Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Τρόμος και γοτθικό μυθιστόρημα

Πηγή φωτογραφίας: menshouse.gr

Για την ελληνική σκέψη που παραδοσιακά αναζητεί το μέτρο και την αρμονία, η ατμόσφαιρα του γοτθικού μυθιστορήματος φαντάζει ξένη και ακατανόητη. Ποιο το όφελος από την αναμόχλευση του τρόμου στην ανθρώπινη ψυχή; Κι όμως, υπάρχει όφελος, εάν ο τρόμος δεν είναι αυτό καθεαυτό το ζητούμενο, ούτε από την πλευρά του συγγραφέα ούτε από την πλευρά του αναγνώστη. Εάν ο τρόμος δεν είναι το κέντρο –ούτε καν η αφετηρία– αλλά το μέσον για την επίτευξη άλλων, ευρύτερων σκοπών.

Το γοτθικό μυθιστόρημα, το οποίο συνόδευσε το ρομαντικό κίνημα (μάλιστα, συγγραφείς έργων τρόμου όπως ο Hoffman τοποθετούνται στο κέντρο του γερμανικού ρομαντισμού), ήρθε σε ρήξη με τον ορθολογισμό του 18ου αι., πλήττοντας τον Διαφωτισμό στην αχίλλειο πτέρνα του με την εξερεύνηση ενός σύμπαντος απ’ το οποίο απουσίαζε η λογική. Στο μικροσκόπιο του γοτθικού μυθιστορήματος μπήκαν οι μοχθηρές, διεστραμμένες και σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης φαντασίας. Ξεκάθαρες είναι οι αναφορές της Anne Radcliff στις φιλοσοφικές/αισθητικές θεωρίες για το “sublime”. Αναδύθηκε λοιπόν το γοτθικό μυθιστόρημα ως αντίδραση στη βιομηχανοποίηση και την επιστημονική επανάσταση που είχε προηγηθεί. Ήταν μια απόπειρα αρπαγής της πρωτοκαθεδρίας της μηχανής προς όφελος μιας εκ των βασικών ουσιών της ανθρώπινης ψυχής: του πάθους ή έστω του αισθήματος.

Όταν θέλουμε να προσελκύσουμε την προσοχή κάποιου, φωνάζουμε, χειρονομούμε, θορυβούμε. Η κραυγή εκείνων που προσπάθησαν να επανεισαγάγουν τον άνθρωπο στο προσκήνιο τον 18ο αι. ήταν το γοτθικό μυθιστόρημα. Η κραυγή τους συμπυκνώθηκε στην ανάκληση του τρόμου. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο αιτήθηκαν την προσοχή του κοινού. Και την έλαβαν.

Όμως, γιατί; Εάν το δόλωμα ήταν ο τρόμος, το ψάρι γιατί τσίμπησε; Γιατί το γοτθικό μυθιστόρημα έγινε τόσο δημοφιλές και γιατί συνεχίζει να επηρεάζει τη λογοτεχνική και κινηματογραφική παραγωγή (στις μέρες μας υπάρχουν ακόμη και sites που αναπαράγουν ιστορίες τρόμου, όπως το creepypasta.com);

Η ψυχαναλυτική θεωρία θα μας παραπέμψει ενδεχομένως στην προϊστορία του ανθρώπου και το στοιχείο του «τερατώδους» που χαρακτήριζε το περιβάλλον του (γιγάντια και απειλητικά ζώα, οικοσυστημικές ανακατατάξεις, ανεξήγητα φυσικά φαινόμενα). Μια φιλοσοφική ανάλυση θα διέκρινε τη σύγκρουση του ορθολογικού με το ανορθολογικό στοιχείο και θα τη συνέδεε ενδεχομένως με την ανάγκη μεταστοιχείωσης και αναδημιουργίας του κόσμου.

Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις ουσιαστικά θα μιλούσαν μέσα από διαφορετικές διατυπώσεις για την ίδια και αυτή ανάγκη του ανθρώπου να ψηλαφίσει τον κόσμο που υπάρχει πίσω από τον κόσμο που φαίνεται και να προσδιορίσει μια άλλη πραγματικότητα που λειτουργεί πέρα από τον στενό ορίζοντα της καθημερινότητάς του. Ο άνθρωπος θέλει να δει το σύμπαν που τον οριοθετεί, που αναδεικνύει το πεπερασμένο της φύσης του και κρύβει την εξήγηση για τα ακατάληπτα σε αυτόν φαινόμενα της γέννησης και του θανάτου.

Η θερμότατη υποδοχή της οποίας έτυχε το γοτθικό μυθιστόρημα οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την ανάγκη του ανθρώπου, την οποία είχε απωθήσει ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού. Το γοτθικό μυθιστόρημα έγινε το εισιτήριο για τον χώρο του φανταστικού, τον προθάλαμο αυτού του «άλλου σύμπαντος». Προκαλώντας πλούσιες εκκρίσεις αδρεναλίνης, έδωσε ένα πρόσωπο (καίτοι παραμορφωμένο) στην άλλη πλευρά, στο σφόδρα επιθυμητό Άγνωστο.

Η αλήθεια είναι ότι η ανάγνωση των έργων καθόλου δεν εγείρει το Υψηλό στον άνθρωπο. Αντιθέτως, αποτελεί ευθεία αναφορά στα ζωώδη του ένστικτα, στο ίδιο είδος δίψας που κάνει ορισμένους να σταματούν στη σκηνή ενός δυστυχήματος ή καθηλώνει άλλους μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη με την αναγγελία κάποιας θηριωδίας. Πρόκειται για το περίφημο Schadenfreude?

Η Virginia Wolf όρισε το γοτθικό μυθιστόρημα ως ένα λογοτεχνικό είδος που ικανοποιεί την «παράξενη λαχτάρα του ανθρώπου για τον φόβο». Η Mary Shelley ως μια ιστορία «που συνομιλεί με τους μυστηριώδεις φόβους της φύσης μας και προκαλεί συναρπαστικό τρόμο, το είδος δηλ. του τρόμου που κάνει τον αναγνώστη να φοβάται να κοιτάξει γύρω του, παγώνει το αίμα και αυξάνει τους παλμούς της καρδιάς.

Ανάμεσα σε πόρτες που τρίζουν χωρίς λόγο, σε ήχους βημάτων που πλησιάζουν απειλητικά, κάπου σε ένα ερειπωμένο κάστρο, εκεί που αλυσίδες κτυπούν, σκυλιά αλυχτούν όλη νύχτα, εκεί που το γέλιο ξέρει μονάχα τον τόνο της τρέλας και οι αστραπές φωτίζουν έναν ουρανό που τίποτε καλό δεν προμηνύει, εκεί βρίσκουμε τους ήρωες του γοτθικού μυθιστορήματος να κατεργάζονται τον τρόμο, τον θάνατο και το σκοτάδι.

Μια περισσότερο φορμαλιστική προσέγγιση του γοτθικού μυθιστορήματος, θα μας οδηγούσε να διακρίνουμε διαφορετικούς τύπους προσέγγισης:
1. επιστημονική: το υπερφυσικό απασχολεί το μεγαλύτερο τμήμα του έργου, όμως με την αποκάλυψη στο τέλος δηλώνεται ρητά ότι για όλα υπάρχει επιστημονική εξήγηση (πβλ. ιδίως τα μυθιστορήματα της Anne Radcliffe. Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και στη σειρά κινουμένων σχεδίων Scooby Doo),
2. υπερφυσική: δεν υπάρχει λογική εξήγηση, ο κόσμος των πνευμάτων είναι υπαρκτός και δρα ανεξέλεγκτα,
3. ψυχολογική: το παράδοξο δεν είναι υπερφυσική, αλλά ψυχολογική εκδήλωση, με άλλα λόγια ένας τρόπος προβολής και ενσάρκωσης των στοιχείων φόβων που ενυπάρχουν στον ψυχισμό του ανθρώπου,
4. σκεπτικιστική: το αίτιο για όσα συμβαίνουν δεν μπορεί να προσδιοριστεί, μπορεί να ισχύει οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες εξηγήσεις.

Όσον αφορά την ιστορία του γοτθικού μυθιστορήματος, τα πρώτα σπέρματά του είναι ανιχνεύσιμα στον Smolett (ιδίως στο έργο του “Ferdinand Count Fathom”, 1753). Αυτός όμως στον οποίο αποδίδεται η πατρότητα του συγκεκριμένου είδους είναι ο Horace Walpole με πρώτο δείγμα το μυθιστόρημά του “Castle of Otranto” (1764), το οποίο φέρει και τον εύγλωττο υπότιτλο “A Gothic Story”. Ως ερέθισμα ο συγγραφέας αναφέρει έναν εφιάλτη, ο οποίος με την παρέμβαση του ταλέντου του μετουσιώθηκε σε ιστορία σφετερισμού εξουσίας και θείας δίκης. Το “Arabian Tale” (1786) του William Beckford ήρθε να εμπλουτίσει το είδος με το στοιχείο της ανατολίτικης πολυτέλειας και αίγλης. Τα πέντε αισθηματικά μυθιστορήματα (1789-1797) της Anne Radcilffe, ιδίως το “Mysteries of Udolpho”, αύξησαν κατακόρυφα τη δημοτικότητα του είδους. Μεταξύ όσων ακολούθησαν τα βήματα των παραπάνω συγκαταλέγονται οι: Matthew (“Monk”) Lewis, William Goodwin και Mary Wollstonecraft Shelley, ο “Frankenstein” της οποίας αποτελεί σημείο αναφοράς μέχρι τις μέρες μας. Η φόρμουλα παρεισέφρησε στο σύνολο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στη Γερμανία. Στην Αμερική, το είδος καλλιέργησε νωρίς ο Charles Brockden Brown.

Το γοτθικό μυθιστόρημα, πέραν του ενδιαφέροντος που προσέλκυσε, επηρέασε πολλά άλλα είδη. Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η επίδρασή στου στην ποίηση της ρομαντικής περιόδου (πβλ. “Cristabel” και “Kubla Khan” του Coleridge, “Guilt and Sorrow” του Wordsworth, “Giaour” του Byron, “Eve of St. Agnes” του Keats). Τα μυθιστορήματα των Scott, Charlotte Bronte κ.ά., όπως επίσης το μυστήριο και ο τρόμος των διηγημάτων του Poe και των διαδόχων του, περιλαμβάνουν στοιχεία και τεχνάσματα που αντανακλούν το γοτθικό μυθιστόρημα. Ακόμη και στην εποχή μας ο όρος χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό έργων που, αν και δεν διαδραματίζονται σε «γοτθικό» σκηνικό ή μεσαιωνική ατμόσφαιρα, επιχειρούν να αναπαραγάγουν το κλίμα του τρόμου με τον τρόπο του γοτθικού μυθιστορήματος. Η ανάγκη του ανθρώπου να ψηλαφήσει τον «κόσμο που υπάρχει πίσω από τον κόσμο που φαίνεται» παραμένει αδήριτη στο διηνεκές.
Χριστίνα Λιναρδάκη 



Σημ.: Διορθωμένο απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 69, Ιούνιος-Αύγουστος 2005.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου