Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Για την ποίηση του Καβάφη

Η Τέχνη είναι και δεν είναι αρκετά πραγματική για να γίνει δρόμος, είναι και δεν είναι αρκετά μη πραγματική για να σταθεί εμπόδιο. Η τέχνη είναι ένα «σαν να». 



Maurice Blanchôt (“La part du feu”) 





«Η ζωή είναι πιθανώς στρογγυλή», έγραψε ο Βαν Γκογκ. Διαγράφει την τροχιά της ονειροπόλησης ή της ελπίδας, αυτό είναι αλήθεια. Από την άλλη, η Τέχνη, που είναι μεγαλύτερη από τη ζωή, ιχνηλατεί ένα διαφορετικό σύμπαν, το σχήμα του οποίου μονίμως μεταβάλλεται και μας διαφεύγει. Στο σύμπαν του Καβάφη η ονειροπόληση και η ελπίδα συμπυκνώνονται σε ένα και μοναδικό σημείο από όπου εκπορεύονται και επιστρέφουν οι γραμμές που τραβά. Είναι το σημείο όπου η ονειροπόληση και η προσδοκία ταυτίζονται με την πατρίδα, με τον τόπο που ανήκει κάποιος. Η πατρίδα του Καβάφη παραμένει εσαεί κάτι το φευγαλέο που εντέλει χαρτογραφείται καθ’ ολοκληρία εντός του, όπως η πατρίδα όλων των Ελλήνων της διασποράς. Έτσι, αν θα θέλαμε να περιγράψουμε το σχήμα της τέχνης του Καβάφη, θα λέγαμε ότι μοιάζει κάπως με τις γραμμικές απεικονίσεις του ήλιου ή μιας μαργαρίτας: ένα κεντρικό σημείο από το οποίο ξεκινούν γραμμές διπλής κατεύθυνσης ή γραμμές που επιστρέφουν στο σημείο εκκίνησης, διαγράφοντας ελλειπτική τροχιά.

Πολλά έχουν γραφτεί για τους τόπους εξορίας και την επίδραση της συνείδησης της μοναξιάς στην Τέχνη, για την ψυχοσύνθεση του ποιητή που «δεν ανήκει». Ο Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, μεγάλωσε στην Αγγλία και την Αίγυπτο και πέρασε την εφηβεία του στην Κωνσταντινούπολη, προτού επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του, κάνοντας συχνά ταξίδια στην Αθήνα. Αναπόδραστα ο Καβάφης ήταν ένας Αιγυπτιώτης στην Ελλάδα και ένας Έλληνας στην Αίγυπτο. Η συνείδηση του μη ανήκειν τον ακολουθούσε παντού. Ήταν μοναδικός, με μια αίσθηση μοναδικότητας δυσβάστακτη, που όμως κράδαινε με υπερηφάνεια, σχεδόν σνομπισμό.

Αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση υπερηφάνειας, μαζί με την αβίαστη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου της πολιτογράφησής του διαπνέουν το ποιητικό έργο του Καβάφη. Ο Καβάφης έγραψε όπως κανένας άλλος πριν από αυτόν. Με μια αποφασιστική κίνηση παραμέρισε από τους ώμους του και από τους ώμους του αναγνώστη το βάρος της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς που συνέθλιβε τους προκατόχους του. Η προσπάθεια του Σολωμού, του Παλαμά, του Κάλβου ν’ αναδείξουν τα ιδανικά του έθνους αναπόφευκτα τους εξόρισε από τη σφαίρα της αμεσότητας, αφήνοντας αναπάντητα καίρια ερωτήματα για την αγάπη, το μυστήριο της ύπαρξης, την ηθική του καθημερινού βίου. Ήταν μια ποίηση που εξυμνούσε το υψηλό και ένιωθε αμήχανη μπροστά στο ωραίο, το απλά ανθρώπινο, το ζωντανό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καβάφης απαρνήθηκε την κληρονομιά του. Ίσα-ίσα. Όπως γράφει ο Β. Λαμπρόπουλος, «ο Καβάφης ως ποιητής είχε μια οξύτατη αίσθηση και επίγνωση της παράδοσης ως παρακαταθήκης αξιών, ως πολιτιστικής κληρονομιάς, ως συντριπτικού μέσου σύγκρισης, ως απολεσθέντος παρελθόντος». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να γράψει ποίηση απαλλαγμένη από γλωσσικό στόμφο, σε μια γλώσσα απλή, γυμνή («φτωχή» τη χαρακτήρισε ο Σεφέρης), που άφηνε περισσότερο χώρο στο νόημα. Όπως οι μουσικοί παραδέχονται πως δεν είναι οι νότες αλλά οι παύσεις ανάμεσα στις νότες που δίνουν το μουσικό αποτέλεσμα, έτσι και στην ποίηση δεν είναι εντέλει οι λέξεις αλλά οι σιωπές που προκαλούν οι λέξεις στον νου μας. Είναι οι σιωπές που ανακαλούν την Τέχνη, στην υπερβατική εκείνη στιγμή που ένας στίχος μας απελευθερώνει από τη λατρευτή τροχοπέδη της γλώσσας και το πνεύμα μας περιπλανιέται στον κόσμο των ιδεών, κρατώντας σφιχτά το συναίσθημα από τον στίχο στα χέρια.

Ο Δ. Δημηρούλης γράφει πως η Τέχνη είναι ένας τρόπος να ταξιδεύουμε στον απέραντο ωκεανό της γλώσσας χωρίς ποτέ να βρίσκουμε την Ιθάκη του νοήματος, όμως να χαιρόμαστε το ταξίδι ανταλλάσσοντας τη μάχη για το νόημα με την απατηλή ειρήνη της υπέρβασής του. Θα συμφωνήσω εν μέρει, διαπιστώνοντας το αναπόφευκτο: ότι η μόνη πραγματική ταυτολογία είναι η σύμπτωση της γλώσσας με τον εαυτό της, η οποία αποτελεί τον ορίζοντα της ανθρώπινης κατανόησης. Από κει και πέρα όμως, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω πως ολόκληρος ο μόχθος της ζωής είναι μια υπέρβαση, καθόλου απατηλή. Η υπέρβαση είναι δεδομένο της ανθρώπινης ύπαρξης: υπερβατικά ερχόμαστε στον κόσμο, καθ’ υπέρβαση ζούμε και υπερβατικά σύρουμε το πέπλο για την άλλη πλευρά. Η Τέχνη μιμείται τη ζωή και τις υπερβάσεις της, είναι όμως περισσότερο φιλόξενη: χωρά κι άλλες διαστάσεις, αυτό που είναι και αυτό που «θα μπορούσε» να είναι, καθώς κι αυτό που δεν υπήρξε ή δεν θα υπάρξει ποτέ.

Αν σε κάτι συνδράμει τον άνθρωπο η Τέχνη, είναι ότι τον βοηθά να συνειδητοποιήσει πως η υπέρβαση είναι συνυφασμένη στην ίνα της ύπαρξής του. Ο Καβάφης, ο ποιητής που έζησε χωρίς πατρίδα, αυτός που βρέθηκε στην οριακή στιγμή μιας ολόκληρης εποχής και μάλιστα έκλεισε την αυλαία, σηματοδοτώντας συγχρόνως με το τέλος και την καινούρια αρχή, περισσότερο από πολλούς άλλους είναι αρωγός στη συνειδητοποίηση αυτή.

Στο ποίημά του «Τείχη» μιλά για τα τείχη που χτίζουν γύρω μας οι προκαταλήψεις, οι προλήψεις, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνθήκες της ζωής, η εκπαίδευσή μας. Πρόκειται για φράγματα του νου μέσα στα οποία βαπτιζόμαστε, με τα οποία μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε να ορκιζόμαστε στο όνομά τους. Συχνά τα σφίγγουμε στην αγκαλιά μας μέχρι τον θάνατό μας, τόσο που ταυτιζόμαστε με αυτά και χάνουμε τον εαυτό μας στη διαδικασία. Αντικαθιστούν την πραγματικότητά μας με μια άλλη πλαστή (οι θεολόγοι θα αποκαλούσαν αυτό το φαινόμενο «το παράλογο του κτιστού κόσμου», φαντάζομαι) και το χειρότερο είναι πως επικαλούμαστε τις λέξεις για να τα ενισχύσουμε, να τα περιφρουρήσουμε, να τα κάνουμε να φαίνονται ψηλότερα. Όμως οι λέξεις οριοθετούν τον κόσμο μας και, αν αυτές μας δεσμεύουν, αυτές είναι που μπορούν και να μας λυτρώσουν. Στις λέξεις βρίσκεται το κλειδί για την απελευθέρωσή μας. Στις λέξεις τις ποιητικά εκφρασμένες, τις βαλμένες και καθαγιασμένες στην Τέχνη. Στις λέξεις που διευκολύνουν τη σιωπή. Γιατί μόνο στη σιωπή μπορούμε να ακούσουμε ό,τι έχει να μας εκμυστηρευθεί το σύμπαν. […]

Υπάρχει ωστόσο ένα από τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής που ο Καβάφης αποφεύγει να ονοματίσει. Τα θωπεύει, το περιγράφει, το σκιαγραφεί, ποτέ όμως δεν το λέει με το όνομά του. Είναι η αγάπη. Ποτέ δεν μιλά για την αγάπη ο Καβάφης. Μιλά συχνά για αίσθημα, για τον έρωτα, για φυσική έλξη. Μιλά για τη σαρκική επαφή με ευθείες ή πλάγιες αναφορές. Η αγάπη όμως είναι λέξη απαγορευμένη, ίσως πολύ ιερή για να λέγεται έστω και μέσα από την Τέχνη. Ίσως η αγάπη να είναι η Ιθάκη, αυτό το άφταστο, το φευγαλέο που δίνει νόημα στο ταξίδι της ζωής.

Η απουσία της αγάπης στα ποιήματά του και η απλότητα της έκφρασης έκανε σύσσωμους κριτικούς και φιλολόγους να συμφωνήσουν πως από τον Καβάφη απουσιάζει ο λυρισμός. Ναι, είναι αλήθεια. Δεν γράφει γλαφυρά ο Καβάφης. Η ποίησή του είναι παραπεμπτική: αναφέρεται σε γνωστά κείμενα, σε ιστορικά ονόματα, σε συγκεκριμένους τόπους και ημερομηνίες, παραθέτει αποσπάσματα από πληθώρα γραπτών κειμένων. «Η μεταφορά της βιβλιοθήκης και του σπουδαστηρίου ρίχνει επίμονα τη σκιά της στην άσκηση της γραφής», διατείνεται ο Δ. Δημηρούλης. Αρχικά, ο αναγνώστης αισθάνεται αμήχανος: πρόσωπα βγαλμένα από ιστορικά βιβλία ξαφνικά αποκτούν σάρκα και οστά, νιώθουν και σκέπτονται μέσα στα ποιήματα. Τα εισαγωγικά που φαίνεται να κατατέμνουν τους στίχους και να καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αναφοράς και ποιήματος επιτείνουν τη σύγχυση. Όμως ο αιφνιδιασμός κρατά λίγο. Σύντομα ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ο ποιητής βάζει τα πρόσωπα να μιλούν για λογαριασμό του. Ο ποιητής εξομολογείται μέσα από τις personae των ομιλητών στα ποιήματά του. Οι αναμνήσεις τους, οι σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους είναι κατάδικά του. Είναι δικές του στιγμές, παραθεματοποιημένες μέσα στα ποιήματά του.

Όποιος καταφέρει λοιπόν να ξεσκεπάσει τον αφηγητή πίσω από τον αφηγητή, θα αντιληφθεί την αίσθηση του σύμπαντος του Καβάφη. Το σύμπαν του Καβάφη είναι όπως μια σταγονίτσα στη βροχή. Περήφανη, όρθια, με το βάρος της κληρονομιάς της καλά ζυγισμένο στους ώμους της, με την αποφασιστικότητα να γράψει ιστορία να γεμίζει την καρδιά της, με συνείδηση της μοναδικότητάς της. Πάντα όμως σταγονίτσα. Ένα μικρό δάκρυ που χάνεται μέσα στην καταιγίδα των φθαρτών πραγμάτων. Όχι όμως σιωπηλά:

«Έφηβοι τώρα τους δικούς τους στίχους λένε.
Στα μάτια των ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με τη δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται».


Αυτή είναι η δικαίωση του ποιητή: ότι ολοένα επιστρέφουμε στα ποιήματά του, κάθε γενιά αδιάκριτα σκύβει πάνω τους και έχει κάτι να βρει, να συνειδητοποιήσει, να μάθει. Το είπαμε πολλές φορές εξ άλλου: η Τέχνη είναι μεγαλύτερη από τη ζωή.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Απόσπασμα από άρθρο με τίτλο "Η συνείδηση της μοναξιάς και τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής στην ποίηση του Καβάφη" που είχε δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 34-35, χειμώνας 2005.



Καλό καλοκαίρι!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου