Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2019

Ζαν Ανούιγ: Μια άλλη Μήδεια

Jean Anouilh
Ο Ζαν Ανούιγ (1910-1987) εμπνεύστηκε από τους αρχαίους τραγικούς και ονειρεύτηκε να προσδώσει στους ήρωές τους άλλη πνοή, να ανακαλύψει τα λόγια εκείνα που θα προφέραν για να εκφράσουν την εποχή του, να τους αναπλάσει σε μοντέρνους εκπροσώπους του εικοστού αιώνα. Ως γνήσιος συγγραφέας αισθανόταν ως τα μύχια της ψυχής του την αθανασία και τη διαχρονικότητα της τέχνης, την αθανασία της ψυχής των αρχαίων ηρώων· ψυχή διαχρονική, στέρεη και αδάμαστη, όμοια με τα αιώνια βουνά τούτης της γης.

Αυτή του η εμμονή ήταν θαρρείς ένα θεϊκό κάλεσμα, όπως είναι πάντα η αυθεντική τέχνη και καταφέρνει το ακατόρθωτο: Μας δωρίζει μια ίδια και όμως αλλιώτικη Αντιγόνη του σήμερα, έναν πιο ανθρώπινο Κρέοντα, μια διαφορετική, αλλά εξίσου παθιασμένη και βάρβαρη Μήδεια του 20 αιώνα. Συνομιλεί με τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη για την ουσία της τέχνης και την αποστολή των ποιητών να δημιουργούν πρότυπα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο· επικοινωνία μυστικιστική και ακατάληπτη των πνευμάτων διά μέσου του χρόνου. Ενδύει τους ήρωές του με ενδυμασίες του εικοστού αιώνα, τους κάνει απόστολους της νέας εποχής, συγκλονίζει τις ψυχές τους με την υπαρξιακή αγωνία και τα πάθη ενός αιώνα πληγωμένου από δύο καταστροφικούς πολέμους.

Την ώρα που ο υπαρξισμός του Σαρτρ και του Καμί και το θέατρο του παραλόγου του Μπέκετ και του Ιονέσκο μιλούσαν για τη μοναξιά και το χάος που άφησε ο πόλεμος, εκείνος επιζητά, μέσω της λογοτεχνίας, την ελπίδα. Ο Ανούιγ μιλάει εξόχως ποιητικά για τη φύση του καλού και του κακού, την ανθρώπινη φύση, και τον τρόπο που ο άνθρωπος μπορεί να καθορίσει τη μοίρα. Επιχειρεί να αναπροσδιορίσει τις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες της μεταπολεμικής εποχής, μιλάει για τις βασικές έννοιες της ύπαρξης, την αξία της ζωής και τον παραλογισμό του θανάτου.

Επιλέγει για ηρωίδες του την Αντιγόνη, την Ευριδίκη, τη Μήδεια. Οικειοποιείται την φωνή του αδύναμου για να καταγγείλει τον ισχυρό. Η Αντιγόνη του θυμίζει τις γυναίκες της αντίστασης που κλαίνε πάνω από τους αγαπημένους νεκρούς τους. Η εκδίκηση της Μήδειας, που στέλνει τα δηλητηριασμένα δώρα της στο παλάτι του Κρέοντα, θυμίζει επίθεση αυτοκτονίας και γίνεται μια προειδοποίηση για το σεβασμό που οφείλουμε στο ξένο, στο από αλλού φερμένο, μοιραίο σημάδι της εποχής.

Στη σκιά της τραγωδίας δρα πάντα η φιγούρα ενός άνδρα που εκπροσωπεί την εξουσία και καθορίζει το μέλλον, ο Ιάσονας, ο Κρέοντας... Οι ηρωίδες του Ανούιγ, βαθιά ανθρώπινες, οδηγούνται σε ακραίες πράξεις γιατί αρνούνται να υποκύψουν στους άδικους νόμους και στις αποφάσεις των ισχυρών.'Ετσι το αθώο αίμα της Αντιγόνης γίνεται η ερινύα του Κρέοντα, η τυραννία της τύψης, ενώ η Μήδεια θα γίνει για τον Ιάσονα πρέσβειρα του κακού, η ταραγμένη θάλασσα που μέσα της βούλιαξε το όραμα της Αργοναυτικής εκστρατείας, το όραμα της δύναμης και του πλούτου.

Η βαθύτερη ουσία του θεάτρου του Ανούιγ είναι ότι εκφράζει τη συνεχή αναζήτηση και τις ανησυχίες ενός ατόμου αναρχικού, ανυπότακτου ακόμη και στους κανόνες της ίδιας του της αναρχίας και συνεπώς, εξ ορισμού, έξω από τους κανόνες της ηθικής. Οι άλλοι το παρατηρούν καθώς αγωνίζεται, πληγώνεται και δεν νιώθουν παρά περιφρόνηση και οίκτο για την απέραντη μοναξιά του επαναστατημένου. Κρίνουν και καταδικάζουν την παρανοϊκή αλαζονεία εκείνου που επαναστατεί, γιατί η επανάσταση του γι' αυτούς είναι παράλογη.

Η βάρβαρη Μήδεια με τον τραχύ της τρόπο λέει όχι, αρνείται το συμβιβασμό με τη ζωή, δεν είναι παρά ένα αγρίμι ή πιο σωστά μια λέαινα που μεταφέρθηκε στον εικοστό αιώνα. Ο Γάλλος συγγραφέας διατηρεί αναλλοίωτο τον χαρακτήρα της, αλλά διαφοροποιεί την πλοκή του μύθου. Απαλείφει το χορό, τα πρόσωπα του Αιγέα και του παιδαγωγού και δίνει ένα άλλο τέλος στην ίδια τη Μήδεια, σε σχέση με τον Ευριπίδη.

Αυτή η μοντέρνα Μήδεια έχει την εμφάνιση τσιγγάνας και ζει με την παραμάνα της σε μια χειράμαξα. Η ιστορία, όπως και στον Ευριπίδη, διαδραματίζεται το βράδυ που η Μήδεια πληροφορείται τους γάμους του Ιάσονα με τη Γλαύκη, κόρη του Κρέοντα, βασιλιά της Κορίνθου. Η Μήδειά του κυριεύεται και εκείνη από τα πράσινα μάτια της ζήλειας, νιώθει τον πόνο της προδοσίας και της εγκατάλειψής της από τον Ιάσονα, σκοτώνει τη Γλαύκη και τον Κρέοντα με τα δηλητηριασμένα δώρα της, αλλά κατόπιν δεν υπάρχει για εκείνη διαφυγή, αυτοκτονεί και καίγεται μαζί με τα νεκρά παιδιά της μέσα στην άμαξα που θα την μετέφερε στην εξορία, μπροστά στα μάτια του Ιάσονα.

Ουσιαστικά ο Ανούιγ καταλύει το μύθο. Δεν υπάρχει πια ο από μηχανής Θεός, η λογική και η επιστήμη έχει από αιώνες εξαφανίσει τις νύμφες του, τις έχουν μεταμορφώσει σε αδύναμες θνητές, απροστάτευτες μετανάστριες χαμένες σε έναν άδικο κόσμο. Η Μήδεια του Ευριπίδη εμφανίζεται πανίσχυρη, είναι η «παιδοκτόνος λέαινα», η οποία τιμωρεί τον Ιάσονα για την προδοσία του σκοτώνοντας τον σπόρο του και μετά αποχωρεί με το άρμα του Ήλιου για να βρει καταφύγιο στην πατρίδα του Αιγέα. Η Μήδεια του Ανούιγ φωτίζεται κάτω από ένα άλλο πρίσμα· γίνεται η εκπρόσωπος της αδυναμίας του φύλου της, η μετανάστρια, η φυγάς δίχως πατρίδα, η εκπρόσωπος της Ανατολής, με το πάθος, το συναισθηματισμό, τις δεισιδαιμονίες και τις μαγείες της. Στην πατρίδα του Ιάσονα την θεωρούν διαφορετική, μάγισσα, την φοβούνται, την διώχνουν, γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η εκδίκησή της είναι πιο άγρια και πιο απελπισμένη, γιατί δεν υπάρχει πουθενά καταφύγιο για εκείνη. Η μόνη της διέξοδος είναι ο θάνατος.

Αντίθετα, ο Ιάσονας στον Ανούιγ, από απόκληρος των θεών, γίνεται ο άνθρωπος που μετά την καταστροφή θα ξανακτίσει το μέλλον. Μετριοπαθής, ορθολογιστής, δεν επιζητά πλέον την ευτυχία, προτιμά να είναι συμβιβασμένος με τη ζωή και με εκείνη τη μικρή ελπίδα ευτυχίας που βρίσκεται μέσα στη καθημερινότητα. Κάποτε αγάπησε τη Μήδεια, αντιπροσώπευε για κείνον το νεανικό έρωτα, το πάθος για τη ζωή, την παράφορη αλαζονεία της νιότης, γιατί του δώρισε το χρυσόμαλλο δέρας, το όραμα της αργοναυτικής εκστρατείας. Αυτό το όραμα, κάποτε δίκαιο, καταστράφηκε, εφόσον στην πορεία για την κατάκτησή του ο Ιάσονας, στο πρόσωπο της Μήδειας, συνεταιρίστηκε με το κακό. Ο δρόμος του προς τη δόξα βάφτηκε με το αίμα αθώων θυμάτων, μια αλληγορία για τον πόλεμο και τα δεινά που προξενεί και προξένησε! Τώρα επιζητά να εξαγνισθεί μέσω της αγνής Γλαύκης, να διαγράψει το παρελθόν του, να κάνει μια καινούργια αρχή. Ο Ιάσονας του Ανούιγ δεν είναι «ηρωϊκός», εμφανίζεται σαν ένας καθημερινός άνθρωπος που αποδέχεται τη ζωή. Αποδοχή της ζωής, ωστόσο, σημαίνει συμβιβασμό, συμφωνία και, κατά συνέπεια, προδοσία...

Όταν ο Ιάσονας φεύγει, η Μήδεια εγκαταλείπεται στο πάθος της, γίνεται άθυρμα της μοναξιάς και του μίσους της. Καταριέται την ανήμπορη γυναικεία φύση της που δεν την αφήνει να ξεπλύνει σαν άνδρας την προδοσία του Ιάσονα. Φωνάζει: Ακρωτηριασμένη! Μισερή!... Ω, Ήλιε, αν ειν’ αλήθεια ότι κατάγομαι από σένα, γιατί με μισέρωσες; Γιατί με έκανες γυναίκα; γιατί τα στήθια αυτά; γιατί τούτη η αδυναμία; Δε θα’ ταν όμορφο ένα αγόρι με τ’ όνομά μου; Δε θα’ ταν δυνατό; με το κορμί σκληρό σαν πέτρα, καμωμένο να παίρνει και να φεύγει μετά, κλειστός, ανέπαφος, ολόκληρος αυτός! Α! Θα μπορούσε τότε να’ χει έρθει ο Ιάσων, με τα μεγάλα, φοβερά του χέρια· θα ’κανε να μ’ αγγίξει. Μ’ ένα μαχαίρι ο καθένας στο χέρι ―ναι!― κι ο πιο δυνατός σκοτώνει τον άλλο και φεύγει λευτερωμένος. Γυναίκα!... Σάρκα καμωμένη με λίγη λάσπη κι ένα αντρικό πλευρό! Κομμάτι αντρός!... Και πιο κάτω: Τώρα ειν’ η ώρα Μήδεια να γίνεις ο εαυτός σου… Θεέ του κακού! Ζώα αμέτρητα τριγύρω μου, εργάτες σκοτεινοί αυτής της γης, αθώα, τρομερά, δολοφόνοι… Η Μήδεια είναι σαν εσάς! Η Μήδεια σε λίγο θα χαρεί όπως εσείς!... Ό,τι κυνηγά, κι ό,τι σκοτώνει αυτή τη νύχτα, είναι η Μήδεια!

Λίγες ώρες αργότερα, θα καεί μαζί με τα ήδη νεκρά παιδιά της μέσα στην άμαξα που θα την μετέφερε στην εξορία, αφού πρώτα θα έχει στείλει τα δηλητηριασμένα δώρα της στο παλάτι. Μαζί της καίγεται και το πάθος και η στείρα εξέγερση. Τη φωτιά, έως ότου σβήσει και καούν και οι τελευταίες στάχτες της, περιτριγυρίζουν καθημερινοί άνθρωποι, οι νικητές της ζωής, η παραμάνα, ο φύλακας… Μιλούν για το θερισμό και τη σοδειά, δεν δίνουν σημασία στις στάχτες της Μήδειας. Ο Ιάσονας, αρχηγός αυτών των καθημερινών ηρώων, αναλαμβάνει να ξανακτίσει τα ερείπια. Πρώτο καθήκον του είναι η λησμοσύνη, «…ναι θα σε ξεχάσω, θα πει, ναι θα ζήσω και χωρίς το ματωμένο αχνάρι που άφησε πλάι μου το πέρασμά σου· θα ξαναχτίσω το αύριο μ’ υπομονή, τη φτωχή αντρική μου αρματωσιά, κάτω από το αδιάφορο βλέμμα των θεών».

Το τέλος που δίνει ο Ανούιγ στη δική του Μήδεια αποτυπώνει την ανάγκη του μεταπολεμικού ανθρώπου να ζήσει ειρηνικά και να ξεχάσει τη βιαιότητα του πολέμου που αιματοκύλισε τον κόσμο στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Ο μεταπολεμικός άνθρωπος είναι ο απλός άνθρωπος που τιμά τη ζωή και κάνει το καθημερινό χρέος του ακόμα και όταν δεν υπάρχει για κείνον ελπίδα για ευτυχία. 'Ισως πάλι η ζωή να είναι οι απλές χαρές, ίσως η ίδια η ζωή να είναι η ευτυχία!

Η Μήδεια γράφτηκε το 1946 και πρωτοπαίχτηκε μπροστά στο γαλλικό κοινό μόλις το 1953. Η παράσταση θεωρήθηκε αποτυχία. Ο θεατής χρειάζεται να διαθέτει γερά νεύρα και ικανό βαθμό μύησης για να διακρίνει πίσω από τις αποτρόπαιες πράξεις της Μήδειας τους κρυμμένους συμβολισμούς και αυτή την παράξενα εκρηκτική ποίηση που διαθέτει κάτι από τη μεγαλοπρέπεια και την καταστροφικότητα του κεραυνού.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 


Σημ.:  Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 81, Ιούνιος-Αύγουστος 2008, στα πλαίσια του αφιερώματος «Γυναίκες του μύθου».


Πηγές:
1. Jean Anouilh, Pièces costumées, Nouνelles pièces noires (1976) Antigone.
2.Jean Anouilh, Pièces costumées, Nouνelles pièces noires (1976), Médée.
3.XXe SIECLE, Colllection Litteraire Lagarde et Michard, εκδόσεις Bordas.
4.Έλση Μπακονικόλα-Γιαμά, Η ύπαpξη στα ελληνικής έμπνευσηςδpάματα του Jean Anouilh, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1999.
5. Ζαν Ανούιγ, Μήδεια, μτφ. Φώντα Κονδύλη, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα
6. Ευριπίδη, Μήδεια, Βιβλιοθήκη αρχαίων συγγραφέων, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου