Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

Φθινόπωρο του Δράκοντα - Γιαπωνέζικα και Κορεάτικα ποιήματα για τον θάνατο

Τα ποιήματα πριν τον θάνατο ήταν είδος συνηθισμένο στην Άπω Ανατολή για αιώνες. Οι στρατιώτες είχαν τους δικoύς τους κανόνες για την περίπτωση που έπρεπε να πεθάνουν κάνοντας χαρακίρι (ή πιο σωστά, σεπούκου) και πριν από αυτήν την πράξη έγραφαν ένα αποχαιρετιστήριο ποίημα. Στίχους όμως έγραφαν, εκτός από τους πολεμιστές, κι οι βουδιστές μοναχοί του Ζεν, οι άρχοντες και φυσικά οι ποιητές, προσπαθώντας να ξορκίσουν το μοιραίο τέλος κάθε ανθρώπινης ζωής. Από τα πιο παλιά ποιήματα θανάτου είναι αυτό του Πρίγκηπα Ότσου (663-686), τρίτου γιου του αυτοκράτορα Τέμου. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Ότσου κατηγορήθηκε άδικα για συνωμοσία και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο ευγενικός του χαρακτήρας τον είχε κάνει αγαπητό κι ο θάνατος του προκάλεσε λύπη στο λαό. Το ποίημα που έγραψε πριν την εκτέλεση του χάρισε την αθανασία:

Αυτή είναι η τελευταία φορά
που θα δω τις αγριόπαπιες
να κλαίνε πάνω απ’ τη λίμνη Ιγουάρε.
Ύστερα θα χαθώ
μέσα στα σύννεφα.

Ο Τογιοτόμι Χιντεγιόσι (1536-1598) είναι μια θρυλική μορφή της Ιαπωνίας που ξεκίνησε από απλός χωρικός και κατέληξε αυτοκράτορας όλης της χώρας, όμως δεν κατάφερε ν’ αφήσει πίσω του άξιο διάδοχο και στο τέλος της ζωής τoυ φοβόταν πως ό,τι έφτιαξε θα κατέρρεε σύντομα, όπως και έγινε (Νανίγουα είναι η μεσαιωνική ονομασία της Οσάκας):

Η ζωή μου
ήρθε σαν δροσιά
σαν δροσιά εξαφανίζεται.
Όλη η δόξα της Νανίγουα
όνειρο μέσα σ’ όνειρο

Το έτος θανάτου του Γκίνκα (1784) ήταν η χρονιά του δράκου, ενός από τα δώδεκα ζώδια του αστρολογικού κύκλου της ανατολής. Ο σχετικός μύθος υποστηρίζει ότι, με το θάνατο του, ο δράκος πηδά από τα βάθη της θάλασσας μέχρι τα σύννεφα της βροχής, κι ο ποιητής κάνει παραλληλισμό με τη δική του λύτρωση από κάποια βαριά χρέη που τον βασάνιζαν:

Σκιρτώ απ’ τα βάθη των οφειλών,
στους ουρανούς:
φθινόπωρο του δράκοντα.

Ποιήματά όμως δεν έγραφαν μόνο οι πολεμιστές, αλλά και οι ζωγράφοι. Ένα από τα πιο διάσημα είναι το ποίημα του περίφημου Ιάπωνα καλλιτέχνη Χοκουσάι (1849). Σύμφωνα με τον μύθο, το πνεύμα φεύγει από το σώμα με τη μορφή χλωμής γαλάζιας πύρινης μπάλας, πλανιέται γύρω απ’ το σπίτι του πεθαμένου για 49 μέρες και πλανάται στον αέρα πάνω από τα κοιμητήρια:

Τώρα το πνεύμα
θα περιπλανιέται
στα καλοκαιρινά χωράφια

Στην ίδια ατμόσφαιρα κινείται και το τελευταίο ποίημα του διάσημου Ματσούο Μπασό (1644- 1649) που κατέγραψε ένας μαθητής του:

Άρρωστος σε κάποιο ταξίδι
τα όνειρα μου πλανιούνται
πάνω από ανεμοδαρμένους λειμώνες

Για τον ποιητή Τάικιγιό γνωρίζουμε μόνο ότι πέθανε το 1770 κατά τη διάρκεια του τέταρτου μήνα,  αποχαιρετώντας τον κόσμο μ’ αυτά τα λόγια:

Τα άνθη του φιλάδελφου άνοιξαν--
καιρός να κινήσω
για τους καθάριους ουρανούς προς τα δυτικά.

Ο Τοτζούν ήταν ποιητής και γιατρός και άφησε ένα ποίημα με το σχόλιο "Ένας 73χρονος γιατρός μαγειρεύει ένα σωρό διαφορετικά γιατροσόφια για τον εαυτό του":

Ακόμα και το απόσταγμα
από χίλια βότανα
δε μπορεί να γιατρέψει τούτη την αρρώστια.

Ένας από τους διασημότερους ποιητές της φόρμας τάνκα ήταν κι ο Σάιγκιγιό (1118-1190). Ανήκε στις τάξεις των ευγενών πολεμιστών και επηρέασε τον Μπασό που έγραψε πέντε αιώνες μετά. Η σκηνή που περιγράφει είναι από τον τρίτο μήνα του φεγγαριού, οπότε λάμβαναν χώρα γιορτές για τον θάνατο του Βούδα:

Μακάρι να πέθαινα
την άνοιξη, κάτω
απ’ τις ανθισμένες κερασιές,
όταν το ανοιξιάτικο φεγγάρι
είναι γεμάτο.

Παρόμοιο και το ποίημα του μοναχού Ρανγκάι (1845):

Μακάρι να πέθαινα ξαφνικά
με το βλέμμα στραμμένο
σταθερά κατά το βουνό Φoύτζι.

Αφού ηττήθηκε από τον Σιμπάτα Κατσούι, ο Τακεμάρα Χιντεσίγκε (1522-1583) έγραψε τους ακόλουθους στίχους (ο Ασούρα είναι μια παραδοσιακή θεότητα του πολέμου):

Μπορεί να υποτάξει ο Ασούρα
έναν άντρα σαν εμένα;
Θα γεννηθώ ξανά
κι έπειτα θα κόψω το κεφάλι
του Κατσούι…

Για τον Φούζε Γιατζίρο γνωρίζουμε ότι ήταν πολεμιστής, αρρώστησε βαριά την άνοιξη και τότε έγραψε τούτο το κομμάτι (ο Φούζε επέζησε για λίγο από τον τραυματισμό του):

Πριν περάσει καιρός
θα γίνω φάντασμα
όμως τη στιγμή αυτή
πώς δαγκώνουν τη σάρκα μου
οι άνεμοι του φθινοπώρου.

Κάποια ποιήματα έχουν ένα χιούμορ ιδιότυπο, αντιμετωπίζοντας νηφάλια το επερχόμενο τέλος. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το ποίημα του σαμουράι Σιγιό, που μαζί με άλλους 47 πολεμιστές, εκδικήθηκε το θάνατο του άρχοντά του και τιμωρήθηκε με την παραδοσιακή γιαπωνέζικη μέθοδο . Πέθανε σε ηλικία 32 χρονών το 1703 (υπήρχε η πίστη ότι οι ψυχές στο δρόμο για τον κάτω κόσμο περνούν από ένα βουνό σκοτεινό):

Σίγουρα υπάρχει κι εκεί ένα κιόσκι τσαγιού
με θέα τις ροδακινιές
στο Βουνό του Θανάτου.

Εκτός όμως από την Ιαπωνία, η παράδοση τέτοιων ποιημάτων συναντάται και στην Κορέα. Δυο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι αυτά του Σέονγκ Σαμ-Μουν (1418- 1456), o οποίος συμμετείχε στη λεγόμενη συνωμοσία των "έξι μαρτυρικών υπουργών" για τη δολοφονία του βασιλιά Σεγιό. Και οι έξι εκτελέστηκαν επειδή αρνήθηκαν να ζητήσουν συγχώρεση, θεωρώντας ότι ο βασιλιάς είχε ανέλθει παράνομα στην εξουσία. Στο δρόμο για τον τόπο της εκτέλεσης του, ο Σεόνγκ έγραψε αυτές τις δυο στροφές:

Τι θ’ απογίνω σαν τούτο το σώμα πεθάνει;
ένα ψηλό, γερό πεύκο στην πιο τρανή κορφή του Μπονγκρεζάν
για πάντα πράσινο και μοναχό όταν το χιόνι σκεπάζει τον κόσμο.

Καθώς ο ήχος του τυμπάνου καλεί τη ζωή μου,
γυρίζω το κεφάλι κατά κει που ο ήλιος ετοιμάζεται να δύσει.
Δεν υπάρχει καταφύγιο στη διαδρομή για τον κάτω κόσμο.
Άραγε σε ποιανού το σπίτι θα κοιμηθώ απόψε;


Απόστολος Σπυράκης




Πηγές : 
1. Japanese_Death_Poems_Written by_Zen_Monks_and_Haiku_Poets_on_the_Verge_of_Death PDF
2. https://www.samurai-archives.com/deathq.html
3. https://en.wikipedia.org/wiki/Death_poem

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

Το ποίημα της Δευτέρας - "Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο" του Οδυσσέα Ελύτη

Ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Ελύτης
(σχέδιο του Γιάννη Τσαρούχη, 1940)
Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον μεγάλο μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος είχε πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μάλιστα προσβλήθηκε από τύφο όσο μαχόταν εκεί. Αρκετά αναλυτικό χρονικό και μαζί προσωπική μαρτυρία του ίδιου του Ελύτη για την εμπειρία του από τον πόλεμο δημοσιεύονται στη Lifo.

Την άνοιξη του 1941, μόλις επέστρεψε από το μέτωπο, ο Ελύτης έγραψε τρία εκτεταμένα ποιήματα με θέμα τον αλβανικό πόλεμο: την «Αλβανιάδα», τη «Βαρβαρία» και το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Επέτειος του «ΟΧΙ» σήμερα, δημοσιεύουμε στη νέα μας στήλη Το ποίημα της Δευτέρας ένα απόσπασμα από το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο»:

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα
Kι η απορία μαρμάρωσε...

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του
Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Aκούν με προσοχή·
Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα
Xωρίς άλλα κεριά
Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―
Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας
Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!
Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-
Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς
Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη
Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!




Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;
Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών
Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο
Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;
Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!
Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός
Πιάνουν το χέρι και παγώνει
Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα
Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος
Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί
Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!


στίγμαΛόγου


Σημ. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ποίημα και να ακούσετε την απαγγελία του Γιάγκου Αργυρόπουλου (1970) στη σελίδα του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.


Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

Η ποίηση της πολύπαθης Παλαιστίνης



Τα δυσεύρετα βιβλία για την παλαιστινιακή ποίηση, που έχουν παραμείνει σε κυκλοφορία στην Ελλάδα και δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί, εστιάζουν στην αντιστασιακή κατά κύριο λόγο συνιστώσα της και αυτήν προβάλλουν. Επιπλέον, περιλαμβάνουν μόνο ορισμένους εμβληματικούς ποιητές της παλαιστινιακής αντιστασιακής ποίησης, όπως ο Mahmud Darwish, ο Samih al Qasim και ο Taufik Zayad, αλλά όχι άλλους σημαντικούς ποιητές, όπως ο Ghassan Zaqtan, ο Zakaria Mohammed ή ο Hussein Barghouti – ούτε βέβαια νεότερους, όπως ο Marwan Makhoul, η Asma Azaizeh, η Maya Abu Al-Hayyat ή η Fatena Al Ghorra. Ποιήματα των τελευταίων έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες του εξωτερικού και στο διαδίκτυο. 

Αν θέλαμε να πιάσουμε τον σφυγμό της παλαιστινιακής ποίησης σήμερα, θα βλέπαμε ότι από τη Συμφωνία του Όσλο (1993) και μετά, αν όχι μία δεκαετία νωρίτερα, οι Παλαιστίνιοι ποιητές, απογοητευμένοι από τις πολιτικές εξελίξεις, έχουν βάλει στο επίκεντρό τους την ατομική εμπειρία. Όμως το παρόν άρθρο, εν πολλοίς κατ’ ανάγκην, εστιάζει στην αντιστασιακή συνιστώσα της παλαιστινιακής ποίησης, προσπαθώντας πάντως να παρουσιάσει, μέσα από ποιήματά τους, και έναν-δυο από τους νεότερους Παλαιστίνιους ποιητές.

Τα γεγονότα που αφορούν την Παλαιστίνη είναι λίγο-πολύ γνωστά: Οι Ισραηλινοί εισέβαλαν στον Λίβανο στις 6 Ιουνίου 1982. Με την εισβολή τους, καταστράφηκαν οι κεντρικές εγκαταστάσεις της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) που βρίσκονταν εκεί και δολοφονήθηκαν 2.750 άνθρωποι μόνο στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα. Το 1987, οι Παλαιστίνιοι που ζούσαν στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα ξεκίνησαν την Ιντιφάντα (λαϊκή εξέγερση) ενάντια στην ισραηλινή κατοχή.

Παρ' ότι ακολούθησαν συσκέψεις ειρήνης (με σημαντικότερη εκείνη της Μαδρίτης, το 1991, στην οποία συμμετείχαν αντιπροσωπείες από τις ΗΠΑ, τη Σοβιετική Ένωση, το Ισραήλ, τη Συρία, τον Λίβανο, την Αίγυπτο και μια κοινή Ιορδανο-Παλαιστιναική αντιπροσωπεία, αλλά και παρατηρητές από διάφορες χώρες και οργανισμούς) συμφωνίες (με εξέχουσα την προαναφερθείσα Συμφωνία του Όσλο το 1993) και ειρηνευτικές προτάσεις (με γνωστότερη εκείνη του Camp David τον Ιούλιο του 2000), το Ισραήλ συνέχισε να αρνείται το δικαίωμα των Παλαιστινίων για ανεξαρτησία, ελεύθερη μετακίνηση και πρόσβαση σε πηγές ύδατος, οδηγώντας τους Παλαιστινίους στη δεύτερη Ιντιφάντα του 2000. Σε αυτήν, το Ισραήλ απάντησε με πόλεμο. Και ο πόλεμος κατέληξε σε εκ νέου κατοχή όλων των πόλεων της Δυτικής Όχθης που είχαν επιστραφεί στο μεταξύ στους Παλαιστινίους, σε καταστροφή της υποδομής στις πόλεις και τα χωριά της Δυτικής Όχθης, σε φυλάκιση χιλιάδων ανθρώπων και στη δολοφονία αμέτρητων άλλων με αλόγιστη βία.

Από τις συμφωνίες που ακολούθησαν, όπως αυτή του Οδικού Χάρτη (2002), η ισραηλινή κυβέρνηση δεν τήρησε καμία. Οι παραβιάσεις και οι σφαγές του παλαιστινιακού λαού συνεχίστηκαν. Αποκορύφωμα της πολιτικής του κράτους του Ισραήλ ήταν η δολοφονία του προέδρου της παλαιστινιακής Αρχής και του PLO, Γιάσερ Αραφάτ, τον Νοέμβριο του 2004.

Σήμερα, περίπου 1.000.000 Παλαιστίνιοι κατοικούν σε 360 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης στη Γάζα. Την ίδια στιγμή, 5.000 Ισραηλινοί έποικοι καταλαμβάνουν το 30% της περιοχής. Οι δρόμοι που συνδέουν τους εποίκους μεταξύ τους και με το Ισραήλ χωρίζουν τις παλαιστινιακές περιοχές σε ξεχωριστά καντόνια, περικυκλωμένα από δρόμους που ελέγχονται στρατιωτικά από τους Ισραηλινούς. Οι εν λόγω δρόμοι εμποδίζουν την ανάπτυξη και επέκταση των παλαιστινιακών καταυλισμών και την παλαιστινιακή εδαφική γειτνίαση και περιορίζουν τις μετακινήσεις και την ομαλή ροή του εμπορίου ή των εργαζομένων από τη μια περιοχή στην άλλη. Αυτά αναγράφονται στην εισαγωγή της Εταιρείας Παλαιστινιακής Παροικίας Ελλάδας στο βιβλίο Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης. Εκεί επίσης αναγράφεται ότι «η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν λειτούργησε αποικιοκρατικά απέναντι στον αραβικό κόσμο» και ότι «οι Παλαιστίνιοι ξεχώρισαν την Ελλάδα, λόγω της θετικής της στάσης απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα». Είναι αλήθεια, ότι εκατοντάδες φοιτητές καταφεύγουν στα ελληνικά πανεπιστήμια (μάλιστα, το 1981 η ελληνική κυβέρνηση εξαίρεσε τους Παλαιστίνιους φοιτητές από την υποχρέωση καταβολής διδάκτρων, παρέχοντάς τους εκτός από δωρεάν φοίτηση και στέγαση και σίτιση). Επιπλέον, εκτός από τους φοιτητές που εισρέουν στη χώρα μέχρι και σήμερα, στην Ελλάδα κατέφυγαν πολλοί επιχειρηματίες, όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος στον Λίβανο το 1975.

Μήπως όμως η κατάσταση δεν είναι τόσο άσπρη-μαύρη, όσο θέλει να την παρουσιάσει μια μερίδα Παλαιστινίων; Όπως γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στον Πρόλογο της Κατάστασης πολιορκίας, ο παλαιστινιακός λαός ενδεχομένως είναι ένα πιόνι στα χέρια της εξαθλίωσης και επίσης ορισμένων ισλαμιστών φασιστών, που προτιμούν μα έχουν μια τραγωδία παρά μια σταθερή λύση στο διπλωματικό τους σακίδιο. Και ο εβραϊκός λαός ίσως είναι πιόνι στα χέρια μιας δράκας φασιστών που  μισθώνουν το Ισραήλ σε κτηνώδη γεωπολιτικά συμφέροντα. Γιατί, πόσο μπορούν δύο λαοί να παραμένουν ξεχωριστοί, όταν ζουν ανάμεσα στα ίδια δέντρα και κάτω από τον ίδιο ουρανό;

Ο ποιητής που περισσότερο απ’ όλους εξέφρασε αυτόν τον σκεπτικισμό είναι ο Mahmud Darwish, ο οποίος θεωρείται και εθνικός ποιητής της Παλαιστίνης. Με το πέρασμα του χρόνου μάλιστα, ο Darwish απομακρύνθηκε σταδιακά από την παραδοσιακή αντίληψη των Παλαιστινίων πως η ποίηση πρέπει να είναι άμεση σαν όπλο και επέλεξε να δει την Παλαιστίνη σαν  μια μεταφορά για την προσδοκία, την ελευθερία και την ομορφιά «που φέρνει πάντα ειρήνη». Στην πραγματικότητα, έκανε τη χώρα του αντικείμενο ερωτικής προσήλωσης και τη μεταχειρίστηκε σαν αφοσιωμένος εραστής. Στο σπονδυλωτό ποίημά του «Κατάσταση πολιορκίας» όμως, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύονται εδώ, αυτή η στροφή δεν έχει ακόμα συντελεστεί.

Όσον αφορά την παλαιστινιακή ποίηση γενικότερα, με έκπληξη ίσως θα διαπιστώσουμε ότι τα πρώτα χρόνια μετά το 1948 κυριαρχεί ο ερωτισμός. Σκοπός του ήταν να υποκαταστήσει το πικρό αίσθημα της μοναξιάς και της αποξένωσης, αλλά και να δημιουργήσει καινούριες σχέσεις στο μικρό εκείνο σύνολο που βρέθηκε ξαφνικά στη θέση της μειονότητας μες στην πατρίδα του. Το 1952, με την αιγυπτιακή επανάσταση, ήρθε η καμπή για την παλαιστινιακή λογοτεχνική παραγωγή: η ποίηση ξαφνικά έγινε πατριωτική και αντιστασιακή. Και, καθώς οι Ισραηλινοί αρνούνταν να δημοσιεύσουν τέτοια ποιήματα, οι Παλαιστίνιοι ποιητές τα απήγγειλαν στους γάμους και τις γιορτές που γίνονται στα χωριά, κάτι που επίσης απαγορεύτηκε αργότερα. Η πολυμέτωπη καθημερινή πάλη που διεξήγαγε ο παλαιστινιακός λαός έδωσε τροφή στη θεματολογία αυτής της αντιστασιακής ποίησης, κεντρικότερο θέμα της οποίας ήταν η γη. Η γη, όπως ενσαρκώνει την ιστορία, η γη που είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό αισθητικό αντικείμενο. Η γη που αναλύεται σε εκφραστικά στοιχεία: το σιτάρι, το ποτάμι, την ελιά, την πορτοκαλιά, τον φοίνικα, τα σπουργίτια, το ουράνιο τόξο, το χορτάρι... Παράλληλα, οι έννοιες του θανάτου, της ανανέωσης και της δεύτερης γέννησης, που έχουν τη ρίζα τους στους βαβυλωνιακούς μύθους, έλαβαν ιστορική και πολιτική διάσταση, ενώ ένας άλλος θεματικός πυρήνας ήταν η επιστροφή των απόντων αγαπημένων. Όλα αυτά τα στοιχεία συνέτειναν ώστε η παλαιστινιακή ποίηση να αποτελέσει επαναστατική πράξη.

Ακολουθούν μερικοί ποιητές και ποιήματα.

Ο Taufik Zayad (1932-1944) γεννήθηκε στη Γαλιλαία και σπούδασε φιλολογία στη Μόσχα. Είχε αναπτύξει πολιτική δράση και υπήρξε ηγέτης του κομμουνιστικού παλαιστινιακού κόμματος Ρακά, ενώ διετέλεσε και δήμαρχος της Ναζαρέτ. Η ποίησή του διακρίνεται για τον ισχυρό ρητορικό λυρισμό της. Ο Zayad πέθανε το 1994 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην κοιλάδα της Ιορδανίας, ενώ επέστρεφε από την Ιεριχώ, όπου είχε μεταβεί για να καλωσορίσει τον Γιάσερ Αραφάτ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από την εξορία.

Πάνω στον κορμό μιας ελιάς (απόσπασμα)
…επειδή δεν μπορώ ν’ αγοράσω χαρτί
θα χαράξω αυτά που τραβάω
τα μυστικά μου όλα θα χαράξω
πάνω στον κορμό μιας ελιάς
στην αυλή του σπιτιού μου.

Θα χαράξω την ιστορία μου
Τις πράξεις της τραγωδίας
Τους αναστεναγμούς για τα περιβόλια
Κι όλα τα αχ πάνω στους τάφους των προγόνων μου.
Θα χαράξω
Την κάθε πίκρα που γεύτηκα
Την πίκρα που με τόνο δέκατο
Απ’ τη μελλούμενη ευτυχία θα σβήσει.

Θα χαράξω όλα τα στοιχεία
Του κάθε χωραφιού που αρπάχτηκε
Του χωριού μου τα σύνορα
Τα σπίτια των ανθρώπων που ανατινάχτηκαν
Τα δέντρα μου που ξεριζώθηκαν
Τ’ αγριολούλουδα που πατήθηκαν
Τα ονόματα εκείνων που το μάσημα των νεύρων μου
Τόκαμαν τέχνη

Taufik Zayad (μτφρ.: Kamal Kattan)


Του γυρισμού σας το γιοφύρι
Αγαπημένοι
Με τα ματόκλαδα
Στρώνω τη στράτα του γυρισμού σας με τα ματόκλαδα.
Αγαπημένοι αγκαλιάζω την πληγή σας·
Της στράτας σας τ’ αγκάθια με τη χούφτα μου μαζώνω
Και στις δύο όχτες βάζοντας τη σάρκα μου
Χτίζω του γυρισμού σας το γιοφύρι.

Taufik Zayad (μτφρ.: Kamal Kattan)
*
Ο Samih al Qasim (1939-) γεννήθηκε στη Γαλιλαία. Όντας ακτιβιστής, κρατήθηκε υπό κατ’ οίκον περιορισμό και φυλακίστηκε από τις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής πολλές φορές για τη δράση του. Έχει εκδώσει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές και πολλές από αυτές έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, όπως επίσης πολλά από τα πατριωτικά του ποιήματα έχουν μελοποιηθεί. Μέχρι πρόσφατα διηύθυνε την παλαιστινιακή εφημερίδα Kul el-Arab.

Λόγος στην αγορά της ανεργίας (απόσπασμα)
Ίσως να στερηθώ και το ψωμί μου.
Ίσως το στρώμα ξεπουλήσω και τα ρούχα μου.
Ίσως δουλέψω σκουπιδιάρης, πετροκόπος και χαμάλης.
Ίσως να σωριαστώ γυμνός και πεινασμένος, εχθρέ του ήλιου
Αλλά δεν παζαρεύω
Κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ’ αντιστέκομαι!

Ίσως αρπάξεις απ’ τη γη μου και την τελευταία σπιθαμή.
Ίσως ταΐσεις στις φυλακές τη νιότη μου.
Ίσως μου κλέψεις την κληρονομιά του παππού μου
- πιθάρια, έπιπλα και σκεύη -.
Ίσως καθίσεις πάν’ απ’ το χωριό μας σαν εφιάλτης τρόμου
Εχθρέ του ήλιου
Αλλά δεν παζαρεύω
Κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ’ αντιστέκομαι.

Samih al Qasim (μτφρ.: Kamal Kattan)


Έλα να ζωγραφίσουμε ένα ουράνιο τόξο (αποσπάσματα)
…Το μέτωπό μου ένα κομμάτι από κερί
Πάνω στο μπράτσο μου
Το στόμα μου φλογέρα τσακισμένη και το στήθος μου ναός
Μες στο ναό μυριάδες άνθρωποι γονατιστοί,
Μάτια σβησμένα ήταν, εξισωθήκανε
Ο άγιος κι ο εξωμότης
Στη νέα πληγή, εξισωθήκανε
Στη νέα ντροπή, εξισωθήκανε
Γη… ταρακουνήσου
Και συχώρα με που
Κατεβαίνοντας μ’ απορροφά ένας θάνατος αργός
Συχώρα την κραυγή μου στη φωτιά
- στον εξευτελισμό του γονατίσματος –
Κάψε με, κάψε με για να λάμψω.

Samih al Qasim (μτφρ.: Kamal Kattan)
*
Ο Zakaria Mohammed (1950-) γεννήθηκε στη Ναμπλούς της Παλαιστίνης, όμως έφυγε από τη χώρα και επέστρεψε το 1994, μετά από 25 χρόνια εξορίας. Σήμερα ζει στη Ραμάλα. Ο Mohammed είναι ελεύθερος δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής. Επί πολλά χρόνια ήταν βοηθός αρχισυντάκτη στην πολιτιστική εφημερίδα al-Karmel, της οποίας την αρχισυνταξία διατηρούσε ο Mahmud Darwish. Το ποιητικό του έργο διακρίνεται για τον υψηλό βαθμό συμπύκνωσης.

Σπίτι
Πολλά πουλιά πετούν γοργά πάνω απ’ το κεφάλι μου
Με κλαδάκια στα ράμφη τους να χτίσουν τα σπίτια τους

Το δικό μου σπίτι δεν έχει χτιστεί ακόμη
Ακόμη ζω στη γη του ήλιου και της βροχής

Τα πουλιά εξακολουθούν να πετούν με τα κλαδάκια τους
Ενώ εγώ, σαν μικρό παιδί, δεν μπορώ να κάνω τα χείλη μου να ψελλίσουν «σπί-τι μου».

Zakaria Mohammed (μτφρ. από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη)

Οι θεριστές
Ποιοι είστε εσείς, που προχωράτε σε δύσβατους δρόμους
Με τον ιδρώτα να τρέχει απ’ το σώμα σας;
- Είμαστε οι θεριστές των κυματιστών λόφων.
Ξεκινήσαμε την αυγή
Και θερίσαμε τον άνεμο
Και τον χρόνο
Και τις παραισθήσεις που ξεφύτρωναν
Σαν τα χορτάρια της σαβάνας

Ω! Πόσο παράξενη μπορεί να είναι η σοδειά
Αν η νύχτα δεν είχε πέσει τόσο νωρίς
Θα είχαμε θερίσει με τα δρεπάνια μας
Τη σιωπή, τον θάνατο και την πέτρα
Και θα είχαμε κατέβει προς τη θάλασσα
Να δρέψουμε τα κύματα και τον παφλασμό τους
Για να κάνουμε τα πάντα τέλεια,
Τέλεια και οριστικά.

Zakaria Mohammed (μτφρ. από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη)
*
Ο Chassan Zaqtan (1954-) γεννήθηκε κοντά στη Βηθλεέμ και έζησε στην Ιορδανία, τον Λίβανο, τη Συρία και την Τυνησία. Το όνομά του εμφανίστηκε δύο φορές στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το Neustadt International Prize for Literature του Πανεπιστημίου της Οκλαχόμα, το οποίο θεωρείται το αμερικανικό αντίστοιχο του Νόμπελ. Έλαβε το Εθνικό Μετάλλιο Τιμής της Παλαιστίνης τον Ιούνιο του 2013. Το έργο του έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, νορβηγικά και άλλες ακόμη γλώσσες.

Ήρεμη μέρα
Δεν έχει νεκρούς στους δρόμους σήμερα
Είναι  μια ήσυχη μέρα,
Η κίνηση είναι κανονική,
Υπάρχει αρκετός χώρος για την πομπή
Των χθεσινών νεκρών
Χώρος για να προστεθεί
                ένα όνειρο, μια ιδέα, ένα μικρό αγόρι,
                μια ακόμη ώθηση στην αγαπημένη βάρκα,
                ένα ψεύτικο όνομα για το κύτταρο,
                ένα τριαντάφυλλο για τη νέα αγάπη,
                ένα χέρι στον σύντροφο

Λίγος χώρος για να μείνεις ζωντανός για λίγο ακόμη
Αρκετός χρόνος για να σφίξεις τα χέρια
Και να φτάσεις τον ήλιο

Σήμερα είναι μια ήρεμη μέρα, μια μέρα πεζών
Στη Βηρυττό χορεύουν στους δρόμους
Εμποδίζουν τα λεωφορεία και δεν αγοράζουν
Εφημερίδες:     
                Οι εφημερίδες είναι ήδη στα γραφεία
Και οι νεκροί ξεκουράζονται στον Πεζόδρομο των Μαρτύρων
Στα περίχωρα της Σάμπρα

Μια ήρεμη μέρα,
Η γειτόνισσα θα βγει από το νυχτικό της
Για να κρεμάσει λίγη υπνηλία γύρω μας,
Κάποιο νωθρό ξύπνημα
Είναι πολύ ληθαργική για να μαζέψει γράμματα σε λέξεις

Πού είναι η ζωή αυτό το απέραντο πρωινό του περιπάτου;
Δεν θα φύγουμε
Απ’ την ασπράδα του φορέματός της ένας λόγος
Θα έρθει να μας μεταφέρει στους δρόμους
Μόλις εκείνη πέσει νεκρή λέγοντας «καλημέρα»

Chassan Zaqtan (μτφρ. από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη)
*
Ο Mahmud Darwish (1942-2008), θεωρείται – όπως είπαμε – εθνικός ποιητής της Παλαιστίνης, αλλά και από τους σημαντικότερους ποιητές του αραβικού κόσμου. Οι δημόσιες αναγνώσεις του γέμιζαν γήπεδα ποδοσφαίρου και τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τους καλύτερους Άραβες μουσικούς. Γεννήθηκε στην Μπέρουε και ήταν πολύ μικρός όταν ο ίδιος και η οικογένειά του αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες. Ο Darwish εργάστηκε ως δημοσιογράφος και το 1961 έγινε μέλος του ισραηλινού κομμουνιστικού κόμματος Ρακά, εκδίδοντας για κάποιο διάστημα και την εφημερίδα του, Al Itihad. Εκείνη την εποχή βίωσε τον εγκλεισμό στη φυλακή και τον κατ’ οίκον περιορισμό. Το 1970 μετέβη στη Μόσχα για σπουδές. Το 1971 εγκαταστάθηκε στον Λίβανο, όπου διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Al Karmel. Το 1982, όταν οι Ισραηλινοί εισέβαλαν στον Λίβανο, μετακόμισε στην Κύπρο. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία, μεταξύ αυτών και το Βραβείο Λένιν το 1983. Πολλά από τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί.

Κατάσταση πολιορκίας (αποσπάσματα)
Όταν σε πολιορκούν,
Η ζωή είναι μια στιγμή
Ανάμεσα στην ανάμνηση
Της πρώτης στιγμής
Και στη λήθη
Της τελευταίας
*
Οι στρατιώτες μετρούν την απόσταση
Ανάμεσα στο είναι και το μηδέν με κιάλια,
Κρυμμένοι πίσω απ’ τα τανκς.
*
Εμείς μετράμε την απόσταση
Ανάμεσα στο σώμα μας και τις ρουκέτες
Μονάχα με τις έξι μας αισθήσεις.
*
Τα κυπαρίσσια, πίσω απ’ τους στρατιώτες,
Είναι μιναρέδες που κρατούν τον ουρανό να μην πέσει.
Πίσω από το αγκαθωτό συρματόπλεγμα,
Στρατιώτες κατουράνε προστατευμένοι από ένα τανκ.
Η μέρα του φθινοπώρου ολοκληρώνει τον χρυσό περίπατό της
Στο κράσπεδο ενός δρόμου άδειου,
Σαν τζαμί μετά την κυριακάτικη προσευχή.
*
Σ’ ένα σοκάκι φωτισμένο από εξόριστο φανάρι…
Να, ένα στρατόπεδο προσφύγων
Στους τέσσερεις ανέμους.
Ο Νότος του χιμάει στον άνεμο.
Η Ανατολή του: μια θρησκεία στραμμένη δυτικά.
Η Δύση του: μια αιματηρή εκεχειρία,
Που εκδίδει το κόστος της ειρήνης.
Όσο για τον Βορρά του, τον μακρινό Βορρά,
Δεν είναι τόπος, δεν είναι σύνορο στον χάρτη.
Μια σύναξη είναι ουράνιας μαγείας.
*
Σε κατάσταση πολιορκίας,
Ο χρόνος γίνεται ένας τόπος
Που συρρικνώνεται κι όλο συρρικνώνεται.
Σε κατάσταση πολιορκίας,
Ο χώρος γίνεται ένας χρόνος
Αποκομμένος από το παρελθόν
Και το μέλλον.
*
Το γράψιμο είναι ένα μικρούλι μυρμήγκι
Που δαγκώνει τον αφανισμό.
Το γράψιμο είναι ένα αναίμακτο τραύμα.
*
Τα φλιτζάνια του καφέ μας, και τα πουλιά,
Και τ’ ανθισμένα δέντρα με τη διάφανη σκιά,
Κι ο ήλιος που πηδά από μάντρα σε μάντρα σαν γαζέλα,
Και τα σύννεφα που γράφουν
Μυριάδες σχήματα στον απέραντο ουρανό
-σ’ ό,τι μας έμεινε απ’ αυτόν τον ουρανό-
Και οι λοιπές μνήμες που άντεξαν μέσα μας,
Αποδεικνύουν πως αυτό το πρωινό
Είναι όμορφο και δυνατό,
Κι εμείς παντοτινοί επισκέπτες του παντός.

Mahmud Darwish (μτφρ. από τα αγγλικά: Γιώργος Μπλάνας)
*
Και, για το τέλος, δύο νέες Παλαιστίνιες ποιήτριες (διότι υπάρχει και γυναικεία φωνή στην παλαιστινιακή ποίηση), η Maya Abu Al-Hayyat και η Fatena Al-Ghorra. Η πρώτη ζει στην Ιερουσαλήμ και είναι ποιήτρια, συγγραφέας παιδικών βιβλίων και ηθοποιός. Η δεύτερη είναι ποιήτρια και δημοσιογράφος και ζει στο Βέλγιο.

Οργασμός (αποσπάσματα)
Όταν ο θάνατος έρθει για μένα
Θέλω να ετοιμαστώ για κείνον όπως μια ερωμένη για τον αγαπημένο της
Να φωτίσω το σπίτι με κεριά
Να κατεβάσω τις κουρτίνες να με κρύψουν απ’ τα διαπεραστικά μάτια
Να πλύνω το κορμί μου απαλά,
Ντροπαλά
Να το γλυκάνω με άρωμα
Να το τρίψω με λάδι, απαλά, διστακτικά
Να φορέσω ένα νυχτικό από μαύρη δαντέλα
Και να βάλω μουσική να παίζει
Προσδοκώντας το φιλί της ζωής
[...]
Θα δεχτώ τον Θάνατο όπως μια σύζυγος
Καθαρίζει το σπίτι το βράδυ της Παρασκευής από τον χαμό των παιδιών
Μετά κάνει ένα ντους
Βάζει μολύβι και ροζ κραγιόν
Φοράει άνετες πιτζάμες
Και ξαπλώνει καταμεσής στο κρεβάτι
Έτοιμη για το καθήκον της
[…]
Όπως μια ερωμένη ετοιμάζεται για τον αγαπημένο της
Περιμένει στο παράθυρο το χτύπημά του
Ενώ βάζει το κρασί να παγώσει
Ετοιμάζει τα τσιγάρα και τη μουσική
Τα αγαπημένα τραγούδια και βίντεο
Που θα τους κάνουν να γελάσουν
Ώσπου τα μάτια τους να γεμίσουν δάκρυα
Αθόρυβος χορός στον ρυθμό της ηδονής
Μετά τα δάχτυλα θα αρχίσουν να εργάζονται
Αργά, αργά

Fatena Al Ghorra (μτφρ. από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη)

Διαίσθηση
Περιμένω την κόρη ενός γενναίου μάρτυρα
Να σηκωθεί και να φωνάξει
Πάρε την πατρίδα σου
Και δώσε μου πίσω τον μπαμπά μου

Το μπουμπούκι της αμυγδαλιάς ξέρει πως η ζωή του θα ‘ναι μικρή
Μα το μπουμπούκι σκάει και ανοίγει
Και μόνο όταν πέφτει στους δρόμους του σχολείου
Ανθίζει η ευτυχία
Όλα τα δευτερόλεπτα σιωπής
Δεν μπορούν να φέρουν μια φωνή πίσω

Έζησα μια ζωή γεμάτη ήρωες
Και τέλειους μπάσταρδους
Πλέον δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω

Είδα παιδιά
Που έδωσαν τους γονείς τους στην πατρίδα
Μα δεν είδα ποτέ πατρίδα
Να δώσει έναν πατέρα σε ορφανό

Θέλω όλους να ζουν και κανείς να μην πέφτει
Ούτε καν οι δαίμονές μου
Ούτε καν οι δαίμονές σου
Ίσως αν κανείς μας δεν πέσει
Να σηκωθούμε όλοι
Πάνω απ’ αυτή την κόλαση

Maya Abu Al-Hayyat (μτφρ. από τα αγγλικά: Χριστίνα Λιναρδάκη)


Χριστίνα Λιναρδάκη


Πηγές:
Di Cintio, M. (2018, 7 Σεπτ.), “In Palestinian poetry, the long transition from political to personal”, Literary Hub (lithub.com)
Foyle, N. (ed.) (2018), A blade of grass, New Palestinian Poetry, Ripon, Yorkshire Dales: Smokestack Books
Irving, S. (ed.) (2015), A bird is not a stone, Glasgow: Freight Books
Viene, V. (2018, 14 Μαρ.), “Showcasing Poems That Present the Palestinian Narrative: A Conversation with Naomi Foyle”, World Literature Today (worldliteraturetoday.org)
Εταιρεία Παλαιστινιακής Παροικίας Ελλάδας (2006), Ποίηση του λαού της Παλαιστίνης, μτφρ: Kamal Kattan, Εκδ. Έλευσις (Ομάδα Νεανικής Πολυέκφρασης Αρκαδίας)
Νταρουίς Μαχμούντ (2010), Κατάσταση πολιορκίας, μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας, Αθήνα: Κοινωνία των (δε)κάτων



  • Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 45(6)-46(7), άνοιξη-καλοκαίρι 2019.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά στον Αντρέα Παγουλάτο για τον Εμπειρίκο

Αντρέας Παγουλάτος & Νάνος Βαλαωρίτης
Αντρέας Παγουλάτος: Πότε διάβασες για πρώτη φορά ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου; Πότε συναντήθηκες μαζί του και γίνατε φίλοι;

Νάνος Βαλαωρίτης: Πιστεύω ότι πρωτοδιάβασα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου στα «Νέα Γράμματα», στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Αλλά την εποχή εκείνη, δεν τον είχα ακόμη γνωρίσει... Τον γνώρισα γύρω στο 1940, 1941, στο εστιατόριο του Βασίλη, στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πηγαίναμε πολλοί συγγραφείς και ζωγράφοι, να φάμε, μετά τις συναντήσεις μας στο στέκι μας, το Μπραζίλιαν. Πιθανόν να μου τον γνώρισε ή ο Τσαρούχης ή ένας «αναλυόμενος», ο Γαβαλάς. Στην ίδια περίσταση γνωρίστηκα και με την Μάτση Ανδρέου (Χατζηλαζάρου), που τρώγανε μαζί, σαν ζευγάρι που ήταν. Λίγο αργότερα του ζήτησα κι ένα ραντεβού για ψυχανάλυση. Αφού με άκουσε, μου είπε ότι δεν έχω σοβαρό πρόβλημα κι αρνήθηκε να με πάρει για ανάλυση. Ήμασταν άλλωστε ήδη φίλοι.

Α.Π.: Πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις σας, εκείνη ιδιαίτερα την εποχή, σχέσεις που από όσο γνωρίζω διατηρήθηκαν πολύ φιλικές ως και το τέλος της ζωής του, το 1975;

Ν.Β.: Στην αμέσως μετά περίοδο, συναντιόμαστε στο σπίτι του, τις Πέμπτες, αν θυμάμαι καλά, και διαβάζαμε τα ποιήματά μας, ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Εγγονόπουλος, ο Κακναβάτος, ο Παπαδίτσας, ο Λίκος και άλλοι. Ο Εμπειρίκος κι ορισμένοι άλλοι σχολίαζαν σύντομα τα ποιήματα που ακούστηκαν.

Α.Π.: Περίγραψέ μας μια τυπική επίσκεψη στο σπίτι του Εμπειρίκου, αργότερα, στην μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο περίοδο, όταν σας διάβαζε αποσπάσματα από τον «Μέγα Ανατολικό»...

Ν.Β.: Μετά τον πόλεμο πλέον και τον εμφύλιο, στις αρχές των χρόνων του ’50 και αργότερα, πηγαίναμε στο σπίτι του, στην οδό Νεοφύτου Βάμβα και ακούγαμε κεφάλαια του «Μεγάλου Ανατολικού» κι επίσης διαβάζαμε δικά μας κομμάτια, που τα μαγνητοφωνούσε. Οι συζητήσεις ήταν ζωηρές από πάντα και ο ίδιος τρομερά ενθαρρυντικός και ενθουσιώδης.

Α.Π.: Εσύ που ήσουν ένας από τους στενούς του φίλους και σου εκμυστηρευόταν, φαντάζομαι τα σχετικά με την ποιητική του και τη γενικότερη εξέλιξή του, πώς θα περιέγραφες, στο πέρασμα του χρόνου, τις σχέσεις του Ανδρέα Εμπειρίκου με τον υπερρεαλισμό;

Ν.Β.: Πρέπει να ομολογήσω ότι πιο σπάνια μιλούσαμε για θεωρητικά θέματα. Κυρίως αρκούνταν σε σχόλια στα ποιήματα που άκουγε... Ήταν η εποχή, όπου η Μαρία κι εγώ σχετιζόμασταν με τον Αντρέ Μπρετόν και τον κύκλο των οπαδών του. Του φέραμε την Ελίσα Μπρετόν, να τη γνωρίσει. Και του λέγαμε διάφορα νέα απ’ το Παρίσι. Αυτά ήταν σε μια πρώτη φάση...

Α.Π.: Πιστεύεις ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ή ακόμη στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Ανδρέας Εμπειρίκος θεωρούσε τον εαυτό του, παρ’ όλες τις αλλαγές που είχαν γίνει στο διεθνές ήδη υπερρεαλιστικό κίνημα, καθαρά υπερρεαλιστή;

Ν.Β.: Ασφαλώς ναι, αν και είχε διαχωρίσει την πολιτική του θέση σχετικά με τον μαρξισμό. Αιτία που δεν τους επισκέφθηκε στο Παρίσι, γιατί νόμιζε ότι ήταν ακόμη ιδεολογικά στην ίδια γραμμή: βέβαια κυρίως του Τρότσκι, αλλά και του Μαρξ. Ο μεν Περέ ήταν μαρξιστής μέχρι τέλους. Αλλά ο Μπρετόν έμοιαζε να έχει στραφεί μάλλον προς τον Μπακούνιν. Στο μεταξύ είχαν στρέψει την προσοχή τους στον εσωτερικισμό, στην αλχημεία, στον ερμητισμό. Αυτά τα τελευταία δεν τα γνώριζε τόσο καλά ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Και δεν ξέρω αν του φέρναμε τα περιοδικά της περιόδου, πάντως τον είχαμε πληροφορήσει για την στροφή σε μία έμφαση στη γλώσσα και μία γενική υποστήριξη πολιτικών θεμάτων της εποχής, από διαμαρτυρίες για τον πόλεμο στην Αλγερία μέχρι την υποστήριξη του Πολίτη του Κόσμου, στα Ηνωμένα Έθνη, και αντιπυρηνικές διαδηλώσεις. Γενικά ήταν μια ανεξάρτητη στάση πολιτικά και ιδεολογικά – αριστερή χωρίς ένταξη.

Α.Π.: Ποια ήταν η θέση και η στάση του για την προσπάθεια έκδοσης περιοδικού, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60; Ποιες ήταν οι σχέσεις του, αργότερα, με το «Πάλι»:

Ν.Β.: Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας ενός περιοδικού, όπως φαίνεται από το βιβλίο μου «Μοντερνισμός, πρωτοπορία και Πάλι» (εκδόσεις Καστανιώτη), στα γράμματά του κι ενίσχυσε οικονομικά το πρώτο και τα υπόλοιπα τεύχη. Και ως γνωστόν μας έδωσε και δημοσιεύσαμε πολλά ποιήματα και πεζά. Επίσης, την ίδια εποχή, έγινε η επαφή με τον Alan Ross και με τον Νίκο Στάγκο, μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν, στην Αγγλία τα «Γραπτά» με τον τίτλο “Amour Amour”. Στο «Πάλι» δημοσιεύτηκαν και περικοπές (αυτολογοκριμένες λόγω των τυπογράφων) του Μεγάλου Ανατολικού.

Α.Π.: Στις μεταθανάτιες συλλογές του «Οκτάνα» και «Αι γενεαί πάσαι», διακρίνει κανείς σε ορισμένα ποιήματά του, μιαν ιδιότυπη, αλλά ουσιαστική επίδραση από την ποίηση των μπήτνικς. Μιλούσατε για αυτήν την σχετικά νέα λογοτεχνία, και ποια ήταν η άποψή του για αυτήν, που, άλλωστε, την είχατε δημοσιεύσει και παρουσιάσει και στο «Πάλι»;

Ν.Β.: Ήταν ενθουσιώδης, και του γνωρίσαμε Αμερικανούς ποιητές, όπως τον Φίλιπ Λαμαντία, τον Conrad Rooks και τη γυναίκα του Zina Rakovski, καθώς και τον Charles Henri Ford, τον Αμερικανό υπερρεαλιστή. Ο Rooks κατόπιν έγινε σκηνοθέτης δύο ταινιών, που η μία ήταν για τους μπήτνικς και η άλλη για τον Σιντάρτα – για την ζωή του Βούδα, ή ακόμα για τον Hermann Hesse. Και από αυτόν γνώρισε πιθανόν τον Γκρέγκορι Κόρσο και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ κι επίσης τον Harold Norse. Αυτοί όλοι έβγαλαν ένα τεύχος του περιοδικού «Residue» την άνοιξη του 1965. Τότε ο Εμπειρίκος μεταφραζόταν αγγλικά, αλλά, αυτοί οι νέοι φίλοι του, γνώριζαν λίγο το έργο του. Αυτός, πάντως, τους «ενσωμάτωσε» σε πολλά ποιήματά του, συνδέοντας τους με την παράδοση του Walt Whitman.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανοιχτός, όπως πάντα, στους δημιουργικούς ανέμους που έπνεαν στον κόσμο, δεν αγνόησε τους νέους αυτούς Αμερικανούς ποιητές και είναι προς τιμήν του ότι δεν υπήρξε ποτέ δογματικός. Τον είδα μια τελευταία φορά μετά την πτώση της χούντας, πριν πεθάνει, στην Κηφισιά, και ήταν όπως πάντα γεμάτος από το σφρίγος φιλίας και καρδιάς.



  • Σημ.: Η συνομιλία πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2001-Φεβρουάριος 2002).

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

"Η αφηγήτρια ταινιών" του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ

Η αφηγήτρια ταινιών είναι μια μικρή νουβέλα του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, ενός Χιλιανού συγγραφέα που έχει τιμηθεί δύο φορές με το Εθνικό βραβείο της Χιλής. Στο έργο του αποτυπώνει τη σκληρή ζωή της εργατικής τάξης της χώρας του στα μεταπολεμικά χρόνια.

Στην έρημο Ατακάμα της Χιλής οι κάτοικοι δουλεύουν στα ορυχεία του νίτρου, η ζωή είναι δύσκολη και η διασκέδαση «πολύτιμη». Ο κινηματογράφος είναι η μοναδική ευχάριστη διέξοδος των κατοίκων της πάμπας, καθώς τους φέρνει σε επαφή με τον απαστράπτοντα κόσμο της οθόνης, τους αναδυόμενους και υπέρλαμπρους αστέρες της εποχής και μια μαγεία που ξεχύνεται απλόχερα από την οθόνη για να γεμίσει τις πενιχρές ζωές τους.

«Ο οικισμός μας ήταν ένας από τους φτωχότερους της περιοχής. Ο κόσμος δεν είχε τίποτα να δει ή να κάνει τα αργόσυρτα απογεύματα της πάμπας. Δεν υπήρχε ορχήστρα για να πάμε να χορέψουμε, δεν είχαμε μπάντα που να παίζει τα Σαββατοκύριακα στο κιόσκι της πλατείας. Δεν είχαμε καν την ημέρα του τραίνου, που στους άλλους οικισμούς που διέθεταν σιδηροδρομικό σταθμό ήταν φιέστα με τα όλα της».

Εκεί, σε αυτό το νιτροχώρι, ένα μικρό, ταλαντούχο κορίτσι κερδίζει επάξια τον τίτλο της αφηγήτριας ταινιών, πρώτα πρώτα μέσα στην ίδια την οικογένειά της. Ανήκει σε μια φτωχή οικογένεια, ο πατέρας είναι ανάπηρος από εργατικό ατύχημα και η μάνα τούς έχει εγκαταλείψει όλους, το σύζυγο και τα πέντε παιδιά τους.

Για να αποφεύγονται λοιπόν τα έξοδα, επειδή η οικονομική κατάσταση είναι σχεδόν ασφυκτική, παρακολουθεί μονάχα το νεαρό κορίτσι τις ταινίες που έρχονται στην πάμπα, εκ μέρους όλης της οικογένειας και σιγά σιγά αναδεικνύεται σε δεινή αφηγήτρια ταινιών. Πολλοί είναι μάλιστα αυτοί που προτιμούν να ακούσουν την αφήγηση από την ίδια παρά να την παρακολουθήσουν στη μεγάλη οθόνη του σινεμά. Κι έρχεται μια εποχή που γίνεται συνωστισμός στο μικρό φτωχόσπιτο.

Κι ενώ η νουβέλα αρχικά μοιάζει σαν ένα ανάγνωσμα νοσταλγικό μιας κινηματογραφικής εποχής ένδοξης που άφηνε απόηχο εκστατικό στις ψυχές των ανθρώπων, σιγά σιγά πίσω από το βασικό καμβά πάνω στον οποίο υφαίνεται η ιστορία, με πολύ ήπιο τρόπο, δίχως κανείς να κραυγάζει, δίχως κανείς να σχολιάζει καν, έρχεται ατόφια η αντανάκλαση μιας δύσκολης προσωπικής ιστορίας, που δεν απέχει πολύ από το ίδιο το τοπίο της ζωής όλων των κατοίκων, από τις περιορισμένες τους δυνατότητες και από τα ψαλιδισμένα φτερά που δεν τους παρέχουν εκ προοιμίου περιθώρια για μεγάλα ταξίδια.

Η κοινωνική ανισότητα, η σεξουαλική κακοποίηση, το αλκοόλ, η τοκογλυφία συνυπάρχουν σε ένα περίεργο μίγμα ζωής και λειτουργούν καταλυτικά στον ψυχισμό των ανθρώπων που τα αποδέχεται ωστόσο ως μέρος της πραγματικότητάς του και της δύσκολης επιβίωσης.

Πώς κυλά όμως η δράση και πώς εξελίσσονται τα γεγονότα;

Όλα τα συμβάντα θα ‘λεγε κανείς πως εκτυλίσσονται με μια στωική νομοτέλεια. Οι άνθρωποι είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τις ζωές τους και κινούνται μέσα στα στενά όρια που χάραξε για αυτούς πολύ νωρίς η ανέχεια. Ο χώρος, ο χρόνος και η κοινωνική τάξη έχουν ορίσει ένα τρίγωνο που περιχαράσσει τις ζωές τους σε ένα δεδομένο πλαίσιο, εγκλωβίζοντάς τους μέσα σε αυτό. Η θλίψη υπόκωφα μπαίνει στις ψυχές τους, δημιουργώντας ένα άυλο υπόστρωμα κάτω από τη χτισμένη και ήπια καθημερινότητά τους.

«Τα σπίτια στον οικισμό μας, όπως και σε όλα τα νιτροχώρια της πάμπας, αντικατόπτριζαν τέλεια τις τρεις κυρίαρχες τάξεις, τα σπίτια με τις λαμαρίνες ήταν των εργατών, τα πλίθινα ήταν των υπαλλήλων και οι πολυτελείς βίλες των Γιάνκηδων».

Η διάθεση του συγγραφέα δεν είναι καταγγελτική, απλά καταγράφει και αφουγκράζεται. Οι ζωές των ανθρώπων συναντώνται σε μια σπιθαμή τόπο και οι πληγές διαχέονται από τη μια γενιά στην άλλη, από τη μάνα στην κόρη, από την αδελφή στον αδελφό και πάλι από τον ένα στον άλλο μεταδίδεται η δυστυχία σαν νόσος κολλητική. Ακόμη, στη σκηνή της δολοφονίας του τοκογλύφου μοιάζει να ηχεί σαν λογοτεχνική παρήχηση, να ξαναζωντανεύει θαρρείς λογοτεχνικά η ιστορία της δολοφονίας της γριάς τοκογλύφου στο Έγκλημα και Τιμωρία, χωρίς να υπάρχει βέβαια η ίδια ψυχογραφική διείσδυση στα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής.

Με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που διαθέτει κάτι από τη γοητεία του παραμυθιού και τη συναισθηματική επίδραση της ποίησης, η ζωή στο μικρό νιτροχώρι προχωρεί με νύχια και με δόντια ώσπου έρχεται ένα άκομψο αδηφάγο τετράγωνο κουτί, η τηλεόραση, για να συμπαρασύρει μαζί του τα τελευταία ψήγματα της αφηγηματικής αίγλης, της αληθινής ανθρώπινης επικοινωνίας και να οδηγήσει τους ανθρώπους της ιστορίας σε νέα αδιέξοδα, καθώς πρέπει και πάλι να αναμετρηθούν με τις ζωές τους και την ίδια την επιβίωσή τους.

Ο κόσμος πάντα αλλάζει κι όμως πάντα καταφέρνει να παραμένει δύσκολος… Ο συγγραφέας βρίσκει τρόπο να αναφερθεί και στα γεγονότα εκείνης της εποχής που θα έστρεφαν σε μια κατεύθυνση πιο προοδευτική τον κόσμο. Αναφέρεται στον ηγέτη τους που αγαπούσε τους ανθρώπους και υπερασπιζόταν τα δικαιώματά τους, αλλά και στις βίαιες ιστορικές αλλαγές που σηματοδότησαν την πορεία του Χιλιανού λαού.

«Εκείνη την εποχή συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο. Εμφανίστηκαν οι χίπηδες. Ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι (το έδειξαν στην τηλεόραση). Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ανέβηκε στην εξουσία. Μια φορά πέρασε από τον κεντρικό δρόμο του οικισμού ο κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο (καταφέραμε να δούμε μόνο τη γενειάδα του να ανεμίζει πίσω από τα τζάμια μιας καμιονέτας).

»Εν τω μεταξύ έγινε το πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ. Με το πραξικόπημα χάθηκαν πολλά. Χάθηκαν άνθρωποι. Χάθηκε το τραίνο. Χάθηκε η εμπιστοσύνη».

Κρατά ωστόσο το καλύτερο κομμάτι για το τέλος, σμίγοντας την πορεία του λαού της Χιλής με τον αγαπημένο και εμβληματικό ποιητή της και παραθέτει ένα απόσπασμα στο επίμετρο από την αυτοβιογραφία του Πάμπλο Νερούδα με τίτλο Η πάμπα του νίτρου.

«…Η πάμπα είναι τόπος άγριος και δύσβατος. Στα μέρη της κάνει μισό αιώνα να βρέξει και η έρημος διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά των μεταλλωρύχων. Τα πρόσωπά τους είναι καμένα. Όλη αυτή η έκφραση της μοναξιάς και της εγκατάλειψης κατακάθεται στα σκούρα έντονα μάτια τους τους. Το να ανέβεις από την έρημο προς την Κορδιλιέρα, να μπεις σε κάθε φτωχόσπιτο, να γνωρίσεις τις απάνθρωπες δουλειές, να νιώσεις ότι πάνω σου αποθέτουν τις ελπίδες τους άνθρωποι απομονωμένοι και καταποντισμένοι είναι βαριά ευθύνη. Η ποίησή μου ωστόσο άνοιξε ένα δίαυλο επικοινωνίας και κατάφερα να περπατήσω στον τόπο τους, να γίνω δεκτός σαν παντοτινός αδερφός από όσους συμπατριώτες μου ζούσαν σ΄αυτές τις συνθήκες της σκληρής βιοπάλης…»

Τελικά η αφηγήτρια ταινιών καταφέρνει να συνδέσει το υλικό των ονείρων με την πικρή βιοπάλη. Καταφέρνει να δείξει παράλληλα την αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ των ανθρώπων που παλεύουν για την επιβίωσή τους χωρίς μακρόπνοα οράματα, το ίδιο πονεμένοι όλοι, με μόνο όπλο την αγάπη για τον άλλο και την αγάπη για τον τόπο τους, που είναι ο ίδιος αυτός που τους δένει με τη μοίρα τους.

Ήλια Λούτα


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος & Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.


Νάνος Βαλαωρίτης 



Σημ.: Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού  στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Όποτε ακούω από τότε ακορντεόν...

Air του Μπαχ. Ακορντεόν: Ρισάρ Γκαλιανό. 

Ένα από τα πιο ευήκοα, πλήρη και διαδεδομένα μουσικά όργανα είναι το ακορντεόν, αν και δεν έχει κατακτήσει ακόμα τη δημοφιλία που απολαμβάνει μια κιθάρα ή ένα πιάνο. Πρόκειται για ένα αερόφωνο πληκτροφόρο όργανο, που εφευρέθηκε κατά πάσα πιθανότητα στη Γερμανία το 1822, αλλά κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στη Βιέννη της Αυστρίας από τον Cyrill Demian το 1829. Αποτελείται από δύο πληκτρολόγια και μια αεροπαραγωγό φυσούνα στη μέση, η οποία επεκτείνεται και συμπιέζεται από τον εκτελεστή, παράγοντας ήχο με τη ροή του αέρα, καθώς δονεί μεταλλικά ελάσματα στο εσωτερικό του οργάνου.

Το όνομα ακορντεόν είχε την πρόθεση να το κάνει να ξεχωρίσει από το μελοντεόν, την αρμόνικα, τη φυσαρμόνικα και άλλα παρόμοια όργανα με τα οποία ερευνούσαν νέες ηχητικές δυνατότητες οι κατασκευαστές της εποχής εκείνης, αξιοποιώντας, ουσιαστικά, στοιχεία από το πανάρχαιο κινέζικο σενγκ με τις παλλόμενες γλωττίδες.

Το ακορντεόν υιοθετήθηκε γρήγορα από τους λαϊκούς μουσικούς της κεντρικής Ευρώπης και κατέκτησε ως και τη Ρωσία. Λίγο αργότερα διαδόθηκε και στις άλλες ηπείρους (Νότιο Αμερική, Νότια Αφρική, Ανατολική Ασία) κι έφτασε ως τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία, προσαρμόζοντας μέγεθος, κούρδισμα και τρόπο κατασκευής, παραμένοντας, ωστόσο φορητό, με τη φυσούνα του και τον γλυκό, πολυφωνικό του ήχο. Οι πιο γνωστές παραλλαγές του είναι το ρώσικο μπαγιάν και η γερμανική κονσερτίνα, ενώ η πιο γνωστή εξελιγμένη του μορφή είναι το μπαντονεόν (που εφευρέθηκε από τον Γερμανό Χάινριχ Μπαντ, αλλά γρήγορα μετανάστευσε στην Αργεντινή). Το μπαντονεόν αντί για πλήκτρα έχει κουμπιά στις δύο πλευρές, τα οποία καθένα παράγει διαφορετική νότα όταν ανοίγει η φυσούνα και διαφορετική όταν κλείνει.

Από τη δεκαετία του 1920, το ακορντεόν γίνεται αποδεκτό και στον κόσμο της λεγόμενης κλασικής ή λόγιας μουσικής. 'Όπως αναφέρει σε κείμενό του ο Κωνσταντίνος Ράπτης, "από τις αρχές του εικοστού αιώνα, έγιναν προσπάθειες για την κατασκευή ενός τέτοιου τύπου ακορντεόν, που θα επέτρεπε να παίζονται ταυτόχρονα διαφορετικές μελωδίες στο αριστερό και στο δεξιό πληκτρολόγιο, αυξάνοντας την έκταση και τις δυνατότητες του οργάνου. Η διάδοση του "ακορντεόν με μελωδικά μπάσα" από τη δεκαετία του 1960 και μετά, υπήρξε το καθοριστικό βήμα για την ολοκλήρωσή του ως φορητού πολυφωνικού οργάνου, διατηρώντας ταυτόχρονα τον λαϊκό χαρακτήρα του.

Σήμερα το ακορντεόν ακούγεται παντού, από την παραδοσιακή μουσική, τη τζαζ και τις εορταστικές εκδηλώσεις, μέχρι τη μουσική δωματίου, το θέατρο και την όπερα.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών οργάνωσε μια σειρά συναυλιών με επίκεντρο το ακορντεόν, σε μια προσπάθεια να αναδείξει τον πολυφωνικό, πειραματικό και γοητευτικό χαρακτήρα του, προσκαλώντας τον σύγχρονο δεξιοτέχνη Ρισάρ Γκαλιανό, αλλά και καταξιωμένους Έλληνες ερμηνευτές.

Εμείς παρακολουθήσαμε τη συναυλία με την παρουσία του ακορντεόν στη σύγχρονη δημιουργία με το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής και τον Παναγιώτη Ανδρέογλου, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς εκτελεστών του ακορντεόν.

Πρώτο έργο της βραδιάς ήταν το "Φολκλορικόν οξύ VI" για ενόργανο σύνολο (2018), του Γιώργου Χατζημιχελάκη. Ανήκει σε μία σειρά ομότιτλων φθογγοκεντρικών έργων του συνθέτη, που διαπραγματεύονται τη διαχείριση παραδοσιακού υλικού σε ένα πλαίσιο αναδιοργάνωσης προς σύγχρονες κατευθύνσεις. Πραγματικά, η μετάλλαξη των ήχων προσδίδει στο αποτέλεσμα μια απρόσμενη γοητεία χωρίς υπερβολικές εξάρσεις. Ακολούθησε το "Cantus firmus" για σόλο ακορντεόν κονσέρτου (μπαγιάν για την ακρίβεια εδώ) (2011), του Κώστα Τσούγκρα. Το έργο βασίζεται σε μία σταθερή επτάφθογγη τροπική μελωδία και στους διατονικούς και χρωματικούς μετασχηματισμούς της. Το σόλο ακορντεόν πραγματώνει μια σύνθετη θεματική επεξεργασία με σπειροειδή μορφή. Έπεται το έργο "Στη σκιά του κόσμου με τρεις νότες" για ενόργανο σύνολο (2018) του Χρήστου Ζερμπίνου. Ο πυρήνας του έργου βασίζεται σε δύο αντιθετικές μεταξύ τους ιδέες: η πρώτη ιδέα αποτελείται κυριολεκτικά από τρεις νότες (ρε ύφεση, σι, ντο), ενώ η δεύτερη εμφανίζεται λίγο αργότερα με γκλισάντι από το βιολί. Οι ρυθμικές εναλλαγές και η εξέλιξη των ιδεών πλάθουν ηχητικές φωτοσκιάσεις με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Στο δεύτερο μέρος, παρατέθηκαν τα έργα δύο σπουδαίων δημιουργών της μουσικής του εικοστού αιώνα. Το πρώτο ήταν το "In croce" για βιολοντσέλο και μπαγιάν (1992), της Σοφίας Γκουμπαϊντούλινα. Γραμμένο αρχικά για εκκλησιαστικό όργανο και τσέλο, μεταγράφηκε από την Ελ. Μόζερ και ανήκει στα έργα που εκφράζουν τις θρησκευτικές αναζητήσεις της συνθέτριας με το μπαγιάν σε κύριο ρόλο. Η ενατένιση της θείας σταύρωσης με υπερβατικό, μυστικιστικό χαρακτήρα εκφράζει πλήρως το πνεύμα της δημιουργού. Για την κορύφωση του τέλους ερμηνεύθηκαν τρία τάνγκο για ενόργανο σύνολο του Άστορ Πιατσόλα. Συγκεκριμένα, ακούστηκαν τα τάνγκο Fuga y Misterio, Oblivion, Adios Nonino, στα οποία ο αναμορφωτής του τάνγκο και δεξιοτέχνης του μπαντονεόν, που είχαμε την τύχη να ακούσουμε ζωντανά στο Ηρώδειο λίγους μήνες πριν αποβιώσει, ανέμειξε δημιουργικά στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής. Τα γοητευτικά ηχοχρώματα της μουσικής του επιβιώνουν σε πείσμα των καιρών και υπερβαίνουν τα μουσικά στεγανά.

Οι ερμηνείες από το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής υπό τη διεύθυνση του Ιάκωβου Κονιτόπουλου υπήρξαν υποδειγματικές, αλλά και φορτισμένες από συγκίνηση, καθώς ήταν η πρώτη συναυλία του Συγκροτήματος χωρίς τη φυσική παρουσία ή διεύθυνση του ιδρυτή του, Θόδωρου Αντωνίου, που πέθανε τον χειμώνα που πέρασε. Ο σολίστ του ακορντεόν Παναγιώτης Ανδρέογλου έπαιξε με εκφραστική δεινότητα και ρυθμική συνέπεια, σεβόμενος το ύφος του κάθε συνθέτη και τους μουσικούς που τον συνόδευαν.

Αθανάσιος Βαβλίδας