Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

Μια στιγμή μέθεξης με την εικονολεκτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη

Το στίγμαΛόγου ξεκινά σήμερα τις αναρτήσεις του με ανανεωμένη συντακτική επιτροπή. Στη σκιά της απώλειας του μεγάλου Έλληνα υπερρεαλιστή ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, επιλέξαμε οι πρώτες μας  αναρτήσεις να είναι αφιερωμένες στην ποίησή του, για να περιπλανηθούμε ακόμα μια φορά στο σύμπαν του και να κεραστούμε από τις λέξεις και τις εικόνες του. Στην επόμενη ανάρτησή μας, θα έχετε τη δυνατότητα να θαυμάσετε τα υπέροχα κολάζ του ποιητή, τα οποία ο εκδοτικός οίκος Άγκυρα είχε την ευγενή καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας. Επίσης, όλο τον Οκτώβριο κάθε Δευτέρα θα δημοσιεύουμε δικά του κείμενα και ποιήματα. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση και καλό φθινόπωρο!

Η Συντακτική Επιτροπή 


Στις 10/11/2003, στον «Αστρολάβο-Δεξαμενή», εγκαινιαζόταν μια έκθεση κολάζ του ποιητή - πεζογράφου Νάνου Βαλαωρίτη, με τίτλο «Μια αλφάβητος κωφαλάλων». Τα 27 κολάζ πλαισίωναν την τελευταία τότε ποιητική συλλογή του με ομώνυμο τίτλο, από τις εκδόσεις Άγκυρα 2003. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από επαναλαμβανόμενα ρολόγια κι ένα γράμμα με τα οπτικά σημεία της αλφαβήτου των κωφαλάλων. 

Σε αυτήν την εκδήλωση, είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη, στον οποίο με σύστησε ο ποιητής Μάκης Αποστολάτος, εκδότης του περιοδικού Ομπρέλα, με το οποίο συνεργαζόμουν. Ο ποιητής μας ξενάγησε ο ίδιος στην έκθεση και μας μίλησε με ενθουσιασμό για τα κολάζ και τους λόγους που τον οδήγησαν στην κατασκευή τους. Η ιδέα ήταν να φτιαχτεί ένα αλφάβητο κωφαλάλων σε συνδυασμό με ορισμένες εικόνες, έτσι ώστε να μιλάνε με την άηχη εικαστική γλώσσα που να υποβάλλει προοπτικές. Αργότερα ήρθαν να προστεθούν και τα ποιήματα, που δεν αντιστοιχούσαν μεν θεματικά αλλά που απηχούσαν λεπτομέρειες στις εικόνες έτσι ώστε ο αναγνώστης να τις συλλαμβάνει μόνος του. Η ονειρική ατμόσφαιρά τους γινόταν έτσι εικονολεκτική. Μετά τη συνάντηση, ο Μάκης Αποστολάτος μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την ποιητική συλλογή, το οποίο συμπεριελήφθηκε στο περιοδικό Ομπρέλα Μάρτιος-Μάιος 2004, στο αφιέρωμα για τον σουρεαλισμό. Το μοιραζόμαστε σήμερα εδώ μαζί σας.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Μια αλφάβητος Κωφαλάλων
(Άγκυρα 2003)

«Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα 
για ποιον πετάνε τα πουλιά
για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα
για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά
για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά
για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα.....»

(Απόσπασμα από το ποίημα «Για ποιον»).

Εν αρχή είναι η εικόνα, η οπτική ποίηση, το ντεκόρ σαν σκηνή θεάτρου, εικοσιεπτά κολάζ του ποιητή, ένα για κάθε γράμμα της λατινικής νοηματικής αλφαβήτου, φτιαγμένα από τον ίδιο τον ποιητή την δεκαετία του ’70. Μετά έρχεται η παράσταση, ο λόγος, η αέρινη ποίηση, η ποίηση με τις λέξεις. Ο χρόνος επιβραδύνεται στο μεγάλο στρογγυλό ρολόι που εμφανίζεται χωρίς βαρύτητα να δεσπόζει σε κάποιο σημείο των ονειρικών κολάζ, στη βεγγέρα μιας φανταστικής σύναξης. Όλα αιωρούνται χωρίς βάρος, τα όνειρα έχουν αναδυθεί από την βουβή λίμνη της κοσμικής συνείδησης όπου ενυπάρχουν σιωπηλά για να εμφανιστούν και να μιλήσουν, για να συναντηθούν και να ερωτοτροπήσουν, στην ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη, «Μια αλφάβητος κωφαλάλων», γνήσιο όψιμο δώρο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες υπερρεαλιστές που φιλοξενείται σε ένα κομψό τόμο του εκδοτικού οίκου Άγκυρα.
Προσπαθώ να διακρίνω τι ώρα ήταν όταν όλα ακινητοποιήθηκαν, όταν πάγωσαν οι ετερόκλητες εικόνες, τι ώρα έδειχνε το πανταχού παρόν ρολόι. Ανάμεσα στα στοιχεία των κολάζ, ένας φάρος, ένα καράβι που πετάει, μια ταραγμένη θάλασσα, ένας άγγελος σε ένα κήπο, δυο νέοι ντυμένοι με ρούχα εποχής σε τρυφερό τετ α τετ, ένας ελέφαντας στα γόνατα, μέσα σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο, μια λάμπα θυέλλης δίπλα σε μια νεαρή σελήνη, ένα άγαλμα, ένα κουβάρι, ένα κρεββάτι προσαραγμένο στην κορυφή ενός βράχου, μια ωραία κοιμωμένη, μια πηγή, ένα ρολόι ακουμπισμένο στο κεφάλι μιας γυναίκας με μακρύ φόρεμα, ένα καπηλειό της εποχής των παλιών γουέστερν, μια ιπτάμενη ατμομηχανή. Και μέσα από την κλίση των σωμάτων, τις καμπυλότητες των αντικειμένων, ξεπροβάλλει ο φθόγγος που σχηματίζεται άηχα από ένα χέρι, το γράμμα που κυριαρχεί σε κάθε εικόνα, για να της δώσει ζωή, για να την προφέρει. Το Άλφα, το Βήτα, το Ζήτα, το Ύψιλον, οι φθόγγοι με τη σειρά δίνουν το «παρών», σαν στρατιώτες στην υπηρεσία της γλώσσας, θυμίζοντας τους στρατιώτες – τραπουλόχαρτα, που συνάντησε η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων και μέσα από τους φθόγγους ξεπροβάλλουν τα ποιήματα. Ποιος άνοιξε τον ασκό των ονείρων, ποιος είναι υπεύθυνος για την μυστική σύναξή τους, ποιος μάγος μας τα φανέρωσε; Ο ποιητής, ο ποιητής είναι ο μάγος! 

Τα ποιήματα, αέρας επάνω στις εικόνες, ανάσα που μουρμουρίζει για να χαθεί πάλι, ταξιδεύουν, ίπτανται, αφηγήσεις παραμυθιού, δοσμένες με γλώσσα απλή, με επιτηδευμένα απλοϊκή ρίμα, διηγούνται την ιστορία του αέρα που ταξιδεύει, Αέρας. Φιλοξενούν ήρωες παραμυθιών, η κοκκινοσκουφίτσα ταξιδεύει στο τρένο με τις φράουλες, το αχυρένιο σκιάχτρο χτυπάει μια άγνωστη πόρτα άγρια μεσάνυχτα για να ζητήσει ένα αχυρένιο στρώμα σαν το σώμα του για να κοιμηθεί … Μιλούν με τη φωνή ενός Ανώνυμου Σαμουράι του 14ου αιώνα για να θυμίσουν παλιούς κώδικες τιμής. Τραγουδούν την ερωτική επιθυμία όταν η όμορφη κόρη, η κομψή βασίλισσα - ντάμα ανοίγει το μαγικό των επιθυμιών κουτί και τρέχει να φιλήσει το νεκρό θεό του δάσους για να τον ξυπνήσει, Η μέση δαχτυλίδι. Μιλούν κορακίστικα πάνω από το πεδίο των μαχών στο μακρινό Αφγανιστάν, μια αλληγορία για τα δεινά της πραγματικότητας και όσους ευθύνονται για τη διαχρονικότητα του πολέμου, Κορακίστικα. Μετατρέπουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής σε Αδέξιες ρίμες για ένα καλοκαίρι. Τα ποιήματα δίνουν νόημα στις εικόνες, φανερώνουν την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, ανασύρουν από την λήθη κόσμους και ιδανικά που χάθηκαν, μόνο και μόνο για να θυμίσουν και να αφυπνίσουν με τον όμορφο τρόπο της αυθεντικής ποίησης. Μια ποίηση παιγνιώδης, σατυρική, νοσταλγική, που χωρίς να ξεχνάει την παράδοση έχει πάντα επίμονα στραμμένα τα μάτια της προς το μέλλον.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 

Υ.Γ. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο στίγμαΛόγου ο Νάνος Βαλαωρίτης το 2013.


ΚΟΡΑΚΙΣΤΙΚΑ 

Στο μακρινό Αφγανιστάν 
Άφησα τα κόκαλά μου αμάν αμάν 
Ν΄ασπρίζουν στην πεδιάδα του Χεράτ 
Κι απάνου κάθονται τρία Κοράκια 
Και λένε ανάμεσά τους «Ποιανού να' τανε 
Κρα Κρα άραγες αυτά – τα τόσο καλο- 
Ασπρισμένα οστά ενός άγνωστου 
Μαχητή ή τυχαίου επισκέπτη που βρήκε 
Άδικο θάνατο στις μάχες εκεί, ανάμεσα 
Στους Ταλιμπάν και τους Τατζίκους
Τον χτύπησε λένε μια αδέσποτη… 
Κι όπως ξέρεις οι αδέσποτες είναι σαν 
Άστατες σκέψεις που πετάνε 
Δεξιά κι αριστερά όπως εμείς όταν 
Γυρεύουμε πρόσφατους νεκρούς να φάμε 
Λίγο φρέσκο κρέας να τσιμπήσουμε 
Αχ βρε, αχ βρε, Κρα Κρα, φίλε μου αδελφέ 
Πώς έχει καταντήσει η ζωή μας βαρετή 
Με την ειρήνη που απειλεί 
Να μας κόψει το φαΐ – 
Και πού θα βρούμε τώρα λεία σκοτωμένων;…» 
«Δίκιο έχεις, Κρα Κρα Κράκοβιτς, πόσο άδικο 
Αυτό που γίνεται στον κόσμο σήμερα 
Και μας στερεί, βρε Κρακοβίτση, την πηγή 
Τροφοδοσίας στα πεδία των μαχών… 

Πες μας εσύ, βρε Κράκοβιτς, που διέσχισες 
Απέραντες πεδιάδες απ’ τον Κράκοβο έως
Το Βελουχιστάν, για να βρεις εδώ
Καινούριες μάχες στο Αφγανιστάν
Όπως εκείνες στον Παγκόσμιο πόλεμο 
Στις μπαρουτοκαπνισμένες 
Στέπες της Ρωσίας και της Ουκρανίας 
Θυμάσαι τι φοβερά τσιμπούσια κάναμε 
Με Γερμανούς, με Ρώσους, με Ρουμάνους 
Με Ιταλούς, με Γεωργιανούς, με Ισπανούς, 
Που άφησαν το πετσί τους στις απέραντες 
Εκτάσεις, τώρα γέρο μου συρρικνωθήκαμε 
Εδώ στις μικρογειτονιές της Κεντρικής Ασίας
Έχε γεια, Γέρο, που έζησες με σοφία και σωφροσύνη 
Πάνω από χρόνια εκατό… Ευχόμαστε να τα χιλιάσεις». 

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2001 

… 

ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ 

Μιας ασύμμετρης 
προοπτικής α-γωνίας 
μικρό απόσπασμα 
αποσταγμένης αφήγησης 
μες στις αναδιπλώσεις 
αφομοιωμένης σαρκός 
και σαρκασμού 
η ερεβώδης 
ομιλία 

Στο κράσπεδο του κενού 
που άφησε το αφήγημα 
μια διάρρηξη φλέβας 
καθηλωμένη αμετακίνητη 
με μαύρα γυαλιά του «ήλιου» 
με κόκκινα μαλλιά «βαμμένα» 
μπαινοβγαίνεις από 
τις λέξεις άνετα 
τις ξεκοκαλίζεις 
μια μια 
και 

Τις τρως 
όπως οι Τρώες κάποτε 
κατάπιαν τα λόγια τους 
στην πεδιάδα του 
Σκάμανδρου 

Φεβρουάριος 2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου