Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Επί της αρχής: Στοιχεία για την κατανόηση του κόσμου

Μοιάζει παράλογο. Σε έναν κόσμο που επαίρεται πως "απελευθερώθηκε" από τα δεσμά του δόγματος (ωστόσο όχι από τη δυσειδαιμονία, ας παρατηρήσουμε), σε μια κοινωνία όπου έσπασαν οι "αλυσίδες" με το αυταρχικό παρελθόν, θα περίμενε κανείς ένα ξεχείλισμα χαράς. Κι όμως. Η απελπισία, η λύπη, η αγωνία κυριαρχούν και μόνο χονδροειδείς απολαύσεις είναι διαθέσιμες στις λαϊκές τάξεις. Δεν μιλούμε ειδικά για την Ελλάδα, όπου όλα όσα οικοδομήθηκαν μετά τον πόλεμο είναι πλέον συντρίμμια. Δεν είμαστε σ' ένα νησί που ταραγμένα κύματα το πολιορκούν. Είμαστε τμήμα ενός κόσμου που τρέμει και κανείς από τις ηγέτιδες τάξεις του, πουθενά, δεν τολμά να μιλήσει για τις αιτίες της κατολίσθησης. Ορκιζόμαστε βέβαια, πάντοτε, σε ένα σύστημα δικαιωμάτων που δεν είναι παρά ένας πύργος από τραπουλόχαρτα και έχουμε μάθει να θεωρούμε προσόν την αναίδεια γιορτάζοντας μάλιστα όταν μας την προσάπτουν. Φτάνουμε έτσι στο τέλος της ζωής μας παριστάνοντας πάντα τους επαναστατημένους εφήβους.

Ένα χωρίς θεό, χωρίς ιθαγένεια και χωρίς παραδεδομένες αξίες σύμπαν μπορεί να ικανοποιεί τον επαναστατημένο έφηβο, αλλά είναι γελοίο όσο και τραγικό, στη θέση ενός κόσμου που κάποτε ήτανε ναός (βρώμικος, ατελής, άδικος, αλλά πάντως ναός), να απλώνεται ένα γεμάτο ερείπια χάος, όπου ο άνθρωπος μοιάζει με καλλιτέχνη που μετακινεί συνεχώς το ξεχαρβαλωμένο καβαλέτο του. Το θέαμα της ανθρωπότητας: ένα ανούσιο είδωλο. Συμπεριφερόμαστε λοιπόν όπως τα παιδιά στο σχολείο όταν βγει έξω ο δάσκαλος. Είμαστε μια μάζα που ξεσπά, χτυπά τα πόδια, φωνάζει, αγριεύει κι ο καθένας δοκιμάζει τις χαρές της διαφυγής από την πίεση που επιβάλλει η παρουσία του δασκάλου. Τι χαρά να απορρίπτεις τον ζυγό του κανόνα, τι μέθη να αισθάνεσαι κύριος της μοίρας σου! Όταν όμως κάθε πρόγραμμα αρθεί και κάθε ουσιαστική ενασχόληση πάψει, κανένα έργο δεν γίνεται με νόημα, συνέχεια, σκοπό.

[...] Σε αυτό το χάος οι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών θα μπορούσαν να είναι η πρωτοπορία για την αναζήτηση μιας διεξόδου. Όμως αυτοί, φαίνεται, πως έχουν αποθέσει τις ελπίδες τους στην... αθανασία. Σε μια φαιδρή, φθηνή αθανασία των υλικών πλευρών μας που θα υπάρχουν... στον αέρα, στη σκόνη, στο φως.

[...] Κάποια νύχτα, ο άνθρωπος που βαδίζει στο μηδέν γράφοντας, θ' αφήσει το στυλό ή το πληκτρολόγιο αφού θα νιώσει πως τίποτα δεν έχει σημασία. Θα είναι αδύνατο τότε να σύρει γραμμή. Η τελευταία σελίδα θα μείνει λευκή. Θα εισέλθει σε κάποιο σπίτι κλειστό, μακριά από δάση και θάλασσες, χωρίς φιλιά και χάδια. Δεν θ' ακουμπά σε κάποιο δέντρο αλλά σ' ένα φτηνό ξύλο. Χρώματα, ήχοι, αρώματα, παλμοί ζωής, όλα θα έχουν αλλάξει νόημα. Μονάχος, με συναισθήματα πνιγμού και μόνο οξυγόνο τις λέξεις που δεν απλώθηκαν ποτέ στο χαρτί, θα προλάβει να θυμηθεί πώς γεννήθηκε η πρώτη έμπνευση. Να θυμηθεί την ομορφιά της ζωής, με τις μύριες πιθανότητες, πως ήταν τόσο νέος, με τόσες δυνατότητες. Τι ειρωνεία! Την ομορφιά θα την ξαναδεί όταν δεν θα είναι πια νέος. Μα αυτή είναι η καλύτερη ευχή προς όσους μεγαλώνουν. Να μην τελειώνουμε τις μέρες μας ως επαναστατημένοι έφηβοι αλλά βλέποντας, έστω και την ύστατη στιγμή, την καθαρή, την απόλυτη Ομορφιά.

Κώστας Χατζηαντωνίου


Σημ.:  Απόσπασμα από ομότιλο κείμενο που δημοσιεύθηκε αντί εκδοτικού σημειώματος στο περιοδικό Κοράλλι, τεύχος 19-20, Οκτώβριος 2018-Μάρτιος 2019. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου