Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

"Μπαρόκ" της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Ο χειμώνας χρειάζεται συμπαράσταση
– όλοι το ξέρουν


Συμπαράσταση, τις περισσότερες φορές, χρειάζεται μάλλον ο άνθρωπος – ιδίως όταν επιδίδεται σε έναν απολογισμό της ζωής του. Η Μιχαλοπούλου όμως το κάνει χωρίς αναστοχαστική διάθεση και χωρίς την πανσπερμία των συναισθημάτων που συνήθως συνοδεύουν τις αναμνήσεις. Για να είμαι ειλικρινής, το Μπαρόκ δεν αφορά καν αναμνήσεις. Είναι μια αντίστροφη αφήγηση, σαν αντίστροφη μέτρηση, από το 50 στο σημείο μηδέν. Μέσα από αυτήν, η συγγραφέας αναλύει όψεις του εαυτού της(;), των διαφόρων προσώπων που την ακολουθούν στη δράση, αλλά και των διαφορετικών τόπων στους οποίους διαδραματίζεται καθένα από τα 50 επιμέρους στιγμιότυπα που παρουσιάζει. Είναι σχεδόν σαν να κοιτάζει φωτογραφίες βαλμένες σε αντίστροφη χρονολογική σειρά· μόνο που οι επιμέρους ιστορίες υπερασπίζονται σθεναρά το δικαίωμά τους στην αυθυπαρξία – και το κερδίζουν.

Θα περίμενε ίσως κάποιος πως μια αντίστροφη πορεία από το σύγχρονο (και εν πολλοίς άγνωστο) προς το παλιό (και μάλλον γνωστό) θα ήταν ευκολότερη, όμως όχι: κατά έναν περίεργο τρόπο, οι ερωτήσεις, αντί να απαντώνται, μεγεθύνονται και οι πληγές βαθαίνουν όσο πιο πίσω μας μεταφέρει η αφήγηση· ίσως επειδή στο μεταξύ αποκτούμε δυσβάσταχτη επίγνωση. Είναι σαν να ακολουθούμε ένα ποτάμι ανάποδα, περπατώντας μέσα στην κοίτη του: η ορμή του μεγαλώνει, αντί να μικραίνει, καθώς πηγαίνουμε προς τις πηγές. Όμως ο περιηγητής, όπως και ο αναγνώστης, συνεχίζει να περπατά.

Ο αναγνώστης το κάνει επειδή ενδεχομένως τον δελεάζουν και τα διαφορετικά λογοτεχνικά είδη που χρησιμοποιεί η Μιχαλοπούλου για να εξυφάνει την αφήγησή της και που στρώνουν τον δρόμο του, αντί για βότσαλα, με ζαχαρωτά: πότε πεζός λόγος (π.χ. «Tempesta»), πότε ποίημα («Αϊνστάιν»), πότε επιστολή («Libération»), πότε ημερολόγιο («Ζώα»), πότε θεατρικός λόγος («Χρυσόψαρα») – η έκπληξη ανέκαθεν λειτουργούσε θετικά. Όσο για τα πρόσωπα της απεύθυνσης, ούτε αυτά μένουν σταθερά: πρώτο, δεύτερο, τρίτο, όλα επιστρατεύονται, δημιουργώντας κάθε φορά διαφορετικό αποτέλεσμα. Αυτή η εναλλαγή τεχνικών επιτρέπει στη φωνή που μιλά στο βιβλίο να διαθλάται μέσα σε κάθε στιγμιότυπο, αποκτώντας έτσι διαφορετικό βάθος, διαφορετική ταχύτητα και διαφορετικό ρυθμό, γεγονός απόλυτα συνεπές με τον τίτλο του βιβλίου: σύμφωνα με το ΛΚΝ, το μπαρόκ είναι «τεχνοτροπία η οποία χαρακτηρίζεται από ελευθερία της έκφρασης και αφθονία των διακοσμητικών στοιχείων». Είναι βέβαιο ότι και το Μπαρόκ της Μιχαλοπούλου διαθέτει τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, όπως και τα χαρακτηριστικά του παθιασμένου ορισμού που δίνεται στο ίδιο το βιβλίο. Οι φωτογραφίες, έπειτα, που προτάσσονται σε καθένα από τα 50 κεφάλαια λειτουργούν σαν τα πλήκτρα που παίζει το αριστερό χέρι στο πιάνο, την ίδια ώρα που το δεξί γράφει την αφήγηση.

Πενήντα λοιπόν στιγμιότυπα, 50 διαφορετικοί καθρέφτες (πότε κανονικοί, πότε παραμορφωτικοί) που κατακερματίζουν την αφήγηση της Μιχαλοπούλου σε ισάριθμα είδωλα. Πρόκειται για πείραμα; Ίσως. Επειδή όμως όλα εκ του αποτελέσματος κρίνονται, η ερώτηση ελάχιστα απασχολεί. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί γραμμικά, από την αρχή προς το τέλος ή από το τέλος προς την αρχή, μπορεί όμως και να διαβαστεί ανεξάρτητα, από οποιαδήποτε τυχαίο κεφάλαιο προς οποιοδήποτε άλλο. Ούτως ή άλλως, η ροή έχει όχι μόνο υπονομευθεί, αλλά και υποκατασταθεί με εκείνο το παράξενο κράμα τρυφερότητας και μελαγχολίας που διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο. Αυτό το κράμα είναι η γέφυρα που επιτρέπει στον αναγνώστη να έρθει σε ψυχική επαφή με τα τεκταινόμενα, παρά την αντισυμβατική ρήξη του χρονικού και όποιου άλλου συνεχούς που διαρκώς τον δυσκολεύει, αλλά και η τελική, ζεστή εντύπωση που του μένει μετά το τέλος της ανάγνωσης.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο Literature.gr με τίτλο "Η ρήξη του συνεχούς".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου