός Χιλιανού συγγραφέα που έχει τιμηθεί δύο φορές με το Εθνικό βραβείο της Χιλής. Στο έργο του αποτυπώνει τη σκληρή ζωή της εργατικής τάξης της χώρας του στα μεταπολεμικά χρόνια.

Στην έρημο Ατακάμα της Χιλής οι κάτοικοι δουλεύουν στα ορυχεία του νίτρου, η ζωή είναι δύσκολη και η διασκέδαση «πολύτιμη». Ο κινηματογράφος είναι η μοναδική ευχάριστη διέξοδος των κατοίκων της πάμπας, καθώς τους φέρνει σε επαφή με τον απαστράπτοντα κόσμο της οθόνης, τους αναδυόμενους και υπέρλαμπρους αστέρες της εποχής και μια μαγεία που ξεχύνεται απλόχερα από την οθόνη για να γεμίσει τις πενιχρές ζωές τους.

«Ο οικισμός μας ήταν ένας από τους φτωχότερους της περιοχής. Ο κόσμος δεν είχε τίποτα να δει ή να κάνει τα αργόσυρτα απογεύματα της πάμπας. Δεν υπήρχε ορχήστρα για να πάμε να χορέψουμε, δεν είχαμε μπάντα που να παίζει τα Σαββατοκύριακα στο κιόσκι της πλατείας. Δεν είχαμε καν την ημέρα του τραίνου, που στους άλλους οικισμούς που διέθεταν σιδηροδρομικό σταθμό ήταν φιέστα με τα όλα της».

Εκεί, σε αυτό το νιτροχώρι, ένα μικρό, ταλαντούχο κορίτσι κερδίζει επάξια τον τίτλο της αφηγήτριας ταινιών, πρώτα πρώτα μέσα στην ίδια την οικογένειά της. Ανήκει σε μια φτωχή οικογένεια, ο πατέρας είναι ανάπηρος από εργατικό ατύχημα και η μάνα τούς έχει εγκαταλείψει όλους, το σύζυγο και τα πέντε παιδιά τους.

Για να αποφεύγονται λοιπόν τα έξοδα, επειδή η οικονομική κατάσταση είναι σχεδόν ασφυκτική, παρακολουθεί μονάχα το νεαρό κορίτσι τις ταινίες που έρχονται στην πάμπα, εκ μέρους όλης της οικογένειας και σιγά σιγά αναδεικνύεται σε δεινή αφηγήτρια ταινιών. Πολλοί είναι μάλιστα αυτοί που προτιμούν να ακούσουν την αφήγηση από την ίδια παρά να την παρακολουθήσουν στη μεγάλη οθόνη του σινεμά. Κι έρχεται μια εποχή που γίνεται συνωστισμός στο μικρό φτωχόσπιτο.

Κι ενώ η νουβέλα αρχικά μοιάζει σαν ένα ανάγνωσμα νοσταλγικό μιας κινηματογραφικής εποχής ένδοξης που άφηνε απόηχο εκστατικό στις ψυχές των ανθρώπων, σιγά σιγά πίσω από το βασικό καμβά πάνω στον οποίο υφαίνεται η ιστορία, με πολύ ήπιο τρόπο, δίχως κανείς να κραυγάζει, δίχως κανείς να σχολιάζει καν, έρχεται ατόφια η αντανάκλαση μιας δύσκολης προσωπικής ιστορίας, που δεν απέχει πολύ από το ίδιο το τοπίο της ζωής όλων των κατοίκων, από τις περιορισμένες τους δυνατότητες και από τα ψαλιδισμένα φτερά που δεν τους παρέχουν εκ προοιμίου περιθώρια για μεγάλα ταξίδια.

Η κοινωνική ανισότητα, η σεξουαλική κακοποίηση, το αλκοόλ, η τοκογλυφία συνυπάρχουν σε ένα περίεργο μίγμα ζωής και λειτουργούν καταλυτικά στον ψυχισμό των ανθρώπων που τα αποδέχεται ωστόσο ως μέρος της πραγματικότητάς του και της δύσκολης επιβίωσης.

Πώς κυλά όμως η δράση και πώς εξελίσσονται τα γεγονότα;

Όλα τα συμβάντα θα ‘λεγε κανείς πως εκτυλίσσονται με μια στωική νομοτέλεια. Οι άνθρωποι είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τις ζωές τους και κινούνται μέσα στα στενά όρια που χάραξε για αυτούς πολύ νωρίς η ανέχεια. Ο χώρος, ο χρόνος και η κοινωνική τάξη έχουν ορίσει ένα τρίγωνο που περιχαράσσει τις ζωές τους σε ένα δεδομένο πλαίσιο, εγκλωβίζοντάς τους μέσα σε αυτό. Η θλίψη υπόκωφα μπαίνει στις ψυχές τους, δημιουργώντας ένα άυλο υπόστρωμα κάτω από τη χτισμένη και ήπια καθημερινότητά τους.

«Τα σπίτια στον οικισμό μας, όπως και σε όλα τα νιτροχώρια της πάμπας, αντικατόπτριζαν τέλεια τις τρεις κυρίαρχες τάξεις, τα σπίτια με τις λαμαρίνες ήταν των εργατών, τα πλίθινα ήταν των υπαλλήλων και οι πολυτελείς βίλες των Γιάνκηδων».

Η διάθεση του συγγραφέα δεν είναι καταγγελτική, απλά καταγράφει και αφουγκράζεται. Οι ζωές των ανθρώπων συναντώνται σε μια σπιθαμή τόπο και οι πληγές διαχέονται από τη μια γενιά στην άλλη, από τη μάνα στην κόρη, από την αδελφή στον αδελφό και πάλι από τον ένα στον άλλο μεταδίδεται η δυστυχία σαν νόσος κολλητική. Ακόμη, στη σκηνή της δολοφονίας του τοκογλύφου μοιάζει να ηχεί σαν λογοτεχνική παρήχηση, να ξαναζωντανεύει θαρρείς λογοτεχνικά η ιστορία της δολοφονίας της γριάς τοκογλύφου στο Έγκλημα και Τιμωρία, χωρίς να υπάρχει βέβαια η ίδια ψυχογραφική διείσδυση στα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής.

Με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που διαθέτει κάτι από τη γοητεία του παραμυθιού και τη συναισθηματική επίδραση της ποίησης, η ζωή στο μικρό νιτροχώρι προχωρεί με νύχια και με δόντια ώσπου έρχεται ένα άκομψο αδηφάγο τετράγωνο κουτί, η τηλεόραση, για να συμπαρασύρει μαζί του τα τελευταία ψήγματα της αφηγηματικής αίγλης, της αληθινής ανθρώπινης επικοινωνίας και να οδηγήσει τους ανθρώπους της ιστορίας σε νέα αδιέξοδα, καθώς πρέπει και πάλι να αναμετρηθούν με τις ζωές τους και την ίδια την επιβίωσή τους.

Ο κόσμος πάντα αλλάζει κι όμως πάντα καταφέρνει να παραμένει δύσκολος… Ο συγγραφέας βρίσκει τρόπο να αναφερθεί και στα γεγονότα εκείνης της εποχής που θα έστρεφαν σε μια κατεύθυνση πιο προοδευτική τον κόσμο. Αναφέρεται στον ηγέτη τους που αγαπούσε τους ανθρώπους και υπερασπιζόταν τα δικαιώματά τους, αλλά και στις βίαιες ιστορικές αλλαγές που σηματοδότησαν την πορεία του Χιλιανού λαού.

«Εκείνη την εποχή συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο. Εμφανίστηκαν οι χίπηδες. Ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι (το έδειξαν στην τηλεόραση). Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ανέβηκε στην εξουσία. Μια φορά πέρασε από τον κεντρικό δρόμο του οικισμού ο κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο (καταφέραμε να δούμε μόνο τη γενειάδα του να ανεμίζει πίσω από τα τζάμια μιας καμιονέτας).

»Εν τω μεταξύ έγινε το πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ. Με το πραξικόπημα χάθηκαν πολλά. Χάθηκαν άνθρωποι. Χάθηκε το τραίνο. Χάθηκε η εμπιστοσύνη».

Κρατά ωστόσο το καλύτερο κομμάτι για το τέλος, σμίγοντας την πορεία του λαού της Χιλής με τον αγαπημένο και εμβληματικό ποιητή της και παραθέτει ένα απόσπασμα στο επίμετρο από την αυτοβιογραφία του Πάμπλο Νερούδα με τίτλο Η πάμπα του νίτρου.

«…Η πάμπα είναι τόπος άγριος και δύσβατος. Στα μέρη της κάνει μισό αιώνα να βρέξει και η έρημος διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά των μεταλλωρύχων. Τα πρόσωπά τους είναι καμένα. Όλη αυτή η έκφραση της μοναξιάς και της εγκατάλειψης κατακάθεται στα σκούρα έντονα μάτια τους τους. Το να ανέβεις από την έρημο προς την Κορδιλιέρα, να μπεις σε κάθε φτωχόσπιτο, να γνωρίσεις τις απάνθρωπες δουλειές, να νιώσεις ότι πάνω σου αποθέτουν τις ελπίδες τους άνθρωποι απομονωμένοι και καταποντισμένοι είναι βαριά ευθύνη. Η ποίησή μου ωστόσο άνοιξε ένα δίαυλο επικοινωνίας και κατάφερα να περπατήσω στον τόπο τους, να γίνω δεκτός σαν παντοτινός αδερφός από όσους συμπατριώτες μου ζούσαν σ΄αυτές τις συνθήκες της σκληρής βιοπάλης…»

Τελικά η αφηγήτρια ταινιών καταφέρνει να συνδέσει το υλικό των ονείρων με την πικρή βιοπάλη. Καταφέρνει να δείξει παράλληλα την αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ των ανθρώπων που παλεύουν για την επιβίωσή τους χωρίς μακρόπνοα οράματα, το ίδιο πονεμένοι όλοι, με μόνο όπλο την αγάπη για τον άλλο και την αγάπη για τον τόπο τους, που είναι ο ίδιος αυτός που τους δένει με τη μοίρα τους.

Ήλια Λούτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου