Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Μια οδοιπορία στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης
Μην απορήσετε που αποκαλώ τον μεγάλο μας ποιητή με το μικρό του όνομα, σα να ήταν παλιός μου γνώριμος. Έχω περάσει τόσα χρόνια στη συντροφιά των ποιημάτων του, που μου είναι πλέον τόσο οικείος, αγαπημένος και κάποτε αβάσταχτος όσο σχεδόν ο ίδιος μου ο εαυτός. Ούτε για το ότι αναφέρομαι στο άτομό του σε παρόντα χρόνο. Ξέρετε καλά πως οι ποιητές δεν πεθαίνουν ποτέ. Τέλος, παρακαλώ μην απορήσετε για το στιλ του κειμένου. Μερικές φορές ο μόνος τρόπος για να περιγράψει κανείς επαρκώς το διάπυρο αυτό μέσο έκφρασης που αποκαλούμε «ποίηση» είναι ο έντεχνος λόγος.

Είναι η σιδηροδρομική γραμμή, αυτό που τον κρατά στη ζωή μέσα από την άκρη του ονείρου. Κι η σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά, εκείνη με την τυφλή στροφή, είναι ο μεγάλος του φόβος και το πρώτο του βήμα προς την απελπισία. Η σκάλα της μοναξιάς, της απώλειας, της ανέκκλητης απουσίας. Η σιδηροδρομική γραμμή της φυγής, της δραπέτευσης, της περιπέτειας, της ζωής του που βρίσκεται πάντοτε αλλού. Εκείνος αλήθεια δεν έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί – ή ίσως και σ’ ένα φύλλο από δέντρο, ή, τέλος, σ’ ένα σύννεφο στην άκρη του ορίζοντα:

«ολόκληρη η ζωή μας δεν είναι παρά η θαμπή ανάμνηση μιας άλλης ζωής»;

Α, αυτή η άλλη ζωή, που σαν ουρανός αδυσώπητος μας κατατρέχει ενώ είμαστε πάντοτε απόντες («κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή»)… Όμως ο ουρανός είναι εκεί και είναι για όλους, το ίδιο κι αυτό το αστέρι, το ίδιο κι οι παράτολμες αποφάσεις που δεν πήραμε. Ούτε ο Τάσος στάθηκε τολμηρός, «μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς κινδύνους)», λέει και ξαναλέει στα ποιήματά του ή «οι πράξεις τρέχουν αίμα απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες» ή, τέλος, «πάντοτε με βάραινε μια αόριστη ενοχή, σα να ‘χα κλείσει την πόρτα μου σ’ έναν άγγελο».

Όμως υπάρχει μεγαλύτερη γενναιότητα από το να είναι κανείς ποιητής;
«..Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου
ονειρεύτηκα πολύ
έτσι ξέχασα να ζήσω
μόνο μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί
ξαναγύριζα στον πραγματικό κόσμο
αλλά κανείς δε με γνώριζε
σαν τους θαυματοποιούς
που χάρισαν όλη μέρα το χαμόγελο στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στη σοφίτα τους
πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους…».

Κι η ποίηση… «ένας τρόπος για να πεθαίνεις όλο και πιο δύσκολα κάθε μέρα», αυτή η καταραμένη, αβάσταχτη τέχνη:
«μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μάσησαν τα πλεμόνια, το συκώτι, την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια
λέξεων».


Πρέπει να μην έχει κανείς τίποτε: έτσι γίνεται ωραίος ποιητής. Να κοιτά τη ζωή σε φωτογραφίες απ’ τις οποίες πάντα απουσιάζει ή διαπιστώνει, μετά από κοντινότερη εξέταση, πως τη θέση του έχει καταλάβει ένα άλλος, καθ’ όλα ξένος:
«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου
από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ
- αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα».


Ο Τάσος έμεινε για πάντα παιδί, ένα παιδί πληγωμένο που παίζει με τους χρωματιστούς του βόλους στις γωνίες των κόσμων, μήπως και εξευμενίσει με το παιχνίδι του μια μοίρα σκληρή («θυμάμαι παιδί έν’ αμάξι που ‘φευγε μες στο απόβραδο χωρίς να με πάρει μαζί του, οι ρόδες του κομματιάζουν ακόμα τον ύπνο μου»). Ένας βόλος για τη μητέρα του που γνώριζε πριν ακόμη γεννηθεί, από την αρχή του χρόνου («στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του πατρικού κήπου – σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων – κι ένιωθα σα να με έχουν μυστικά ετοιμάσει να υποδεχτώ τη μητέρα τη μέρα που θα με γεννούσε»), ένας άλλος για τον πατέρα («φορώ το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο») η για τον παππού, τη θεία Ρίζα, τον συμβολαιογράφο, όλα πρόσωπα χαμένα μέσα από ένα αντίο που ποτέ δεν ειπώθηκε:
«Άλλοτε πάλι
ξυπνάς μέσα στη νύχτα απαρηγόρητος. Το σπίτι έρημο, πού πήγαν οι άλλοι;
Κι εσύ γιατί έμεινες;».

Πάντοτε μόνος, «… υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά δωμάτια», πάντοτε απών, «κι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα, τις πιο ωραίες στιγμές μου. Όχι δεν μένει κανείς εδώ, είπα. Κι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα», πάντοτε ταξιδεύοντας μέσα σε τραίνα που δεν οδηγούν πουθενά γιατί βρίσκονται πάνω σ’ αυτήν την «αχρηστευμένη σιδηροδρομική γραμμή που διασχίζει τα παιδικά μας χρόνια και χάνεται στο άπειρο».

Όμως ο Τάσος έχει πολύ ταξιδέψει, «όταν κάποτε σηκωθώ ν’ απολογηθώ θα ‘χω μάρτυρες όλα τα σταυροδρόμια που έφτασα ναυαγός ή τους έρημους σταθμούς που μπήκα να ζητήσω μια μικρή προθεσμία». Σημείο αφετηρίας και τελικός προορισμός φυσικά η ψυχή του, ποιος χρειάζεται να πάει παραπέρα, «όποιος στάθηκε αναποφάσιστος στη μέση της κάμαρας έχει διαβεί κιόλας τα σύνορα του κόσμου».

Ο Τάσος, υπέροχος φανοστάτης στο σκοτάδι των ευτελών πραγμάτων: «και συχνά μ’ έβρισκε άγρυπνο το πρωί να χρωματίζω χάρτινα πουλιά και να περιμένω να κελαηδήσουν. Ένας αλκοολικός του ονείρου σ’ έναν ύπνο από χιόνι».
Τόσο βαθιά απελπισμένος, τόσο παράφορος στην ύπαρξή του, που κι αυτός ο έρωτας μες στη συνθηκολόγησή του δεν κατάφερε να τον σώσει από τον εαυτό του, «από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς κάτω από τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες». Με επίγνωση πάντοτε της βαθιάς μοναξιάς του αγαπά και πληγώνεται «έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας στον άλλον ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι».

Α, ναι, ο Τάσος αγάπησε πολύ.

«Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε που μου χαμογελούσες»
ή

«Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή»

ή, τέλος,

«μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου».

Πάντα ο χωρισμός και πάντα μια πρόθεση στην καρδιά και στα χέρια, που του ξεφεύγει και χάνεται, όπως η βροχή ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων ή τα ανοικτά μας δάχτυλα ή τα μισόκλειστά μας βλέφαρα όταν παιδιά ακούγαμε παραμύθια:
«λόγια που δεν καταλάβαμε παρά μόνο όταν ήταν πια αργά,
πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ’ έναν εφιάλτη
κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια που μας περίμενε σε μια πάροδο
που δεν της δώσαμε σημασία».


Μαζί με κάποιες αφόρητες στιγμές: «στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα να λύνεις ένα αίνιγμα ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή».

Κι ο Τάσος πάντοτε πίσω από την πόρτα, καθισμένος σε μια καρέκλα να παρακολουθεί τη ζωή του να φεύγει, ερήμην του. Πάντοτε ερήμην του:

«Αλήθεια, τι ζήσαμε; Μικρά καθημερινά γεγονότα που δε μάθαμε ποτέ το κρυφό νόημά τους,
η μοναξιά της κάμαρας, η απειλή των δρόμων, η σιωπή τ’ ουρανού
(…)
δρόμοι που τους διαβήκαμε ολομόναχοι, μέρες θαμπές, χρόνια χαμένα
κι εκείνο το άρωμα που μας τυλίγει όταν μας έχει σφραγίσει το πεπρωμένο».


Γιατί το δικό του πεπρωμένο είναι να κουβαλά για πάντα μέσα του όλους τους αγαπημένους κι ούτε να μπορεί ποτέ να τους αποχωριστεί «μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ από τον εαυτό της – η ζωή των άλλων» ή «κι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα». Μα, μήπως δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι αγαπημένοι του; Τους κοίταζε έναν-έναν:

«Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξεχειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή,
που τον αρνήθηκε η τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις
αλλά που τους χαρίζει καμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα»

«βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη».


Συχνά αναγνωρίζει μέσα τους τον εαυτό του: «και κάποτε θα τρομάξεις όταν καταλάβεις ποιος είσαι» και πάντοτε αποζητά τη συντροφιά τους, φοβούμενος την άρνηση, την απόρριψη, τη μοναξιά «είναι πράγματι απάνθρωπο να εξαρτάται η ζωή σου από λόγια ή βλέμματα», προσπαθώντας να ενστερνιστεί μια θεϊκή λήθη, «ω χαμηλά φώτα των τρένων, των φτηνών ξενοδοχείων, των απόμερων δρόμων ή των μικρών εκκλησιών στις εξοχές και γενικά εκεί που οι ψυχές πηγαίνουν να λησμονήσουν λίγο, ενώ ένας ζητιάνος κάτω από ένα παράθυρο τραγουδά βραχνά την εποποιΐα της ερημιάς».

Και πίσω απ’ όλα αυτά μια μεγάλη ιδέα: «δεν εμπιστεύτηκα σε κανέναν ένα από τα πιο ωραία μου όνειρα: να πεθάνω για την ανθρωπότητα» ή, αλλού:

«Δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»


ή, τέλος,

«Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων
ή
έναν θάνατο
για τη ζωή των άλλων».


Στα σταυροδρόμια του κόσμου σπαταλά ο Τάσος τη ζωή του για τους ανθρώπους, τους αγαπημένους άλλους («Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανασηκώνει πάνω απ’ τον εαυτό σου»), μάρτυρας σε πολέμους φρικτούς, την ώρα που φυσά ένας άνεμος τρελός, σαρωτικός, μανιασμένος («σ’ όλους τους τοίχους απόψε τουφεκίζεται η ζωή»). Με τον Τάσο να αντιστέκεται, άτρωτος απέναντι στον θάνατο:
«Ζήσαμε πάντα μέσα στ’ όνειρο και δε θα βγούμε παρά μόνο για να πεθάνουμε
στην άκρη ενός κόσμου που δεν γνωρίσαμε».
Όμως τότε τουλάχιστον, δεν θα ‘μαστε μόνοι:
«Τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα ‘ναι εκεί και θα μας περιμένουν».


Παιδικά χρόνια, εξαγνισμένα από μια ταπείνωση βαθιά:
«εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου»


ή

«Κι η αυτοταπείνωση, το ίδιο όπως ο εγωισμός,
είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος να υπάρξεις».


Να υπάρξεις… ο Τάσος υπάρχει ακόμα και θα υπάρχει για πάντα, γιατί βρήκε μια θέση στην ψυχή τόσων ανθρώπων, γιατί έγινε τόσες πολλές φορές η φωνή μας. Αρνούμενος να το υποψιαστεί. Αποχαιρέτησε αναζητώντας πάντα: «Δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιος είναι ο προορισμός του, “ μα επιτέλους τι ζητάς” με ρωτούσε η μικρή εξαδέλφη, “να με θυμούνται εξαδέλφη”». Υπάρχει άραγε περίπτωση να τον ξεχάσουμε;

Κι έπειτα, δεν έφυγε ποτέ. Σε μια άμαξα ανέβηκε απ’ αυτές που διέσχιζαν τον ύπνο του και δραπέτευσε. «Θα με ξαναβρείτε στα ωραία ποιήματα του άλλου αιώνα να νοσταλγώ τον Θεό» δεν είπε; Έπειτα εκείνος ούτε που έγραψε ποτέ του ποιήματα, απλώς είπε να σχεδιάσει «ένα όνειρο στην άμμο της λησμονιάς»

Χριστίνα Λιναρδάκη~



Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 26-27, φθινόπωρο-χειμώνας 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου