Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

Για τον Μίλτο Σαχτούρη

Μίλτος Σαχτούρης
Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην κλινική του "Λούρου" στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου του 1919. Μοναχογιός με καταγωγή από την ιστορική οικογένεια της Ύδρας: "Σε πολλά βιογραφικά αναφέρεται η Ύδρα ως τόπος γεννήσεώς μου, το αληθινό όμως είναι ότι κατάγομαι από την Ύδρα, είμαι δισέγγονος του αντιναυάρχου του '21 καπετάν Γιώργη Σαχτούρη...".

[...]
Διαβάζοντας από τα νεανικά του χρόνια ποίηση - ελληνική και ξένη - επέλεξε τον Σολωμό, τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη - κάποια φορά είχε αναφέρει και τον Κάλβο - τον Ρίλκε, τον Χαίντερλιν, τον Ρεμπό, τον Απολινέρ, τον Μποντλέρ, τον Τρακλ και τον Ντίλαν Τόμας. Πάνω απ' όλους όμως τοποθετεί τον Κάφκα, τον οποίο θαυμάζει απεριόριστα, παρότι είναι πεζογράφος: "Τον Κάφκα τον αγάπησα πολύ, τον ένιωσα βαθύτατα. Γι' αυτό και του έχω αφιερώσει τρία-τέσσερα ποιήματα στις τελευταίες συλλογές μου". Ακόμα και κατά τη διάρκεια της αρρώστιας του, επηρεασμένος από όλους αυτούς τους μεγάλους της λογοτεχνίας, δεν σταματά να γράφει ποίηση. Δεν υπηρέτησε κανένα άλλο λογοτεχνικό είδος, παρά το γεγονός ότι από τις πρώτες του προσπάθειες προέκυψαν μικρά διηγήματα επηρεασμένα από τον εξπρεσιονισμό, τα οποία στη συνέχεια πύκνωσαν και έγιναν ποιήματα. Το δοκίμιο και η κριτική δεν τον απασχόλησαν ποτέ.

Η επιρροή του υπερρεαλισμού στο έργο του Σαχτούρη ήταν δεδομένη, κυρίως λόγω της θερμής φιλίας του με τον Εγγονόπουλο. Ωστόσο, αν και στην ποίησή του αναγνωρίζεται η τόλμη του συγκεκριμένου ρεύματος, όπως τα σύμβολα αλλά και πρότυπα στοιχεία του, μέχρι το τέλος δεν εντάσσεται πλήρως σε αυτό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κλίνει περισσότερο προς τον εξπρεσιονισμό, λόγω των έντονων χρωματικά ποιητικών εικόνων του αλλά και των αλλοιώσεων στη μορφή και το περιχόμενό τους.

"Ο υπερρεαλισμός", παραδέχεται ο Σαχτούρης, "με λευτέρωσε και σαν άνθρωπο και σαν ποιητή από πολλά πράγματα (οικογενειακήν αυστηρότητα ενός πατέρα δικαστού κ.τ.λ.) Στην ποίηση με λευτέρωσε στο να εκφραστώ πιο ελεύτερα, να μη φοβάμαι να μεταχειριστώ όλες τις λέξεις που μου έρχονταν στο κεφάλι. [...] Από την άλλη όξυνα το μάτι μου και τ' αυτιά μου, έτσι που παρατηρώντας τη γύρω μου ζωή, να βλέπω και να ακούω πράγματα που ούτε ο πιο παράλογος ποιητής δεν θα σκεφτόταν να βάλει σε ποίημά του...".

Ο Δάλλας πάλι αναφέρει πως ο Σαχτούρης αυτοτροφοδοτείται από εσωτερικά κοιτάσματα λαϊκού πολιτισμού. Αντλεί στοιχεία από τη ναυτική καταγωγή του, τη θρησκεία, το δημοτικό τραγούδι και, με μια αθωότητα παραμυθιού και λαϊκής λογοτεχνίας, μεταφέρει στην ποίησή του τις ισορροπίες μεταξύ λογικού και παραλόγου, φυσικού και μη φυσικού, ζωής και θανάτου.

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου



Επιλογή λίγων ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη:

Σταδιοδρομία
Γεννήθηκα στην αγκαλιά κρατώντας
το φανταστικό ζώο
ήταν χρυσαφί με γαλάζια πόδια
μόνο τα μάτια ήταν ματωμένα
μεγάλωσε με την αγωνία των χρωμάτων
- σήμερα θ' αλλάξει το γαλάζιο
- σήμερα θ' αλλάξει το χρυσαφί
γλυκειά πλάνη
πέθανε κρατώντας το φανταστικό ζώο
στην ίδια απελπισία των χρωμάτων.
(Μίλτος Χρυσάνθης, Η μουσική των νησιών μου,1941)


Ο δυνατός
Καθρέφτης κρεβάτι γιασεμί

στάχτες τσιγάρων δάκρυα
κόκκινο από χείλια
και σεντόνια
η ηρωίδα απελπισμένη μέχρι θανάτου
καθρέφτης κρεβάτι

ένας άντρας δίχως πόδια
σε μια καρέκλα με ρόδες
με ρόδινες ανταύγειες ο ΄ηλιος
στον τοίχο
στο πάτωμα  φ ρ ί κ η  ένα φιλί

Καθρέφτης

ο δυνατός άντρας είναι στο ταβάνι
γυμνάζει τα όνειρά του
με πάθος
κατεβαίνει κλείνει το παράθυρο
σκοτεινιάζει

Κραυγή
(Παραλογαίς, 1948)


Η σκηνή
Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγκοι διέσχιζαν το δωμάτιο απ' όλες
τις πλευρές
δε θα 'ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγκους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ' έξω
έγδερνε τις πόρτες
(Με τον πρόσωπο στον τοίχο, 1952)



Σημ. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το άρθρο με τίτλο "Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) Μια βιογραφία" που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 60. Το τεύχος περιέχει εκτενέστατο αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, με πολλά πρωτότυπα κείμενα, ανθολόγιο ποιημάτων (απ' όπου και τα λίγα ποιήματα που αναδημοσιεύονται εδώ) και αποθησαύρισμα παλιότερων δημοσιευμάτων για τον ίδιο και το έργο του.

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες

Πηγή φωτογραφίας: newsbomb.gr
Το θέμα των προσφύγων, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα του 21ου αιώνα, είναι μια χαρακιά στο πρόσωπο της Ευρώπης, ένα μελανό σημείο στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια ανοιχτή πληγή στην καρδιά του κόσμου. Οι Έλληνες και οι Κύπριοι ποιητές ευαισθητοποιούνται ως προς αυτό το μείζονος σημασίας θέμα που υψώνει τείχη και δημιουργεί ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων και με την ποίησή τους δίνουν φωνή σε αυτή τη μεγάλη κοινότητα πόνου, που ολοένα αυξάνεται. Στο στίγμαΛόγου παρουσιάζουμε μια ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες, από ποιήματα που επιλέξαμε μέσα από τις συλλογές που έχουμε παρουσιάσει. Τα ποιήματα, όλα μαζί συγκεντρωμένα, ακούγονται σαν μια συλλογική φωνή διαμαρτυρίας που ταυτόχρονα ηχεί και σαν μια νότα ελπίδας. Ανθολογούνται οι ποιητές: Γιάννης Αντιόχου, Ευθυμία Γιώσα, Γιώργος Γκανέλης, Ανδρέας Καρακόκκινος, Φροσούλα Κολοσιάτου, Φιλέας Τετράζης, Ευσέβεια Χατζηχαραλάμπους.

Η ανθολογία εξυπακούεται ότι δεν είναι εξαντλητική και εφορμήθηκε από την προσπάθεια συγκέντρωσης συναφών ποιημάτων προς τον σκοπό της συγγραφής ενός επιστημονικού άρθρου. Την εν λόγω προσπάθεια συνέδραμαν και άλλοι bloggers, κυρίως ο Δήμος Χλωπτσιούδης και η Διώνη Δημητριάδου, όμως εδώ δεν παρουσιάζονται τα ποιήματα που μας υπέδειξαν, αλλά αυτά που προέκυψαν –όπως προειπώθηκε– από τις δικές μας αναγνώσεις.

Κατερίνα Τσιτσεκλή & 
Χριστίνα Λιναρδάκη 
για το στίγμαΛὀγου




ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ
Από την ποιητική συλλογή Διάλυσις, εκδ. Ίκαρος, 2017

ΠΤΗΣΗ ΒΟΛ-ΠΛΑΝΕ (απόσπασμα)

… [Πτήση βολ-πλανέ
πάνω από την κόλαση
ζητιανεύοντας μέσα στα θρύψαλα
το παρόν μιας άλλης πόλης]

Μάτωσα όλα μου τα δάχτυλα
Στις πλατιές χειρονομίες
και τα γόνατά μου στις μεγάλες αμαρτίες

Αυτή η απελπιστική γονυκλισία
που αντιστέκεται στην αθωότητα
και η εξασθενημένη σκιά μου
στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου
αναλογικό φάσμα παράσιτων τηλεόρασης
που ξημερώνοντας θα αναληφθεί
στην εξόδιο ακολουθία ενός αλκοολικού εφημέριου

Και συμμάζεψα όσο μπορούσα τα κουρέλια μου
να μπω στο ναό σχεδόν καθαρός
με μια επιπόλαιη χωρίστρα στα μαλλιά
και λίγο σάλιο στις άκρες του στόματος
απασφαλίζοντας τα βιτρό παράθυρα των θαυμάτων
μοιράζοντας τα ψίχουλα μιας μπαγιάτικης αρτοκλασίας
στο εξαντλημένο φεγγάρι και στα αποδημητικά πουλιά
που μόλις είχαν φτάσει από τη Χομς και τη Λατάκεια
και ξεχωρίζοντας ζωστικά ράσα
διακονικά άμφια και βελούδινα καλύμματα
έντυσα όλα τα παιδιά της κεντρικής πλατείας
μέχρι να φυτρώσουν τα φτερά τους
μήπως και αντέξουν τον επόμενο χειμώνα

[Πτήση βολ-πλανέ
και παντελώς αδιαφορώ
αν όλοι σας
λέτε πως σέρνομαι]


ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΩΣΑ
Από το ποιητικό αφήγημα Σώματα πτερόεντα, εκδ. Σοκόλη (2016)

ΤΟ ΣΩΜΑ ΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΙΙ
«Δεν κατοικείς παρά μες στο κορμί σου»
Πάνος ΚυπαρίσσηςΤα Τιμαλφή

Μόνη αποσκευή το σώμα μου. Το πήρα όπως όπως κι έφυγα να το σώσω. Κι ενώ το γλίτωσα, τώρα δεν έχω πού να το εναποθέσω. Ολόκληρη η γη και μοιάζει με ρούχο που μάζεψε στο πλύσιμο. Τόσοι κάμποι, τόσα βουνά, τόσος ουρανός, και για εκείνο δεν υπάρχει πουθενά χώρος. Το χώμα ξερνάει κάθε τόσο τα δάκρυα των νεκρών και το μουσκεύει. Η θάλασσα γίνεται Μέδουσα και το πετρώνει με την όψη των κυμάτων της. Η άσφαλτος χωρίζεται στα δύο και το καταπίνει. Δεν υπάρχει τόπος ν’ ανεχθεί το σώμα μου.

Όταν συνειδητοποίησα πως κατάφερα να το κρατήσω σώο και αβλαβές, το ένιωσα σαν λάφυρο από πόλεμο χαμένο. Τώρα ρίχνω το βλέμμα μου πάνω του, το παρατηρώ κι αναρωτιέμαι τι να κάνω με δαύτο. Δεν είναι φύλλο από χαρτί να το διπλώσω, να το κρύψω. Δεν είναι σταγόνα από νερό να τη ρουφήξω. Δεν είναι κάρβουνο να το ανάψω και να γίνει στάχτη. Είναι ένα σώμα. Με μια καρδιά που ζητάει άδεια για να χτυπήσει. Με δυο χέρια σε στάση ικεσίας. Με δυο πόδια που δεν ξέρουν αν πρέπει να περπατήσουν και προς ποια κατεύθυνση να κινηθούν. Προς το παρόν είναι και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα κατειλημμένα από σώματα που αξίζει κι έχουν το δικαίωμα να ζουν.

Όλες οι πυξίδες χαλασμένες. Όλες οι άγκυρες θηλιές. Όλοι οι δρόμοι αλληλόμορφα γονιδίων που χάθηκαν στην εξέλιξη. Το σώμα μου δεν επιτρέπεται να έχει πια καμιάν απαίτηση. Κοιμάται στις πέτρες, μένει βρόμικο για μέρες, τρώει όποτε και ό,τι του πούνε, πηγαίνει όπου του υποδείξουνε. Και περιμένει. Υποπτεύομαι δε πως βάζω καταχρηστικά πλέον δίπλα του την κτητική αντωνυμία. Νομίζω πως είναι άλλοι που ρυθμίζουν τον κιρκαδικό ρυθμό του, που του υπαγορεύουν τις ανάγκες του, που σχεδιάζουν τα βήματά του.

Τόσα ποτάμια, τόσα χωράφια, τόσος ήλιος, και για το κορμί μου δεν υπάρχει ούτε ένα χιλιοστό πατρίδας. Η κοινωνική και πολιτική αισθητική τους ενίσταται μπροστά στην παρουσία του. Γίνονται ξενηλάτες του, κατήγοροί του, διώκτες του, καταχραστές του πόνου του. Οι παραχαράκτες των ονείρων που πρόλαβε και κατέστρωσε.

Είναι στιγμές που ο σφυγμός του μοιάζει με φοβισμένου λαγού που μόλις πρόλαβε και ξέφυγε από το βόλι του κυνηγού. Τότε είναι που εύχεται να γυρίσει πίσω στη μήτρα που το γέννησε. Να τρυπώσει πάλι μέσα της και να λουφάξει στην αιμάτινη αιωνιότητά της. Ν’ αφήσει απ’ έξω την αδιάβατη θνητότητά του, αφού, όσο και αν προχωρά, μένει αγκυλωμένο σε μια διαρκή αναμονή. Δεν υπάρχει μονοπάτι να διαβεί ετούτο το σώμα.

Δεν έχουν αφήσει μονοπάτι ανοιχτό γι’ αυτό το κορμί. Τους άκουγα τις προάλλες να υπολογίζουν πόσο σύρμα χρειάζεται για να υψώσουν σύνορα μέχρι τον ουρανό. Να μην μπορούν λέει, ούτε τα πουλιά να πετούν. Να στριμωχτούν όλα ετούτα τα σώματα μαζί και όσο γίνεται πιο μακριά τους. Ζήτησαν μάλιστα και τη γνώμη του ειδικού: υπάρχει περίπτωση να μπορούμε να τους παρέχουμε ημερησίως όση ποσότητα οξυγόνου επιθυμούμε;

Μητρικό μου καταφύγιο, πληρώνω ακριβά το τίμημα του αποχωρισμού μας.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ
Από τη συλλογή Υπό το Μηδέν, εκδ. Στοχαστής (2017)

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γελάει ο θυμωμένος άνεμος
Αναποδογυρίζουν τα βαρέλια
Ο δρόμος αναμασά τη λάσπη
Το γατί κλαίει στα κεραμίδια
Σκοράρει ο θάνατος
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Σιδερένια πουλιά στις κολόνες
Μετά πηγαίνουν στην εκκλησία
Μοσχοβολούν τα ρούχα τους
Αστράφτουν και τα φτερά τους
Στη φάτνη σκοτωμένα βρέφη
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Γυρίζει ανάποδα το δέντρο
Καρφώνεται στη θάλασσα
Καράβια σημαιοστολισμένα
Μεταφέρουν τους νεκρούς
Τους αποθέτουν στο λιμάνι
Τα μάτια τους ακόμη ζωντανά
Στάζουν φρέσκο χιονοπόλεμο
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Σκύλοι έξω απ’ τα κλουβιά
Προπονούν τα δόντια τους
Κατασπαράζουν την παγωνιά
Ξεθάβουν το μαύρο κόκαλο
Και το τινάζουν στα σύννεφα

Βρίσκει στο μάγουλο το Θεό
Δονείται απ’ τον κρότο η γη
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.
Τα Χριστούγεννα των ποιητών.


ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

Η νέα χρονιά θα εκβράσει πτώματα
Ακατάλληλες σκηνές για βολεμένους
Αυτό το χέρι απροκάλυπτα σκληρό
Έριχνε στο νερό το υπέρβαρο φορτίο
Γελούσε με την απονιά των μποφόρ
Υπήρχαν νεκροί χωρίς ταυτοποίηση
Ζωντανοί ανάμεσα στους αγέννητους.

Αδήλωτοι επιβάτες στη σειρά
Έτρωγαν βρώμικο ψωμί
Κι έπεφταν στη θάλασσα
Ύστερα τα παραπλέοντα πλοία
Τους ανέβαζαν στο κατάστρωμα
Οι ναύτες τους έδεναν τα μάτια
Να μην βλέπουν το νέο φεγγάρι
Στο τέλος πέθαιναν από μοναξιά.

Απολογισμός της χρονιάς:
Γέμισε πτώματα ο ουρανός.


ΑΜΟΚ

Βρίσκω τη σάρκα σου στις ράγες
Δίπλα σε χαλασμένες κονσέρβες
Στερεά υπολείμματα της ομορφιάς
Πεταμένα από κάποιο βαγόνι
Μάτια τρομαγμένα ηφαίστεια
Σκεπάζουν την άνοιξη με λάβα
Χέρια πουλιά αποδημητικά
Αγγίζουν τον ουρανό τα βράδια
Αμέτρητα χιλιόμετρα η ερημιά
Ουραγός σε προσφυγικό καραβάνι
Τείχη υψώνονται απροσπέλαστα
Δυο βήματα απ’ τον παράδεισο
Και πίσω απ’ τα οδοφράγματα
Η αθωότητα στην κρεατομηχανή.

Βρίσκω το αίμα σου στις ράγες
Ευρώπη του ρατσιστικού αμόκ.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ
Από τη συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδ. Ένεκεν, 2017

ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ

Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.


ΤΥΦΩΝΕΣ

Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά

Οι τυφώνες στην εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.


ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Από τη συλλογή Σκοτεινή συγκατοίκηση, εκδ. Γαβριηλίδης (2014)

Αετοί μαζεύουν τα φτερά τους
Βυθίστηκαν στην υγρασία

Απότομα
Νερό θαλασσινό
Με θόρυβο απλώθηκε
Σαν μοιρολόι

Με το θάνατο
Να είναι της κάθε στιγμής
Ενδεχόμενο
Ρόδι βαρύ
Κύλησε και σκορπίστηκε
Στα ελλείμματα του χρόνου

./..

Μη σπάσει η βροχή
Και ομολογήσει
Μυστήρια ευανάγνωστα
Τα σφράγισαν τα μυστικά μας

Η αγάπη
Κύλησε σαν το νερό
Ακούμπησε τη θάλασσα
Στο πίσω μέρος του ουρανού
Καθρέφτης γυρισμένος
Προς τα μέσα

Εκεί περνούν τα τρένα
Παιδιά με κλάματα
Μην κοιμηθείς

Όπου και να πας
Θα βρεις ανθρώπους
Πάντα να μετακινούνται

Τυλιγμένα στον ύπνο
Μυριάδες χέρια
Υπνοβατούν
Με κύκλους του θανάτου

./..

Μια αγέλη πεινασμένων ανθρώπων
Μεταμορφώθηκε
Και εγκαταστάθηκε στην πόλη
Έκαψα στα γρήγορα
Όλες τις μέρες μου
Τις χάρισα
Σε ένα θίασο περιπλανώμενο
Μέσα ο μινώταυρος
Με πολλά ξερά στόματα
Και μια θλίψη άηχη
Έπλυνα τα λόγια του
Στο ψέμα

Να τρως τα φρούτα με τη φλούδα
Μου έλεγε κάποτε η μητέρα

./..

Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
Όταν άλλοι πεθαίνουν
Τα χαμένα λόγια
Κατεβαίνουν στη θάλασσα

Να προλάβουμε λέει
Πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες
Την αυλή των ψιθύρων
Η φωνή της μέρας αντηχεί
Μια κουκκίδα στο χάρτη

Έχει αρχίσει να νυχτώνει
Ανοίγω την πόρτα
Νεκρά είδωλα
Πέφτουν μπροστά μου
Άλλος τώρα ο προσανατολισμός
Ολόκληρη η γεωγραφία
Η δική μας αλλάζει
Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος


ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Από τη συλλογή Φοράει τα μάτια του νερού, εκδ. Γαβριηλίδης (2017)

ΦΩΝΕΣ

Ραγδαίο σκοτάδι
Στα ερείπια του πολέμου
Σκουριάζει το φεγγάρι

Με τα πλοία των τρελών
Τα ναυάγια συνεχίζονται

Τα δάκρυα διασταυρώνουν
Λαθραία όνειρα
Όταν αγρυπνά η θύελλα
Κάτι σπασμένες βάρκες
Σε βαθιά μεθυσμένα κύματα

Το χρονικό του ναυαγίου
Περιφέρεται μέσα στο σπίτι μας
Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;


Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Άκου σκάβουν το νερό
Αλλόκοτα
Με παφλασμό η Μέδουσα
Τους σαβανώνει
Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει
Με δουλεμπόρους
Θα έχει χαλάσει
Η αντανάκλαση του φεγγαριού
Δεμένη με μαύρο σκοινί
Στην ακτή

Ένα παιδάκι
Ικετεύει τα κύματα
Να ζήσει
Όταν αγγίζει το βυθό
Γίνεται κόκκινος
Μυρίζει φόβο
Αμετάκλητο κακό
Άλλαξε η γεύση του νερού
Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;


ΔΡΕΠΑΝΗΦΟΡΟ ΑΡΜΑ

Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη
Σαν μάνα Τρωαδίτισσα
Μες στην καταστροφή
Να ψάχνει τα παιδιά της
Στασιάζουν οι νεκροί
Και στάζουν αίμα
Σαν πυρακτωμένη μήτρα
Της Αίτνας
Και το σβησμένο άστρο της Συρίας


ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΘΟΡΑΣ

Συνομωτούν
Φέρνουν το φάντασμα της ελπίδας
Βάζουν τους ανθρώπους
Να ψάχνουν
Όπως ο τυφλός με τα χέρια

Επαναπροώθηση ονείρων
Γλιστρά μες στο Βαλκανικό διάδρομο
Και φέρνει δυστυχία

Αν περάσουν στην άλλη πλευρά
Λένε θα σωθούν
Άνθρωποι που χρειάζονται προστασία


Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ

Περίτεχνα ο τυφώνας
Φοράει τα μάτια του νερού

Δίχως επίθετο
Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
Γωνία ακτής και θάλασσας


Η ΓΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Βοηθήστε μας
Να ξαναγίνουμε πρόσωπα

Με ένα χάδι από βαθιά
Η γάτα των προσφύγων
Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους
Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει
Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο
Σε αυτούς που δεν είναι τίποτε
Μα και κανένας

Στο βηματισμό της τρυφερότητας
Αντιφεγγίζει τα όνειρα
Σαν βροχή καθαρίζει το τοπίο
Φέρνει αποθέματα αγάπης

Τότε τα νούμερα γίνονται άνθρωποι

Η γυναίκα και η γάτα
Θα φύγουν μαζί με ένα άγγιγμα
Μέχρι τα πέρατα της οικουμένης
Τόσο μακριά
Τόσο δεμένες

Η γυναίκα που έφερε τη γάτα της
Αγκαλιά από τη Συρία


ΦΙΛΕΑΣ ΤΕΤΡΑΖΗΣ
Από τη συλλογή Δεν είναι όμως έτσι, εκδ. POLARIS (2017)

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ 2016 μ.Χ.

Στους ηγέτες της Βίζεγκραντ
Κανένα μήνυμα δεν ήρθε ούτε σήμερα
και φοβάμαι μηδενίστηκαν
οι πιθανότητες να φύγουμε από δώ.

Οι δρόμοι της φαντασίας μόνο απόμειναν ανοιχτοί
να ταξιδέψουμε μακριά χωρίς επίσημες σφραγίδες
μα λαθραία περπατώντας στα βουνά
βόρεια πάντα εμείς,
τα χελιδόνια πάντα νότια,
διασχίζοντας ποτάμια αδιαφορίας
κυνηγημένοι σαν όντα προϊστορικά.

Ξέρουμε τα συρματοπλέγματα πνίξανε την ελπίδα
κι όλο μας περισφίγγουν το λαιμό.
Πώς έγινε να μην έχουμε πατρίδα, χωριό, σπίτι
μιαν αυλή να παίζουν τα παιδιά μας αμέριμνα κρυφτό.
Οι δρόμοι της φαντασίας απόμειναν μονάχα
είμαστε βέβαια ζωντανοί αλλά αόρατοι
στα μαύρα σας γυαλιά
που μας κοιτούν μα δεν μας βλέπουν…


ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Από τη συλλογή Βιογραφικό σημείωμα, εκδ. Θράκα 2018

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ

Εκεί που
δεν υπήρξαμε
υπάρχει κάποια ελπίδα
ίσως ο χώρος
για όλα όσα πρέπει να ειπωθούν
που είναι τόσο μικρά σαν και μένα
και τόσο μεγάλα σαν και σένα
και τανάπαλιν

δεν ξέρω τι να κάνω
μ’ αυτό το δάκρυ
το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς
δε λιγοστεύει –σκυλί σκέτο

τρέμω φοβάμαι
γίνομαι ένα τόξο

οι τόποι που αγάπησα είναι μακριά
κάθομαι εδώ περιμένοντας
όσα δεν έρχονται
ενώ
οι απώλειες γίνονται
-ξανά-
ποτάμι
(τα μαγικά χαλιά
που φτιάχναμε στον τόπο μας
παππού
στάχτες έγιναν
μάθαμε να χάνουμε
και δυστυχώς
αυτός ο κατήφορος
δε σταματά πουθενά
κι όλα τα ονόματα
που άφησες
ποιος μπορεί
να τ’ αναστήσει ξανά;)


TΗΕSIS 27/1

όλα σχετίζονται μ’ αυτό:
από ποια μεριά
σου φανερώθηκε
ο κόσμος

σμήνη ψυχών
με περιβάλλουν
επικαλούμαι την προστασία τους
ο παλιός ο άδικος πόνος τους
ζητά
αγάπη και μνήμη

ο παράλογος ο τρομερός
ο αδυσώπητος
χωρίς γυρισμό
κι ανώφελος
δρόμος
προς το χάος
απλώνεται μπροστά
απαράλλακτος

Ιούνιος 2019
στίγμαΛόγου


Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

"Μπαρόκ" της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Ο χειμώνας χρειάζεται συμπαράσταση
– όλοι το ξέρουν


Συμπαράσταση, τις περισσότερες φορές, χρειάζεται μάλλον ο άνθρωπος – ιδίως όταν επιδίδεται σε έναν απολογισμό της ζωής του. Η Μιχαλοπούλου όμως το κάνει χωρίς αναστοχαστική διάθεση και χωρίς την πανσπερμία των συναισθημάτων που συνήθως συνοδεύουν τις αναμνήσεις. Για να είμαι ειλικρινής, το Μπαρόκ δεν αφορά καν αναμνήσεις. Είναι μια αντίστροφη αφήγηση, σαν αντίστροφη μέτρηση, από το 50 στο σημείο μηδέν. Μέσα από αυτήν, η συγγραφέας αναλύει όψεις του εαυτού της(;), των διαφόρων προσώπων που την ακολουθούν στη δράση, αλλά και των διαφορετικών τόπων στους οποίους διαδραματίζεται καθένα από τα 50 επιμέρους στιγμιότυπα που παρουσιάζει. Είναι σχεδόν σαν να κοιτάζει φωτογραφίες βαλμένες σε αντίστροφη χρονολογική σειρά· μόνο που οι επιμέρους ιστορίες υπερασπίζονται σθεναρά το δικαίωμά τους στην αυθυπαρξία – και το κερδίζουν.

Θα περίμενε ίσως κάποιος πως μια αντίστροφη πορεία από το σύγχρονο (και εν πολλοίς άγνωστο) προς το παλιό (και μάλλον γνωστό) θα ήταν ευκολότερη, όμως όχι: κατά έναν περίεργο τρόπο, οι ερωτήσεις, αντί να απαντώνται, μεγεθύνονται και οι πληγές βαθαίνουν όσο πιο πίσω μας μεταφέρει η αφήγηση· ίσως επειδή στο μεταξύ αποκτούμε δυσβάσταχτη επίγνωση. Είναι σαν να ακολουθούμε ένα ποτάμι ανάποδα, περπατώντας μέσα στην κοίτη του: η ορμή του μεγαλώνει, αντί να μικραίνει, καθώς πηγαίνουμε προς τις πηγές. Όμως ο περιηγητής, όπως και ο αναγνώστης, συνεχίζει να περπατά.

Ο αναγνώστης το κάνει επειδή ενδεχομένως τον δελεάζουν και τα διαφορετικά λογοτεχνικά είδη που χρησιμοποιεί η Μιχαλοπούλου για να εξυφάνει την αφήγησή της και που στρώνουν τον δρόμο του, αντί για βότσαλα, με ζαχαρωτά: πότε πεζός λόγος (π.χ. «Tempesta»), πότε ποίημα («Αϊνστάιν»), πότε επιστολή («Libération»), πότε ημερολόγιο («Ζώα»), πότε θεατρικός λόγος («Χρυσόψαρα») – η έκπληξη ανέκαθεν λειτουργούσε θετικά. Όσο για τα πρόσωπα της απεύθυνσης, ούτε αυτά μένουν σταθερά: πρώτο, δεύτερο, τρίτο, όλα επιστρατεύονται, δημιουργώντας κάθε φορά διαφορετικό αποτέλεσμα. Αυτή η εναλλαγή τεχνικών επιτρέπει στη φωνή που μιλά στο βιβλίο να διαθλάται μέσα σε κάθε στιγμιότυπο, αποκτώντας έτσι διαφορετικό βάθος, διαφορετική ταχύτητα και διαφορετικό ρυθμό, γεγονός απόλυτα συνεπές με τον τίτλο του βιβλίου: σύμφωνα με το ΛΚΝ, το μπαρόκ είναι «τεχνοτροπία η οποία χαρακτηρίζεται από ελευθερία της έκφρασης και αφθονία των διακοσμητικών στοιχείων». Είναι βέβαιο ότι και το Μπαρόκ της Μιχαλοπούλου διαθέτει τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, όπως και τα χαρακτηριστικά του παθιασμένου ορισμού που δίνεται στο ίδιο το βιβλίο. Οι φωτογραφίες, έπειτα, που προτάσσονται σε καθένα από τα 50 κεφάλαια λειτουργούν σαν τα πλήκτρα που παίζει το αριστερό χέρι στο πιάνο, την ίδια ώρα που το δεξί γράφει την αφήγηση.

Πενήντα λοιπόν στιγμιότυπα, 50 διαφορετικοί καθρέφτες (πότε κανονικοί, πότε παραμορφωτικοί) που κατακερματίζουν την αφήγηση της Μιχαλοπούλου σε ισάριθμα είδωλα. Πρόκειται για πείραμα; Ίσως. Επειδή όμως όλα εκ του αποτελέσματος κρίνονται, η ερώτηση ελάχιστα απασχολεί. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί γραμμικά, από την αρχή προς το τέλος ή από το τέλος προς την αρχή, μπορεί όμως και να διαβαστεί ανεξάρτητα, από οποιαδήποτε τυχαίο κεφάλαιο προς οποιοδήποτε άλλο. Ούτως ή άλλως, η ροή έχει όχι μόνο υπονομευθεί, αλλά και υποκατασταθεί με εκείνο το παράξενο κράμα τρυφερότητας και μελαγχολίας που διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο. Αυτό το κράμα είναι η γέφυρα που επιτρέπει στον αναγνώστη να έρθει σε ψυχική επαφή με τα τεκταινόμενα, παρά την αντισυμβατική ρήξη του χρονικού και όποιου άλλου συνεχούς που διαρκώς τον δυσκολεύει, αλλά και η τελική, ζεστή εντύπωση που του μένει μετά το τέλος της ανάγνωσης.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο Literature.gr με τίτλο "Η ρήξη του συνεχούς".

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Λειόδερμα δελφίνια - Τραγούδια των ιθαγενών της Αυστραλίας


Αυτά τα ποιήματα είναι "…από τα πιο παλιά που μπορεί να βρει κανείς σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα", σημειώνει ο Λευτέρης Σκαρτσής στο βιβλίο του Αυστραλέζικα τραγούδια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989). Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, που έχει μελετήσει  παραδοσιακή ποίηση απ’ όλες τις γωνιές της γης, παρατηρεί ότι οι ιθαγενείς παίρνουν ως  αφορμή τους θέματα καθημερινά και απλά αντικείμενα που προέρχονται από ένα περιβάλλον εντελώς ιδιαίτερο, όπου κυριαρχεί η ζέστη των τροπικών,  η αίσθηση του ωκεανού που κατακλύζει τη φύση και μια μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί  να περιγραφεί ως "ονειροκαιρός".  Ακολουθούν μερικά δείγματα και πρώτα ένα που μιλά για τ’  αστέρια, τα οποία φαίνονται να έχουν έμβια υπόσταση:

Αστέρια του ανατολικού ανέμου,

εκεί που η κασουερίνα έχει σπάσει απ’ τον άνεμο,
έρχονται απ το Ντιλγιακούρκμπα,
κωπηλατούν κατά πάνω στον ουρανό,
αστέρια του κλαν Γουαρίντιλγιάκβα…
Αστέρια που λάμπουν δυνατά
προχωράνε γρήγορα κατά πάνω στον ουρανό…
εκεί είναι τώρα εκεί πέρα
τ’ αστέρια ήρθαν να ξεκουραστούν

Τα αστέρια έχουν κάνει τον άνεμο και λάμπει
εκεί πέρα ο άνεμος έχει σταματήσει
να τα έρχονται πιο κοντά
εκεί πέρα ήρθαν να ξεκουραστούν.


Τα ποιήματα των πρωτόγονων κατοίκων της Αυστραλίας έχουν φρεσκάδα κι αφήνουν μια εντύπωση παρθενική, σαν να αντικρίζουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους. "Βρισκόμαστε εδώ σ’ έναν κόσμο φρέσκο και οικείο, δικό μας, μ' όλο που τον έχουμε σαν ξεχασμένο", συνεχίζει ο Λευτέρης Σκαρτσής. Ένα απ’ αυτά  μιλά για τη νύχτα:

Η νύχτα ζυγώνει…
απλώνεται παντού…
Μας σβήνει καθώς έρχεται…
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα…
Το Ανγκιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.
  
Όπως σημειώνει ο μεταφραστής κι επιμελητής  του βιβλίου, "η ποίηση αυτού του είδους ίσως πρέπει να γίνει  πρωταρχική πηγή γλωσσικής σπουδής και ποιητικής αγωγής, αφού τόσο φυσιολογικά νιώθουμε την φρεσκάδα της να είναι η αφετηρία της φυσικής μας ζωής". Ο αφηγητής με  την περιέργεια μικρού παιδιού αφουγκράζεται την παλίρροια:

Κύματα που έρχεστε ψηλά, κόντρα στους βράχους
σπάζοντας, σι, σι !
Όταν ψηλά είναι το φεγγάρι με το φως του πάνω στα
νερά·
παλίρροια ανοιξιάτικη, παλίρροια που κυλάς μες τα
χορτάρια
σπάζοντας, σι, σι,
μες στ’ άγρια νερά της λούζονται τα νέα κορίτσια.
Άκου το θόρυβο που κάνουν καθώς παίζουν!

Άλλοτε  παρατηρεί τις αχιβάδες :

Πού πήγε το κοντάρι μου; Εκεί που οι αχιβάδες σπρώχνουν
την παλίρροια.

Άλλοτε μια ομάδα  από σαλάχια που βγαίνουν στην ακτή :

Κοίτα τα που περνάνε το ένα τα’  άλλο στο Αριντιγκμάντζα.
Έλαμπε δυνατά η άμμος;
Η παλίρροια φούσκωσε ως πέρα βαθιά και μαύρη…
Σαλάχια στο κανάλι μια γραμμή.
Κάνουν δρόμο και προχωράνε.
Μια γραμμή πάνω απ' τον ύφαλο.
Τώρα γλιστράνε δίπλα δίπλα .
Γύρισαν προς τα πίσω έρποντας στην αμμουδιά:
Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο και γυρίζουν πίσω.

Κι άλλοτε τα δελφίνια που σκίζουν τα νερά :

1. Δελφίνια των νησιών κυνηγάνε το ένα το άλλο.
Απ’ όλα τα νησιά, νγκεγεγίμγκε
Απ' τους βράχους που οι άνθρωποι χτυπάνε τα στρείδια,
απ' τους υγρούς βράχους.
Τους μουσκεμένους απ το ράντισμα του ανατολικού ανέμου…
Απ’ τη λαμπερή ξηρά τη ανατολής.

2. Λειόδερμο δελφίνι προχωράει έξω στην ανοιχτή θάλασσα …
Ένα ζευγάρι δελφίνια σκουντάνε το ένα το άλλο.
Κόβουν το ένα το άλλο το δρόμο απ' το Αλακβουράντζα…
Το ένα κόβει το άλλο λοξά στη μέση καθώς προχωράνε,
εγιέγια.
Έκοψαν το ένα το άλλο καθώς όλο προχωρούσαν…

Η απέραντη θάλασσα που αντίκριζαν κάθε μέρα οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έφερνε κάθε φορά στην στεριά κάτι καινούριο:

Από πού είναι αυτές ο καρύδες; Από πού;
Απ’ το Άρνμπαρρνγκίνα, απ' το Αρμπαρργκίνα.
Χοροπηδώντας πάνω στα κύματα, πλέοντας πάνω στη
θάλασσα,
σκορπισμένες ολόγυρα,
παρασυρόμενες. Πάω στο Μουρούνγκβα που ο άνεμος
φυσάει φρέσκος
και κοντά το Γινμπίγια.
Καρύδες σκόρπιες ολόγυρα. Στη απανεμιά έχουν
σταματήσει.
Πίσω πάλι στη θάλασσα, μετά ξεπλυμένες ως  την ακτή.
Πάω στο Μουρούνγκβα και στο Αλιλιγιάνγκα.
Σ’ αυτή την πλευρά οι καρύδες ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τέτοιοι  στίχοι προερχόμενοι  από τόπους, όπου το καλοκαίρι  δεν τελειώνει ποτέ, μεταφέρουν στον αναγνώστη  μια διάθεση εντελώς αναζωογονητική. Αυτό είναι το τοπίο που έβλεπαν εκείνοι οι άνθρωποι:

1.Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με παράλληλα χωρίσματα·
Οι κοιλάδες του βουνού προχωρούν με παράλληλες χαρακιές.
Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με κοφτούς γκρεμούς.
Κατά τους πρόποδες κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά ·
Στα κάτω βάθη κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά.
Πυκνές συστάδες  βουνίσια χορτάρια κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά…


2. Μια μάζα κόκκινα χαλίκια σκεπάζει τις πεδιάδες,
Μικρά άσπρα αμμορύακα σκεπάζουν τις πεδιάδες.

Γραμμές κόκκινα χαλίκια ραβδώνουν τι πεδιάδες ,
Γραμμές άσπροι αμμόλοφοι ραβδώνουν τις πεδιάδες.

Ένα σπηλιομονοπάτι είναι ανοιχτό μπροστά μου,
οδηγώντας ίσα προς τη δύση…

Αυτή είναι η εικόνα των γερακιών του βουνού:

Τα βουνίσια γεράκια κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά,
Από το θόλο  τ’ ουρανού κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά.
Βουτάνε κάτω, όλο πιο κάτω ·
με τραχιές κραυγές κάθονται στο χώμα.

Κι  αυτή είναι η εικόνα ενός πανέμορφου θαλασσαετού:   

Πέταξε προς τα κάτω για ψάρια.
Λικνιστά γλίστρησε.
Παίζοντας, γυρνώντας το στήθος,
ξυρίζοντας τη θάλασσα.
Έρχεται απ’ τα ύψη
πολύ ψηλά.
Κει πέρα στον ύφαλο
αγγίζοντας με το στήθος τη θάλασσα.
Βουτώντας με το στήθος κατά κάτω…
Άσπρα  πούπουλα πλέουν σαν καπνός.
Άλλο ένα φευγάτο πούπουλο πέφτει
Χνουδωτά πούπουλα πέφτουν
Στημένο στήθος,
κει πέρα στον ύφαλο,
κοφτά γλίστρησε πέρα.


Απόστολος Σπυράκης

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

Απηχήσεις των Βύρωνα και Σέλλεϋ στο έργο του Διονύσιου Σολωμού

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Μέσα στο Επτανησιακό χωνευτήρι των ιδεών και των επιδράσεων, των ρευμάτων και των ποικιλότροπων πτυχών, ο Διονύσιος Σολωμός περιενδύθηκε τους μανδύες της εποχής του, δεχόμενος πολλαπλές επιδράσεις: την κλασική παιδεία, την Αγία Γραφή, τον νεότερο Ελληνισμό – από την Κρητική Σχολή με κέντρο τον Ερωτόκριτο έως τους προεπαναστατικούς Χριστόπουλο, Βηλαρά και Φεραίο κι ως τους προσολωμικούς της γενέτειράς του, με επικεφαλής τον Μαρτέλαο – τη δημοτική ποίηση, αλλά και την ιταλική σκέψη σε όλες της τις περιόδους, από τον Δάντη έως τον Μαντζόνι, την αγγλική ρομαντική ποίηση και τη γερμανική φιλοσοφία του ιδεαλισμού. Χρησιμοποιώντας καθεμία από τις επιρροές αυτές σαν σκαλοπάτι, ο Σολωμός θα καταφέρει εντέλει να τις μετουσιώσει σε κάτι αμιγώς ελληνικό, να ανυψώσει την ποίησή του στα υψηλότερα επίπεδα τέχνης, συνεπαίρνοντας στην άνοδό του και το φτωχό τότε και αρκετά άμορφο όχημα της δημοτικής, παραμένοντας ωστόσο σταθερά προσηλωμένος στις μούσες της εποχής του.

Ο αγγλικός ρομαντισμός, με τα στοιχεία του παράφορου, της υπερβολής και του μυστικισμού, βρίσκει πρόσφορο έδαφος στο πνεύμα του Σολωμού, που αγωνίζεται να εκφράσει το πανελλαδικό αίσθημα αναστάτωσης και αγωνίας για το μέλλον, καθώς και τις προσωπικές του αντιφάσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια εποχή που ο Χέγκελ εισάγει την ιδέα του διαιρεμένου εαυτού, περιγράφοντας μια κατάσταση όπου τα άτομα έχουν επίγνωση ενός ρήγματος μέσα τους, το οποίο δεν μπορούν να διορθώσουν και το οποίο τα χωρίζει από τη φύση.

Ο ίδιος ο ρομαντισμός περηφανεύεται για τις αντιφάσεις του: αγκαλιάζει από τη μία πλευρά την ελεύθερη σκέψη και από την άλλη τον θρησκευτικό μυστικισμό. Κυρίως όμως κυνηγά τα άκρα, αναζητώντας τα σύνορα της αίσθησης και του συναισθήματος, αγαπώντας την πληθωρική ψυχική έκφραση. Ο κόσμος του δεν εκλαμβάνεται στη ρεαλιστική του διάσταση, αλλά κάτω από ένα μαγικό και μυστικιστικό πρίσμα. Ο ρομαντισμός δεν είναι απλά εξιδανίκευση, αλλά πρόσδοση ενός μαγικού βάθους στα αντικείμενα, μέσα στα οποία κατοικούν ψυχές ή η ψυχή του κόσμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εδραιώθηκε μια συναισθηματική σχέση ανάμεσα στον κόσμο και στον άνθρωπο. Συνάμα, όμως, μπήκαν και τα θεμέλια για την αναίρεση αυτής της σχέσης στο όνομα της ελευθερίας της ψυχής.

Η ανθρώπινη ψυχή, στο ρομαντισμό, μέσα από την εμβάθυνση στον εαυτό της, αναδύεται κρατώντας μια ύψιστη κατάρα, ό,τι πιο καταστρεπτικό αλλά και ό,τι πιο αυθεντικό κρύβει μέσα της, αρνούμενη μία ύπαρξη πέρα από τον έσχατο κίνδυνο της αμαρτίας. Πρόκειται στην ουσία για προσεταιρισμό με τον Εκπεπτωκότα Άγγελο, που περιέγραψε νωρίτερα ο Μίλτον, ουσία του οποίου είναι η πτώση και ο μεταφυσικός τρόμος, ο εφιάλτης. Ο εφιάλτης είναι άλλωστε και η μοίρα του ανθρώπου, που επιλέγει (όπως στη Σολωμική Γυναίκα της Ζάκυθος) ή ερήμην του δέχεται (όπως στον Λάμπρο) τη σατανική «ευλογία».

Τα ρομαντικά πρότυπα, για τούτη τη μυθολογία του εφιάλτη, έθεσαν, με μεγάλη επιτυχία, δύο μεγάλοι Άγγλοι ποιητές του αιώνα, ο Βύρωνας και ο Σέλλεϋ, ιδρύοντας την αποκαλούμενη «Σατανική Σχολή», με έντονη την επίδραση σ’ αυτήν του Μιλτονικού προτύπου. Στην ποίησή τους, ο μύθος του Σατανά συναντά την έξαρσή του, αποκτώντας κατά τη διατύπωση του Στέφανου Ροζάνη «το πρόσωπο της ανταρσίας του Κακού ενάντια σε κάθε αυταπάτη Καλού».

Λόρδος Βύρωνας (1788-1824)
Το πρόσωπο αυτό της ανταρσίας δε θα μπορούσε να αποδοθεί πιο καλά απ’ ό,τι στο Βύρωνα. Ο Βυρωνικός ήρωας είναι ένας σκυθρωπός, παθιασμένος και διαμελισμένος από τις τύψεις, αλλά ουδέποτε μεταμελημένος ταξιδιώτης. Στην πιο εξελιγμένη μορφή του (στον Μάνφρεντ) είναι ένα ξένο, μυστηριώδες και ζοφερό πνεύμα, κατά πολύ ανώτερο στα πάθη και τη δύναμη από τους κοινούς θνητούς, τους οποίους ατενίζει περιφρονητικά. Μέσα του ελλοχεύει η βασανιστική επίγνωση μιας τεράστιας, ανώνυμης ενοχής, που τον οδηγεί στην αναπόφευκτη καταστροφή. Είναι απόλυτα αυθύπαρκτος στην απομόνωσή του και άκαμπτος ως προς την επίτευξη των στόχων που έχει θέσει, σύμφωνα με τον δικό του ηθικό κώδικα, ενάντια σε κάθε αντίσταση, ανθρώπινη ή υπερφυσική. Όμως, ο Μάνφρεντ είναι και ισχυρός πόλος έλξης για τους χαρακτήρες γύρω τους, στους οποίους ασκεί ένα δυνατό μείγμα γοητείας και φρίκης, προερχόμενο από την αδιαφορία του για τις ανθρώπινες φροντίδες και αξίες. Στα ελληνικά πράγματα, ο Σολωμός θα αποδώσει τα «χαρίσματα» του Μάνφρεντ στο πρόσωπο του Λάμπρου.

Η ουσία της ρομαντικής αλληγορίας, ο εφιάλτης, διαποτίζει ολόκληρο το έργο του Βύρωνα. Η φρίκη και το όραμα της αλύτρωτης αμαρτίας κάθε ζωντανής ύπαρξης συμβαδίζουν στην ποίησή του με την ηδονή της καταστροφής, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Όπως και στον Κόλεριτζ, έτσι και για τον Βυρωνικό ήρωα, δεν υπάρχει Χάρις. Κάπου-κάπου μάλιστα, η καταστροφή προβάλλει στο έργο του Βύρωνα και ως απόλυτη έννοια (όπως στο Σκοτάδι), την οποία ο ποιητής μισεί και αντιμετωπίζει με φρίκη, αφήνοντάς τη συγχρόνως να εισχωρήσει μέσα του και να του δημιουργήσει τον εφιάλτη, για να τον αποδεχθεί στιγμές μετά σαν την κορυφαία πηγή ηδονής και έκστασης.

Όπως στον Βύρωνα, έτσι και στον Σέλλεϋ, η ανθρώπινη ψυχή καλείται να πραγματώσει μια ακριβή στιγμή ελευθερίας, ενστερνιζόμενη το «Δαιμονικό Ύψιστο», αναγνωρίζοντας τον σπόρο της καταστροφής μέσα της, σαν το μόνο τρόπο αντίδρασης στον γύρω κόσμο και κατ’ επέκταση σαν το μόνο σκίρτημα αυθυπαρξίας. Ο Τσένσι του Σέλλεϋ ενστερνίζεται την καταστροφή ως απελευθέρωση από τα δεσμά ενός κόσμου περιφρονητικά προσηλωμένου σε μια ξεφτισμένη σύλληψη Καλού και Ηθικού. Αισθανόμενος πως προσεταιρίζεται τον Δαίμονα, ο Τσένσι μεταστρέφει τον εφιάλτη της κολασμένης του ψυχής σε προσδοκία αγαπημένη, προσδοκία χαράς. Δεν αγαπά απλά την κόλασή του, την εξαίρει σε μοναδική πηγή ηδονής.

Μ’ αυτά τα πρότυπα κατά νου, ο Σολωμός οδήγησε δέσμες του έργου του, με κορυφαίες εν προκειμένω τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Λάμπρο, στα ίδια μονοπάτια. Ο Σατανάς, που φαίνεται να έχει κυριεύσει τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δεν είναι διόλου άσχετος με τον ιερομόναχο που διηγείται την ιστορία. Στην πραγματικότητα, Γυναίκα και Διάβολος αναδύονται μέσα από την ίδια την ψυχή του ιερομόναχου αι είναι αυτοί το φοβερό μυστικό του. Γυναίκα, όραμα, διάβολος, ιερομόναχος, όλοι αποτελούν στο έργο εκφάνσεις μιας αυτοτελούς ύπαρξης. Ο ιερομόναχος δεν μπορεί να αποδράσει από το όραμά του, συνδέεται δε τόσο στενά μαζί του, που στην ουσία ταυτίζονται. Η Γυναίκα, μέσα από το όραμα, ανάγεται στην ουσία της αποκάλυψής του, ξάφνου γίνεται ο κόσμος του. Κι είναι ο κόσμος αυτός –η Γυναίκα– πυρπολημένος από μια βαθιά ανάγκη να συνταχθεί με τις σατανικές δυνάμεις που υπόσχονται στην ανθρώπινη ύπαρξη τη χαρτογράφησή της, την ανεύρεση του στίγματός της έξω από τον συμβατικό κόσμο, την ελευθερία της από τους αιώνιους φραγμούς του ηθικά ορθού. Πώς; Με την έκλυση του άγχους, της ενοχής, του εφιάλτη, της οδύνης και της άφατης ηδονής του Εκπεπτωκότος Αγγέλου. Είναι ένα όραμα φρικτό, μα και τρυφερά αγαπημένο, ίδιο με το όραμα του Σελλεϋκού Τσένσι.[...]

Πέρσι Σέλλεϋ (1792-1822)
Τρυφερά η όχι, η τροχιά της Γυναίκας είναι ωστόσο προδιαγεγραμμένη και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο φρικτό τέλος. Ο Δαίμονας επισύρει την κατάρα του στη μορφή που τον υπηρέτησε πιστά, χαρίζοντάς της την ύψιστη σκιά του θανάτου, που τις επεφύλασσε από την αρχή. [...]

Ο Λάμπρος είναι μία ακόμη κολασμένη ψυχή. Στην περίπτωσή του, η ύψιστη κατάρα επισύρεται ερήμην του, με την αθέτηση της υπόσχεσης στην ερωμένη του και την εγκατάλειψη των παιδιών του. Το μυαλό του θολώνει, ο τρόμος από την πανταχού παρουσία των παιδιών του ακολουθεί τα βήματά του, το τρομερό φορτίο της ενοχής βαραίνει τον νου του, γίνεται το μαρτύριο της ψυχής του. Εκτρωματικά, γίνεται εραστής της κόρης του, η οποία αυτοκτονεί αβοήθητη από τον αιμομίκτη πατέρα. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που το σκιάζει βαρύς ο θάνατος, ταυτισμένο με την αμαρτωλότητά του, ο Λάμπρος είναι καταδικασμένος να περιφρονήσει το πρότυπο της θείας Αρμονίας. […]

Ο Λάμπρος ανεμίζει τη μιαρή ψυχή του κατά παντός θεϊκού στοιχείου. Χάρη στην έκπτωσή του, καταφέρνει να ατενίσει με ηδονή την ουσία που αναδύθηκε από τις πιο απόκρυφες γωνιές της ψυχής του. Κι έπειτα από την τελεσίδικη παραδοχή του δαίμονά του, μπορεί να αντικρίσει με περιφρόνηση κάθε πρότυπο αρμονίας και ηθικής ισορρόπησης του κόσμου. […]

Ο Λάμπρος ανάγεται στην ύψιστη βαθμίδα του δαιμονικού στοιχείου, επιτελώντας το καταστροφικό όραμα, στιγμές προτού δεχτεί την «ευλογία» που επιφυλάσσει ο Σατανάς για τα πνευματικά του τέκνα: το φρικτό τέλος. […]

Η βαθύτητα και των δύο αυτών σολωμικών έργων, της Γυναίκας της Ζάκυθος και του Λάμπρου, δείχνει με σαφήνεια πως δεν ήταν πρόθεση του Σολωμού να ξεμπερδέψει, όπως έχει ειπωθεί, με το χρέος του προς τις τάσεις της εποχής του και να συνεχίσει. Ο Σολωμός ακούμπησε ειλικρινά την ψυχή του στον ρομαντισμό του Βύρωνα και του Σέλλεϋ, τον αφουγκράστηκε προσεκτικά, τον ένιωσε σε βάθος και έπειτα άπλωσε τα χέρια του και με άφθαστη ευαισθησία τον παρέλαβε και τον εξήρε, τον μετουσίωσε σε αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, πρωτοπορώντας και βάζοντας τα θεμέλια για τις επόμενες γενιές.

Άλλωστε, ποιος από μας, ακόμη και σήμερα, ενάμιση αιώνα μετά, μπορεί να στρέψει αλλού τα μάτια, αν το βλέμμα του αγγίξει έστω και φευγαλέα τον ήρωα που έπλασαν ο Βύρωνας, ο Σέλλεϋ και ο Σολωμός; Ποιος από μας μπορεί να μείνει ασυγκίνητος στη θέα του σκοτεινού και τη γοητεία της αμαρτίας, ποιος μπορεί να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες που του υπόσχονται έναν ξεχωριστό τρόπο ύπαρξης έξω από τα καθιερωμένα; Όλοι μας χτίζουμε καθημερινά τις μικρές μας αποδράσεις και ο Σολωμός, βοηθούμενος από τον αγγλικό λογοτεχνικό ρομαντισμό και την οξεία ψυχολογική του όραση, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ξεγυμνώσει την ανάγκη αυτή που κρύβεται μέσα στον καθένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Εκτενές απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο που είχε δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 42 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1998).

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

"Το συμπόσιο των σκιών" του Γιώργου Πρέκα

Οι καλεσμένοι σε αυτό το Συμπόσιο έρχονται από τις βαθύτερες αβύσσους του νου. Ο Οίκος στον οποίο λαμβάνει χώρα, είναι το μυαλό του αναγνώστη. Για τα πιάτα που σερβίρονται δεν θα πω λέξη - θα δείτε μόνοι σας με τι ακριβώς τρέφονται οι Σκιές και θα νιώσετε ίλιγγο...


Ο Γιώργος Πρέκας, παρά το νεαρό της ηλικίας του, κινείται με άνεση στο χώρο της λογοτεχνίας gothic και μας δίνει εννιά εξαιρετικά διηγήματα του είδους.

Σταθερά μοτίβα του είναι τα μοναχικά νεαρά άτομα, πόλεις μακρινές και έρημες, γειτονιές εγκαταλειμμένες, σπίτια κλειστά και απομονωμένα:
Ένα σπίτι σχετικά παλιό με δύο ορόφους, όπου ζει μια τετραμελής οικογένεια έξω από τα νοητά σύνορα μιας μικρής πόλης, είναι από μόνο του ένα γεγονός που θα έκανε αρκετό κόσμο να αισθάνεται άβολα. Φαντάσου τώρα πυκνά δέντρα να το τυλίγουν απ’ όλες τις πλευρές γύρω γύρω, μια σκούρα πράσινη προσπάθεια της φύσης να εντείνει την αίσθηση της απομόνωσης. Τις νύχτες μόλις που έφταναν μέσα από τις φυλλωσιές κάποια αδέσποτα, ξανθά φώτα από την πόλη που προσπαθούσε πάντοτε να καθυστερήσει την ανατολή του ήλιου.

«Χαμόγελο Βουντού»
Εφιάλτες και παραισθήσεις που ανακατεύονται με την πραγματικότητα:
Κάποιος επιπλέον βάδιζε στους διαδρόμους, αθόρυβος περνούσε έξω από τα δωμάτιά μας, έσπρωχνε απαλά το πόμολα και τα χερούλια και έχωνε μέσα τον λεπτό λαιμό του. Και μας κοίταζε την ώρα που κοιμόμασταν.

«Νανούρισμα»
Το κρεβάτι τον περίμενε εκεί, καθόλου μαλακό, όπως ξέρει να σκληραίνει μόνο ορισμένες νύχτες. Και η νύχτα προβλεπόταν μακρά και σκοτεινότερη απ’ το συνηθισμένο. Καθώς άνοιγε την πόρτα και ύστερα την έκλεινε πίσω του, απογοητευμένος καθώς ήταν, του φάνηκε πως οι τοίχοι του δωματίου πλησίαζαν ο ένας τον άλλον. Ανεπαίσθητα. Πιο πολύ το ένιωθε. Λες και άκουγε τις ρωγμές απ’ το εσωτερικό των τοίχων που άλλαζαν διάταξη, που σπρώχνονταν απλώς για να έρθουν πιο κοντά, σαν πέτρινοι εραστές. Μα μόλις κατάλαβαν ότι ο άνθρωπος είχε μπει στο δωμάτιο, σταμάτησαν.

«Κλουβί για Νυχτοπεταλούδες»
Κλασικές γκόθικ αρρώστιες, όπου το σώμα χλομιάζει και αδυνατίζει:
Η ασθένεια είναι ένα σπάνιο στολίδι που ήρθε να την κοσμήσει, να ομορφύνει τα μάτια της, το πρόσωπό της. Ήρθε για να την κάνει σοφή, να τη μεταμορφώσει. Τελειοποιείται η Μίρκα πίσω από τη σιδερένια πόρτα, οι τοίχοι θα αγκαλιάσουν το κορμί της και θα την κάνουν σταχτιά χρυσαλλίδα, καμωμένη από ηφαιστειογενή πετρώματα.

«Μετά τους Διδύμους»
Tοπία του χειμώνα και της νύχτας μόνο:
Ο χειμώνας είχε φτάσει και η πάχνη που εμφανιζόταν πάνω στα γυμνά κλαδιά, στο πεζούλι της πόρτας και στα περβάζια, το αποδείκνυε. Σύννεφα κάλυπταν τον ουρανό, ενιαία, αδιαχώριστα το ένα από το άλλο, κινούνταν αργά, σχεδόν επίβουλα.

«Μετά τους Διδύμους»
Άτομα άυπνα:
Είχε να κοιμηθεί κανονικά περίπου μία εβδομάδα. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει και είχαν χάσει οποιαδήποτε υποψία λάμψης.

«Κλεψύδρα με αίμα»
Μορφές που θυμίζουν έντονα τις αντίστοιχες του Κάφκα («Το Κάστρο» ειδικά) και παρόντες σχεδόν σε όλα οι γονείς και κυρίως η μητέρα:
Με το πρόσωπό της παραμορφωμένο απ’ τον θυμό και τις κόρες των ματιών της διεσταλμένες, έκατσε άγαρμπα στην καρέκλα δίπλα στον άνδρα της, που έτρωγε ακόμα.
Τον ρώτησε πώς θα άντεχε αυτό το παιδί. Ο άνδρας όμως δεν απάντησε (…) Το αγόρι αγκάλιαζε τον εαυτό του στα σκοτεινά, αθέατο απ’ τους άλλους.


«Dona ei(s) Requiem»
Θα έλεγε κανείς πως ένας είναι ο χαρακτήρας όλων των διηγημάτων που βιώνει κάθε φορά και έναν άλλο εφιάλτη.
Η γραφή του Πρέκα είναι άψογη λογοτεχνικά, ώριμη, πλούσια σε μεταφορές, παρομοιώσεις εικόνες, λέξεις. Τη βρίσκω εξαιρετική, ειδικά για ένα τόσο νέο συγγραφέα, αν και θα μπορούσε να είναι λίγο πιο συγκρατημένος στις περιγραφές τοπίων και ψυχικών καταστάσεων και να αφήσει την υπόθεση να κυλήσει λίγο πιο γρήγορα. Είναι πολύ ωραία η αναλυτική περιγραφή και παρασύρει ευχάριστα τον αναγνώστη, προσωπικά όμως θα ήθελα να δω περισσότερη δράση.

Το τελευταίο διήγημα «Ένα Αστέρι, Πεντάκτινο» διαφέρει από τα προηγούμενα, καθώς υπάρχει περισσότερη κίνηση και εξέλιξη.

Το Σύμπαν, στο οποίο μάς εισάγει ο συγγραφέας, είναι παράλληλο αλλά όχι ξένο προς αυτό που βιώνουμε. Αφαιρώντας το φως και ανοίγοντας άλλες διαστάσεις της καθημερινότητας μάς οδηγεί μέσα από μισοσκότεινες σήραγγες σε τοπία οικεία μεν, αλλά συγχρόνως αλλοιωμένα, σε ανθρώπινους χαρακτήρες που φέρουν πάνω τους κάτι αλλόκοτο και ανησυχητικό και μας διηγείται ιστορίες που θα μπορούσαν και συγχρόνως δεν θα μπορούσαν να συμβούν στον κόσμο μας.

Το Συμπόσιο των Σκιών σίγουρα θα γοητεύσει αυτούς που διαβάζουν λογοτεχνία γκόθικ αλλά και όσους διαβάζουν γενικά λογοτεχνία. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Nightread.

Καίτη Βασιλάκου

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

"Ηλεκτρογραφία" του Ζ.Δ.Αϊναλή

Η ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που αιωρείται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει για μια στιγμή το αποτύπωμα που άφησαν τα πράγματα και τα γεγονότα στο πέρασμά τους στο χρόνο.

Ο χρόνος κάμπτεται, αποκτά χρώμα, σχήμα, μπορείς να τον λυγίσεις όπως τον συνδετήρα, για να παραβιάσεις μυστικά φυλαγμένα σε κλειδωμένα σεντούκια, μπορείς να τον ανακρίνεις για να μάθεις τα μυστικά του. Ο χρόνος έχει σχήμα/ μπορείς να τον πιάσεις/ να τον λυγίσεις/ συνδετήρας/ να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις/ σπίτια ξένα σεντούκια/ ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών/ αδημονούσες τα μυστικά τους/… έχει σχήμα/ πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ/ πρέπει να τον συλλάβεις/ να ξεράσει τα μυστικά του/…

…πώς πότε ποιος/ ο χρόνος είπε/ ειν’ ο καλύτερος γιατρός/ έχει σχήμα/ νυστέρι βυθίζει άπληστα/ σ΄ όλες τις σάρκες/ αίμα και άλλο αίμα και άλλο αίμα...


Ο ποιητής περιγράφει, μέσα από θραύσματα στιγμών, ένα παρόν χαλκευμένο που μέσα του η ύπαρξη εξεγείρεται και ασφυκτιά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο· τη διαχρονικότητα του πολέμου, την ωμή βία, την κρίση των ανθρώπινων αξιών, τα συρματοπλέγματα μεταξύ των ανθρώπων. Μέσα από το προσωπικό του βίωμα, περιγράφει την υπαρξιακή αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στη μοναξιά και το θάνατο, αλλά και ένα άλλο είδος φθοράς που πηγάζει από την πραγματικότητα, ένα είδος απόσυρσης από τα μεγάλα όνειρα. Την αίσθηση μιας αδράνειας που προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που παραλύει την πρωτοβουλία και μουδιάζει τη σκέψη. Ό,τι είναι αληθινό και έχει αξία για τον άνθρωπο μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με κάτι ψεύτικο που δίνει την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας.

Σαν κλείσω τα μάτια/ δαιμονισμένα χοροπηδούν κβάντα/ σαν τ’ ανοίξεις/ το κεφάλι μου σ’ ενυδρείο/ περικεφαλαία σκαφάνδρου/ χρυσόψαρα μ’ απορία/ βόσκουν στις ρίζες του/ ψεύτικα φαγιά που τους πετούν οι αφέντες/ γελούν και δείχνουν/ με τα ψόφια τους δάχτυλα/ γυάλινα κι άδεια/ τα νεκρά μου μάτια/ πισ’ απ’ τα ψάρια/ σκοτάδι.

Ο χρόνος λιμνάζει, η επιθυμία και η λαχτάρα για ό,τι αξίζει και δίνει αξία στον άνθρωπο διαχέεται στην ποίηση του Αϊναλή. Ο πόνος της στέρησης από μια ζωή αληθινή αιωρείται σαν ομίχλη πάνω από τις λέξεις, μάταια προσπαθεί να εξηγηθεί από τους νόμους της φυσικής και της χημείας.

Ο θείος έρωτας, εκείνος που τόσο έχουν υμνήσει οι υπερρεαλιστές, η κινητήριος δύναμη για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει πια, έχει καταντήσει προϊόν συναλλαγής.

Μια γυναικεία μορφή επιπλέει εγκλωβισμένη σε μια γυάλα και μοιάζει να είναι σε κατάσταση προχωρημένης μετάλλαξης, …φύκια φυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια της, λικνιζόμενα στο ρυθμό των ρευμάτων, ένα σκυλόψαρο είναι κρεμασμένο με τα δόντια από τα χείλη της, ολόγυρα ψεύτικα βράχια, φυτά. Από πάνω της αργά βυθίζονται αμέτρητ’ αγκίστρια τορπιλισμένα. Όλοι ζητούν από ένα κομμάτι της…

Ο χρόνος γίνεται ένα ατέρμονο παρόν, μέσα του επιπλέουν θραύσματα αναμνήσεων, ερείπια άλλων εποχών. Η πνευματική κληρονομιά του ανθρώπου ψυχορραγεί μέσα στο μετανεωτερικό τοπίο.

Τα ποιήματα γίνονται ηλεκτρογραφίες της κατάστασης του ανθρώπου στη σημερινή εποχή. Ρίχνουν για μια φασματική στιγμή τον προβολέα τους στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, όπου η αγωνία του ανθρώπου μεγεθύνεται από το σκοτάδι της νύχτας: Ξένα τα πιο δικά μας στο σκοτάδι./ Η πράσινη πολυθρόνα με τ’ άσπρα μπράτσα μεταμορφώνεται σε ηλεκτρική καρέκλα/ ο καλόγερος με τα σπασμένα άκρα δήμιος και τοποθετεί ηλεκτρικά καλώδια στο κρανίο σου/….

Στα κατεστραμμένα τοπία μιας βομβαρδισμένης πόλης, που θυμίζει τόσο σε περιγραφή την Γκουέρνικα του Πικάσο … δεν τολμάς να κοιτάξεις σε τρομάζουν τα κομμένα πόδια που/ εξέχουν άνθη σε μακάβριο ανθοδοχείο/ σταχτοδοχείο η πολιτεία απέραντο κατεσπαρμένο με πτώματα/ βίαια σβησμένα διαμελισμένα κεφάλια αλόγων ταύρων μινωταύρων/ –ο μίτος της Αριάδνης απ’ την αρχή μια απάτη,/ ―ποτέ δεν τον πίστεψες―/ μια κίτρινη άρρωστη βροχή ξεπλένει τώρα το αίμα.

H ποίησή του, αν και γραμμένη σε πρώτο ενικό, είναι πολυφωνική, δεν είναι πάντα ο ποιητής που μιλάει… Συχνά ακούς να παίρνει το λόγο η φωνή ενός αγάλματος, που στην ουσία είναι αλληγορία για τον άνθρωπο που αισθάνεται άδειος και ανήμπορος να επέμβει και να επηρεάσει τις καταστάσεις.

…Πού θα σταματήσει σκέφτομαι ετούτος ο θάνατος/ ετούτος ο τρόμος/ τι άλλο απομένει να κάνεις/ άμα ο νεκρός τίποτα πια δεν κοστίζει/ στις διεθνείς χρηματαγορές/ λένε/ έπεσε στα δέκα λεπτά το κεφάλι/ κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ άχρηστο άπρακτος/…

Στο ποίημα «Εγκαλούμενοι», η πορεία των ανθρώπων στην έρημο λειτουργεί όχι μόνο σαν αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο που βιώνει την καθημερινότητά του σαν μια συνεχή έρημο, αλλά και σαν περιγραφή των δεινών των προσφύγων που φεύγουν από τις εμπόλεμες περιοχές της πατρίδας τους και περιπλανώνται, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θυμίζει συνειρμικά την περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο του Σινά.

Το ποίημα «Επικήδειος» αναφέρεται στην άδικη εκτέλεση, εν ψυχρώ από την αστυνομία των Η.Π.Α. ενός νεαρού άνδρα που απλώς πήγαινε στη δουλειά του και βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα, ήταν ο Jean Charles de Menezes. Ο ποιητής σκιαγραφεί το ψυχολογικό προφίλ του εκτελεστή, που παρουσιάζει σαν τη μοντέρνα εκδοχή του δημίου μιας άλλης εποχής, θέλοντας να δείξει ότι έχει ακόμα τη θέση του στα πλαίσια ενός κράτους που δηλώνει δημοκρατικό και ευνομούμενο. ...Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει/ το μικρό διάστημα/ στο κενό της αστραπής/ ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία/ δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει/ στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει/ το μάτι με πελώριες πρόκες / ο βασανιστής/ χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα/ παίρνοντας τον ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά/ το αίμα το χυμένο/ τι να το κάνω/ βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκεφάλους/…

Στο σύνολό της, η ποίηση του Ζ. Δ. Αίναλή έχει ένα συνεχές déjà vu, μια διαρκή ανάμειξη του παρόντος με την ιστορία. Αυτό διαφαίνεται και από την ποιητική του γλώσσα, η οποία εντάσσει με άνεση και δεξιοτεχνία τα αρχαία ελληνικά στη γλώσσα της καθημερινότητας. Αντανακλά τη διάθεση και την ικανότητα του ποιητή να συνδιαλέγεται με την ιστορία και να αντλεί από εκεί συνειρμούς και εικόνες που αντικατοπτρίζουν και κάποτε ερμηνεύουν το σήμερα. Ο ποιητής ψάχνει στο παρελθόν να βρει απαντήσεις για τα δεινά του παρόντος και κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στη διαχρονική δίψα του ανθρώπου για χρήμα και εξουσία. Στην ποίησή του οι χρόνοι συγχέονται για να αναμοχλεύσουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από τα καθημερινά συμβάντα. Άλλοτε πάλι, αποδομεί τους μύθους. Όπως στο ποίημα «Εν Βηθλεέμ»… Εδώ οι τρεις μάγοι μετατρέπονται στους εκπροσώπους των ιερατείων που προέβλεψαν τη δυναμική της νέας θρησκείας και μετέτρεψαν το δίδαγμα της αγάπης σε σύμβολο για την επιβολή της κυριαρχίας τους ανά τον κόσμο.

Η εξαγορά στάθηκε άμεσως/ τα χρυσία πάντως όσο να’ ναι στραφτάλιζαν/ κάπως παράταιρα πεταμένα έτσι/ στην κοπριά…
«Κούσκο, Περού, 1572 μ.Χ. ή Η Μελαγχολία της Αντίστασης», είναι ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο ποιητής για να τιμήσει το θάνατο ενός φίλου, θεωρώντας τον σημάδι τέλους μιας εποχής. Η ημερομηνία σηματοδοτεί το τέλος του πολιτισμού των Ίνκας, από τους Ισπανούς κατακτητές, όταν τους απαγόρευσαν το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους θρησκεία και γκρέμισαν τους ναούς τους, κτίζοντας στη θέση τους εκκλησίες.

Ο ποιητής αμφισβητεί τους νόμους της συμβατικής φυσικής, όπως διδάσκεται στις μαθητικές αίθουσες και παλεύει να βρει τη δύναμη αντιστάσεως μιας λυχνίας καμένης. …σπρώχνω το φως/ από πόλο σε πόλο/ μετρώντας τις μικρές κίτρινες δυνατότητες/ άπειρες/ κι όχι κατά πως παπαγάλιζαν καθηγητές ελέφαντες/ σ’αίθουσες μαθητικές διδασκαλίας ειδεχθείς/…

Στην ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή το παρελθόν επηρεάζεται από το παρόν που αλλάζει τις ιστορίες των μύθων. Οι ήρωες τους έρχονται στις ακτές του παρόντος για να πεθάνουν. Όπως ο Οδυσσέας που τον βρίσκουμε μετά από μάταιους αγώνες και την προδοσία των συντρόφων του φυλακισμένο σε κάποια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων/… να κοιτάζει τα αυτοκίνητα/ κόκκινα κίτρινα φώτα περαστικά/ απ΄το παράθυρο/ κρύπτη/ σκοτεινή εσοχή/ πεθαμένα πορτρέτα στη σειρά/ πανάρχαια περικλεών τεκόντων βλοσυρά/… έξω/ ο δρόμος/ κειτόταν ακίνητος/ σκοτωμένος/.

Ο μονόλογος του Τηλέμαχου στο αντίστοιχο ποίημα, δείχνει ότι απέτυχε στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους για να βοηθήσει τον Οδυσσέα να επανέλθει στην εξουσία. …Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο/ λαθροκυνηγοί/ ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες/ γι’ αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι με τη γλώσσα να βάφω/ τη σελίδα κατάστικτη/ σταγόνες το αίμα μου…

Ο μονόλογος της Πηνελόπης φανερώνει ότι ο Οδυσσέας ποτέ δεν επέστρεψε στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα/ έτσι βρεμένος/ τα μετράς στον καθρέφτη/ υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας/…

Ο ποιητής ταυτίζεται με τον Τηλέμαχο του αρχαίου μύθου, εκείνον που ταξίδεψε προς αναζήτηση συμμάχων για να επαναφέρει τη συμβολική τάξη και τη δικαιοσύνη στην Ιθάκη και να δώσει τέλος στη νύχτα των μνηστήρων.

Ο ποιητής αποδεικνύει όντως ότι ο χρόνος είναι νυστέρι, που βυθίζεται άπληστα σε όλες τις σάρκες προκαλώντας αίμα και άλλο αίμα..., όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο ποίημα του, «Ο χρόνος». Ωστόσο ο χρόνος δεν παύει να είναι και ο καλύτερος γιατρός γιατί καθαρίζει την πληγή ώστε να μπορέσει να επουλωθεί, έστω κι αν αφήσει σημάδια.Το ίδιο κάνει και η γραφή του ποιητή, η οποία βυθίζει βαθιά το νυστέρι της και ανατέμνει το χρόνο, για να βρει τις αιτίες της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η γραφή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντείνει στην επαναμάγευση του κόσμου, στην επιθυμία για αναζήτηση της αληθινής ζωής και αυθεντικών συναισθημάτων, στην αναζωπύρωση της ελπίδας για δικαιοσύνη στο κόσμο, γιατί όπως γράφει ο ποιητής στο ποίημα του «Εγκαλούμενοι», νιώθουμε …πρώτη φορά να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάστακτα η ευθύνη…
Κατερίνα Τσιτσεκλή 


In terra Pontica

Κι όμως δεν πέθανα
εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο μικρής σχισμής
στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου
από κει στέλνω στη Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα
τους Καίσαρες κωλογλείφοντας
τις νύχτες κρυφά
διασχίζοντας χίλιους κινδύνους
η μάνα μου
μουσκεμένη σύγκορμη στον Αχέροντα
μου’ φερνε
ένα χέρι χαρακωμένο απ΄τα συρματοπλέγματα
τα τσιγάρα πακέτα
μολονότι δεν κάπνισα ποτές μου
εγώ
τι να κάνω
τα’παιρνα από συμπόνια
για όλη αυτή την άχρηστη αυτοθυσία
το πρωί τα μοίραζα στους πελεκάνους
σε κείνα τα μεγάλα σα σπηλιές στόματά τους
απόθεσα όλα μου τα υπάρχοντα
τα μεταφέρουν μυστικά
πετώντας άσκοπα
πάνω από ανύπαρκτες θάλασσες
και ήλιους καμένους
όσο για τον υπόλοιπο χρόνο
αποκλεισμένος στο νησί μου
προσμένοντας τη θριαμβευτική τους επάνοδο
σκοτώνω την ώρα μου
εκτοξεύοντας
με συνετήν διαχείρισιν κι οικονομία
κόκκους άμμου
στο περιβάλλον
συρματόπλεγμα
για δυνητικές ελέγχοντας
μελλοντικά
ηλεκτροπληξίες.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

"Λοξές ματιές" του Δημήτρη Τρωαδίτη

Άλλος ένας φίλος από τα παλιά, με μια σκιά να πέφτει πάνω στη φιλία μας πέρυσι, μια σκιά που ευτυχώς δεν κράτησε για πολύ!

Τον Δημήτρη Τρωαδίτη, από τον οποίο έχω πάρει και συνέντευξη, απασχολεί πολύ η κοινωνική συνιστώσα. Βαθιά πολιτικό ον, δεν θα μπορούσε να μην εκφράσει τις πεποιθήσεις του και στην ποίησή του. Ωστόσο δεν είναι μονοσήμαντος, είναι σκεπτόμενος άνθρωπος. Βλέπει την πορεία των πραγμάτων, αφουγκράζεται την εποχή και, το σημαντικότερο, δεν λησμονεί ποτέ τον άνθρωπο, τη μονάδα.

Έτσι σε αυτήν, την πιο πρόσφατη συλλογή του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στοχαστής, τον βλέπουμε να προβληματίζεται για την καταγωγή και την προέλευση που έχουν μετατραπεί σε δυσερμήνευτο βάρος για τον σύγχρονο Έλληνα ("Οι πρόγονοί μου/ αποκρυπτογραφημένα ονόματα/ άγνωστα και οδυνηρά"), ενώ την ίδια στιγμή προβληματίζεται για την έκβαση της αντιστασιακής πράξης ("η αντίσταση πρόδωσε/ τον εαυτό της"), αλλά και μένει έκθαμβος μπροστά στο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης ("τόσες ηδονές/ εκρήγνυνται μέσα σου/ αναρίθμητες").

Οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις του είναι εντυπωσιακές (ψηφίδες παρατεταμένου ψεύδους ή το αδύνατο παίξιμο/ ενός ξεκούρντιστου πιάνου) και τον βοηθούν να διατυπώσει με ακρίβεια ό,τι έχει διαπιστώσει, γιατί η ποίησή του είναι ακριβώς αυτό: μια διαπίστωση. Ο Τρωαδίτης διαπιστώνει τα κοινωνικά φανόμενα ως ένα τμήμα της ζωής ή ίσως τη ζωή ολόκληρη ως ένα ψηφιδωτό κοινωνικών φαινομένων:

ΟΛΟΙ ΑΠΟΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ (απόσπασμα)

Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα
απ' τα μελλούμενα
τότε που η θεά οπτασία
θα έρχεται θριαμβεύουσα
και τα κεφάλια μας θα σέρνονται
στα βρόμικα πεζοδρόμια
που οι γυναίκες θα ντύνονται στα μαύρα
που οι ώρες θα πέφτουν με έπαρση
στα πλακόστρωτα τα πεπαλαιωμένα
που σονέτα θα κοιτάζουν
να γλιτώσουν ασύνδετα
εν μέσω διασταυρούμενων πυρών
που δευτερόλεπτα θα σφυρίζουν
πέτρινα χρόνια στους κροτάφους μας
σφυρηλατώντας αιώνιες λατρείες
με χιτώνες μισητούς
κι έριδες φωτιάς...

Συχνά οι διαπιστώσεις του είναι αναπάντεχες ("ξέρουμε ότι το παρελθόν/ είναι ένα ύφασμα/ που κόβεται με ψαλίδι") και παράγουν τη δυνατή, αποφασιστική  ποίησή του. Ο Τρωαδίτης πιστεύει σε ό,τι γράφει και το πιστεύει με δύναμη. Η δύναμη αυτή είναι που του δίνει την αυτοπεποίθηση να μιλά με αφορισμούς:
...είναι μεγάλο καθήκον
να ζεις και να θυμάσαι
είναι βαρύ το τίμημα
της υστεροφημίας
και πληρώνεται τοις μετρητοίς.
("Τοις μετρητοίς")

Η ηθική διάσταση είναι έντονη και αφορά το μερίδιο ευθύνης που έχει καθένας στην κοινωνική διαδικασία, αλλά και τον άνωθεν εξαναγκασμό σε μια ανεγκέφαλη ύπαρξη:
...τα κρύα μας ήρθαν και φέτος
ψάχνοντας στα συρτάρια των άκρων μας
αφουγκράζοντας υποψήφιες αρρώστιες
των κατοπινών χρόνων
σταγόνες πόνου και φόβου εξακοντίζοντας
χτυπώντας σαν σκουριασμένα ξίφη

τα κρύα ευελπιστούν να μας δουν
ακρωτηριασμένους 
ανέσπερους
χωρίς μυαλά κι ευκαιρίες παλινόρθωσης

τα κρύα μας ήρθαν και φέτος
βάζοντας τα μυαλά μας στην κατάψυξη.
("Τα κρύα μας ήρθαν και φέτος")

Εκεί, ανάμεσα σε οδυνηρές διαπιστώσεις και την αναπόφευκτη ροή της Ιστορίας, εκεί είναι που γράφεται η δυνατή ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη. Θα σταθώ στα ποιήματα "Στον ρου της ιστορίας" και "Το ρίγος των κτερισμάτων" και θα παραθέσω, αντί επιλόγου, ολόκληρο το πρώτο. Άραγε το αύριο θα έρθει ποτέ;

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΣΤΟΝ ΡΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 

Το κεφάλι ακουμπισμένο
στον ρου της ιστορίας
βλέπω τα είδωλα των όποιων θεών
και τους ανδριάντες
των αυτοκρατόρων να γκρεμίζονται

οι πύλες του κόσμου ανοίγουν 
με θεσπέσιους κρότους
καλπάζει η νέα βία
στη μήτρα της ιστορίας
με μαρμαρυγές στα μάτια μας
και λάμψεις
όμοιες με ρομφαίες

με ισιτοφόρα
στα πελάγη της ομίχλης
έρχονται οι πολέμαρχοι
με κόκκινες χλαμύδες
και πορφυρούς μανδύες

εδώ σ' αυτή την αντάρα
γεννιέμαι
στις κλαγγές τους
αντρώνομαι
σε φονικά και φοβέρες
αλλά λίγο μετά
βλέπω τ' αδέλφια μου
να φεύγουν όπως-όπως
γι' άλλες Αλεξάνδρειες

η πληγή μου 
μένει ορθάνοιχτη
και αιμορραγούσα.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

"Άνδρες του αίματος" του Μάνου Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου, ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος, έφυγε από τη ζωή το περσινό καλοκαίρι, αφήνοντας πίσω του ανέκδοτο το τελευταίο του βιβλίο.

Οι Άνδρες του αίματος, το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, είναι ένα κατεξοχήν αλληγορικό πεζογράφημα που αναφέρεται στη δική του -και εν πολλοίς δική μας- εποχή, όχι όμως μόνο σε αυτή, καθώς ο χρόνος και ο χώρος του μυθιστορήματος μοιάζουν να έχουν πολύ ρευστά όρια που εκτείνονται διαρκώς αγκαλιάζοντας όλη την ανθρωπότητα σε διαφορετικές και κρίσιμες στιγμές της πορείας της.

Έτσι λοιπόν με αφορμή τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή του, στα οποία αναφέρεται μέσα από υπαινιγμούς και αφηγήσεις χωρίς πάντα ξεκάθαρη συνοχή, ο συγγραφέας εκτείνεται στην αέναη δυναμική μιας αυταρχικής και πανίσχυρης εξουσίας. Μοιάζει ακόμη σα να θέλει να συμπυκνώσει όλους τους κοινωνικούς και υπαρξιακούς του προβληματισμούς και την κοσμοθεωρία του για να τα αφήσει ως τελευταίο τιμαλφές της ζωής του.

Θέλει να μιλήσει κυρίως για το συλλογικό πόνο, τις απολυταρχικές εξουσίες, το φόβο που αυτές καλλιεργούν για να εκμεταλλεύονται τα πλήθη, τις επιθετικές πρακτικές που κατά κανόνα χρησιμοποιούν, αλλά και δευτερευόντως για τον προσωπικό πόνο, το ατομικό πέρασμα του καθενός από τη ζωή, που σημαδεύεται από αρρώστιες, ελλείψεις, γήρας, θάνατο.

Και ποιον τρόπο επιλέγει για να εκφράσει όλα αυτά;

Δημιουργεί ένα μυθιστόρημα δυστοπικό, που δύσκολα αποκρυπτογραφείται, καθώς η λογική αλληλουχία είναι στιγμές που χάνεται και παραδίδεται σε διάσπαρτες εικόνες και αφηγήσεις. Από τη μια πλευρά πάντα όμως βρίσκεται η εξουσία που συντηρείται ανενόχλητη θραύοντας τους επίδοξους μαχητές και από την άλλη οι άνθρωποι που αντιδρούν σε αυτή είτε ομαδικά είτε ατομικά.

Στους «Άνδρες του αίματος» υπάρχει ένα ανελεύθερο καθεστώς με πάμπολλους και υποχθόνιους μηχανισμούς αυτοπροστασίας που καταφέρνει να επιβιώνει με οποιονδήποτε τρόπο. Και απέναντί του το πλήθος, άνθρωποι της απλής ζωής, που δεν μπορούν να απεγκλωβιστούν από τα δεσμά του, καθώς είναι μπλεγμένοι σε ένα αδιέξοδο όπου κυριαρχεί η λογική του παραλόγου, η διαφθορά, η παραποίηση, η λογοκρισία, η συγκάλυψη.

Πώς χτίζεται όμως η αλληγορία πάνω στην οποία δομείται ολόκληρο το μυθιστόρημα; Παντού κυριαρχεί ένα τέρας υπερβατικό, ακαθόριστο, απροσδιόριστο, που ζει ευτυχισμένο χωρίς να εξελίσσεται, χωρίς αισθήματα… Χωρίς να νοιάζεται για τα όσα κοσμογονικά συμβαίνουν εντός του… Και ο κόσμος περιστρέφεται γύρω του σε ένα κυκεώνα γεγονότων. Ήχοι πολέμου, ήχοι αγώνων, ταραχές, δικτατορίες, συλλήψεις, δολοφονίες και εξαφανίσεις πολιτών. Όλα τα σκληρά γεγονότα που συντάραξαν τον 20ό αιώνα έχουν θέση εδώ.

«…ενώ λίγο καιρό μετά έπεσαν οι δύο μεγάλες βόμβες που, όπως έγραψαν οι ιστορικοί προκάλεσαν τον δυνατότερο ήχο που ακούστηκε ποτέ στον πλανήτη μας. Είναι δυνατόν το τέρας να έμεινε ασυγκίνητο, αναίσθητο, χωρίς να κινηθεί νευρικά κάποιο όργανό του, χωρίς καν να ξεφυσήξει όπως το συνηθίσαμε τόσες φορές, λες και όλα αυτά συνέβαιναν κάπου αλλού και όχι μέσα στο σώμα του, στην επικράτειά του δηλαδή;».

Και ενώ το τέρας εξακολουθεί να πορεύεται μακάριο, ασφαλές και απαθές, αρχίζει ένα βαθύτερο άνοιγμα στο χώρο και στο χρόνο. Μέσα σε αυτό το τελείως αλλοπρόσαλλο και ανορθόδοξο σκηνικό εμφανίζεται ένας νέος με γαϊδουράκι που θέλει να φέρει την ειρήνη στην ταραχή και διαθέτει μια ένθερμη πνοή αγάπης με ιαματικές ιδιότητες. Θα βρεθεί κι αυτός αντιμέτωπος της παραληρηματικής εξουσίας. Τι θα απογίνει άραγε; Τα περιθώριά του όλο και στενεύουν…

Και ποιος μπορεί να καταγράψει την αλήθεια των γεγονότων, σε αυτή τη ζοφερή εποχή, όταν μάλιστα οι άνθρωποι των γραμμάτων εμφανίζονται και αυτοί αλλοιωμένοι ως γνήσια φερέφωνα της εξουσίας; Ποιος μπορεί να αντισταθεί στην υποβολιμαία πληροφορία; Μονάχα ένας αυτόπτης μάρτυρας απομένει με ματιά καθαρή και αγνή, ο μόνος που μπορεί να διεισδύσει μέσα στα ερέβη, να δει τον κόσμο χωρίς φόβο και να μπορέσει να αποκαλύψει την αλήθεια.

«…κι ο ερημίτης διάβαζε το όνομα του Θεού γιατί έφθασε η ώρα που περίμενε και την τίμησε όπως έπρεπε, αφού ήταν γραμμένο σε παλιές προφητείες ότι κάποιος θα φθάσει την ορισμένη στιγμή ταπεινός και νηστικός, κουρασμένος από μεγάλο απέραντο ταξίδι επάνω σε ένα γαϊδουράκι και είναι η ώρα πια να ειπωθούν όσα λόγια αναλογούσαν στον καθένα και ήταν στοιβαγμένα μέσα του εδώ και αιώνες».

« και ήρθε ντυμένος μόνο με το άσπρο, από μαλακό βαμβακερό ύφασμα, όπως ακριβώς η γάζα, μακρύ ως τους αστραγάλους ένδυμά του, σαν τους φελάχους της Αιγύπτου, κι όταν βράχηκε, κόλλησε πάνω του και φάνηκε από μέσα ολόκληρο το θεϊκό σώμα του, που έμοιαζε σαν γιος ενός βασιλιά των Μασάι, διάφανος και ανιστόρητος ακόμη, γιατί τότε ακριβώς θα άρχιζε να γράφεται η ιστορία του, την οποία ήδη κατέγραφε σε λογής σημειώματα κάθε φορά ο Ευδόκιμος, εξουθενωμένος από την κούραση και τη φονική ζέστη, αλλά τρομερός κι αυτός στην όψη και αποφασισμένος να τελειώσει το παιχνίδι μέχρι το τέλος…». Ο νέος θυμίζει τη μορφή του Χριστού, και χωρίς ποτέ να δηλώνεται, υπάρχει μια διαρκής σύνδεση μαζί του. Εξάλλου, ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα διαχέεται σε πολλές εκφάνσεις του μυθιστορήματος με διαφορετικές αφορμές, πάντα σε μια αρραγή σχέση με ένα αίσθημα αγάπης, απλότητας και δικαιοσύνης.

Όλο το βιβλίο είναι διαποτισμένο με μια βαθύτατη υπαρξιακή αναστάτωση που είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μοίρα των λαών. Η δυστυχία διασκορπίζεται σε ανθρώπους και εποχές, περιφέρεται στον κόσμο τούτο κινούμενη ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αδικαίωτοι αγώνες, οράματα που διαψεύστηκαν κι ένα ποτάμι ανθρώπων που εξακολουθεί να περιφέρεται ανά τον κόσμο, με το πρόσωπο της θλίψης, της ανέχειας, με το αχ του αναστεναγμού. Βιομηχανοποίηση εις βάρος της φύσης, αδιαφορία, αγάπη για το κέρδος… Διαφθορά. Ο 20ός αιώνας πρωταγωνιστής και προάγγελος… Οι ζωές μας κινούνται στο ρυθμό που υπαγορεύουν οι εξουσίες, ενίοτε η αγριότητα της πληγωμένης φύσης και ο ανθρώπινος παιδεμός φαίνεται πως ποτέ δεν σταματά.

Ασφαλώς και ο συγγραφέας διαθέτει αιχμηρή πολιτική ματιά, θέλει να αναφερθεί στα σκοτεινά βήματα των εξουσιαστών της ιστορίας, σε σαφείς ωφελιμιστικές και καταστροφικές επιλογές, όμως παρά τα «μαύρα φεγγάρια» της εξουσίας αφήνει και μια μικρή φωτεινή ρωγμή ελπίδας.

Το τέρας άραγε υπάρχει πραγματικά ή είναι μονάχα ένα εξαιρετικό εφεύρημα χαλιναγώγησης του πλήθους; Και μήπως τελικά υπερνικάται;

Και τι μένει ως βάλσαμο στο πέρασμα της ζωής; Μικρές στιγμές γαλήνης. Μια ομορφιά που κρύβεται στη γλυκύτητα και την απλότητα, μια ομορφιά των λιγοστών που αγκαλιάζει τον πόνο… Ή, ίσως, πάνω απ’ όλα η αλληλεγγύη, η συνδρομή και η αγάπη. Και πάντα υπάρχει το όραμα ενός αγγελικού κόσμου. Μονάχα που «θέλει πολλούς ανθρώπους με τα ίδια οράματα να συνεργαστούν για κάτι τέτοιο και να δουλεύουν νυχθημερόν».

Ήλια Λούτα




* Ο Μάνος Ελευθερίου, ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος, έφυγε από τη ζωή το περσινό καλοκαίρι, αφήνοντας πίσω του ανέκδοτο το τελευταίο του βιβλίο. Και να που ήρθε η ώρα, πολύ σύντομα, να μιλήσουμε για τον αγαπημένο μας Μάνο Ελευθερίου, μέσα από τα δικά του κείμενα, τις δικές του σκέψεις, τη δική του συγγραφή.

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

Η Ελλάδα μέσα από τους στίχους σύγχρονων ποιητών

Ποιήματα που ξεδιπλώνονται ατέλειωτα
(ψάχνοντας στα χαμένα για το στόχο τους)
ποιήματα ποταμοί
και ποιήματα καμικάζι


(Χρίστος Λάσκαρης, "Ποιήματα")

*

Η ποίηση, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, βρίσκει πάντα τρόπους να εκφράζει τις καταστάσεις που διαμορφώνονται κάθε φορά. Οι σιωπές και τα τοπία της υπαίθρου και της πόλης εξακολουθούν να δίνουν έμπνευση:

Απέραντη σιωπή τον κατακλύζει.
Μέσα στην ησυχία του απογεύματος
νιώθει λίγο – λίγο να βυθίζεται
σαν κάτασπρο πολεμικό
που το ‘χει βρει τορπίλη.

(Χρίστος Λάσκαρης, "Στη βεράντα")

Οι ναύτες του Τσαρούχη, τα βράδια
Μαζεύονται σ’ ένα καφενείο
κοντά στο λιμάνι του Πειραιά.
Άλλοι κανονίζουν να φύγουν
για το χωριό τους με το ΚΤΕΛ
άλλοι γράφουν γράμμα στη μάνα τους
Στο τέλος της νύχτας χαλάν τα σχέδια
σκίζουν τα γράμματα.
Πέφτει μια μοναξιά και τα παγώνει όλα.

(Αντώνης Αντωνάκος, "Οι ναύτες του Τσαρούχη")

Να 'χα έστω μια φωτογραφία σου στο πορτοφόλι
να σκύψω κρυφά να τη φιλήσω,
τώρα που περνάμε, βράδυ, με το τρένο
απ’ την Ξάνθη
κι έξω οι λάμπες του σταθμού
φωτίζουνε τις άδειες λεμονάδες
που αφήσανε οι φαντάροι στα τραπέζια.


(Αντώνης Αντωνάκος, "Βράδυ με το τρένο")


Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ
ο Γρηγόρης Αυξεντίου
κραδαίνοντας φραγγέλιο-
τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης
σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του ·
έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας
την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου
ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων
και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.

(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Στίχοι" - Απομαγνητοφώνηση 1978)

Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει
στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια
οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου
δέντρα πουλιά και το φεγγάρι
η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια
σε σπίτια παλαιικά
το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη
τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι
χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες
που εισέρχονται στο μαγειρείο
ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία
χωρίς την τύρβη των τουριστών
εκεί πίσω απ το τέμενος του Μπαϊρακτάρη

Η πόλη χωρίς κορδέλες
και τα σκυβαλοφόρα του Δήμου
εκεί Λήδρας- Ονασαγόρου
ο πεζόδρομος των αναμνήσεων
τα ενετικά τείχη της πόλης
ο προμαχώνας
κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες

στην αγορά το άρωμα των φρούτων
χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια
οπώρες του καλοκαιριού κι η δρόσος της πρωίας


(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Μπαίνοντας στην πόλη")


Τα νοσοκομεία όπου δίνονται μάχες ζωής και θανάτου και η φθορά των γηρατειών δίνουν αφορμές για να γραφτούν ωραία, αληθινά ποιήματα:

Ξαγρυπνώ στο πλευρό σου.
Εσύ, στο κρεβάτι επάνω
εγώ, στους λευκούς διαδρόμους
περιμένοντας την γνωμάτευση των γιατρών.
Τα ασθενοφόρα σκούζουν.
Οι νοσοκόμοι με τις άσπρες στολές, πέρα -δώθε.
Άλλη μια νύχτα κοντά σου.


(Μίρκα Κωτσαρίδη, "Στο πλευρό σου")


                   Μνήμη Νικολίτσας Χειλά
Πάνω σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου
Να κοιμάται στο πλευρό

Απομεσήμερο
και δεν υπάρχουν επισκέψεις
Ο διάδρομος νεκρός

Απ’ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα
μια λουρίδα φως
αυλάκωνε τις κουβέρτες.


(Χρίστος Λάσκαρης, "Στο νοσοκομείο")


Τη βάλαμε στο παιδικό δωμάτιο μας, μετά το δεύτερο εγκεφαλικό. Εκεί, που κάποτε εκείνη μας νανούρισε τώρα την έβλεπα ολοένα να μικραίνει- παράλυτη απ’ τη μια πλευρά, χωρίς μια λέξη , μόνο με κάτι ήχους αξεδιάλυτους απ τα σκοτάδια της, κάτι αν στεναγμούς μακρόσυρτους που με σταυρώναν.

Έμπαινα αργά τη νύχτα κι έσκυβα αργά να δω αν ανασάνει, της έπιανα το χέρι κι ένιωθα τον παλμό στη φλέβα ν’ ατονεί – άνοιγε τα μικρά γαλάζια μάτια της και με κοιτούσε ως μέσα. "Εδώ είμαι εγώ", της έλεγα. "Κοιμήσου, μη σε νοιάζει· κοιμήσου, τώρα, να ξεκουραστείς".

Εκείνη μου ’σφιγγε το χέρι και με κοίταγε, όλο με κοίταγε. Κι εγώ κατέβαζα την κεφαλή ξανά μπροστά της σαν παιδί, μη δει το δάκρυ.
(Αντώνης Περαντωνάκης, "Γιαγιά Ελευθερία")

Οι αρρώστιες είναι για τους ανθρώπους
γι αυτό μη φοβάσαι όταν ακούς
ασθενοφόρο να ουρλιάζει στη λεωφόρο.
Δεν είναι για σένα.


(Μίρκα Κωτσαρίδη, "Φοβία")


Η μορφή της μητέρας είναι πάντα ένα σταθερό σημείο αναφοράς :

Τριγυρνάω στο στρατόπεδο
με τη στολή της αγγαρείας.

Καθώς βρέχει
σκέφτομαι τη μάνα μου
να καθαρίζει σκάλες και πατώματα
μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό.

Μόνη κι έρημη
φορώντας τη στολή της καθαρίστριας.


(Αντώνης Αντωνάκος - "Οι στολές")


Παλιά Σελήνη
πάνω από τις σπηλιές της Αγίας Παρασκευής
με των λεπρών τα παραπήγματα
και τα παιδιά πιο πέρα
στην άσφαλτο του ονείρου
να ξαναβλέπουν πίσω απ’ τους αμμόσακους
του στρατάρχη Χάρντινγκ
τα κομμένα δάχτυλα.

Μα πώς έρχεσαι έτσι ακάλυπτη
μέσα από τους προβολείς των αυτοκινήτων
τεμαχισμένη αδάκρυτη
άγρια κοιτώντας
με τη λεπρή τη μνήμη.

Θα ’χει φύγει κι ο τελευταίος Άγγλος
ούτε πια εφ' όπλου λόγχη
θα ‘χει κλείσει πια κι ο αερολιμένας της Λευκωσίας
(έτσι το λες χωρίς αιδώ;)
θα ψάχνεις για ταξιδιωτικούς οδηγούς
σε ξένα αεροδρόμια
αλλοδαπή που αποδημεί
πίσω απ τα φινιστρίνια
του κτιρίου της στρατονομίας.


(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Η μητέρα σε όνειρο στην αυλή του σχολείου")


Οι μνήμες των πιο παλιών ποιητών κουβαλούν στοιχεία που σήμερα φαίνονται πολύ μακρινά κι αγγίζουν κάποτε το όριο του μύθου:

Κηφισό- Άγιο Κωνσταντίνο με το αστικό.
Οι επιβάτες πρωινοί, ανόρεχτοι.
Ο καιρός μουντός.

Διασχίζαμε άθλιες βιοτεχνίες,
μάντρες, συνεργεία,
παραπήγματα.
Έξαφνα σ’ ένα ξέφωτο
-ταράχτηκα-
μια γυναίκα όργωνε με άροτρο.


(Χρίστος Λάσκαρης, "Κάποτε στην Αθήνα")


Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό ένα πρωί
μα δεν σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.

Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ' το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.

Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες τις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.

Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.


(Γιώργης Παυλόπουλος, "Το σακί")


Ο έρωτας
δεν θα μπορούσε να μην εμπνέει τους να εμπνέει τους δημιουργούς:

Η σκάλα που ανεβήκαμε μια νύχτα στο σκοτάδι
ο έρημος διάδρομος κι η σιωπή
το άγνωστο διαμέρισμα που μπαίναμε πρώτη φορά
-Μας είχαν δώσει το κλειδί-
κι ο έρωτας κρυφά για λίγες ώρες.

Μετά από τόσα χρόνια, τόσες κατεδαφίσεις
ακόμη ψάχνω να βρω
πού ήταν εκείνο το σπίτι…


(Γιώργης Παυλόπουλος, "Το διαμέρισμα")


Πού να βρίσκεσαι άραγε;
"Στο Λουτράκι", όπως μου είπαν;
Να πιστέψω τα λόγια τους;

Έκοψες κοντά τα μαλλιά σου;

Ζεις σε μονοκατοικία;
Σε διαμέρισμα με βεράντα και πολλά λουλούδια;
Σε σπίτι που έχει ολόγυρα πεύκα και κυπαρίσσια;

Σε κλείνουν τοίχοι ψηλοί και κάγκελα;

Τα πρωινά βάζεις το τζιν που ξέρω;
Βρίσκεις ερημικές αμμουδιές;
Κολυμπάς -ακόμη- χωρίς μαγιό;

Πόσο ελεύθερη είσαι;

Φοράς το μαύρο σου φόρεμα;
Βγαίνεις τα βράδια;
Διαλέγεις ήσυχα μαγαζάκια;

Ακούς "Τα παλιά τραγούδια με τους μελλοντικούς ήχους";

Έχεις παιδιά;
Είναι ξανθά όπως τα ήθελες;
Χαϊδεύεις το κεφαλάκι τους;

Τα μαθαίνεις να τραγουδάνε;

Το δωμάτιό σου βλέπει θάλασσα ή βουνό;
Σε θέλγει ο Κορινθιακός;
Σε εκστασιάζουν τα Γεράνια;

Εξακολουθείς να διαβάζεις ποιήματα;
Τις νύχτες – εκεί –
έχει δροσιά;

Σκεπάζεσαι με το λινό σεντόνι;
Αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό;

Έχεις… παράθυρα; 


(Δημήτρης Αλεξίου, "Επιστολή με ερωτηματικά")


Επιλογή για το στίγμαΛόγου:
Απόστολος Σπυράκης


Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

"Της μοναξιάς καλή συνέχεια" του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Γνωστός από παλιά ο Ντέμης Κωνσταντινίδης, χάρηκα που τον είδα να εκδίδει μέσω εκδοτικού οίκου και δη του Φαρφουλά. Η ποίησή του δεν έχει αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια, διακρίνεται για το ίδιο μείγμα τρυφερότητας, σαρκασμού και προφορικού λόγου που τη χαρακτήριζε και παλιότερα, καθώς και για την απαράλλακτη σχεδόν αναλογία ρίμας και ελεύθερου στίχου. Η τελευταία πιστεύω ότι κρίνει τη διάθεσή του να δοκιμαστεί και στους δύο τρόπους - μια δοκιμασία που στέφεται με επιτυχία στις περισσότερες των περιπτώσεων και κάνει την επιστροφή στη ρίμα έναν όμορφο περίπατο του αναγνώστη.

Θεματικά, ο Κωνσταντινίδης εστιάζει συνήθως στη στιγμή: αυτή μπαίνει στο μικροσκόπιό του και αυτήν αναλύει. Τα ποιήματά του έχουν καθοριστική κατάληξη, μια κατάληξη δηλαδή που κρίνει το συνολικό ειδικό τους βάρος, καθώς και σταθερή δομή. Όπως είπα, η γλώσσα του είναι απλή και ανεπιτήδευτη και σε μεγάλο βαθμό προφορική (υποκρύπτει αυτό άραγε μια ριζωμένη πεποίθηση ότι η ποίηση κρύβεται στην καθημερινότητα;). Η σαρκαστική του διάθεση αλλού είναι ελαφρύτερη (στο ποίημα "Το ψωμί και το μαχαίρι" για παράδειγμα κάνει ένα ηθικό/κοινωνικό σχόλιο με αφορμή ένα σαλάμι!) και αλλού εντονότερη (π.χ. στο ποίημα "Μη κερδοσκοπικό"), ενώ ορισμένα ποιήματα, όπως το "Ηρωικό", αποτελούν αιχμές:
Εμπρός μικρέ
για και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα 
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά...

Εμπρός μικρέ 
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή...
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

Καινοτομία της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και γενικότερη, αποτελεί η συνάρθρωση χαϊκού (στο κλασικό μέτρο 5-7-5), τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, σε ένα ολοκληρωμένο ποίημα. Υπάρχουν κάμποσα τέτοια παραδείγματα, ξεχώρισα το "Χαϊκού του σκοταδιού":
Μου το είχες πει
κάποτε θα ερχόταν
νύχτα στην πλώρη.

Μου το είχες πει,
κανείς δε θα φαινόταν
απ' το πλήρωμα.

Μου το είχες πει
μέσα μου θ' απλωνόταν
κάποτε. Τώρα.

Δεν λείπει και η νοσταλγική διάθεση, όπως στο ποίημα "Ζαβολιά": (...Είχες ένα κολιέ/ ψεύτικα μαργαριτάρια./ Θυμάμαι που σκόρπισαν/ και τα μάζευα. [...] Βρήκα ένα προχθές/ στο συρτάρι σου./ Και θάμπωνε/ όλο θάμπωνε το βλέμμα) ή η ευαισθησία για τα κοινωνικά θέματα (π.χ. ποίημα "Τρίτη ηλικία"), την οποία είδαμε και νωρίτερα στο "Ηρωικό".  Η ματαιότητα των πραγμάτων υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως, όπως στο ποίημα "Θυσιαστικό":
Κάπου στο κέντρο εχθές
πίσω από ένα τσούρμο παιδιά
κατάκοπη και ιδρωμένη
πήρε το μάτι μου την Αθηνά.

Τη σημαιοφόρο μας
-που σε όλα αρίστευσε!-
φιλοσοφο. Αποφοιτήσασα
εκ του Αριστοτελείου.

Δεν λείπει επίσης και ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή ("Ο ποιητής αντίθετο του νικητής" ή "Ποιητές μπαμπάκια/ ποτισμένα αλκόολη,/ στο σάπιο δόντι/ του συστήματος...").

Με άξονα τη μοναξιά, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης προσφέρει αξιοσημείωτη ποίηση που αποζημιώνει τον αναγνώστη.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Οι Άγιες μαμάδες
             Στον Γιώργο Πρίμπα

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο ταμείο
με το μπαστουνάκι τους,
λίγα ψιλά και
παιδικές φωτογραφίες.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποια ουρά
με την υπομονή τους,
ανάγλυφες τις γαλάζιες 
φλέβες στο χεράκι τους.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο τρίστρατο
με τη μορφή τους
τη σεβάσμια κι αυστηρή,
όταν σε μάλωναν.

Οι Άγιες μαμάδες
υποστυλώματα
έργων ανολοκλήρωτων,
που έμειναν να βρέχονται
καταμεσής της ερημιάς.