Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Για την ποίηση του Κ.Π. Καβάφη

Πηγή: greek-language.gr
Κατά κάποιον παράξενο τρόπο –εμφατικό θα μπορούσε να πει κανείς αποτολμώντας ένα ήπιο παράδοξο-, τα συνηθισμένα εργαλεία ενός ποιητή απουσιάζουν από τους στίχους του Καβάφη. Μάταια αναζητάμε εξεζητημένο λεξιλόγιο, σύνθετη σύνταξη ή πολύπλοκη εικονοποιία, κι αυτός είναι ο λόγος που το πρώτο ελληνικό κοινό του, το οποίο ανατράφηκε με τον πομπώδη λόγο του Παλαμά και του Σικελιανού, συχνά τον απέρριπτε ως πεζό και εγκεφαλικό. Ωστόσο, η μοναδική δύναμη του Καβάφη, που κάνει τους αναγνώστες να νιώθουν κι οι ίδιοι τις ψυχολογικές διαθέσεις που επινοεί, να ανασαίνουν μονομιάς την ατμόσφαιρα που δημιουργεί και να βλέπουν με κάθε λεπτομέρεια τις εικόνες που εκείνος απλώς υπονοεί, είναι υπαρκτή πέρα για πέρα – αν και παραμένει μυστηριώδες από πού εκπηγάζει. Ο Γ. Χ. Ώντεν είχε αντιληφθεί το μυστήριο αυτό, αλλά δυστυχώς έσπευσε να το ονομάσει: «Τι είναι, λοιπόν, εκείνο που, στα ποιήματα του Καβάφη, επιζεί της μετάφρασης και συναρπάζει;» αναρωτήθηκε. Και απάντησε: «Κάτι που δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω αλλιώς -και πάλι ανεπαρκέστατα- παρά: «ένας τόνος φωνής, μια προσωπική ομιλία». Αναπόφευκτα, οι αναγνώστες του Καβάφη ανατρέχουν στα λόγια του Ώντεν ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα η ονομασία του φαινομένου να θεωρείται πλέον και η ερμηνεία του.

Όμως το ερώτημα είναι τι είναι αυτό που δημιουργεί τον «τόνο φωνής», την «προσωπική ομιλία» του Καβάφη; Δεν χωρά αμφιβολία, οι παρομοιώσεις του είναι συχνά παιδιάστικες:

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
Σα μια σειρά κεράκια αναμμένα-
Χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
Μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων

(Κεριά, 1893/1899)

Οι μεταφορές του είναι απλοϊκές:

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα;
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια;
(Απ’ τες Εννιά, 1917/1918)

Σπάνια χρησιμοποιεί επίθετα, κι αυτά που χρησιμοποιεί τα επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Στο ποίημα «Καισαρίων» (1914/1918), βρίσκουμε μια σαρκαστική περιγραφή της κοινότοπης γλώσσας που επιλέγουν οι Πτολεμαίοι για να υμνήσουν εαυτούς στα δημόσια μνημεία τους:

Οι άφθονοι έπανοι κ’ η κολακείες
Εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
Ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·
Κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Αν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
Όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.


Όμως το ίδιο ακριβώς μπορεί να ειπωθεί και για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Καβάφης αναφερόμενος στους πολλούς νεαρούς εραστές που απαντούν τα ποιήματά του: είναι όλοι νέοι, όμορφοι, συμπαθητικοί, λεπτοί, αισθηματικοί, ηδονικοί και ερωτικοί, αλλά τίποτα παραπάνω· σε ό,τι επιχειρούν, συνήθως αποτυγχάνουν· και πολλές φορές πεθαίνουν (όσο για τις γυναίκες, αυτές είναι εντελώς απούσες). Λες και ο Καβάφης θέλει οι εικόνες του να μην έχουν σαφή περιγράμματα ή συγκεκριμένο περιεχόμενο. Και όταν στο ποίημα «Καισαρίων», οι βαρετές επιγραφές των Πτολεμαίων τελικά εγκαταλείπονται, η εικόνα του γιου του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας που τις αντικαθιστά είναι στην πραγματικότητα εντελώς γενική ή, για να χρησιμοποιήσω την ίδια τη λέξη του Καβάφη, «αόριστη»:

Α, να, ήρθες συ με την αόριστη
Γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
Γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
Κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
Μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.


Κανένας άλλος ποιητής δεν έχει γράψει τόσα ερωτικά ποιήματα για όμορφους νεαρούς άντρες, για τους οποίους το μόνο σχεδόν που έχει να πει είναι ότι είναι όμορφοι και νεαροί. Οι άνθρωποι, τα αντικείμενα, τα τοπία εισέρχονται στους στίχους του Καβάφη ακροπατώντας, με την πιο αδιόρατη γοητεία [... ].

Ασάφειες στην ποίηση του Καβάφη υπάρχουν πολλές. Στον «Τεχνουργό κρατήρων» (1903/1921), για παράδειγμα είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τι μπορεί να φαντάζεται κανείς κρυφακούοντας έναν αργυροχόο, που ξεναγεί έναν πελάτη στο μαγαζί και του περιγράφει ένα από τα έργα του:

Εις τον κρατήρα αυτόν    από αγνό ασήμι –
Που για τον Ηρακλείδη     έγινε την οικία
Ένθα καλαισθησία     πολλή επικρατεί –
Ιδού άνθη κομψά,     και ρύακες, και θύμοι,
Κ’ έθεσα εν τω μέσω     έναν ωραίον νέον,
Γυμνόν, ερωτικόν·     μες στο νερό την κνήμη
Την μια του έχει ακόμη. –

Η ασάφεια του Καβάφη δεν έχει ταίρι, κι όμως, τα ποιήματά του είναι βαθιά συγκινητικά και έντονα υπαινικτικά. Πώς εξηγείται άραγε αυτό;

Καμιά μονοσήμαντη απάντηση, κανένα μαγικό κλειδί δεν μπορεί να ξεκλειδώσει το μυστήριο αυτής της παράφωνης πολυφωνίας – το πλήθος των φωνών, των διαθέσεων, των τεχνοτροπιών, των θεμάτων, των προσώπων και των παθών, που συνθέτουν την ποιητική παραγωγή του Καβάφη.


Αλέξανδρος Νεχαμάς 



Σημ.: Απόσπασμα από το κείμενο «Όχι κείμενο, αλλά ύφανση: Ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη άγραφα, ατελή, αδιάβαστα» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου του 2018 της Athens Review of Books. Η ζητούμενη απάντηση, με την οποία κλείνει το απόσπασμα που παραθέτουμε, επιχειρείται στη συνέχεια του κειμένου να απαντηθεί με μία αναδίφηση στην «οικογένεια ιδιότυπων “πεζών” ποιημάτων» του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή. Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι Καθηγητής ανθρωπιστικών σπουδών, φιλοσοφίας και συγκριτικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου