Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

Η Ελλάδα μέσα από τους στίχους σύγχρονων ποιητών

Ποιήματα που ξεδιπλώνονται ατέλειωτα
(ψάχνοντας στα χαμένα για το στόχο τους)
ποιήματα ποταμοί
και ποιήματα καμικάζι


(Χρίστος Λάσκαρης, "Ποιήματα")

*

Η ποίηση, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, βρίσκει πάντα τρόπους να εκφράζει τις καταστάσεις που διαμορφώνονται κάθε φορά. Οι σιωπές και τα τοπία της υπαίθρου και της πόλης εξακολουθούν να δίνουν έμπνευση:

Απέραντη σιωπή τον κατακλύζει.
Μέσα στην ησυχία του απογεύματος
νιώθει λίγο – λίγο να βυθίζεται
σαν κάτασπρο πολεμικό
που το ‘χει βρει τορπίλη.

(Χρίστος Λάσκαρης, "Στη βεράντα")

Οι ναύτες του Τσαρούχη, τα βράδια
Μαζεύονται σ’ ένα καφενείο
κοντά στο λιμάνι του Πειραιά.
Άλλοι κανονίζουν να φύγουν
για το χωριό τους με το ΚΤΕΛ
άλλοι γράφουν γράμμα στη μάνα τους
Στο τέλος της νύχτας χαλάν τα σχέδια
σκίζουν τα γράμματα.
Πέφτει μια μοναξιά και τα παγώνει όλα.

(Αντώνης Αντωνάκος, "Οι ναύτες του Τσαρούχη")

Να 'χα έστω μια φωτογραφία σου στο πορτοφόλι
να σκύψω κρυφά να τη φιλήσω,
τώρα που περνάμε, βράδυ, με το τρένο
απ’ την Ξάνθη
κι έξω οι λάμπες του σταθμού
φωτίζουνε τις άδειες λεμονάδες
που αφήσανε οι φαντάροι στα τραπέζια.


(Αντώνης Αντωνάκος, "Βράδυ με το τρένο")


Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ
ο Γρηγόρης Αυξεντίου
κραδαίνοντας φραγγέλιο-
τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης
σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του ·
έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας
την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου
ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων
και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.

(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Στίχοι" - Απομαγνητοφώνηση 1978)

Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει
στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια
οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου
δέντρα πουλιά και το φεγγάρι
η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια
σε σπίτια παλαιικά
το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη
τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι
χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες
που εισέρχονται στο μαγειρείο
ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία
χωρίς την τύρβη των τουριστών
εκεί πίσω απ το τέμενος του Μπαϊρακτάρη

Η πόλη χωρίς κορδέλες
και τα σκυβαλοφόρα του Δήμου
εκεί Λήδρας- Ονασαγόρου
ο πεζόδρομος των αναμνήσεων
τα ενετικά τείχη της πόλης
ο προμαχώνας
κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες

στην αγορά το άρωμα των φρούτων
χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια
οπώρες του καλοκαιριού κι η δρόσος της πρωίας


(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Μπαίνοντας στην πόλη")


Τα νοσοκομεία όπου δίνονται μάχες ζωής και θανάτου και η φθορά των γηρατειών δίνουν αφορμές για να γραφτούν ωραία, αληθινά ποιήματα:

Ξαγρυπνώ στο πλευρό σου.
Εσύ, στο κρεβάτι επάνω
εγώ, στους λευκούς διαδρόμους
περιμένοντας την γνωμάτευση των γιατρών.
Τα ασθενοφόρα σκούζουν.
Οι νοσοκόμοι με τις άσπρες στολές, πέρα -δώθε.
Άλλη μια νύχτα κοντά σου.


(Μίρκα Κωτσαρίδη, "Στο πλευρό σου")


                   Μνήμη Νικολίτσας Χειλά
Πάνω σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου
Να κοιμάται στο πλευρό

Απομεσήμερο
και δεν υπάρχουν επισκέψεις
Ο διάδρομος νεκρός

Απ’ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα
μια λουρίδα φως
αυλάκωνε τις κουβέρτες.


(Χρίστος Λάσκαρης, "Στο νοσοκομείο")


Τη βάλαμε στο παιδικό δωμάτιο μας, μετά το δεύτερο εγκεφαλικό. Εκεί, που κάποτε εκείνη μας νανούρισε τώρα την έβλεπα ολοένα να μικραίνει- παράλυτη απ’ τη μια πλευρά, χωρίς μια λέξη , μόνο με κάτι ήχους αξεδιάλυτους απ τα σκοτάδια της, κάτι αν στεναγμούς μακρόσυρτους που με σταυρώναν.

Έμπαινα αργά τη νύχτα κι έσκυβα αργά να δω αν ανασάνει, της έπιανα το χέρι κι ένιωθα τον παλμό στη φλέβα ν’ ατονεί – άνοιγε τα μικρά γαλάζια μάτια της και με κοιτούσε ως μέσα. "Εδώ είμαι εγώ", της έλεγα. "Κοιμήσου, μη σε νοιάζει· κοιμήσου, τώρα, να ξεκουραστείς".

Εκείνη μου ’σφιγγε το χέρι και με κοίταγε, όλο με κοίταγε. Κι εγώ κατέβαζα την κεφαλή ξανά μπροστά της σαν παιδί, μη δει το δάκρυ.
(Αντώνης Περαντωνάκης, "Γιαγιά Ελευθερία")

Οι αρρώστιες είναι για τους ανθρώπους
γι αυτό μη φοβάσαι όταν ακούς
ασθενοφόρο να ουρλιάζει στη λεωφόρο.
Δεν είναι για σένα.


(Μίρκα Κωτσαρίδη, "Φοβία")


Η μορφή της μητέρας είναι πάντα ένα σταθερό σημείο αναφοράς :

Τριγυρνάω στο στρατόπεδο
με τη στολή της αγγαρείας.

Καθώς βρέχει
σκέφτομαι τη μάνα μου
να καθαρίζει σκάλες και πατώματα
μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό.

Μόνη κι έρημη
φορώντας τη στολή της καθαρίστριας.


(Αντώνης Αντωνάκος - "Οι στολές")


Παλιά Σελήνη
πάνω από τις σπηλιές της Αγίας Παρασκευής
με των λεπρών τα παραπήγματα
και τα παιδιά πιο πέρα
στην άσφαλτο του ονείρου
να ξαναβλέπουν πίσω απ’ τους αμμόσακους
του στρατάρχη Χάρντινγκ
τα κομμένα δάχτυλα.

Μα πώς έρχεσαι έτσι ακάλυπτη
μέσα από τους προβολείς των αυτοκινήτων
τεμαχισμένη αδάκρυτη
άγρια κοιτώντας
με τη λεπρή τη μνήμη.

Θα ’χει φύγει κι ο τελευταίος Άγγλος
ούτε πια εφ' όπλου λόγχη
θα ‘χει κλείσει πια κι ο αερολιμένας της Λευκωσίας
(έτσι το λες χωρίς αιδώ;)
θα ψάχνεις για ταξιδιωτικούς οδηγούς
σε ξένα αεροδρόμια
αλλοδαπή που αποδημεί
πίσω απ τα φινιστρίνια
του κτιρίου της στρατονομίας.


(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Η μητέρα σε όνειρο στην αυλή του σχολείου")


Οι μνήμες των πιο παλιών ποιητών κουβαλούν στοιχεία που σήμερα φαίνονται πολύ μακρινά κι αγγίζουν κάποτε το όριο του μύθου:

Κηφισό- Άγιο Κωνσταντίνο με το αστικό.
Οι επιβάτες πρωινοί, ανόρεχτοι.
Ο καιρός μουντός.

Διασχίζαμε άθλιες βιοτεχνίες,
μάντρες, συνεργεία,
παραπήγματα.
Έξαφνα σ’ ένα ξέφωτο
-ταράχτηκα-
μια γυναίκα όργωνε με άροτρο.


(Χρίστος Λάσκαρης, "Κάποτε στην Αθήνα")


Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό ένα πρωί
μα δεν σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.

Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ' το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.

Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες τις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.

Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.


(Γιώργης Παυλόπουλος, "Το σακί")


Ο έρωτας
δεν θα μπορούσε να μην εμπνέει τους να εμπνέει τους δημιουργούς:

Η σκάλα που ανεβήκαμε μια νύχτα στο σκοτάδι
ο έρημος διάδρομος κι η σιωπή
το άγνωστο διαμέρισμα που μπαίναμε πρώτη φορά
-Μας είχαν δώσει το κλειδί-
κι ο έρωτας κρυφά για λίγες ώρες.

Μετά από τόσα χρόνια, τόσες κατεδαφίσεις
ακόμη ψάχνω να βρω
πού ήταν εκείνο το σπίτι…


(Γιώργης Παυλόπουλος, "Το διαμέρισμα")


Πού να βρίσκεσαι άραγε;
"Στο Λουτράκι", όπως μου είπαν;
Να πιστέψω τα λόγια τους;

Έκοψες κοντά τα μαλλιά σου;

Ζεις σε μονοκατοικία;
Σε διαμέρισμα με βεράντα και πολλά λουλούδια;
Σε σπίτι που έχει ολόγυρα πεύκα και κυπαρίσσια;

Σε κλείνουν τοίχοι ψηλοί και κάγκελα;

Τα πρωινά βάζεις το τζιν που ξέρω;
Βρίσκεις ερημικές αμμουδιές;
Κολυμπάς -ακόμη- χωρίς μαγιό;

Πόσο ελεύθερη είσαι;

Φοράς το μαύρο σου φόρεμα;
Βγαίνεις τα βράδια;
Διαλέγεις ήσυχα μαγαζάκια;

Ακούς "Τα παλιά τραγούδια με τους μελλοντικούς ήχους";

Έχεις παιδιά;
Είναι ξανθά όπως τα ήθελες;
Χαϊδεύεις το κεφαλάκι τους;

Τα μαθαίνεις να τραγουδάνε;

Το δωμάτιό σου βλέπει θάλασσα ή βουνό;
Σε θέλγει ο Κορινθιακός;
Σε εκστασιάζουν τα Γεράνια;

Εξακολουθείς να διαβάζεις ποιήματα;
Τις νύχτες – εκεί –
έχει δροσιά;

Σκεπάζεσαι με το λινό σεντόνι;
Αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό;

Έχεις… παράθυρα; 


(Δημήτρης Αλεξίου, "Επιστολή με ερωτηματικά")


Επιλογή για το στίγμαΛόγου:
Απόστολος Σπυράκης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου