Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

Απηχήσεις των Βύρωνα και Σέλλεϋ στο έργο του Διονύσιου Σολωμού

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Μέσα στο Επτανησιακό χωνευτήρι των ιδεών και των επιδράσεων, των ρευμάτων και των ποικιλότροπων πτυχών, ο Διονύσιος Σολωμός περιενδύθηκε τους μανδύες της εποχής του, δεχόμενος πολλαπλές επιδράσεις: την κλασική παιδεία, την Αγία Γραφή, τον νεότερο Ελληνισμό – από την Κρητική Σχολή με κέντρο τον Ερωτόκριτο έως τους προεπαναστατικούς Χριστόπουλο, Βηλαρά και Φεραίο κι ως τους προσολωμικούς της γενέτειράς του, με επικεφαλής τον Μαρτέλαο – τη δημοτική ποίηση, αλλά και την ιταλική σκέψη σε όλες της τις περιόδους, από τον Δάντη έως τον Μαντζόνι, την αγγλική ρομαντική ποίηση και τη γερμανική φιλοσοφία του ιδεαλισμού. Χρησιμοποιώντας καθεμία από τις επιρροές αυτές σαν σκαλοπάτι, ο Σολωμός θα καταφέρει εντέλει να τις μετουσιώσει σε κάτι αμιγώς ελληνικό, να ανυψώσει την ποίησή του στα υψηλότερα επίπεδα τέχνης, συνεπαίρνοντας στην άνοδό του και το φτωχό τότε και αρκετά άμορφο όχημα της δημοτικής, παραμένοντας ωστόσο σταθερά προσηλωμένος στις μούσες της εποχής του.

Ο αγγλικός ρομαντισμός, με τα στοιχεία του παράφορου, της υπερβολής και του μυστικισμού, βρίσκει πρόσφορο έδαφος στο πνεύμα του Σολωμού, που αγωνίζεται να εκφράσει το πανελλαδικό αίσθημα αναστάτωσης και αγωνίας για το μέλλον, καθώς και τις προσωπικές του αντιφάσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια εποχή που ο Χέγκελ εισάγει την ιδέα του διαιρεμένου εαυτού, περιγράφοντας μια κατάσταση όπου τα άτομα έχουν επίγνωση ενός ρήγματος μέσα τους, το οποίο δεν μπορούν να διορθώσουν και το οποίο τα χωρίζει από τη φύση.

Ο ίδιος ο ρομαντισμός περηφανεύεται για τις αντιφάσεις του: αγκαλιάζει από τη μία πλευρά την ελεύθερη σκέψη και από την άλλη τον θρησκευτικό μυστικισμό. Κυρίως όμως κυνηγά τα άκρα, αναζητώντας τα σύνορα της αίσθησης και του συναισθήματος, αγαπώντας την πληθωρική ψυχική έκφραση. Ο κόσμος του δεν εκλαμβάνεται στη ρεαλιστική του διάσταση, αλλά κάτω από ένα μαγικό και μυστικιστικό πρίσμα. Ο ρομαντισμός δεν είναι απλά εξιδανίκευση, αλλά πρόσδοση ενός μαγικού βάθους στα αντικείμενα, μέσα στα οποία κατοικούν ψυχές ή η ψυχή του κόσμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εδραιώθηκε μια συναισθηματική σχέση ανάμεσα στον κόσμο και στον άνθρωπο. Συνάμα, όμως, μπήκαν και τα θεμέλια για την αναίρεση αυτής της σχέσης στο όνομα της ελευθερίας της ψυχής.

Η ανθρώπινη ψυχή, στο ρομαντισμό, μέσα από την εμβάθυνση στον εαυτό της, αναδύεται κρατώντας μια ύψιστη κατάρα, ό,τι πιο καταστρεπτικό αλλά και ό,τι πιο αυθεντικό κρύβει μέσα της, αρνούμενη μία ύπαρξη πέρα από τον έσχατο κίνδυνο της αμαρτίας. Πρόκειται στην ουσία για προσεταιρισμό με τον Εκπεπτωκότα Άγγελο, που περιέγραψε νωρίτερα ο Μίλτον, ουσία του οποίου είναι η πτώση και ο μεταφυσικός τρόμος, ο εφιάλτης. Ο εφιάλτης είναι άλλωστε και η μοίρα του ανθρώπου, που επιλέγει (όπως στη Σολωμική Γυναίκα της Ζάκυθος) ή ερήμην του δέχεται (όπως στον Λάμπρο) τη σατανική «ευλογία».

Τα ρομαντικά πρότυπα, για τούτη τη μυθολογία του εφιάλτη, έθεσαν, με μεγάλη επιτυχία, δύο μεγάλοι Άγγλοι ποιητές του αιώνα, ο Βύρωνας και ο Σέλλεϋ, ιδρύοντας την αποκαλούμενη «Σατανική Σχολή», με έντονη την επίδραση σ’ αυτήν του Μιλτονικού προτύπου. Στην ποίησή τους, ο μύθος του Σατανά συναντά την έξαρσή του, αποκτώντας κατά τη διατύπωση του Στέφανου Ροζάνη «το πρόσωπο της ανταρσίας του Κακού ενάντια σε κάθε αυταπάτη Καλού».

Λόρδος Βύρωνας (1788-1824)
Το πρόσωπο αυτό της ανταρσίας δε θα μπορούσε να αποδοθεί πιο καλά απ’ ό,τι στο Βύρωνα. Ο Βυρωνικός ήρωας είναι ένας σκυθρωπός, παθιασμένος και διαμελισμένος από τις τύψεις, αλλά ουδέποτε μεταμελημένος ταξιδιώτης. Στην πιο εξελιγμένη μορφή του (στον Μάνφρεντ) είναι ένα ξένο, μυστηριώδες και ζοφερό πνεύμα, κατά πολύ ανώτερο στα πάθη και τη δύναμη από τους κοινούς θνητούς, τους οποίους ατενίζει περιφρονητικά. Μέσα του ελλοχεύει η βασανιστική επίγνωση μιας τεράστιας, ανώνυμης ενοχής, που τον οδηγεί στην αναπόφευκτη καταστροφή. Είναι απόλυτα αυθύπαρκτος στην απομόνωσή του και άκαμπτος ως προς την επίτευξη των στόχων που έχει θέσει, σύμφωνα με τον δικό του ηθικό κώδικα, ενάντια σε κάθε αντίσταση, ανθρώπινη ή υπερφυσική. Όμως, ο Μάνφρεντ είναι και ισχυρός πόλος έλξης για τους χαρακτήρες γύρω τους, στους οποίους ασκεί ένα δυνατό μείγμα γοητείας και φρίκης, προερχόμενο από την αδιαφορία του για τις ανθρώπινες φροντίδες και αξίες. Στα ελληνικά πράγματα, ο Σολωμός θα αποδώσει τα «χαρίσματα» του Μάνφρεντ στο πρόσωπο του Λάμπρου.

Η ουσία της ρομαντικής αλληγορίας, ο εφιάλτης, διαποτίζει ολόκληρο το έργο του Βύρωνα. Η φρίκη και το όραμα της αλύτρωτης αμαρτίας κάθε ζωντανής ύπαρξης συμβαδίζουν στην ποίησή του με την ηδονή της καταστροφής, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Όπως και στον Κόλεριτζ, έτσι και για τον Βυρωνικό ήρωα, δεν υπάρχει Χάρις. Κάπου-κάπου μάλιστα, η καταστροφή προβάλλει στο έργο του Βύρωνα και ως απόλυτη έννοια (όπως στο Σκοτάδι), την οποία ο ποιητής μισεί και αντιμετωπίζει με φρίκη, αφήνοντάς τη συγχρόνως να εισχωρήσει μέσα του και να του δημιουργήσει τον εφιάλτη, για να τον αποδεχθεί στιγμές μετά σαν την κορυφαία πηγή ηδονής και έκστασης.

Όπως στον Βύρωνα, έτσι και στον Σέλλεϋ, η ανθρώπινη ψυχή καλείται να πραγματώσει μια ακριβή στιγμή ελευθερίας, ενστερνιζόμενη το «Δαιμονικό Ύψιστο», αναγνωρίζοντας τον σπόρο της καταστροφής μέσα της, σαν το μόνο τρόπο αντίδρασης στον γύρω κόσμο και κατ’ επέκταση σαν το μόνο σκίρτημα αυθυπαρξίας. Ο Τσένσι του Σέλλεϋ ενστερνίζεται την καταστροφή ως απελευθέρωση από τα δεσμά ενός κόσμου περιφρονητικά προσηλωμένου σε μια ξεφτισμένη σύλληψη Καλού και Ηθικού. Αισθανόμενος πως προσεταιρίζεται τον Δαίμονα, ο Τσένσι μεταστρέφει τον εφιάλτη της κολασμένης του ψυχής σε προσδοκία αγαπημένη, προσδοκία χαράς. Δεν αγαπά απλά την κόλασή του, την εξαίρει σε μοναδική πηγή ηδονής.

Μ’ αυτά τα πρότυπα κατά νου, ο Σολωμός οδήγησε δέσμες του έργου του, με κορυφαίες εν προκειμένω τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Λάμπρο, στα ίδια μονοπάτια. Ο Σατανάς, που φαίνεται να έχει κυριεύσει τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δεν είναι διόλου άσχετος με τον ιερομόναχο που διηγείται την ιστορία. Στην πραγματικότητα, Γυναίκα και Διάβολος αναδύονται μέσα από την ίδια την ψυχή του ιερομόναχου αι είναι αυτοί το φοβερό μυστικό του. Γυναίκα, όραμα, διάβολος, ιερομόναχος, όλοι αποτελούν στο έργο εκφάνσεις μιας αυτοτελούς ύπαρξης. Ο ιερομόναχος δεν μπορεί να αποδράσει από το όραμά του, συνδέεται δε τόσο στενά μαζί του, που στην ουσία ταυτίζονται. Η Γυναίκα, μέσα από το όραμα, ανάγεται στην ουσία της αποκάλυψής του, ξάφνου γίνεται ο κόσμος του. Κι είναι ο κόσμος αυτός –η Γυναίκα– πυρπολημένος από μια βαθιά ανάγκη να συνταχθεί με τις σατανικές δυνάμεις που υπόσχονται στην ανθρώπινη ύπαρξη τη χαρτογράφησή της, την ανεύρεση του στίγματός της έξω από τον συμβατικό κόσμο, την ελευθερία της από τους αιώνιους φραγμούς του ηθικά ορθού. Πώς; Με την έκλυση του άγχους, της ενοχής, του εφιάλτη, της οδύνης και της άφατης ηδονής του Εκπεπτωκότος Αγγέλου. Είναι ένα όραμα φρικτό, μα και τρυφερά αγαπημένο, ίδιο με το όραμα του Σελλεϋκού Τσένσι.[...]

Πέρσι Σέλλεϋ (1792-1822)
Τρυφερά η όχι, η τροχιά της Γυναίκας είναι ωστόσο προδιαγεγραμμένη και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο φρικτό τέλος. Ο Δαίμονας επισύρει την κατάρα του στη μορφή που τον υπηρέτησε πιστά, χαρίζοντάς της την ύψιστη σκιά του θανάτου, που τις επεφύλασσε από την αρχή. [...]

Ο Λάμπρος είναι μία ακόμη κολασμένη ψυχή. Στην περίπτωσή του, η ύψιστη κατάρα επισύρεται ερήμην του, με την αθέτηση της υπόσχεσης στην ερωμένη του και την εγκατάλειψη των παιδιών του. Το μυαλό του θολώνει, ο τρόμος από την πανταχού παρουσία των παιδιών του ακολουθεί τα βήματά του, το τρομερό φορτίο της ενοχής βαραίνει τον νου του, γίνεται το μαρτύριο της ψυχής του. Εκτρωματικά, γίνεται εραστής της κόρης του, η οποία αυτοκτονεί αβοήθητη από τον αιμομίκτη πατέρα. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που το σκιάζει βαρύς ο θάνατος, ταυτισμένο με την αμαρτωλότητά του, ο Λάμπρος είναι καταδικασμένος να περιφρονήσει το πρότυπο της θείας Αρμονίας. […]

Ο Λάμπρος ανεμίζει τη μιαρή ψυχή του κατά παντός θεϊκού στοιχείου. Χάρη στην έκπτωσή του, καταφέρνει να ατενίσει με ηδονή την ουσία που αναδύθηκε από τις πιο απόκρυφες γωνιές της ψυχής του. Κι έπειτα από την τελεσίδικη παραδοχή του δαίμονά του, μπορεί να αντικρίσει με περιφρόνηση κάθε πρότυπο αρμονίας και ηθικής ισορρόπησης του κόσμου. […]

Ο Λάμπρος ανάγεται στην ύψιστη βαθμίδα του δαιμονικού στοιχείου, επιτελώντας το καταστροφικό όραμα, στιγμές προτού δεχτεί την «ευλογία» που επιφυλάσσει ο Σατανάς για τα πνευματικά του τέκνα: το φρικτό τέλος. […]

Η βαθύτητα και των δύο αυτών σολωμικών έργων, της Γυναίκας της Ζάκυθος και του Λάμπρου, δείχνει με σαφήνεια πως δεν ήταν πρόθεση του Σολωμού να ξεμπερδέψει, όπως έχει ειπωθεί, με το χρέος του προς τις τάσεις της εποχής του και να συνεχίσει. Ο Σολωμός ακούμπησε ειλικρινά την ψυχή του στον ρομαντισμό του Βύρωνα και του Σέλλεϋ, τον αφουγκράστηκε προσεκτικά, τον ένιωσε σε βάθος και έπειτα άπλωσε τα χέρια του και με άφθαστη ευαισθησία τον παρέλαβε και τον εξήρε, τον μετουσίωσε σε αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, πρωτοπορώντας και βάζοντας τα θεμέλια για τις επόμενες γενιές.

Άλλωστε, ποιος από μας, ακόμη και σήμερα, ενάμιση αιώνα μετά, μπορεί να στρέψει αλλού τα μάτια, αν το βλέμμα του αγγίξει έστω και φευγαλέα τον ήρωα που έπλασαν ο Βύρωνας, ο Σέλλεϋ και ο Σολωμός; Ποιος από μας μπορεί να μείνει ασυγκίνητος στη θέα του σκοτεινού και τη γοητεία της αμαρτίας, ποιος μπορεί να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες που του υπόσχονται έναν ξεχωριστό τρόπο ύπαρξης έξω από τα καθιερωμένα; Όλοι μας χτίζουμε καθημερινά τις μικρές μας αποδράσεις και ο Σολωμός, βοηθούμενος από τον αγγλικό λογοτεχνικό ρομαντισμό και την οξεία ψυχολογική του όραση, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ξεγυμνώσει την ανάγκη αυτή που κρύβεται μέσα στον καθένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Εκτενές απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο που είχε δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 42 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1998).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου