Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Νάνος Βαλαωρίτης: Μια προσωπική αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Ανδρέας Εμπειρίκος (στη μέση) και Νάνος Βαλαωρίτης (δεξιά).
Πηγή: The Books' Journal
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς είχα πρωτογνωρίσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο, αν και θυμάμαι τα ακριβή περιστατικά και το τι έχει ειπωθεί όταν συνάντησα τους περισσότερους Έλληνες ποιητές της γενιάς του τριάντα ή και τους προηγούμενους, όπως τον Παλαμά, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο, τον Γκάτσο, τον Νικόλαο Κάλα.

Έχω την αίσθηση ότι τον Εμπειρίκο τον γνωρίζω από τότε που η μνήμη χάνεται μέσα στο χρόνο. Ίσως το γεγονός ότι υπήρξε ψυχαναλυτής τον έκανε άχρονο, όπως είναι τα μυθικά πρόσωπα. Από φίλους, όπως είναι ο Ελύτης και ο Γκάτσος είχα ακούσει πολλά γι’ αυτόν πριν γνωριστούμε. Παρ΄όλα αυτά, κανένας κριτικός δεν έχει ασχοληθεί επισταμένως με αυτόν, όπως ασχολήθηκε ο Καραντώνης με τον Σεφέρη και τον Ελύτη στο πολύ μοντέρνο περιοδικό της δεκαετίας του ΄30, τα «Νέα Γράμματα». Ήδη ολόκληρη η περίοδος αυτή χάνεται στην αχλή του μύθου και της ιστορίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Εγώ που ως μαθητής έζησα αυτήν την περίοδο, δεν μπορώ να πιστέψω πόσο μακρινή μου φαίνεται αυτή η εποχή. Έτσι, έχω πλάσει έναν ολόκληρο μύθο μέσα μου και υποθέτω ότι έχω συναντήσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο εστιατόριο του Βασίλη στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες γευμάτιζαν το ’39, ’40, ’41, ότι καθόταν με την πρώτη του γυναίκα Μάτση, επίσης ποιήτρια, και ότι ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης μας συνέστησε. Και ότι τον ρώτησα αν θα μπορούσα να κλείσω ένα ραντεβού στο ιατρείο του, προκειμένου να τύχω ψυχοθεραπείας (ή να υποβληθώ σε ψυχοθεραπεία).

Κλείσαμε το ραντεβού αργότερα και άκουσε τα προβλήματά μου και μου είπε ότι θα περνούσαν με τον καιρό και ότι δεν είχα ανάγκη ψυχοθεραπείας.

Τα προβλήματα δεν πέρασαν με τον καιρό, αυτό είναι βέβαιο, τα έχω ακόμη, ευτυχώς σε ηπιότερο βαθμό… ας πούμε ότι έχουν γεράσει. Τι θα είχα απογίνει χωρίς τις νευρώσεις μου;

Με την έναρξη της Κατοχής, αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι του τις Τετάρτες και να διαβάζουμε τα ποιήματά μας. Όλοι διαβάζαμε. Υπήρχε μια ολόκληρη ομάδα με τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Εγγονόπουλο να συμμετέχουν και να διαβάζουν. Εγώ επίσης διάβαζα μεγάλα ποιήματα, τώρα χαμένα στην αχλή, αχλή του χρόνου, και οι παρατηρήσεις του Ανδρέα ήταν πάντα τολμηρές και ενθαρρυντικές. Χρόνια αργότερα θυμόταν ακόμη ένα ποίημα που είχα διαβάσει με τίτλο «Γιος της Αρμένισσας» και με ρώτησε αν το είχα ακόμη. Αυτά ήταν σχεδόν μια θεραπευτική ομάδα και για τους νεότερους, όπως ήμουν εγώ και ο Ανδρέας Καμπάς, καθώς και ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Δημ. Παπαδίτσας, και οι δύο νεοφερμένοι, και ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Γιώργος Λύκος και άλλοι, ήταν η αρχή της μύησης στα μυστήρια της Υπερρεαλιστικής ποίησης, αληθινή τελετουργία αποδοχής(;). Η ακτινοβολία του Εμπειρίκου ήταν ήδη μεγάλη, γιατί ήταν ο μόνος Έλληνας ποιητής που μετείχε κατά τη δεκαετία του ΄20 στην παρισινή ομάδα των Υπερρεαλιστών, και, φυσικά, ο πρωτοπόρος εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, και μαζί με τη Μαρία Βοναπάρτη ο ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχανάλυσης.

Η ισχυρή του προσωπικότητα και η υπερβολική του ευγένεια αποτελούσαν ένα ενισχυτικό παράγοντα της αναγνώρισής του ως ποιητού και θεραπευτού. Ακολούθησαν τα χρόνια του πολέμου, και μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, οδηγήθηκε με τα πόδια ως όμηρος στη Βοιωτία από τους αντάρτες, όπου σώθηκε ως εκ θαύματος, λόγω της άτακτης φυγής των ανταρτικών ομάδων που καταδιώκονταν από τους Βρετανούς, και τη φιλοξενία Ελληνοαλβανών χωρικών, οι οποίοι του έδωσαν παπούτσια και ρούχα και τον έκρυψαν ανάμεσά τους, και είδε να έρχονται μερικοί αντάρτες με μια πληγωμένη, όμορφη αντάρτισσα που την κράτησαν στο ίδιο αγρόκτημα.

Αυτή η εμπειρία άφησε τα σημάδια της, αν και δεν τον οδήγησε στα άκρα δεξιά, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί σε άλλους. Σύντομα ανέρρωσε, και μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και το γιο τους ταξίδευε συχνά στο Παρίσι, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του, και στο αγαπημένο του νησί την Άνδρο, απ’ όπου κατάγονταν η οικογένειά του. Όταν το 1963 εξέδωσα το μικρό πρωτοποριακό περιοδικό «Πάλι», προσέφερε τόσο την ηθική του βοήθεια, δημοσιεύοντας άρθρα και ποιήματα, όσο και την οικονομική, τη στιγμή που άλλοι, με εξαίρεση τον Νικόλαο Κάλα, από τη Νέα Υόρκη, και τον Τάκη Παπατσώνη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, στάθηκαν απρόθυμοι. Το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967. Την περίοδο αυτή των δοκιμασιών χωρισθήκαμε. Κατά την επιστροφή μας στην Ελλάδα το 1975 τον είδαμε να πεθαίνει στην Κηφισιά. Παρά τη δυσάρεστη κατάστασή του, ήταν ζεστός και αισιόδοξος και με δέχθηκε με μεγάλη χαρά. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Μετά το θάνατό του, δημοσιεύθηκαν ειδικά αφιερώματα σε περιοδικά γι’ αυτόν, όπως το πολύ πλούσιο υλικό του χάρτη, το οποίο εκδόθηκε από τον ποιητή και συνεργάτη του Δημήτρη Καλοκύρη, στενό του φίλο, κατά τα δύσκολα χρόνια της Χούντας.

Αυτό σήμαινε ότι επιτέλους ο Εμπειρίκος εισέπραττε τη δέουσα αναγνώριση, εκτός από τα δύο διηγήματα «Amour Amour», που αποτελεί τον αγγλικό τίτλο του έργου «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία», μία συλλογή μικρότερων έργων, και «Αργώ ή πλους αεροστάτου», που δημοσιεύθηκαν στο London Magazine, δεν δημοσιεύθηκε ακόμη καμιά ανθολογία των έργων του σε καμιά άλλη γλώσσα, εκτός από την ελληνική.

Αγνοήθηκε από τους μεταφραστές και τους εκδότες, με εξαίρεση τον Alan Ross του London Magazine, στον οποίο νομίζω ότι οφείλουμε μια συνεισφορά μετά τον πρόσφατο θάνατό του ο οποίος δημοσίευσε και άλλους Έλληνες ποιητές και πεζογράφους, καθώς και το μεταφραστή του Νίκο Στάγκο. Αυτή τη χρονιά που έχει χαρακτηρισθεί ως χρονιά Εμπειρίκου παλεύουμε να βρούμε έναν Άγγλο εκδότη για πολλά ποιήματα, ήδη μεταφρασμένα από εμένα και άλλους, και ο οποίος θα μπορούσε να ενισχυθεί οικονομικά από το Κέντρο του Ελληνικού Βιβλίου, καθώς και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίο ο Εμπειρίκος αγνοήθηκε οφείλεται στη φήμη που έχει ως ακραίος υπερρεαλιστής, εξαιτίας του απόηχου της πρώτης του δημοσίευσης, που η αμφισβητούμενη υποδοχή αποτελεί ένα σοβαρό λάθος, γιατί τόσο το ποιητικό όσο και το πεζό του έργο είναι εξαιρετικά ευανάγνωστα. Και σήμερα είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς ποιητές για το πολύ προσωπικό, χαριτωμένα ρητορικό, αποκαλυπτικό ύφος και χιούμορ.

Νάνος Βαλαωρίτης 
Ποιητής - Δοκιμιογράφος


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα με τίτλο "Μια προσωπική συνεισφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο", τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2001-Φεβρουάριος 2002).

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Ποιήματα και κολάζ του Νάνου Βαλαωρίτη



Τα  ποιήματα και τα κολάζ της ανάρτησης προέρχονται από την ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλωρίτη "Μια αλφάβητος κωφαλάλων". Τα κολάζ έγιναν τη δεκαετία του 1970 στην Καλιφόρνια κι είχαν εκτεθεί σε μια μικρή γκαλερί του Σαν Φρανσίσκο και μερικά παρουσιάστηκαν στο περιοδικό ANDROGYNE. Στα κολάζ συχνά δεσπόζει ένα αρχαίο ρολόι, σαν υπενθύμιση για  το πέρασμα του χρόνου και την αξία της στιγμής που γίνεται ανάμνηση. Ευχαριστούμε θερμά τις εκδόσεις Άγκυρα για την ευγενική παραχώρηση και την άδεια αναδημοσίευσης.



ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ 

Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα 
Για ποιον πετάνε τα πουλιά 
Για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα 
Για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά 
Για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά 
Για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα 
Για ποιον φωνάζουν κάτω αίσχος 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον ανοίγουν τα παράθυρα 
Για ποιον κλείνουν οι πόρτες 
Για ποιον υποκλίνονται οι κυρίες 
Για ποιον χαμογελούν οι δεσποινίδες 
Για ποιον γράφουν οι εφημερίδες 
Για ποιον εκτελούνται πορείες 
Για ποιον καίνε σημαίες 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον ανοίγουν οι ουρανοί 
Για ποιον γιορτάζουμε τη γη 
Για ποιον χαζέυουν τα χαμίνια 
Για ποιον στολίζονται οι όμορφες 
Για ποιον αλλάζουν οι συρμοί 
Για ποιον υψώνονται τα κύματα 
Για ποιον χιονίζουν τα βουνά 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον πετάνε οι χαρταετοί 
Για ποιον δακρύζουν οι περαστικοί 
Για ποιον σιγομιλούν οι θαμώνες 
Για ποιον χτενίζονται οι χορεύτριες 
Για ποιον σφυρίζουν τα πλοία 

Για ποιον ξετρελαίνονται οι έφηβοι 
Για ποιον πεθαίνουμε από έρωτα 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 
ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ 

Καλιφόρνια, 3.12.1990 
Αθήνα, Δεκέμβριος 2001 

 

ΑΝΕΔΑΦΙΚΟ 
ΣΤΗΝ Ο. 

Ο Αχυρένιος άνθρωπος χτύπησε 
Την πόρτα μου τ’ άγρια μεσάνυχτα 
Τι θέλεις Αχυρένιε άνθρωπε 
Και μου χτυπάς τόσο αργά την πόρτα; 
– Να μου ανοίξεις θέλω να μου πεις 
Ποιο είναι το νόημα της ζωής 
Θέλω να μάθω γιατί να υπάρχω εδώ 
Κάτω από τον έναστρο ουρανό 

Αχυρένιε άνθρωπε γιατί με κυνηγάς 
Τέτοιες ανόητες κουβέντες να σου πω 
Κι από περιέργεια παιδική να μάθεις 
Αυτά που στον κόσμο κανένας δεν γνωρίζει; 

 – Φίλε μου κι εγώ ταξίδεψα πολύ 
Μη με βλέπεις τώρα έτσι χάλια 
Ένας στρόβιλος με συνεπήρε 
Και μ’ έριξε στη σκεπή σου επάνω 

Γι’ αυτό Αχυρένιε άνθρωπε σώνει και καλά 
Θέλεις να μάθεις τ’ αδύνατα δυνατά 
Ποιος άθλιος άνεμος σε πήρε και σε σήκωσε 
Και σ’ άφησε στην πόρτα μου μπροστά; 

– Μην το πεις ετούτο σε κανέναν – Μα 
Δυστυχώς είμαι λιγάκι ελαφρός 
Και δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά 
Και μ’ έπιασε απ’ τα μαλλιά ο ουρανός 

Τα μαλλιά σου σκόρπισαν σαν άχνα 
Που αλωνίζουμε αλωνιστές στ’αλώνι 
Μα ’συ Αχυρένιε μου πρόσεξε καλά 
Μη σε ξεφτίσουν γρήγορα οι χρόνοι 

– Δωσ’ μου ένα στρώμα για να ξεκουραστώ 
Κι ας είναι από άχυρο δικό μου καμωμένο 
Από άχυρο σε άχυρο έτσι κι αλλιώς πηγαίνω 
Τέλος θα καταντήσουν όλα άχυρα στον κόσμο 

Αχυρένιε άνθρωπε η φωνή σου από- 
χρωματίζεται επικίνδυνα και πάει να σβήσει 
Κι εσύ ο ίδιος θα διαλυθείς σε λίγο 
Πριν προλάβει να σε πιάσει ο ύπνος 

– Ένα ένα φεύγουν τα φωνήεντά μου 
Τις φράσεις μου τις παίρνουν τα πουλιά 
Μια βουή δυναμώνει μες στ’ αυτιά μου 
Και χάνουνε σιγά σιγά το νόημά τους 

Εδώ Αχυρένιε άνθρωπε νόμοι δεν υπάρχουν 
Όλα είναι αφύσικα και κατασκευασμένα 
Ό,τι βλέπεις στον καθρέφτη αντίκρυ σου 
Σ’ έναν άλλον πίσω σου αντιγράφεται 

– Τι να κάνω, τι να κάνω, Κύριέ μου, 
Αφού είμαι καμωμένος έτσι ανήμπορος 
Από σένα τον ίδιο τον δημιουργό μου 
Που μ’ έφτιαξες και με ξεφτιάχνεις 
Κατά το θέλημά σου. 

Φεβρουάριος 2002 



ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ 
ΠΟΤΕ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ 

Ο μεγάλος σεβντάς 
της Κοκκινο- 
σκουφίτσας 
στο τρένο 
με τις φράουλες 
που άλλαξε 
ράγες και χώθηκε μες 
στο παρθένο δάσος 
καταλάθος 
χωρίς εμένα 
τον δεύτερο 
μηχανικό 
στο διαμέρισμα 
του τρίτου βαγονιού 
ενώ καθισμένη 
κοντά στο 
παράθυρο 
στο λυκόφωτο 
ήταν Εκείνη 
μια μισο- 
κοιμισμένη 
και μειδιούσα 
Μέδουσα 

Είσαι κάπου 
αλλά δεν ξέρω πού 
ομαλή κι ανώμαλη 
Ουράνια η θαλασσινή 
Ευθαλία η στεριανή 
καλλιέπεια 
η στεφανωμένη 
αναμαλλιασμένη 
όπως ένα δέντρο 
όταν φυσάει 
δυνατός 
αέρας 
στα 
έπη 
των 
Ελλήνων 

Ιανουάριος 2003 




ΑΔΕΞΙΕΣ ΡΙΜΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 

Με τ’ αυτοκίνητό του κύλησε λίγο παρακάτω 
και νοίκιασε δωμάτιο στο παραθαλάσσιο Κιάτο 

Στο εστιατόριο του Αφαλατισμένου Γάτου 
έμεινε μέρες τρώγοντας ένα και μόνο πιάτο 

Είχε συχνά κάποιο καινούργιο αίτημα 
όμως έτρωγε αλίμονο πάντα από τα έτοιμα 

Κάθε πρωί κρατούσε σημειώματα 
να μην ξεχάσει μερικά άθλια του καμώματα 

Ένα σπαθί τον έκοψε σαν να ’τανε σκουλήκι 
Κι ο λόγος του ο στερνός χάθηκε μες στα φύκια 

Το ηλιοκαμένο εκείνο πύρινο φεγγαρόφωτο 
ήταν ένα φαινόμενο τελείως ετερόφωτο 

Μια φίλη τον ακολούθησε από μνήμης 
στην ύστερή του κατοικία στο βυθό μιας λίμνης 

Η διαδρομή με λεωφορείο έληξε με δύο 
δαχτυλικά αποτυπώματα σ’ ένα Ξενοδοχείο 

Έβγαλα το κεφάλι μου κάτι να δω 
Από το φινιστρίνι του φεριμπότ Αργώ 

Και είδα με έκπληξη μεγάλη ότι 
δεν είχαμε περάσει ακόμα τη λίμνη Μαρεότι 

Αιγύπτιοι ποντικοί με γάτες και με γύπες 
κυνηγούσαν ναυτικούς που φύσαγαν τουλίπες 

Σε σκαλισμένες πίπες ανθρωπάκια αβέρτα 
αδιάντροπα συνουσιάζονταν χωρίς κουβέρτα 

Αλίμονο σε μένα, με τι αδέξια υπεροψία 
έφτιαξα ρίμες εύκολες από μια σκέτη παρρησία. 

Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2001




Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

Μια στιγμή μέθεξης με την εικονολεκτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη

Το στίγμαΛόγου ξεκινά σήμερα τις αναρτήσεις του με ανανεωμένη συντακτική επιτροπή. Στη σκιά της απώλειας του μεγάλου Έλληνα υπερρεαλιστή ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, επιλέξαμε οι πρώτες μας  αναρτήσεις να είναι αφιερωμένες στην ποίησή του, για να περιπλανηθούμε ακόμα μια φορά στο σύμπαν του και να κεραστούμε από τις λέξεις και τις εικόνες του. Στην επόμενη ανάρτησή μας, θα έχετε τη δυνατότητα να θαυμάσετε τα υπέροχα κολάζ του ποιητή, τα οποία ο εκδοτικός οίκος Άγκυρα είχε την ευγενή καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας. Επίσης, όλο τον Οκτώβριο κάθε Δευτέρα θα δημοσιεύουμε δικά του κείμενα και ποιήματα. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση και καλό φθινόπωρο!

Η Συντακτική Επιτροπή 


Στις 10/11/2003, στον «Αστρολάβο-Δεξαμενή», εγκαινιαζόταν μια έκθεση κολάζ του ποιητή - πεζογράφου Νάνου Βαλαωρίτη, με τίτλο «Μια αλφάβητος κωφαλάλων». Τα 27 κολάζ πλαισίωναν την τελευταία τότε ποιητική συλλογή του με ομώνυμο τίτλο, από τις εκδόσεις Άγκυρα 2003. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από επαναλαμβανόμενα ρολόγια κι ένα γράμμα με τα οπτικά σημεία της αλφαβήτου των κωφαλάλων. 

Σε αυτήν την εκδήλωση, είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη, στον οποίο με σύστησε ο ποιητής Μάκης Αποστολάτος, εκδότης του περιοδικού Ομπρέλα, με το οποίο συνεργαζόμουν. Ο ποιητής μας ξενάγησε ο ίδιος στην έκθεση και μας μίλησε με ενθουσιασμό για τα κολάζ και τους λόγους που τον οδήγησαν στην κατασκευή τους. Η ιδέα ήταν να φτιαχτεί ένα αλφάβητο κωφαλάλων σε συνδυασμό με ορισμένες εικόνες, έτσι ώστε να μιλάνε με την άηχη εικαστική γλώσσα που να υποβάλλει προοπτικές. Αργότερα ήρθαν να προστεθούν και τα ποιήματα, που δεν αντιστοιχούσαν μεν θεματικά αλλά που απηχούσαν λεπτομέρειες στις εικόνες έτσι ώστε ο αναγνώστης να τις συλλαμβάνει μόνος του. Η ονειρική ατμόσφαιρά τους γινόταν έτσι εικονολεκτική. Μετά τη συνάντηση, ο Μάκης Αποστολάτος μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την ποιητική συλλογή, το οποίο συμπεριελήφθηκε στο περιοδικό Ομπρέλα Μάρτιος-Μάιος 2004, στο αφιέρωμα για τον σουρεαλισμό. Το μοιραζόμαστε σήμερα εδώ μαζί σας.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Μια αλφάβητος Κωφαλάλων
(Άγκυρα 2003)

«Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα 
για ποιον πετάνε τα πουλιά
για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα
για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά
για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά
για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα.....»

(Απόσπασμα από το ποίημα «Για ποιον»).

Εν αρχή είναι η εικόνα, η οπτική ποίηση, το ντεκόρ σαν σκηνή θεάτρου, εικοσιεπτά κολάζ του ποιητή, ένα για κάθε γράμμα της λατινικής νοηματικής αλφαβήτου, φτιαγμένα από τον ίδιο τον ποιητή την δεκαετία του ’70. Μετά έρχεται η παράσταση, ο λόγος, η αέρινη ποίηση, η ποίηση με τις λέξεις. Ο χρόνος επιβραδύνεται στο μεγάλο στρογγυλό ρολόι που εμφανίζεται χωρίς βαρύτητα να δεσπόζει σε κάποιο σημείο των ονειρικών κολάζ, στη βεγγέρα μιας φανταστικής σύναξης. Όλα αιωρούνται χωρίς βάρος, τα όνειρα έχουν αναδυθεί από την βουβή λίμνη της κοσμικής συνείδησης όπου ενυπάρχουν σιωπηλά για να εμφανιστούν και να μιλήσουν, για να συναντηθούν και να ερωτοτροπήσουν, στην ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη, «Μια αλφάβητος κωφαλάλων», γνήσιο όψιμο δώρο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες υπερρεαλιστές που φιλοξενείται σε ένα κομψό τόμο του εκδοτικού οίκου Άγκυρα.
Προσπαθώ να διακρίνω τι ώρα ήταν όταν όλα ακινητοποιήθηκαν, όταν πάγωσαν οι ετερόκλητες εικόνες, τι ώρα έδειχνε το πανταχού παρόν ρολόι. Ανάμεσα στα στοιχεία των κολάζ, ένας φάρος, ένα καράβι που πετάει, μια ταραγμένη θάλασσα, ένας άγγελος σε ένα κήπο, δυο νέοι ντυμένοι με ρούχα εποχής σε τρυφερό τετ α τετ, ένας ελέφαντας στα γόνατα, μέσα σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο, μια λάμπα θυέλλης δίπλα σε μια νεαρή σελήνη, ένα άγαλμα, ένα κουβάρι, ένα κρεββάτι προσαραγμένο στην κορυφή ενός βράχου, μια ωραία κοιμωμένη, μια πηγή, ένα ρολόι ακουμπισμένο στο κεφάλι μιας γυναίκας με μακρύ φόρεμα, ένα καπηλειό της εποχής των παλιών γουέστερν, μια ιπτάμενη ατμομηχανή. Και μέσα από την κλίση των σωμάτων, τις καμπυλότητες των αντικειμένων, ξεπροβάλλει ο φθόγγος που σχηματίζεται άηχα από ένα χέρι, το γράμμα που κυριαρχεί σε κάθε εικόνα, για να της δώσει ζωή, για να την προφέρει. Το Άλφα, το Βήτα, το Ζήτα, το Ύψιλον, οι φθόγγοι με τη σειρά δίνουν το «παρών», σαν στρατιώτες στην υπηρεσία της γλώσσας, θυμίζοντας τους στρατιώτες – τραπουλόχαρτα, που συνάντησε η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων και μέσα από τους φθόγγους ξεπροβάλλουν τα ποιήματα. Ποιος άνοιξε τον ασκό των ονείρων, ποιος είναι υπεύθυνος για την μυστική σύναξή τους, ποιος μάγος μας τα φανέρωσε; Ο ποιητής, ο ποιητής είναι ο μάγος! 

Τα ποιήματα, αέρας επάνω στις εικόνες, ανάσα που μουρμουρίζει για να χαθεί πάλι, ταξιδεύουν, ίπτανται, αφηγήσεις παραμυθιού, δοσμένες με γλώσσα απλή, με επιτηδευμένα απλοϊκή ρίμα, διηγούνται την ιστορία του αέρα που ταξιδεύει, Αέρας. Φιλοξενούν ήρωες παραμυθιών, η κοκκινοσκουφίτσα ταξιδεύει στο τρένο με τις φράουλες, το αχυρένιο σκιάχτρο χτυπάει μια άγνωστη πόρτα άγρια μεσάνυχτα για να ζητήσει ένα αχυρένιο στρώμα σαν το σώμα του για να κοιμηθεί … Μιλούν με τη φωνή ενός Ανώνυμου Σαμουράι του 14ου αιώνα για να θυμίσουν παλιούς κώδικες τιμής. Τραγουδούν την ερωτική επιθυμία όταν η όμορφη κόρη, η κομψή βασίλισσα - ντάμα ανοίγει το μαγικό των επιθυμιών κουτί και τρέχει να φιλήσει το νεκρό θεό του δάσους για να τον ξυπνήσει, Η μέση δαχτυλίδι. Μιλούν κορακίστικα πάνω από το πεδίο των μαχών στο μακρινό Αφγανιστάν, μια αλληγορία για τα δεινά της πραγματικότητας και όσους ευθύνονται για τη διαχρονικότητα του πολέμου, Κορακίστικα. Μετατρέπουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής σε Αδέξιες ρίμες για ένα καλοκαίρι. Τα ποιήματα δίνουν νόημα στις εικόνες, φανερώνουν την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, ανασύρουν από την λήθη κόσμους και ιδανικά που χάθηκαν, μόνο και μόνο για να θυμίσουν και να αφυπνίσουν με τον όμορφο τρόπο της αυθεντικής ποίησης. Μια ποίηση παιγνιώδης, σατυρική, νοσταλγική, που χωρίς να ξεχνάει την παράδοση έχει πάντα επίμονα στραμμένα τα μάτια της προς το μέλλον.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 

Υ.Γ. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο στίγμαΛόγου ο Νάνος Βαλαωρίτης το 2013.


ΚΟΡΑΚΙΣΤΙΚΑ 

Στο μακρινό Αφγανιστάν 
Άφησα τα κόκαλά μου αμάν αμάν 
Ν΄ασπρίζουν στην πεδιάδα του Χεράτ 
Κι απάνου κάθονται τρία Κοράκια 
Και λένε ανάμεσά τους «Ποιανού να' τανε 
Κρα Κρα άραγες αυτά – τα τόσο καλο- 
Ασπρισμένα οστά ενός άγνωστου 
Μαχητή ή τυχαίου επισκέπτη που βρήκε 
Άδικο θάνατο στις μάχες εκεί, ανάμεσα 
Στους Ταλιμπάν και τους Τατζίκους
Τον χτύπησε λένε μια αδέσποτη… 
Κι όπως ξέρεις οι αδέσποτες είναι σαν 
Άστατες σκέψεις που πετάνε 
Δεξιά κι αριστερά όπως εμείς όταν 
Γυρεύουμε πρόσφατους νεκρούς να φάμε 
Λίγο φρέσκο κρέας να τσιμπήσουμε 
Αχ βρε, αχ βρε, Κρα Κρα, φίλε μου αδελφέ 
Πώς έχει καταντήσει η ζωή μας βαρετή 
Με την ειρήνη που απειλεί 
Να μας κόψει το φαΐ – 
Και πού θα βρούμε τώρα λεία σκοτωμένων;…» 
«Δίκιο έχεις, Κρα Κρα Κράκοβιτς, πόσο άδικο 
Αυτό που γίνεται στον κόσμο σήμερα 
Και μας στερεί, βρε Κρακοβίτση, την πηγή 
Τροφοδοσίας στα πεδία των μαχών… 

Πες μας εσύ, βρε Κράκοβιτς, που διέσχισες 
Απέραντες πεδιάδες απ’ τον Κράκοβο έως
Το Βελουχιστάν, για να βρεις εδώ
Καινούριες μάχες στο Αφγανιστάν
Όπως εκείνες στον Παγκόσμιο πόλεμο 
Στις μπαρουτοκαπνισμένες 
Στέπες της Ρωσίας και της Ουκρανίας 
Θυμάσαι τι φοβερά τσιμπούσια κάναμε 
Με Γερμανούς, με Ρώσους, με Ρουμάνους 
Με Ιταλούς, με Γεωργιανούς, με Ισπανούς, 
Που άφησαν το πετσί τους στις απέραντες 
Εκτάσεις, τώρα γέρο μου συρρικνωθήκαμε 
Εδώ στις μικρογειτονιές της Κεντρικής Ασίας
Έχε γεια, Γέρο, που έζησες με σοφία και σωφροσύνη 
Πάνω από χρόνια εκατό… Ευχόμαστε να τα χιλιάσεις». 

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2001 

… 

ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ 

Μιας ασύμμετρης 
προοπτικής α-γωνίας 
μικρό απόσπασμα 
αποσταγμένης αφήγησης 
μες στις αναδιπλώσεις 
αφομοιωμένης σαρκός 
και σαρκασμού 
η ερεβώδης 
ομιλία 

Στο κράσπεδο του κενού 
που άφησε το αφήγημα 
μια διάρρηξη φλέβας 
καθηλωμένη αμετακίνητη 
με μαύρα γυαλιά του «ήλιου» 
με κόκκινα μαλλιά «βαμμένα» 
μπαινοβγαίνεις από 
τις λέξεις άνετα 
τις ξεκοκαλίζεις 
μια μια 
και 

Τις τρως 
όπως οι Τρώες κάποτε 
κατάπιαν τα λόγια τους 
στην πεδιάδα του 
Σκάμανδρου 

Φεβρουάριος 2003